Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 17
ΕΝ ώ ο δημόσιος πλούτος εφθείρετο χάριν εμφυλίων παθών και προσωπικών μικροφιλοτιμιών εις βλάβην του λαού, και εγγύς ήτον η μετάβασις του φοβερού εχθρού της Ελλάδος, Ιβραήμπασα, από Κρήτης εις Πελοπόννησον, ουδεμία εγίνετο φροντίς περί της αναγκαίας προμηθείας και ασφαλείας των μερών εκείνων. Ως και αυτό το φρούριον του Νεοκάστρου απρομήθευτον των αναγκαίων ήτο και απρομήθευτον διέμεινε μέχρι τέλους, ως αν προητοιμάζετο να πέση μάλλον ή ν' αντισταθή.
Ακίνδυνον στρατιωτικήν δόξαν εθήρευεν ο πρόεδρος του νομοτελεστικού. Τοιαύτην εφαίνετο παρέχουσα η κατάστασις των Πατρών.
Η πόλις εκείνη επολιορκείτο στενώς πρό τινος καιρού διά θαλάσσης, και η πτώσις της εφαίνετο εγγίζουσα· δεν εκίνει δε τον Κουντουριώτην εις κτήσιν αυτής αφιλοκίνδυνος μόνον φιλοδοξία, αλλά και η προς τους Ανδρέας αντιζηλία. Εξαιρουμένης της ολιγοχρονίου αρχηγίας του Κολοκοτρώνη, εις τούτους ανετέθη εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι του καιρού εκείνου η διατήρησις της πολιορκίας και η τύχη αυτής· δεν τοις έλειψαν δε και αίσιοι περιστάσεις εις άλωσιν· αλλ' ουδέν γενναίον έπραξαν, και αφορμήν πολλάκις έδωκαν εις κατηγορίαν ως μη σπουδάζοντες μάλλον ή ως μη δυνάμενοι να την κυριεύσωσιν· ώστε, αν ο Κουντουριώτης ευδοκίμει, δικαίως θα κατησχύνοντο οι δύο ούτοι αντίζηλοί του. Πεινώντες και πάσχοντες οι εν Πάτραις Τούρκοι διά την στενήν πολιορκίαν ευδιάθετοι εφαίνοντο να απέλθωσι, και απήτουν την παρουσίαν του προέδρου επί τη πεποιθήσει, ότι και θέλησιν και δύναμιν είχε να διατηρήση τους υπέρ της ασφαλείας αυτών όρους της συνθήκης. Ταύτα τα αίτια εθάρρυναν τον Κουντουριώτην και στενότερον αποκλεισμόν διά θαλάσσης να διατάξη, και πολυάριθμον εκστρατείαν να ψηφίση, και αυτός την αρχηγίαν της εκστρατείας ν' αναλάβη. Αλλ', εν ώ η ευτυχής έκβασις του επιχειρήματος εκρέματο από της ταχείας ενεργείας, διότι ο εχθρός ήτον επί θύρας, η πρέπουσα σπουδή δεν κατεβάλλετο.
Εν τούτοις ο άοκνος Ιβραήμης, φθάσας εις τον λιμένα της Σούδας, ουδέ καν να πατήση την ξηράν ηθέλησεν, αλλά μετά δεκαπενθήμερον διατριβήν εντός των πλοίων απέπλευσε μετά του στόλου του εις Ρόδον και Μαρμάρι, παρέλαβεν άλλους πεντακισχιλίους σταλέντας παρά του πατρός του, παρέλαβε και φορτία ολόκληρα πολεμεφοδίων και τροφών σταλέντα εις χρήσιν του στρατού, επανήλθεν εις Κρήτην, εμίσθωσεν ικανούς εντοπίους και απέπλευσεν ακμάζοντος του χειμώνος.
