Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 18

Chapter 1840 wordsPublic domain

Και τα μεν άλλα ελληνικά πλοία, αφ' ού παρέλαβαν τους ναύτας των, έκοψαν τας αγκύρας και εξέπλευσαν αβλαβή πριν κλεισθή στενώς ο λιμήν· ο δε Άρης επ' ελπίδι σωτηρίας του Τσαμαδού εβράδυνε, και εν τούτοις τα εχθρικά πλοία έκλεισαν τον λιμένα διά της συμπυκνώσεώς των. Διηρημέναι ήσαν αι γνώμαι των εν τω Άρει ως προς τον τρόπον του διέκπλου· οι μεν εγνωμοδότουν να διεκπλεύσωσι παραπλέοντες το παράλιον προς αποφυγήν του πυρός πολλών εχθρικών πλοίων μη δυναμένων διά τον όγκον να πλησιάσωσιν όπου τα νερά ήσαν ρηχά· οι δε, εν οίς και ο αναλαβών την διοίκησιν του πλοίου Δημήτρης Βώκος και ο δευτερεύων Σαχτούρης, ήθελαν ν' απομακρυνθώσιν από του παραλίου και ιθύνωσι τα πλοίον προς το στόμα μη τύχη και παύση ο πνέων καλός άνεμος, και τότε πεσόντες εις γαλήνην πέσωσιν εις χείρας των επί του παραλίου πολυαρίθμων εχθρών. Σφοδράς δε συζητήσεως γενομένης, ενίκησεν η τελευταία γνώμη, αποδειχθείσα και η μόνη σωτήριος, διότι ο καλός άνεμος μετ' ολίγον εξέπνευσε. Καθ' ήν δε ώραν έκοψαν την άγκυραν οι ναύται του πλοίου και ήνοιξαν τα πανία εις έκπλουν ανάμεσον του εχθρικού στόλου, ανεβίβασαν επί του καταστρώματος ψάλλοντες την εικόνα της Θεοτόκου και την έθεσεν επί του εργάτου· ιερεύς δέ τις εκ των επί της ξηράς, διασωθείς επί του πλοίου, έψαλλε την παράκλησιν επήκοον όλων· οι δε ναύται εκύκλωσαν την εικόνα, την ησπάσθησαν και κατέθεσαν έκαστος ό,τι προηρείτο επί σκοπώ να την χρυσώσωσιν απαλλαττόμενοι του προφανούς κινδύνου. Είς δε των ναυτών, προσφέρων και αυτός τον οβολόν του, προσήλωσε τους οφθαλμούς εις την εικόνα και είπε μεγαλοφώνως «Παναγία μου, αν δε μας σώσης, θα χαθής και συ». Μετά δε την παράκλησιν ο μεν ιερεύς δεν έπαυσε προσευχόμενος καθ' όλον το διάστημα του κινδύνου, οι δε ναύται, ασπασθέντες αλλήλους τον τελευταίον ασπασμόν, «καλή εντάμωσις εις τον άδην» είπαν, και κατέλαβαν τας θέσεις των πλήρεις θάρρους υπό την συνετήν οδηγίαν του Βώκου ισταμένου αφόβως επί της στέγης του πλοίου εις εμψύχωσιν του πληρώματος, και υπό την υφοδηγίαν του γενναίου Σαχτούρη. Αλλ' ό,τι εφοβούντο μη πάθωσιν υπό εχθρού, εκινδύνευσαν να πάθωσιν υπό φίλου. Το παιδίον του πλοίου, απαρηγόρητον διά τον θάνατον του πλοιάρχου, κατέβη όπου ήτο το εικονοστάσιον, ήρπασε την έμπροσθεν των εικόνων κανδυλίθραν και βαστάζον αυτήν αναμμένην και φωνάζον, «τι την θέλομεν την ζωήν, αφ' ού εχάθη ο πλοίαρχός μας», έτρεξε δρομαίον να την ρίψη εις την πυριτοθήκην· αλλ' οι ναύται το συνέλαβαν και το έδεσαν ως παράφρον. Εν τούτοις, προχωρών ο Άρης έφθασεν εις το στόμα του λιμένος, στόμα δι' αυτόν του άδου, και αμέσως εκυκλώθη υπό μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και τριών βρικίων και εκανονοβολείτο έμπροσθεν, όπισθεν, δεξιόθεν και