Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 16
Πρό τινων ημερών επολιόρκουν την Ακροκόρινθον ο Λόντος και ο Ιωάννης Νοταράς έχοντες 800 εκλεκτούς Στερεοελλαδίτας· αλλ' επί τη αποβάσει των ανωτέρω έφυγαν και ανέβησαν εις Κουτσομάδι, όπου ηύραν τον ομόφρονά των Νικήταν. Εν τούτοις ήλθεν εις Κόρινθον ο Κωλέττης, μέλος του νομοτελεστικού, ως γενικός διευθυντής, και τους παρηκολούθησεν αναβαίναντας εις Κουτσομάδι. Εκεί επολέμησαν οι αντιφερόμενοι, εχύθη αίμα, υπερίσχυσαν οι κυβερνητικοί, οι δε αντικυβερνητικοί έφυγαν κακώς έχοντες· και ο μεν Λόντος απήλθεν εις Αχαΐαν, ο δε Νοταράς και ο Νικήτας κατέλαβαν τον άγιον Γεώργιον. Επεστράτευσαν και εις εκείνο το χωρίον οι κυβερνητικοί· αλλ' επειδή ο τόπος είναι δυνατός, απεκρούσθησαν και 50 εφονεύθησαν. Παθόντες και αποτυχόντες, μετέφεραν εκ Ναυπλίου τρία κανόνια· τότε απηλπίσθησαν οι αντικυβερνητικοί και έφυγαν διά νυκτός. Έτρεξαν οι κυβερνητικοί κατόπιν αυτών, μετέβησαν εις Τρίκαλα, όπου κατέφυγεν ο Ιωάννης Νοταράς, τα εκυρίευσαν αναιμωτί, εγκατελείφθη και αυτός υπό των μισθωτών του αυτομολησάντων υπό της κυβερνήσεως τας σημαίας, παρεδόθη, εστάλη υπό φύλαξιν εις Ναύπλιον, και επί τη αιτήσει του θείου του, προέδρου της βουλής, μη μεθέξαντος της ανταρσίας, έμεινε παρ' αυτώ υπό την εγγύησίν του. Δεκέμβριος Εν ώ δε υπερίσχυαν κατά την Κορινθίαν τα υπό τον Γκούραν και τον Καρατάσον στρατεύματα, διέβησαν αρχομένου του δεκεμβρίου εις Βοστίτσαν και τα εν Σαλώνοις υπό τον Καραϊσκάκην, τον Τσαβέλλαν και άλλους, και ανέβησαν εις Καλάβρυτα, όπου ήλθε και ο Κωλέττης. Την δε 13 εκινήθησαν εις Κερπινήν όπου ήσαν ο Ζαήμης, ο πατήρ του, ο Λόντος, ο Νικήτας, και πολέμου γενομένου υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν το χωρίον, το ελεηλάτησαν και πολλά άλλα κακά έπραξαν· οι δε εν αυτώ κακήν κακώς έφυγαν. Τα αυτά κακά έπαθαν και οι λοιποί αντικυβερνητικοί παντού, και όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, κατέθεσαν τα όπλα, επεκαλέσθησαν την μακροθυμίαν της κυβερνήσεως, οι μεν δι' ενός τρόπου οι δε δι' άλλου, και οι πλείστοι παρεδόθησαν αυθορμήτως εις χείρας της αυτομολήσαντες εις Ναύπλιον, διότι ούτε ασφαλείς ήσαν εν ταις επαρχίαις των, ας κατεπάτησαν όλας τα κυβερνητικά στρατεύματα, ούτε δεκτοί εις την Επτάννησον, όθεν ο Σισίνης και ο υιός του Χρύσανθος, εκεί καταφυγόντες, απεπέμφθησαν. Τοιουτοτρόπως συνήχθησαν εις Ναύπλιον ο Κολοκοτρώνης, οι Δηληγιάνναι Αναγνώστης, Κανέλλος, Δημητράκης και Νικόλαος, οι Νοταράδες Ιωάννης και Παναγιώτης, ο Γρίβας, ο Αναστασόπουλος, ο Μητροπέτροβας, ο Παπατσώνης, ο Κρίτσαλης και ο Κατσαρός, περιμένοντες την τύχην των παρά των εχθρών των. Η δε κυβέρνησις τους απέστειλεν όλους την 6 φεβρουαρίου εις Ύδραν και διέταξε να τους περιορίσωσιν εν τω μοναστηρίω του προφήτου Ηλίου του επί της κορυφής του όρους μέχρις ου δικασθώσι. Μετά τεσσάρας δε ημέρας απέστειλεν εκεί και τον Σισίνην και τον υιόν του Χρύσανθον ελθόντας και αυτούς κατόπιν των άλλων εις Ναύπλιον και προσπεσόντας. Οι δε Ανδρέαι και οι άλλοι, οι φυγόντες εκ της Κερπινής, κατέφυγαν εν πρώτοις εις Δίβρην, αλλά, μαθόντες ότι ήρχοντο εις καταδίωξίν των οι υπό τον Γκούραν, έφυγαν και εκείθεν (β) και μη βλέποντες εντός της Πελοποννήσου τόπον καταφυγής ασφαλή κατέβησαν εις Κουνουπέλι και εντυχόντες τρία πλοιάρια υπό σημαίαν ιονικήν έπλευσαν εις την Δυτικήν Ελλάδα.