Κατεγίνετο η ελληνική κυβέρνησις εις τας προετοιμασίας της εκστρατείας του προέδρου της, ότε έμαθεν ότι 50 εχθρικά πλοία, τα μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, εισέπλευσαν την 11 και 12 του φεβρουαρίου τον λιμένα της Μοθώνης, και απεβίβασαν τετρακισχιλίους πεζούς, τετρακοσίους ιππείς και τον Ιβραήμην, και ότι εσκήνωσαν τα στρατεύματα ταύτα εν τη παρά την Μοθώνην πεδιάδι. Η εκστρατεία αύτη ουδεμίαν ηύρεν αντίστασιν καθ' όλον τον πλουν, διότι τα ελληνικά πλοία, παθόντα εν ταις τελευταίαις μάχαις, επεσκευάζοντο. Τέσσαρα μόνον ητοιμάσθησαν και έπλευσαν εις τα νερά των Πατρών προς ενίσχυσιν της πολιορκίας.
Μάρτιος Ο δε αιγύπτιος στόλος, αποβιβάσας τα στρατεύματα, επανέπλευσεν εις Σούδαν, και την 5 μαρτίου επανήλθεν εις Μοθώνην ανεπηρέαστος, φέρων άλλους επτακισχιλίους, εν οίς και τετρακοσίους ιππείς. Γνωσθείσης δε της δεινής καταστάσεως των Πατρών διά την θαλάσσιον πολιορκίαν, απέστειλεν ο Ιβραήμης εις λύσιν αυτής τρεις φρεγάτας, δύο κορβέττας, και έξ βρίκια. Η μοίρα αύτη ηύρεν εν Ζακύνθω δέκα πλοία τροφοφόρα υπό ουδετέραν σημαίαν, έτοιμα να πλεύσωσιν εις Πάτρας, τα συνώδευσεν ασφαλώς, έτρεψεν εις φυγήν τα φυλάττοντα εκεί ελληνικά, και τοιουτοτρόπως, απαλλαγέντων των εν τη πόλει εκείνη από των δεινών του αποκλεισμού και της πείνας, εματαιώθησαν τα λαμπρά σχέδια της ετοιμαζομένης ελληνικής εκστρατείας. Μετά τα συμβάντα ταύτα ο Κουντουριώτης απεφάσισε να εκστρατεύση προς την Μεσσηνίαν.
Διέτριβαν εισέτι εντός της Πελοποννήσου τα κατά των ανταρτών στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος, και διετάχθησαν να συνενωθώσιν εις Μεσσηνίαν· διετάχθησαν να συνενωθώσιν εκεί καί τινα πελοποννησιακά, και την 16 εξεστράτευσεν ο πρόεδρος εν μεγάλη πομπή και υπό τον κανονοβολισμόν των φρουρίων, φέρων τον τίτλον «αρχηγού της πολιορκίας των Πατρών και των από του μεσσηνιακού κόλπου μέχρι των δυτικών παραλίων της Πελοποννήσου στρατοπέδων». Συνωδεύετο δε υπό του προ ολίγου εκ της Δυτικής Ελλάδος εις Ναύπλιον μεταβάντος και τα του γενικού γραμματέως του νομοτελεστικού καθήκοντα αναλαβόντος Μαυροκορδάτου. Άπειρος του ιππεύειν, τριήμερος αφίχθη εις Τριπολιτσάν, εν ώ χρεία ήτο μεγάλης σπουδής μέγα δε ατόπημα έπραξεν εξ αυτών των προοιμίων της εκστρατείας του. Τεσσάρων ή πέντε χιλιάδων πραγματικός στρατός συνηνώθη κατά την διαταγήν του εν τη Μεσσηνία και κατέλαβε το χωρίον Κρεμμύδι δύο ώρας μακράν της Μοθώνης. Ο Καρατάσος, ο Καραϊσκάκης, ο Δράκος, ο Κώστας Μπότσαρης, ο Τσαβέλλας, τουτέστιν οπλαρχηγοί εκ των επισημοτέρων της Ελλάδος, ήσαν οι αρχηγοί του στρατού τούτου· αλλ' ο πρόεδρος έταξεν επ' αυτών τον φίλον του και συμπολίτην Δημήτρην Σκούρτην, αξιότιμον άνδρα και έμπειρον ναύτην, αλλ' άπειρον των κατά ξηράν πολέμων. Ο διορισμός ούτος δυσηρέστησεν εις άκρον και τους οπλαρχηγούς και τους στρατιώτας και έθεσεν εις κίνδυνον όλην την εκστρατείαν. Ο δε Καρατάσος τόσον ωργίσθη, ώστε απεποιήθη να στρατοπεδεύση όπου ο Σκούρτης και κατέλαβεν αυτογνωμόνως μετά των περί αυτόν το χωρίον Σχοινόλακα.