αριστερόθεν· αντεκανονοβόλει και αυτός ακαταπαύστως, υπερασπίζετο, επροχώρει, και πολλά παθών απέφυγε τον εκ των πλοίων τούτων κίνδυνον, αλλ' έπεσε μετ' ολίγον εις το μέσον πολλών άλλων. Τρεις ώρας επάλαισεν εν μέσω σμήνους, και η τρομερά αύτη πάλη του αφήρεσεν ολόκληρον τον επίδρομον, κατετρύπησε τα πανία του κατεσύντριψε το πηδάλιόν του και κατέκοψε τα σχοινία του, οι δε ναύται, περιφερόμενοι επί του καταστρώματος, επάτουν επί των πεπυρωμένων μύδρων και βολίων των αδιακόπως εκ των εχθρικών πλοίων βροχηδόν ριπτομένων και εις όλον το κατάστρωμα του Άρεος διεσπαρμένων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασίς των, ότε έν δικάταρτον, έχον ευρωπαίους ναύτας και Αιγυπτίους στρατιώτας, επλησίασε τον Άρην εντός βολής πιστόλας, και οι εν αυτώ ητοιμάζοντο να τον πατήσωσιν. Ιδόντες τον νέον τούτον κίνδυνον οι εν τω Άρει, και αναλογιζόμενοι ότι οι εχθροί, απαυδισμένων αυτών, εύκολον ήτο και να τον πατήσωσι και να τον κυριεύσωσι, διέταξαν δύο γέροντας έχοντας ετοίμους πιστόλας να πυροβολήσωσιν εις την πυριτοθήκην άμα επατείτο το πλοίον. Εμάντευσαν ίσως οι εν τω εχθρικώ την απόφασιν των Ελλήνων, ιδόντες την κίνησίν των, και επειδή, τούτου γινομένου, θα συνεκαίοντο και εκείνοι, απεμακρύνθησαν, και ούτως απηλλάγη ο Άρης. Εν τοσούτω επλησίαζεν η νυξ, και κατά περίστασιν κατεφλέχθη έν εχθρικόν πλοίον. Το συμβάν τούτο έβαλεν εις ταραχήν τα λοιπά εχθρικά, και βοηθούμενος εντεύθεν ο Άρης διεξέπλευσε και υπεξέφυγεν ως εκ θαύματος τον κίνδυνον. Δύο των ναυτών του μόνον εσκοτώθησαν και επτά επληγώθησαν, εν οίς και ο Σαχτούρης.

Την άλωσιν της Σφακτηρίας παρηκολούθησεν η πτώσις των παλαιών Ναβαρίνων. Την 29 εφώρμησαν οι εχθροί διά ξηράς και θαλάσσης και συνήψαν μάχην. Οι Έλληνες δεν ήλπιζαν άλλοθεν βοήθειαν, και πολλοί αυτών απεφάσισαν να φύγωσι την επιούσαν νύκτα διά μέσου των εχθρών, διότι άλλος τρόπος φυγής δεν ήτο, και προειδοποίησαν τους εν Λιγουδίστη Έλληνας παραγγείλαντές τοις να τουφεκίζωσιν επ' ελπίδι αντιπερισπασμού. Ελθούσης της νυκτός εξήλθαν, αλλ' εις ουδέν ωφελήθησαν επί της εξόδου των υπό των εν Λιγουδίστη μη τουφεκισάντων, και πεσόντες εν τω μέσω του εχθρικού ιππικού απέτυχαν· και οι μεν ωπισθοδρόμησαν, οι δε εφονεύθησαν, και άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο επίσκοπος Μοθώνης (β), ο αδελφός του, ο Χατσή-Χρήστος, ο Αναγνώστης Κανελόπουλος, ο Αναστάσης Δαριώτης και ο Βάρβογλης. Την δ' επαύριον παρεδόθησαν υπό συνθήκην και οι διαμείναντες εν τω παλαιοφρουρίω και απελύθησαν όλοι αβλαβείς, αλλ' άοπλοι και αχρήματοι· ήσαν δε 786· μόνοι εκρατήθησαν οι επί της εξόδου αιχμαλωτισθέντες ως μη υπό τους όρους της συνθήκης· οι δε υπό την οδηγίαν του Σωτήρη Χοτσαμάνη, μη καταδεχόμενοι να παραδοθώσιν, έφυγαν ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών και οι πλείστοι εσώθησαν.

Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθησαν οι παλαιοί Ναβαρίνοι, η περιφερομένη έξωθεν των Μοθωκορώνων υπό τον Μιαούλην μοίρα, μη δυναμένη να βλάψη τον μέγαν εχθρικόν στόλον, εισέπλευσε προς το εσπέρας τον λιμένα της Μοθώνης, όπου διέμενάν τινα των εχθρικών πλοίων πολεμικά και φορτηγά, επέρριψε πέντε πυρπολικά το έν κατόπιν του άλλου, και έκαυσε μίαν μεγάλην φρεγάταν, τρεις κορβέττας, τρία άλλα πολεμικά, και τρία φορτηγά. Εκάη δε και μία τροφαποθήκη.

Μετά δε την κυρίευσιν της Σφακτηρίας και των παλαιών Ναβαρίνων, ο Ιβραήμης παρήγγειλε τοις εν Νεοκάστρω διά του επισκόπου Μοθώνης και του Χατσή-Χρήστου να παραδοθώσιν, αλλά δεν εισηκούσθη· έστειλεν επ' ελπίδι συμβιβασμού μετά δύο ημέρας τρεις αξιωματικούς του Τούρκους, αλλ' ουδέ και τότε εισηκούσθη· επί τέλους ήγειρε δύο άλλα τηλεβολοστάσια κατά του φρουρίου, έφερε πλησίον αυτού 11 φρεγάτας και κορβέττας και 5 βρίκια, Μάιος και την 3 μαΐου επολέμει το φρούριον διά ξηράς και θαλάσσης. Τρεις ημέρας ακαταπαύστως πολεμούμενοι οι Έλληνες εδέχθησαν ό,τι απέρριψαν πρότερον, και την 6 υπέγραψαν υπό την σκηνήν του Ιβραήμη συνθήκην επί παραδόσει των όπλων, εξαιρουμένων της τοιαύτης υποχρεώσεως 30 αξιωματικών, και επί μετακομίσει πάντων ανεξόδως υπό ουδετέραν σημαίαν εις Καλαμάταν· αλλά, και αφ' ού υπέγραψαν την συνθήκην, υποπτεύσαντες επιβουλήν δεν παρεδίδοντο. Εν ώ δε διεπραγματεύετο η παράδοσις του φρουρίου, εύτολμός τις των εν αυτώ Κύπριος, διακολυμβήσας υπό το πυρ των Αιγυπτίων είς τινα αγγλικήν φρεγάταν έξωθεν του λιμένος φανείσαν, επέδωκε τω πλοιάρχω γράμμα των πολιορκουμένων αιτουμένων τον κατάπλουν πολεμικού πλοίου και ξένην παρέμβασιν εις ασφαλή απομάκρυνσίν των· επί τη αιτήσει δε ταύτη, διαβιβασθείση εις Σμύρνην παρά του πλοιάρχου, κατέπλευσαν η γαλλική γολέττα Αμάραντος, και η αυστριακή Αρεθούσα, και υπό την παρέμβασιν αυτών ενηργήθη η συνθήκη, και μετεκομίσθησαν όλοι ασφαλώς εις Καλαμάταν, τον αριθμόν 1180. Δύο μόνους εξ αυτών εκράτησεν ο Ιβραήμης παρά την συνθήκην τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην και τον Γιατράκον επί λόγω ότι παρέβησαν οι Έλληνες την επί της πτώσεως του Ναυπλίου συνθήκην κρατήσαντες αυθαιρέτως τους δύο πασάδας. Αλλ' εκρατήθησαν οι πασάδες ως μη ένσπονδοι, μη θελήσαντες να συνυπογράψωσι την συνθήκην. Δέκα ημερών βρώσις και τεσσάρων πόσις ευρέθη εν τω παραδοθέντι φρουρίω. Η δε κυρίευσις αυτού ωφέλησε τα μέγιστα τον εχθρόν διά την συγκυρίευσιν του ευρυχωροτάτου και ασφαλεστάτου λιμένος, τόσον χρησίμου εις κατάπλουν στόλου και εις μεταφοράν στρατευμάτων και παντός αναγκαίου εξ Αιγύπτου και Κρήτης. Πεσόντος του Νεοκάστρου, ο εχθρικός στόλος επανέπλευσεν αβλαβής και ανενόχλητος εις Σούδαν.