Μικρός ήτον ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, μικρά και τα κινήσαντα αυτόν αίτια, μικρού λόγου και οι σκοποί του. Η Αρχή, το μήλον της έριδος, ήτον εφήμερος, διότι εφήμερα, ό εστιν ενιαύσια, ήσαν και τα βουλευτικά και τα νομοτελεστικά· το δε νομοτελεστικόν της περιόδου ταύτης, ως αναπληρωτικόν του άλλου, ουδέ τετράμηνον διάρκειαν είχεν· ουδενός δε των διαμαχομένων η φίλαρχος επιθυμία επέκεινα του τέρματος ή των όρων της καθεστώσης εξουσίας παρεξετείνετο· διηρείτο δε η εξουσία και εις πολλούς, και υπό τον χαλινόν και την αυστηράν επίβλεψιν της βουλής πάντοτε έκειτο. Πελοποννήσιοι προς Πελοποννησίους διεμάχοντο επί του πρώτου εμφυλίου πολέμου. Σχέσεις έχοντες ούτοι προς αλλήλους επολιτεύοντο και εν πολέμω μετρίως. Ολίγη, ως είδαμεν, η αιματοχυσία, ουδεμία διάθεσις καταστροφής ή διαρπαγής, ευκατεύναστα τα πάθη, οι σήμερον πολέμιοι έγειναν την επαύριον φίλοι, και η περί ης ο λόγος αλληλομαχία εφαίνετο μάλλον στάσις ή πόλεμος. Αλλά λίαν δεινός και λίαν φθοροποιός κατήντησεν ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος προκειμένης όχι εφημέρου εξουσίας ως άλλοτε, αλλά καταστροφής και εξοντώσεως των ισχυρών της Πελοποννήσου· εξώκειλε δε ένεκα τούτου και εις τόσην κακοήθειαν, ώστε η εις την Πελοπόννησον εισβολή των πέραν του ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν και εις ακολασίαν, ανεκάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών· η δε έκβασις του πολέμου τούτου ανύψωσε τον Κουντουριώτην και συνανύψωσε και τον συνάρχοντα και συμπράκτορα αυτού Κωλέττην.