Φθάσας ο Κουντουριώτης εις Τριπολιτσάν ησθένησε και δεν ανεχώρησεν ειμή την 5 απριλίου, εφελκύσας την μομφήν και της βουλής και του κοινού διά την τόσην βραδυπορίαν· αλλά και τότε, αντί να υπάγη εις το εν Κρεμμυδίω στρατόπεδον προς εμψύχωσιν αυτού κατά την επίμονον αίτησιν των οπλαρχηγών και την ανάγκην της υπηρεσίας, υπήγεν εις Σκάλαν χωρίον παρά τον Πάμισον, 10 ώρας μακράν του Κρεμμυδίου, και έστησεν εκεί το αρχιστρατηγείον· έστειλε δε τον Μαυροκορδάτον εις το στρατόπεδον προς καθησύχασιν των οπλαρχηγών γογγυζόντων διά τον μη εμφανισμόν του.
Οι δε Αιγύπτιοι, αποβάντες εις Πελοπόννησον, επάτησαν εν πρώτοις την επαρχίαν Κορώνης· τα δ' έμπροσθεν του φρουρίου εκείνου ελληνικά στρατεύματα απεχώρησαν εις Βουνάρια και Καστέλια, όπου έδρευεν ο έπαρχος, έφυγαν μετ' ολίγον και εκείθεν, μετέβησαν εις Καλαμάταν και εκείθεν οι πλείστοι εις Μάνην. Οι εχθροί εκυρίευσαν τα δύο ταύτα χωρία έρημα μείναντα, τα έκαυσαν, διεσπάρησαν καθ' όλην την επαρχίαν λεηλατούντες και καίοντες, και μετά ταύτα επανήλθαν εις Μοθώνην· ανοίξαντες δε τοιουτοτρόπως την κοινωνίαν Μοθώνης και Κορώνης ετοποθετήθησαν την 9 έμπροσθεν του Νεοκάστρου και ηκροβολίσθησαν κατά πρώτην φοράν μετά των εντός. Προ μικρού είχαν εισέλθει διάφοροι προς υπεράσπισιν, εν οίς και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, υιός του Πετρόμπεη. Ο φιλότιμος και φιλοπόλεμος ούτος νέος, περιφερόμενος την 14 επί των επάλξεων προς εμψύχωσιν των Ελλήνων, καθ' ην ώραν ηκροβολίζοντο, επληγώθη εις τον δεξιόν βραχίονα· μετακομισθείς δε χάριν θεραπείας εις Αρκαδίαν απέθανε μετ' ολίγας ημέρας δι' έλλειψιν αξίου χειρούργου. Την δε 16 έν τάγμα Αιγυπτίων έπεσεν επί τους υπό την οδηγίαν του Καρατάσου. Εκλεκτοί και εμπειροπόλεμοι ήσαν οι υπό τον αρχηγόν τούτον Μακεδόνες και άξιοι αυτού καθώς και ούτος άξιος αυτών· διό, γενομένης σφοδράς μάχης, αν και δεν ήλθαν εις βοήθειάν των οι εν Κρεμμυδίω, ενίκησαν οι ολίγοι ούτοι πολεμήσαντες μόνοι, έτρεψαν τους εχθρούς και επήραν υπέρ τα 100 λογχοφόρα όπλα ερριμένα επί του πεδίου της μάχης και τα έστειλαν εις Τριπολιτσάν. Την δε 6 απριλίου έφθασεν ο Μαυροκορδάτος κατά την εντολήν του προέδρου εις Κρεμμύδι, όπου συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη να μετατοπήσωσι τα στρατεύματα την αυτήν νύκτα εις άλλην θέσιν προς διακοπήν της κοινωνίας Νεοκάστρου και Μοθώνης· αλλ' οι εχθροί επρόλαβαν και επέπεσαν τα εξημερώματα, ως τρισχίλιοι πεζοί και τετρακόσιοι ιππείς, φέροντες και κανόνια. Τρεις θέσεις εν