Το δε ναυτικόν της Ελλάδος εδοξάσθη μετ' ολίγον παρά τον Καφηρέα, ακρωτήριον της Ευβοίας αντικρύ της Άνδρου.

Έμαθεν εν καιρώ η κυβέρνησις ότι ητοιμάζετο εις έκπλουν εκ Κωνσταντινουπόλεως υπό τον καπητάμπασαν η βυζαντινή μοίρα, και εις αντίκρουσιν εξέπλευσεν η δευτέρα ελληνική εξ 20 πολεμικών και 8 πυρπολικών υπό τον Σαχτούρην, τον Κολανδρούτσον και τον Αποστόλη. Αι δύο αύται μοίραι συνηντήθησαν την 16 μεταξύ Τενέδου και Λίμνου και ηκροβολίσθησαν· συνίστατο δε η βυζαντινή εκ 3 φρεγατών, 10 κορβεττών και 38 βρικίων και γολεττών ενόπλων· παρηκολούθουν δε καί τινα φορτηγά. Μετά τον μεταξύ Τενέδου και Λίμνου ακροβολισμόν, αμφότεραι αι μοίραι έπλεαν προς δυσμάς αντιπαρατηρούμεναι· την δε 20 εξημερώθησαν έξωθεν της Άνδρου, και την γ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εναυμάχησαν μεταξύ της νήσου ταύτης και του Καφηρέως. Αμφιρρεπής εφαίνετο η μάχη μέχρι πολλού, αλλ' οι Έλληνες έβαλαν επί τέλους εις αταξίαν την εχθρικήν μοίραν, διαρρήξαντες την δεξιάν πτέρυγά της. Επί της αταξίας δε ταύτης, παρατηρήσας ο Σαχτούρης ότι μία φρεγάτα έπλεεν υπήνεμος και μακράν των λοιπών πλοίων, και ότι εφαίνοντο εσπασμένα τα κατάρτιά της, επέπλευσε συνοδευόμενος υπό δύο πυρπολικών, του Ματρόζου και του Μουσιού. Εμπόδια ηύραν τα τρία ταύτα πλοία κατά τον πλουν, απαντήσαντα μίαν φρεγάταν και μίαν κορβέτταν· αλλά τα υπερέβησαν, επλησίασαν την παθούσαν φρεγάταν, επέπεσαν τα δύο πυρπολικά και την εφλόγισαν. Η φρεγάτα αύτη, 66 κανονίων και η ογκωδεστέρα της μοίρας, ήτον η ναυαρχίς, αλλ' επί του παθήματός της ευρέθη ο ναύαρχος εν άλλω πλοίω· έφερε δε σχεδίας εις άλωσιν του Μεσολογγίου, πάμπολλα πολεμεφόδια και το γλωσσόκομον. Μετά 10 λεπτά αφ' ού εφλογίσθη, διεσκορπίσθη, και οι εμπλέοντες 800, εν οίς 150 πυροβολισταί, απωλέσθησαν όλοι· απωλέσθησαν και 3 πυρποληταί και επληγώθησαν 4. Τα ελληνικά πλοία διέρρηξαν μετ' ολίγον και την άλλην πτέρυγα της εχθρικής μοίρας, και ο πυρπολητής Μπούτης, ιθύνας και αυτός ευστόχως το πυρπολικόν του εις μίαν κορβέτταν 34 κανονίων, την έκαυσεν αύτανδρον· τότε και τα