Διαρκούσης δε της εκστρατείας κατά την Δυτικήν Ελλάδα, ησθένησεν ο Μαυροκορδάτος και μετεκομίσθη εις Ανατολικόν· είχε κληθή πρό τινος καιρού εις αναδοχήν των καθηκόντων του γενικού γραμματέως του νομοτελεστικού· αλλ' η κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος και η ασθένειά του τον ηνάγκασαν ν' αναβάλη την εις Ναύπλιον μετάβασίν του. Αφ' ού δε ανέλαβε και διελύθη και το εχθρικόν στρατόπεδον, απεφάσισε ν' αναχωρήση, και εκάλεσε τους πληρεξουσίους και τους οπλαρχηγούς των επαρχιών εις τοπικήν συνέλευσιν επί σκοπώ να βάλη τάξιν όπου επεκράτει πλήρης αταξία, τουτέστιν εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν. Δεκέμβριος Συνήλθαν οι πληρεξούσιοι εις Ανατολικόν και την 17 δεκεμβρίου ήρχισαν τας εργασίας των υπό την προεδρίαν του στρατηγού Τσόγκα, του ισχυροτέρου οπλαρχηγού των μερών εκείνων· έλαβαν δε υπ' όψιν όσα και επί της προλαβούσης τοπικής συνελεύσεως και διέταξαν εις διόρθωσιν των αταξιών όσα και τότε, αλλά πραγματικώς έπραξαν ουδέν. Επειδή δε επεκράτει εν Πελοποννήσω ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, δέον έκριναν να εκφράσωσι πανδήμως τα φρονήματά των περί των γενικών πραγμάτων, κατακρίνοντες και καταρώμενοι παν ένοπλον κίνημα κατά της κυβερνήσεως, οιαδήποτε και αν ήτο του κινήματος η αφορμή, και οιοσδήποτε ο κινούμενος, κηρύττοντες την αφοσίωσίν των εις τα καθεστώτα και προσφέροντες τον βραχίονά των εις υποστήριξιν αυτών· εξέφρασαν δε επί της συνελεύσεως και την βαθείαν ευγνωμοσύνην των προς τον γενικόν διευθυντήν, και την λύπην των διά την αποχώρησίν του, και επολιτογράφησαν αυτόν και τους συν αυτώ Πραΐδην και Πολυζωίδην.
Επρόκειτο προ παντός άλλου επί της συνελεύσεως να προσφέρωσί τινες των οπλαρχηγών, και κυρίως ο του Ζυγού Μακρής, προς κοινήν χρήσιν τα γεννήματα των επαρχιών των εσοδιαζόμενα εις ιδίαν των περί αυτούς χρήσιν, αλλ' ούτοι δεν επείθοντο. Εν ώ δε κατεγίνοντο εις την εξέλεγξιν των προσόδων των επαρχιών και ελογομάχουν περί τούτου εν τω ναώ της Παναγίας, όπου συνεδρίαζαν, συνέβη σεισμός τόσον δεινός ώστε έπεσαν καί τινες οικίαι. Γνωστόν είναι πόσον επιρρεάζονται τα πνεύματα των απλουστέρων υπό των τοιούτων της φύσεως φαινομένων. Δραξάμενός τις των πληρεξουσίων την ευκαιρίαν ταύτην ανέστη παύσαντος του σεισμού, και αφ' ού ελάλησε περί άλλων υποθέσεων, είπε τα εξής.
«Αλλ' εβασίλευσε τάχα παρ' ημίν η δικαιοσύνη; Εφάνημεν άξιοι της θείας βοηθείας, ην τόσον φανερά απολαμβάνομεν; Όχι! βεβαίως· δεν σας το λέγω εγώ· σας το είπε προ ολίγου ο Θεός διά του σεισμού του. Τα σημεία ταύτα είναι η φωνή της οργής του· η οργή του βλέπετε εσάλευσε και αυτά τα θεμέλια της γης. Μάθετε, λέγει η φωνή της οργής του, ότι ο Θεός απεφάσισε να ελευθερώση τον λαόν του όχι μόνον εκ χειρός των Τούρκων, αλλά και εκ χειρός των αγαπώντων την ανομίαν και την αδικίαν Χριστιανών. Ο Θεός οργίζεται επίσης όλους τους ανόμους και αδίκους οποία και αν ήναι η πίστις των. Τρέμετε όσοι είσθε άνομοι και φιλάδικοι· ο Θεός των Χριστιανών είναι θεός νόμου και δικαιοσύνης· είναι Θεός εκδικήσεων. Τρέμετε οι άνομοι και φιλάδικοι!» Κλονισθέντες οι οπλαρχηγοί υπό του σεισμού, ακούσαντες και την ερμηνείαν αυτού επροθυμήθησαν, προεξάρχοντος του Μακρή, να προσφέρωσιν όσα μέχρι τούδε δεν έπαυσαν ιδιοποιούμενοι.
Οι δε Ανδρέαι και οι περί αυτούς κατευωδώθησαν εις Προκοπάνιστον, νησίδιον τρεις ώρας και τέταρτον απέχον του Μεσολογγίου, την 23, διαρκούσης της συνελεύσεως και έγραψεν ο Ζαήμης αυθημερόν προς τους συγκροτούντας αυτήν επιστολήν (γ) λέγουσαν, ότι, αν και κατετρέχετο μέχρι θανάτου, ωρκίσθη ν' αποθάνη επί της φίλης πατρίδος μαχόμενος υπέρ αυτής, και ότι εζήτει άσυλον μέχρι της συγκροτήσεως της εθνικής συνελεύσεως, εις ην έτοιμος ήτο να δώση λόγον των πράξεών του.