είδει ημικυκλίου κατείχε το ελληνικόν στρατόπεδον· και το μεν αριστερόν κέρας, ό εστι τους πέριξ του χωρίου λόφους, εκράτουν οι Σουλιώται και ο Χατσή-Χρήστος· το δε δεξιόν, ήτοι το χωρίον, οι περί τον Καραϊσκάκην και Τσαβέλλαν· το δε κέντρον, ό εστι μικράν τινα κοιλάδα, ο αρχηγός Σκούρτης· και οι μεν εν τω χωρίω και επί των λόφων είχαν τα συνήθη οχυρώματά των, οι δε εν τη κοιλάδι ήσαν ανώχυροι, έχοντες, κατά το λέγειν του αρχηγού, οχυρώματα τα στήθη των. Εκτός των 2500 Στερεοελλαδιτών ήσαν και 500 Υδραίοι, Σπετσιώται και Κρανιδιώται, ήσαν και 250 Αγιοπετρίται υπό τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον· ώστε όλον το στρατόπεδον του Κρεμμυδίου, καθ' ήν ημέραν επεστράτευσαν οι 3400 εχθροί, συνίστατο εις 3250. Οι δε Αιγύπτιοι, παρατηρήσαντες τας θέσεις, είδαν πόσον αδύνατος ήτον η των περί τον Σκούρτην και εστράτευσαν προς εκείνο το μέρος. Θέλοντες δε να εμποδίσωσι τους εν τω χωρίω του να βοηθήσωσιν εκείνους επί της μάχης, έστειλάν τινας κατ' αυτών, έστησαν και τα κανόνια και τους επολέμουν. Αν και βραδέως, είδαν οι περί τον Σκούρτην τον κίνδυνον και εζήτησαν βοήθειαν παρά των καθημένων επί των λόφων. Κατέβη ο Μπότσαρης ακολουθούμενος υπό 150 Σουλιωτών, και ετοποθετήθη κατέμπροσθεν των ερχομένων εχθρών οχυρωθείς εκ του προχείρου. Ήρχισε την μάχην το πεζικόν, και οι Σουλιώται αντέκρουαν τους εχθρούς γενναίως. Αλλά, διαρκούσης της μάχης, το ιππικόν του εχθρού ανέβη δύσιππά τινα μέρη παραμεληθέντα υπό των Ελλήνων θεωρησάντων αυτά άβατα, επέπεσεν όπισθεν αυτών και τους έβαλεν εν μέσω διττού πυρός. Έμπροσθεν και όπισθεν πολεμούμενοι οι Έλληνες δεν είχαν άλλην ελπίδα σωτηρίας ειμή την φυγήν. Αλλά και η φυγή δεν ήτο κατορθωτή ειμή διά μέσου του εχθρικού ιππικού. Έχοντες λοιπόν τον θάνατον ενώπιόν των ώρμησαν ανάμεσον του ιππικού και έπαθαν δεινήν θραύσιν· υπερπεντακόσιοι εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μήτρος Μποταΐτης, ο Θύμιος Ξύδης, ο Βασίλης Χορμόβας και ο Κώστας Πετρόπουλος, πολλοί δε ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και ο Ζαφειρόπουλος· ο δε Μπότσαρης εκινδύνευσε να πιασθή ως βραδύπους, και εσώθη διά της εις αυτόν αφοσιώσεώς τινων των συντρόφων του, απομακρυνάντων αυτόν χειροβάστακτον.
Μετά την φθοράν ταύτην τα εναπολειφθέντα στρατεύματα της στερεάς Ελλάδος, γογγύζοντα κατά του προέδρου ως θέσαντος αυτά υπό θαλάσσιον αρχηγόν, δεν ηθέλησαν να διαμείνωσιν εν Πελοποννήσω, ως επεθύμει η κυβέρνησις, και ανεχώρησαν εις την στερεάν Ελλάδα.