της μιας και τα της άλλης πτέρυγος πλοία του εχθρού διεσκορπίσθησαν, καί τινα μεν αυτών, εν οίς και το φέρον τον καπητάμπασαν διεσώθησαν την 27 εις Σούδαν, 20 δε άλλα κατέφυγαν υπό την Κάρυστον, μία δε κορβέττα καταδιωκομένη υπό δυο ελληνικών βρικίων, έπεσαν εις τους βράχους της Σύρας και εκάη παρά των εν αυτή, ο δε πλοίαρχος και το πλήρωμα, ως 200, εν οίς και 25 Ευρωπαίοι, παρεδόθησαν εις τους κατοίκους της Σύρας, οίτινες, φοβούμενοι μάλλον ή φοβούντες τους επ' ελπίδι σωτηρίας καταφυγόντας, εξήλθαν εις προϋπάντησίν των υπό λευκήν σημαίαν. Ο όχλος εκακοποίησε τους Ευρωπαίους και εσκότωσέ τινας των Τούρκων οι δε λοιποί μετεκομίσθησαν εις Ύδραν. Συνελήφθησαν δ' επί της ναυμαχίας ταύτης 5 φορτηγά υπό αυστριακήν σημαίαν φέροντα πυρίτιδα, κανόνια και άλλα πολεμικά είδη εις χρήσιν των πολιορκητών του Μεσολογγίου. Τα ελληνικά πλοία, παρακολουθούντα τα εχθρικά, απήντησαν την 23 κάτωθεν της Μήλου τα υπό τον Μιαούλην, εχαιρετήθησαν, ηνώθησαν όλα, και εισέπλευσαν αυθημερόν τον λιμένα της Μήλου, 70 τον αριθμόν. Η κατά θάλασσαν αύτη νίκη επανηγυρίσθη λαμπρώς την 24 εν Ναυπλίω.

1825

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.

&Αποτυχία της εκστρατείας Κουντουριώτου. — Αμνηστία ανταρτών. — Μάχη κατά την θέσιν Μανιάκι — Κινήματα Ιβραήμη εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου και συγκρούσεις — Ο Χαμιλτών εν Ναυπλίω — Παθήματα Ελλήνων και επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν. — Ο Φαβιέρος αρχηγός του τακτικού. — Κατορθώματα Ελλήνων. — Ατυχής απόπειρα εις άλωσιν Τριπολιτσάς. — Ανταλλαγή αιχμαλώτων — Απόπειρα δολοφονίας Ιβραήμη.&

ΤΑ αλλεπάλληλα κατορθώματα του Ιβραήμη εφόβησαν μεγάλως τους Έλληνας. Τα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος ανεχώρησαν όλα εκ Πελοποννήσου· η Πελοπόννησος δεν εκινείτο· αι επαρχίαι της εζήτουν τους εν Ύδρα φυλακισθέντας αρχηγούς των, και οι σχετικώτεροι αυτών, θεωρούντες την πρόοδον του εχθρού ως συντελούσαν εις την απολύτρωσίν των, δεν εδυσχέραιναν. Ο εχθρός αυτών Κουντουριώτης δεν ευδοκίμησεν επί της εκστρατείας του, και όχι μόνον δεν ήτον, ως άλλοτε, επίφοβος προς τους αντιπάλους του, αλλ' ούτε καν ασφαλής. Καθήμενος εν Σκάλα ανεκάλυψεν ότι συγγενείς των ανταρτών εμελέτων να τον αφαρπάσωσι και να μη τον απολύσωσιν ειμή επί τη απολύσει των συγγενών των· διέφθειραν δε καί τινας της φρουράς του. Τόσον δε