Οι Ανδρέαι ηγαπώντο παρά των Δυτικοελλαδιτών. Ουδέποτε επεκαλέσθησαν ούτοι εις μάτην την αντίληψιν εκείνων οσάκις εκινδύνευεν η πατρίς των· πολλοί δε των επισημοτέρων και αυτός ο γενικός διευθυντής Μαυροκορδάτος ήσαν φίλοι των· δια τούτο συμπαθείς εφάνησαν προς τα δεινά των όλοι, αλλά μη θέλοντες να ενοχοποιηθώσιν ενώπιον της υπερισχυούσης κυβερνήσεως απήντησαν (δ), ότι πρόθυμοι ήσαν και να τους δεχθώσι και να μεσιτεύσωσιν υπέρ αυτών προς την κυβέρνησιν, αλλ' ότι τους εθεώρουν πάντοτε υπό το κράτος του νόμου. Επί τη απαντήσει ταύτη ήλθαν οι Ανδρέαι και λοιποί εις Ανατολικόν, εφιλοφρονήθησαν, και μετέβησαν εις Κατοχήν, χωρίον του Ξηρομέρου, υπό την εγγύησιν μεν των στρατηγών Τσόγκα, Μακρή, Ράγκου και Βλαχοπούλου, αλλ' υπό την ιδιαιτέραν επαγρύπνησιν και περιποίησιν του Τσόγκα, υφ' ον ετέλει η Κατοχή.
1824
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'
&Εξωτερική πολιτική ως προς την Ελλάδα. Συνδιαλέξεις εν Πετρουπόλει των αντιπροσώπων των πέντε δυνάμεων περί του ελληνικού ζητήματος, και σχίσμα Αγγλίας και Ρωσσίας.&
ΑΝ και η Πύλη απηξίωσε ν' απαντήση εις την περί Ελλάδος πρότασιν της Ρωσσίας, η Ρωσσία όχι μόνον δεν παρητείτο του ειρηνοποιού σκοπού της, αλλ' επροσπάθει να προσηλώση σπουδαιότερον εις ευόδωσιν αυτού την προσοχήν των περί πολλού ποιουμένων την διατήρησιν της ειρήνης αυλών, και να κερδίση την αναγκαίαν σύμπραξίν των· δεν έπαυε δε λέγουσα ότι, και αν εσυμβιβάζοντο τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας, εν όσω διήρκει ο αγών της Ελλάδος, η ειρήνη της Ευρώπης διά τον χαρακτήρα αυτού εκινδύνευεν. Αρχομένου δε του ενεστώτος έτους, εκοινοποίησεν εμπιστευτικώς ταις αυλαίς εις υποστήριξιν της προτάσεώς της υπόμνημα, εν ώ εξέθετε σαφώς τους όρους, ους εθεώρει και ορθούς και αναγκαίους εις ειρήνευσιν της μαχομένης Ελλάδος, προβάλλουσα να συστηθώσι τρεις υποτελείς τω σουλτάνω ηγεμονείαι, η μεν εκ Θεσσαλίας, Βοιωτίας και Αττικής, ήτοι της Ανατολικής Ελλάδος, η δε εξ Ηπείρου και Ακαρνανίας, ήτοι της Δυτικής Ελλάδος, η δε εκ Πελοποννήσου και Κρήτης, ήτοι της μεσημβρινής Ελλάδος· αι δε νήσοι να διοικώνται δημογεροντικώς ως και μέχρι τούδε, και ο πατριάρχης, εδρεύων πάντοτε εν Κωνσταντινουπόλει, να θεωρήται ως αντιπροσωπεύων το ελληνικόν έθνος (α).