Είχεν ήδη εκπλεύσει η υπό τον Μιαούλην πρώτη μοίρα, και ζητήσασα εις μάτην τον εχθρόν κατά τα παράλια της Πελοποννήσου είχε πλεύσει προς την Κρήτην. Δεινή τρικυμία επήλθε κατά τον πλουν, εβλάφθησαν πολλά των πλοίων, και το πυρπολικόν του Κανάρη συγκρουσθέν μετά της ναυαρχίδος εβυθίσθη, αλλ' όλοι οι εμπλέοντες παρά ένα διεσώθησαν. Την δε 30 μαρτίου συνέλαβεν η μοίρα αύτη δύο αυστριακά φέροντα τροφάς εις Πρέβεζαν και τα έστειλεν εις Ναύπλιον· Απρίλιος την 2 απριλίου προσωρμίσθη εν Νεοκάστρω, ενδιέμεινε τρεις ημέρας και την 5 απέπλευσε καταλιπούσα εν τω λιμένι 5 πλοία, εν οίς και τον Άρην τον υπό τον Αναστάσην Τσαμαδόν αρχηγόν της πεντάδος ταύτης. Την δε 7 εισέπλευσεν εις Βάτικα, και την ακόλουθον ημέραν μαθούσα ότι ο εχθρικός στόλος έτοιμος ήτο ν' αποπλεύση, ανήχθη εις συνάντησίν του, κατέπλευσε την 9 εξ αιτίας εναντίων ανέμων εις τον αυλέμονα των Κυθήρων, απέπλευσε την αυτήν νύκτα προς την Σούδαν, και την 11 προ μεσημβρίας έφθασεν έμπροσθεν αυτής και ηύρεν όλον τον αιγύπτιον στόλον εντός του λιμένος· έν μόνον βρίκι επρόφθασεν έξω και το ώθησεν εις την ξηράν. Εντός δε μιας ώρας αφ' ού έφθασεν η ελληνική μοίρα, εξήλθε και ο εχθρικός στόλος του λιμένος έτοιμος εις μάχην. Αλλ' ο επικρατών άνεμος τόσον ηύξησεν, ώστε έσπασε το μεγάλον κατάρτιον μιας φρεγάτας, και ηνάγκασε τα μεν εχθρικά πλοία να επαναπλεύσωσιν εις Σούδαν, τα δε ελληνικά να στραφώσι προς άρκτον. Τα πλοία ταύτα απήντησαν πλησίον της Καμένης δύο, το μεν υπό ρωσσικήν το δε υπό αυστριακήν σημαίαν· ως φέροντα δε τροφάς από Κωνσταντινουπόλεως εις Κορυφούς υπό πλαστά έγγραφα κατά την μαρτυρίαν των πλοιάρχων τα απέστειλαν εις Ναύπλιον. Την δε 14 ηγκυροβόλησαν εις Βάτικα, απέπλευσαν την επιούσαν, και την εφεξής εξημερώθησαν αντικρύ του ακρωτηρίου Σπαθίου· ήσαν δε 11 πολεμικά και 5 πυρπολικά· μετά δε την μεσημβρίαν είδαν 95 εχθρικά, τα μεν πολεμικά τα δε φορτηγά, πλέοντα προς την Πελοπόννησον, εξ ών 2 δίκροτα, 12 φρεγάται και 9 κορβέτται. Το πρωί της 17 ηκροβολίσθησαν, ερρίφθησαν και 3 πυρπολικά, αλλ' εκάησαν εις μάτην. Την δε 19 κατευοδώθη ο εχθρικός στόλος εις Μοθώνην· η δε ελληνική μοίρα μη δυνηθείσα διά την μικρότητά της να βλάψη τον εχθρόν, παρέπλεε τα μεσσηνιακά φρούρια.