εφοβήθη ανακαλύψας τα μελετώμενα, αψευδή μεν αλλ' ευδιασκέδαστα, ώστε μετέβη αίφνης εις Καλαμάταν, και εμβάς εις πλοίον κατέφυγεν εις Ναύπλιον αφήσας τα πάντα εις ταραχήν και εις απελπισίαν. Αλλ' όσον ο λαός της Πελοποννήσου εδυσφόρει διά την απουσίαν και την καταδρομήν των αρχηγών του, τόσον το νομοτελεστικόν κατεγίνετο πώς να τους εξοντώση. Διέφυγαν τας χείρας του οι δύο κινδυνωδέστεροι εχθροί του, οι Ανδρέαι, και περί πολλού έχον την χείρωσίν των πριν τιμωρήση τους άλλους, διέταξε τον Τσόγκαν, να τους στείλη υπό ασφαλή συνοδείαν εις Ναύπλιον. Αλλ' ο διαταχθείς δεν υπήκουσε διά τας προς αυτούς σχέσεις του και τους εφυγάδευσεν εις Κάλαμον προφασισθείς, ότι δεν εδύνατο να τρέφη πλέον αυτούς και τους εκατόν ακολούθους των. Ο λόγος ούτος, και αληθής αν ήτο, δεν απήλλαττε της ευθύνης τον Τσόγκαν, διότι, παραλαβών αυτούς υπό τω όρω να τους φυλάξη και στείλη εις την κυβέρνησιν, αν εζητούντο, ώφειλεν, αν δεν εδύνατο να τους τρέφη, να ειδοποιήση την Αρχήν της Δυτικής Ελλάδος, ή να τους παραδώση· αλλ' αυτός, πεποιθώς επί την μάχαιράν του, έβαλεν εις πράξιν ό,τι η καρδία του τω υπηγόρευσε, παραβάς τα προς την κυβέρνησιν καθήκοντά του. Η κυβέρνησις, μαθούσα το γεγονός, έσπευσε να παρακαλέση την ιόνιον κυβέρνησιν ν' αποπέμψη τους εις την γην αυτής καταφυγόντας· απεπέμφθησαν, αλλά πλήρεις θάρρους ήλθαν αυτοπροαίρετοι εις Πελοπόννησον, και μη δηλώσαντες τον τόπον της διατριβής των έγραψαν τη βουλή ότι έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσι κατά του δεινού και ευτυχούς εχθρού της πατρίδος· παρεμέρισαν δε προς καιρόν έν τινι χωρίω πλησίον του Λάλα. Εκεί, γενομένου λόγου περί της προ δύο μηνών αποβάσεως του Ιβραήμη και περί του επικειμένου κινδύνου, επανέλαβεν ο Ζαήμης εις δικαιολογίαν του ερχομού του ό,τι εκήρυξεν άλλοτε διά της προς την συνέλευσιν της Δυτικής Ελλάδος επιστολής του, δηλαδή, ότι «ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ αυτής». Κατεταράχθη η κυβέρνησις ακούσασα, ότι οι μέχρι θανάτου καταδιωκόμενοι εχθροί της ετόλμησαν να πατήσωσι το έδαφος της Πελοποννήσου, και διέταξε τους εν ταις επαρχίαις υπαλλήλους της να τους συλλάβωσιν, όπου και αν ευρίσκοντο, και στείλωσιν ασφαλώς εις την κυβέρνησιν· αλλά τα πολεμικά συμβάντα υπερίσχυσαν της διαταγής της, και όχι μόνον οι διαταχθέντες δεν τους συνέλαβαν, αλλ' όλοι επί των αλλεπαλλήλων αποτυχιών των Ελλήνων εμέμφοντο