Είπαμεν, ότι η πολιτική της Ρωσσίας έτεινεν ανέκαθεν εις εξασθένωσιν του οθωμανικού κράτους και εις την κατ' ολίγον αποσύνθεσίν του· δι' ον δε λόγον επολιτεύετο ούτως η Δύναμις αύτη, διά τον αυτόν δεν ανείχετο την προ των πυλών της επί των ερειπίων αυτού ανέγερσιν βυζαντινού, ήτοι ισχυρού κράτους κατέχοντος τας κλεις της Μαύρης θαλάσσης· ενίσχυε δε μόνον την ανέγερσιν μικρών επικρατειών, υποτελών μεν τη Πύλη αλλ' υπό την επιρροήν και προστασίαν εκείνης. Τοιαύτης πολιτικής αποκύημα ήτο το περί ου ο λόγος σχέδιον, ανάξιον του εθνισμού των Ελλήνων, ως διαρρηγνύον την ενότητά των, εφ' ης πάσα υγιής πολιτική επάναγκες να σαλεύη, και ως ανατρέπον την ανεξαρτησίαν των, υπέρ ης ηγέρθη ο δεινότατος αυτών αγών.
Κοινοποιήσασα το υπόμνημα τούτο ταις αυλαίς η Ρωσσία, τας εκάλεσεν εις Πετρούπολιν προς σύσκεψιν και πραγματοποίησίν του. Ορθούς εθεώρησαν αι της Γαλλίας, Αυστρίας και Πρωσσίας αυλαί τους όρους του υπομνήματος ως μεταξύ της τελείας ανεξαρτησίας κατά την απαίτησιν του ενός των διαμαχομένων, και της τελείας υποταγής κατά την του άλλου κειμένους, και τους παρεδέχθησαν προθύμως, αλλ' εν πνεύματι πάντοτε ειρηνικώ. Την αυτήν γνώμην εξέφρασε και η αυλή της Αγγλίας, αλλ' απήτησεν ως εκ των ων ουκ άνευ να προηγηθή η εις Κωνσταντινούπολιν αποστολή πρέσβεως Ρώσσου, ως δείγμα φιλειρηνικόν προς την Πύλην, και να ορισθή τόπος των συνεδριάσεων όχι η Πετρούπολις αλλ' η Βιέννη. Η δε αυλή της Ρωσσίας, η θεωρήσασα και αύτη εξ αρχής ως εκ των ων ουκ άνευ να προηγηθή της εις Κωνσταντινούπολιν αποστολής πρέσβεώς της η παντελής κένωσις των ηγεμονειών, αντείπεν. Εν τούτοις διά των εν Κωνσταντινουπόλει επανειλημμένων αξιώσεων των αυλών εφάνη λύσασα αύτη η Πύλη το ζήτημα υποσχεθείσα επισήμως λήγοντος του απριλίου την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών (β)· απέλυσε δε και τον Βηλαράν επί τη παρακλήσει του παρ' αυτή πρέσβεως της Αγγλίας.
Αρθέντων των προσκομμάτων τούτων, διώρισεν η Ρωσσία πρέσβυν της παρά τω σουλτάνω τον Ριβωπιέρρον, αλλά δεν τον εξαπέστειλεν ευθύς και ανέδειξεν επιτετραμμένον τα της πρεσβείας τον ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών υποθέσεων εδρεύοντα ήδη εν Κωνσταντινουπόλει Μιντσιάκην· Ιούνιος μη επιμενούσης δε και της Αγγλίας εις ον επρότεινε τόπον των συσκέψεων, συνεδρίασαν εν Πετρουπόλει οι εκεί αντιπρόσωποι των αυλών την 5 Ιουνίου κατά πρώτον· και οι μεν της Αυστρίας, Γαλλίας και Πρωσσίας ενέκριναν εξ ονόματος των αυλών αυτών τα εν τω υπομνήματι, αναγγείλαντες· ότι έτοιμοι ήσαν να συστήσωσι τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των ό,τι εις πραγματοποίησιν αυτών ωρίζετο· ο δε της Αγγλίας ανήγγειλεν, ότι και η αυλή του, αν και διεφώνει κατά τι, ενέκρινε τας βάσεις του υπομνήματος, αλλά δεν τω απέστειλεν εισέτι οδηγίας περί των περαιτέρω. Τω όντι ο πρέσβυς ούτος, Κάρολος Βαγώττος, ειδοποιηθείς παρά μεν του εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφου του ότι υπεσχέθη επισήμως η Πύλη την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών, παρά δε της αυλής της Ρωσσίας ότι διώρισε πρέσβυν της παρά τω σουλτάνω, εθεώρησεν ότι επληρώθησαν οι απαιτούμενοι όροι και συνεδρίασεν άνευ ρητής διαταγής της αυλής του.