Ο δε Μαυροκορδάτος μετά την εις το διαλυθέν στρατόπεδον αποστολήν του επανήλθεν όπου ήτον ο πρόεδρος, και ανεχώρησεν εκ νέου την 24 επί σκοπώ να εισέλθη εις Νεόκαστρον προς επιθεώρησιν των εν αυτώ· τον παρηκολούθουν δε ο Γεωργάκης Καρατσάς, ο Σταμάτης Λεβίδης και ο Γάλλος Εδουάρδος Γρασέτης. Την επαύριον έφθασεν εις Γαργαλιάνους, και την μεθαύριον παραλαβών διακοσίους Αρκαδίους ώδευε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους. Εν μέσω δε της οδού, καθ' ην ώραν εμακρύνθησαν από των προπόδων του παρακειμένου όρους εφάνη αίφνης η προφυλακή ατάκτως οπισθοδρομούσα και ηκούσθη φωνή λέγουσα, «οπίσω, οπίσω, ιππικόν εντός του ελαιώνος». Εστράφησαν τότε όλοι οπίσω και έτρεξεν έκαστος εις το όρος όπως εδύνατο εις προφύλαξιν από του εν τω ελαιώνι ιππικού. Αλλά το ιππικόν μετεμορφώθη μετ' ολίγον εις νέφος κοράκων και απέπτη. Χλευάζοντες και χλευαζόμενοι οι καταφυγόντες εις το όρος διά την αφορμήν του πανικού φόβου επανήλθαν εις την οδόν, και προς το εσπέρας έφθασαν εις τους παλαιούς Ναβαρίνους τους υπό τον επίσκοπον Μοθώνης Γρηγόριον, τον Χατσή- Χρήστον, τον Τσόκρην, τον Τσανέτον Χρηστόπουλον και τον Σωτήρην Χοτσαμάνην.
Εν τούτοις ο Ιβραήμης προσήλωσε σπουδαίως την προσοχήν του εις την άλωσιν του Νεοκάστρου.
Το φρούριον τούτο κείται επί της νοτίου άκρας ευρυχωροτάτου λιμένος· επί δε της αντικρύ η Πύλος, η διά την άλλοτε κατοικήσασαν τα μέρη εκείνα σλαβικήν φυλήν των Αβάρων ή Αβαρίνων κοινώς καλουμένη «οι παλαιοί Ναβαρίνοι». Είναι δε οι παλαιοί Ναβαρίνοι φρούριον ανώχυρον και ακατοίκητον· τα δε παραρρέοντα της θαλάσσης νερά ρηχά. Επί δε του στομίου του λιμένος παρατείνεται το μακρόν και στενόν νησίδιον, Σφακτηρία. Ο λιμήν έχει δύο είσπλους, τον μεν στενότερον προς τους παλαιούς Ναβαρίνους, τον δε πλατύτερον προς το Νεόκαστρον· έχει δε το Νεόκαστρον και ακρόπολιν. 40 κανόνια έκειντο επί των τειχών αυτού, αλλ' έν μόνον είχεν υποστάτην· ολίγαι ήσαν και αι κανονόσφαιραι, ολίγαι και αι τροφαί, και εις προμήθειαν αυτών έστειλε κατ' εκείνας τας ημέρας η κυβέρνησις τον Κωνσταντίνον Μεταξάν εις Ζάκυνθον· ολίγον ήτο και το εντός της δεξαμενής του φρουρίου νερόν, και δύο πλοιάρια εισεκόμιζαν αδιακόπως· χίλιοι δε πεντακόσιοι ήσαν οι φρουροί του υπό τον Γιατράκον, τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην, τον Μακρυγιάννην, τον Σταύρον Σαχίνην και τον Δημήτρην Σαχτούρην τον και φρούραρχον· ήσαν και 80 τακτικοί πυροβολισταί υπό τον Μανώλην Καλλέργην· ήσαν καί τινες Κεφαλλήνες υπό τον Σπύρον Πανάν τον αριστεύσαντα εν τη μάχη του Πέτα· συνηγωνίζετο και ο Ιταλός Κολλένιος. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις και η δύναμις του φρουρίου.