τους κυβερνώντας ως αναξίους, εθεώρουν τους καταδιωγμένους ως σωτήρας, και αυξανομένου του κακού, υψώθη φωνή υπέρ αυτών από άκρου έως άκρου της Πελοποννήσου. Ίσχυσεν η φωνή του λαού παρά τη βουλή τη πάντοτε επιεικώς πολιτευομένη προς τους Ανδρέας, ίσχυσεν επί τέλους η υπέρ αυτών φωνή της βουλής παρά τω νομοτελεστικώ, και την 18 μαΐου υπεγράφη γενική και πλήρης αμνηστία, απελύθηκαν οι εν Ύδρα, και παρόντων αυτών και όλων των μελών της κυβερνήσεως και πλήθους λαού εψάλη την 19 δοξολογία εν Ναυπλίω, εξεφωνήθη λόγος υπέρ ομονοίας, ανεγνώσθη το κήρυγμα της αμνηστίας, ανεδείχθη αυθημερόν ο Κολοκοτρώνης γενικός αρχηγός της Πελοποννήσου, παρέλαβεν όσους ηύρεν εν Ναυπλίω προθύμους να τον ακολουθήσωσι και εξήλθε την επαύριον επί στρατολογία εις τας επαρχίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν προ ολίγου αποκηρυχθέντες και μέχρι θανάτου καταδιωχθέντες ως ολετήρες της πατρίδος εθωρήθησαν ως σωτήρες αυτής· οι δε καταδιώκται αυτών νομοτελεσταί, οι διά της σπατάλης του δημοσίου πλούτου υπερισχύσαντες, κατησχύνθησαν.

Εν τούτοις, ο Ιβραήμης, πριν προχωρήση εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου μετά την πτώσιν του Νεοκάστρου, έκρινεν αναγκαίον να μη αφήση όπισθεν του εχθρούς· και μαθών ότι κατά την μεταξύ Αρκαδίας και Νεοκάστρου προς ανατολάς θέσιν Μανιάκι ήσαν πολλοί Έλληνες, επεστράτευσε. Πολλοί τω όντι εκ διαφόρων μερών της Πελοποννήσου συνήχθησαν εις την θέσιν εκείνην διά προτροπής του Δικαίου· αλλ' εγγίζοντας του κινδύνου εξακόσιοι μόλις απέμειναν υπ' αυτόν, τον Κεφάλαν, τον Καπητανάκην και τον Βοϊδήν. Την 19 τρισχίλιοι Αιγύπτιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Ιβραήμην κατέλαβαν την Σκάρμιγκαν, χωρίον πλησίον του Μανιακίου, την δε επαύριον ώρμησαν εις τα οχυρώματα των Ελλήνων. Ως λέοντες επολέμησαν οι ολίγοι Έλληνες, υπερτριακοσίους εχθρούς κατά γης έρριψαν, αλλ' ηφανίσθησαν κατά κράτος και αυτοί, και απέθαναν και οι τέσσαρες αρχηγοί των. Εθαύμασε την ανδρίαν των τεσσάρων αρχηγών και κατ' εξοχήν του Δικαίου ο Ιβραήμης, ειπών ότε έφεραν την κεφαλήν ενώπιόν του, «αμαρτία να χαθή τοιούτος πολέμαρχος». Εν πολλοίς υπενθύμιζεν ο πολέμαρχος ούτος τον ασυνεπή χαρακτήρα του Αλκιβιάδου, άλλοτε εν τρυφαίς και άλλοτε εν κακουχίαις ημερονυκτίζων, και πάντα μεν τα άλλα δεύτερα της φιλαυτίας του ως ο Αλκιβιάδης λογιζόμενος, αλλ' υπέρ εκείνον αγαπών την πατρίδα.