Δευτέρας δε συνεδριάσεως γενομένης την 24, επρόβαλεν ο πληρεξούσιος της Ρωσσίας να διαταχθώσιν οι παρά τω σουλτάνω πρέσβεις των συμμάχων όπως δι' ενός και του αυτού εγγράφου, συνυπογράφοντος και του επιτετραμμένου τα της Ρωσσίας, προτείνωσι επί των όρων του υπομνήματος την μεσιτείαν των αυλών και την διακοπήν των εν Ελλάδι εχθροπραξιών, ν' αναγγελθώσι δε τα αυτά και προς τους Έλληνας· επί δε τη ανακωχή να συνέλθωσιν οι πρέσβεις των συμμάχων και οι πληρεξούσιοι των διαμαχομένων εις Κωνσταντινούπολιν προς συνδιάσκεψιν περί οριστικού συμβιβασμού· αλλ' οι συνδιαλεγόμενοι εζήτησαν καιρόν εις αίτησιν νέων οδηγιών.
Εν τούτοις, διεταράχθησαν απροσδοκήτως αι εξ αρχής μέχρι τούδε επικρατήσασαι στεναί σχέσεις Αγγλίας και Τουρκίας. Η εν Λονδίνω σύστασις φιλελληνικής εταιρίας, η χιλιόλιρος συνδρομή της δημαρχίας της μεγαλοπόλεως ταύτης υπέρ της πολεμούσης Ελλάδος, το δάνειον, η εις Ελλάδα αποστολή πολεμεφοδίων και άλλων βοηθημάτων, η εις συμμέθεξιν του ελληνικού αγώνος άφιξις Άγγλων και κατ' εξοχήν η του Βύρωνος αντηχήσασα διά το λαμπρόν όνομά του από περάτων έως περάτων, και η εξ αιτίας της δικαιοτέρας και φιλελληνικωτέρας πολιτικής του Κάννιγγος επί το δικαιότερον και φιλελληνικότερον μεταβολή της διαγωγής των Αρχών του ιονίου κράτους παρώργισαν εις άκρον την Πύλην κατά της Αγγλίας. Ο δε εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς αυτής, ο τόσην πίστιν και υπόληψιν άλλοτε απολαμβάνων, υπεβλέπετο. Εις μάτην έλεγεν οποία τα όρια της εξουσίας της αγγλικής κυβερνήσεως επί των Άγγλων. Αγνοούσα και ολιγωρούσα η Πύλη τον τρόπον του πολιτεύεσθαι των ελευθέρων εθνών, δεν ήξευρε να διακρίνη τα των αρχόντων και των αρχομένων, και ενοχοποίει εκείνους διά τα προς αυτήν πταίσματα τούτων. Τοιαύτα φρονούσα και αδικουμένην εαυτήν θεωρούσα, πικροτάτους απέτεινε προς τον πρέσβυν της Αγγλίας λόγους περί της διαγωγής της (γ).
Αύγουστος Μόλις δε αρχομένου του αυγούστου έλαβεν η ελληνική κυβέρνησις γνώσιν του εις λύσιν της ελληνοτουρκικής διαφοράς ρωσσικού σχεδίου και κατεταράχθη. Ουδέν ήττον κατεταράχθη και η Πύλη· ωργίσθη δε έτι μάλλον αύτη διά την εν αυτώ προτεινομένην αυθόρμητον παρέμβασιν των αυλών εν ταις διαφοραίς αυτής και των επαναστάντων ραγιάδων. Υπό τοιούτους οιωνούς εξεδόθη το ρωσσικόν σχέδιον και εσυστήθη εν Πετρουπόλει το συμβιβαστικόν συμβούλιον, μηδενός των διαμαχομένων ζητούντος ή δεχομένου οποίον επρότεινε το σχέδιον συμβιβασμόν· ώστε ειργάζοντο αι Δυνάμεις προς ειρήνευσιν Ελλήνων και Τούρκων επί τη προτάσει της Ρωσσίας παρά την θέλησιν και των Ελλήνων και των Τούρκων.