Εις άλωσιν δε αυτού ο Ιβραήμης έκοψεν εν πρώτοις το υδραγωγείον, έστησε δύο τηλεβολοστάσια, επέθηκε βομβοβόλους και κανόνια και προσβαλών σφοδρώς το τείχος, το διέρρηξεν· αλλ' οι έγκλειστοι παρεγέμισαν την διαρρωγήν εν τω άμα. Ο εχθρός παρετήρησεν ότι η άλωσις του φρουρίου εκρέματο από της αλώσεως της Σφακτηρίας· αύτη δε απήτει σύμπραξιν ναυτικής δυνάμεως· αλλ' εντός του λιμένος ήσαν τα ελληνικά πλοία, όθεν ηναγκάσθη να αναβάλη τα εις άλωσιν αυτής εις τον επανάπλουν του στόλου. Ο στόλος, αφ' ού απεβίβασεν εις Μοθώνην τετρακισχιλίους στρατιώτας και ικανά πολεμεφόδια, εξέπλευσε και τα μεν ογκωδέστερα πλοία αυτού παρετάχθησαν την 26 κατέναντι των ελληνικών, τα δε μικρότερα έπλεαν προς το στόμα του λιμένος του Νεοκάστρου επί σκοπώ ν' αποβιβάσωσι στρατεύματά τινα επί της Σφακτηρίας. Την αυτήν δε ημέραν έν τάγμα εχθρικόν ήλθε πλησίον των παλαιών Ναβαρίνων διά ξηράς, κατέλαβε το Πετροχώρι και επολέμησε. Περί δε την 9 ώραν της αυτής ημέρας ο εν Ναβαρίνοις Μαυροκορδάτος επέβη εις το εν τω λιμένι του Νεοκάστρου πλοίον του Τσαμαδού επί σκοπώ να μεταβή εις Σφακτηρίαν προς επιθεώρησιν, και να εισέλθη έπειτα εις το φρούριον του Νεοκάστρου προς εκπλήρωσιν της αποστολής του. Ο Τσαμαδός, πεπεισμένος ότι, εν όσω επεκράτει ο πνέων σφοδρός άνεμος, ο εχθρός δεν ετόλμα να επιχειρήση ην εμελέτα απόβασιν επί του νησιδίου, έπεισε τον Μαυροκορδάτον να μείνη και συμπρογευματίση· αλλ' αναγγελθείσης, εν ώ συμπροεγευμάτιζαν, της προς το νησίδιον προσεγγίσεως των εμπροσθινών πλοίων του εχθρικού στόλου, απέβησαν εις αυτό προς επιθεώρησιν· συναπέβησαν προς υπεράσπισιν αυτού και πολλοί ναύται· και ούτοι μεν ετοποθετήθησαν προς την νότιον άκραν, όπου ήσαν προ αυτών οι συμπατριώται των, Σαχίνης και Σαχτούρης, μετά των περί αυτούς· την δε προς τους παλαιούς Ναβαρίνους εφύλατταν Βούλγαροι εκ των περί τον Χατσή-Χρήστον· οι δε Φαναρίται και Ανδρουσανοί ήσαν εν τω μέσω· όλοι δε οι οπλοφόροι συνηριθμούντο μόλις 800, εν ώ, αν οι αρχηγοί των είχαν όσους η κυβέρνησις υπελόγιζε, θα ήσαν τετραπλάσιοι· μόνος ο Αναγνωσταράς, έχων 18 συν αυτώ χωρικούς, είχε διαταγήν να στρατολογήση 700· ήσαν δε επί του νησιδίου και τρία τηλεβολοστάσια φέροντα 8 κανόνια και μίαν βομβοβόλον. Ο δε Τσαμαδός και ο Μαυροκορδάτος, αποβάντες υπήγαν εκείνος μεν προς τα νότια, ούτος δε προς τα βόρεια. Εν ώ δε παρετήρουν τας θέσεις, τας παρετήρει καί τις εχθρική γολέττα παραπλέουσα και κανονοβολούσα εκ διαλειμμάτων. Η γολέττα αύτη έπλευσε μετά ταύτα προς την ναυαρχίδα· η δε ναυαρχίς ύψωσέ τι σημείον, και αμέσως πολυάριθμοι λέμβοι ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, επληρώθησαν εν τω άμα στρατιωτών, και παρακολουθούντων αυτάς και κανονοβολούντων και των πλοίων έπλευσαν περί την μεσημβρίαν προς την Σφακτηρίαν αι μεν κατά τας εκ δεξιών, αι δε κατά τας εν τω μέσω θέσεις· επειδή δε αι ύφαλοι εμπόδιζαν την προσόρμισιν των λέμβων, έπεσαν οι Άραβες εις την θάλασσαν. Βλέποντες τότε οι κατέχοντες τας εν μέσω θέσεις, ότι εμπεσόντες ήρχοντο προς αυτούς, τους ετουφέκισαν όλοι διά μιας και ετράπησαν εν τω άμα εις φυγήν. Αφ' ού τοιουτοτρόπως αι θέσεις αύται εκυριεύθησαν παρά του εχθρού, κατέλαβε τους λοιπούς φόβος, εκενώθησαν όλαι αι άλλαι, και δεν επρόκειτο πλέον πώς να νικήσωσιν, αλλά πώς να σωθώσι· και όσοι μεν των ναυτών επρόλαβαν, επανήλθαν εις τα πλοία των, τινές επί των λέμβων, τινές δε κολυμβώντες· οι δε λοιποί οι μεν έπεσαν εις τα ρηχά προς διαπεραίωσιν εις την αντικρύ ξηράν, οι δε εκρύβησαν εν ταις τρώγλαις της νήσου. Ο δε Μαυροκορδάτος έτρεχε προς την θάλασσαν, όπου η λέμβος του Άρεως ανέμενεν αυτόν και τον Τσαμαδόν. Ο τόπος είναι απότομος, και ο Μαυροκορδάτος εκινδύνευεν ως βραδύπους να πέση εις χείρας των εχθρών ερχομένων κατόπιν αυτού. Καλή τύχη απήντησε δύο στρατιώτας του καθ' οδόν, και χειροκρατηθείς έφθασε σώος εις το παράλιον, και μετεκομίσθη ασφαλώς εις το πλοίον· η δε λέμβος επανήλθεν εις το παράλιον προς μεταβίβασιν του Τσαμαδού· αλλ' ο Τσαμαδός δεν εφαίνετο. Εν τοσούτω οι Άραβες περιφερόμενοι επλησίασαν και όπου η λέμβος τουφεκίζοντες. Επικειμένου τότε τοιούτου κινδύνου, και ακουσθείσης φωνής ότι ο Τσαμαδός εφονεύθη, παρέλαβεν η λέμβος εκ των συσσωρευθέντων επί του παραλίου όσους εχώρει και τους έφερεν εις το πλοίον. Επί της τροπής δε ταύτης εφονεύθησαν εκτός πολλών άλλων ο Τσαμαδός, ο τιμώμενος δικαίως διά τον πατριωτισμόν, την εμβρίθειαν και την ανδρίαν του· ο χρηστός και φιλότιμος Σαχίνης· ο Αναγνωσταράς, είς των εγκριτωτέρων οπλαρχηγών της Πελοποννήσου, ο και πολλά μοχθήσας και κινδυνεύσας ως απόστολος της Φιλικής Εταιρίας, και ο ιταλός κόμης Σανταρόζας, εξορισθείς μετά την αποτυχίαν των τελευταίων περί πολιτικής μεταβολής της πατρίδος του κινημάτων και μεταβάς εις Ελλάδα, αξιότιμος ανήρ, ούτινος τα υπέρ ελευθερίας δεινά παθήματα εξήψαν έτι μάλλον τον υπέρ αυτής διακαή ζήλον (α)· ηχμαλωτίσθησαν δε ο αρχηγός της σωματοφυλακής του Μαυροκορδάτου Κατσαρός σταλείς εις αναζήτησιν του Τσαμαδού, και ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος παρακολουθήσας τον Μαυροκορδάτον, ίνα διαπραγματευθή δι' αυτού την απελευθέρωσιν του εν τη μάχη του Κρεμμυδίου αιχμαλωτισθέντος αδελφού του.