Την δε επαύριον της μάχης, άλλο τάγμα Αιγυπτίων επάτησε την Αρκαδίαν και την ελεηλάτησεν, αλλ' ολιγώτατοι των κατοίκων της συνελήφθησαν ή εφονεύθησαν, διότι μαθόντες τον αφανισμόν των εν Μανιακίω έφυγαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις, οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης. Και ο μεν εχθρικός στρατός επανήλθεν εις τα φρούρια, ιππείς δέ τινες διεσπάρησαν εις Μεσσηνίαν, και κατήντησαν καίοντες και λεηλατούντες και εις Μικρομάνην. Μετ' ολίγας δε ημέρας εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης εις Καλαμάταν. Δισχίλιοι οπλοφόροι, οι πλείστοι Μανιάται, ήσαν εν αυτή και όλοι την εγκατέλειπαν και έφυγαν. Κυριεύσας ο Ιβραήμης αμαχητί την πόλιν την 28, την έκαυσεν, εκυρίευσε και έκαυσε και το Νησί, και τας Κυτριάς, και τον Αρμυρόν, και επανήλθεν εις Μοθώνην.

Εν τούτοις, καθ' ας ο Κολοκοτρώνης εξέδωκε διαταγάς, συνήχθησαν λήγοντος του μαΐου εις το Μακρυπλάγι τρισχίλιοι οπλοφόροι· συνήχθησαν και χίλιοι εις Τσαμί, θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν των στενών του Λεονταρίου· σκοπός δε αυτών ήτο να εμποδίσωσι τους Αιγυπτίους του να προχωρήσωσιν εις Τριπολιτσάν. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως εδυναμώθησαν αι θέσεις αύται, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης προς την Πολιανήν εις προκαταλαβήν της δυσβάτου και κρημνώδους οδού της Σορόκας· Ιούνιος αλλά προλαβόντες οι Αιγύπτιοι διήλθαν την 1 Ιουνίου, και εκυρίευσαν την Πολιανήν. Τούτου δε γενομένου, συνήλθαν επί προσκλήσει του Κολοκοτρώνη τα κατά το Μακρυπλάγι στρατεύματα εις Άκωβον μίαν ώραν από της Πολιανής και κατέλαβαν και την οχυράν θέσιν της Δραμπάλας και το Διρράχι. Την δε 6 εστράτευσαν οι Αιγύπτιοι επί τους εν Δραμπάλα, ήλθαν επιβοηθοί τούτων οι εν Διρραχίω και επολέμησαν όλην την ημέραν, καθ' ην ετράπησαν οι Λακεδαιμόνιοι εις φυγήν, πληγωθέντος εις το πρόσωπον του γενναίου αυτών αρχηγού Γεωργάκη Γιατράκου· δεν έπαυσαν δε πολεμούντες όλην την νύκτα. Την δε επαύριον έστησαν οι εχθροί κανόνια, υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν την πηγήν, όθεν υδρεύοντο οι Έλληνες, και τους ηνάγκασαν να υποχωρήσωσι την νύκτα οι μεν εις Τουρκολέκα, οι δε εις Καρύταιναν. Κατά την διήμερον δε ταύτην μάχην 30 Έλληνες εφονεύθησαν και 70 επληγώθησαν· πλειότεροι δε ήσαν οι παθόντες Τούρκοι ως πολεμούντες τους εντός οχυρωμάτων ανώχυροι. Την δ' επιούσαν επροχώρησαν οι Αιγύπτιοι ανεμποδίστως καίοντες καθ' οδόν, και την 10 εισήλθαν εις Τριπολιτσάν, όπου δεν ηύραν ψυχήν. Επρόκειτο να καύσωσιν οι Έλληνες την πόλιν, αλλ' η αιφνίδιος εισβολή δεν τοις έδωκε καιρόν μη δε τα αναγκαιότερα πράγματά των να εξαγάγωσιν.