Προθεμένη δε η ελληνική κυβέρνησις να ματαιώση το σχέδιον τούτο, αναγκαίον ενόμισε να διαμαρτυρηθή επισήμως· και εις ενίσχυσιν της διαμαρτυρήσεώς της δέον έκρινε να επικαλεσθή την συνδρομήν τινος των αυλών. Ευνοϊκωτέρα πασών προς την Ελλάδα ήτο τότε βεβαίως η της Αγγλίας, δι' ο και προς αυτήν απέστειλε την 12 διαμαρτύρησιν (δ) στηλιτεύουσα ως αισχρόν τον προτεινόμενον συμβιβασμόν, επικαλουμένη την αντίληψίν της εις ανάκτησιν της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, παραλληλίζουσα τα δικαιώματα αυτών και τα των εσχάτως αποχωρισθέντων της μητροπόλεως των εν τη μεσημβρινή Αμερική λαών, και διατεινομένη ότι το συμφέρον της Ευρώπης, και κυρίως της Αγγλίας, απήτει την πολιτικήν ύπαρξιν της Ελλάδος.
Μόλις έλαβε την επιστολήν ταύτην ο υπουργός της Αγγλίας την 11 οκτωβρίου και απήντησε την 7 νοεμβρίου λέγων (ε) ότι εθεώρει την πολιτικήν της Ρωσσίας φιλελληνικήν και το περί ου ο λόγος σχέδιον περιέχον ορθούς όρους· ότι δεν θα εναντιούτο η Αγγλία εις την πραγματοποίησιν αυτού, αν επροτείνετο εν καιρώ, αλλ' ουδέν θ' απεφασίζετο άνευ της συναινέσεως των διαμαχομένων, ότι άν ποτε ενόμιζε συμφέρον η Ελλάς να ζητήση την μεσιτείαν της Αγγλίας, και αν την εδέχετο η Πύλη, ουδέν θα παρημελείτο εις καρποφορίαν της, και ότι εν τη δεινή Τουρκίας και Ελλάδος πάλη επολιτεύθη η Αγγλία όπως και εν τη της Ισπανίας και των εν τη μεσημβρινή Αμερική αποικιών της, διατηρούσα άκραν ουδετερότητα. Περί δε της αντιλήψεως, ην επεκαλείτο η Ελλάς, έλεγε τα εξής. «Ούτε εμμέσως ούτε αμέσως ηρέθισαν οι υπουργοί της Αγγλίας τους Έλληνας εις την έναρξιν του αγώνος των, αλλ' ούτε διά τινος τρόπου παρενέβαλαν εμπόδια εις την πρόοδόν του. Ουδείς έχει δίκαιον να υπολάβη ότι η Αγγλία, θεωρούσα τας υπαρχούσας φιλικάς σχέσεις και τας διατηρουμένας παλαιάς συνθήκας αυτής και της Πύλης, ημπορεί ν' αναδεχθή πάλην ην δεν υπεκίνησε και να οικειοποιηθή διαφοράν αλλοτρίαν».
Αύτη είναι η μεταξύ της ελληνικής κυβερνήσεως και της αγγλικής περί τούτων αλληλογραφία· εν ταύτη, η αγγλική, πρώτη πάσης άλλης κυβερνήσεως και κατά πρώτον, προσηγόρευσε την ελληνικήν, «προσωρινήν κυβέρνησιν».
Εν τούτοις διεταράχθη παρά πάσαν προσδοκίαν και αυτή των αυλών η αρμονία. Η Αγγλία, είτε προς καθησύχασιν της Πύλης δεινολογουμένης εφ' ων εβουλεύοντο αι αυλαί εν Πετρουπόλει, είτε ζηλοτύπως φερομένη προς την Ρωσσίαν κινούσαν όπως ήθελεν επί του προκειμένου ζητήματος την συμμαχίαν, εν ώ Τούρκοι και Έλληνες απέβλεπαν εις μόνην την Αγγλίαν, είτε επιρρεασθείσα υπό της διαμαρτυρήσεως της Ελλάδος, απεδοκίμασεν αίφνης την εν Πετρουπόλει διαγωγήν του πρέσβεώς της, Βαγώττου, ως άνευ αδείας της συνεδριάσαντος και συμπράξαντος· μεταθέσασα δε αυτόν εις άλλην πρεσβείαν και αναδείξασα διάδοχόν του τον Στρατφόρδον Κάννιγγα, διεκοίνωσε ταις αυλαίς, ότι, προθεμένη εξ αρχής εκούσιον συμβιβασμόν των αλληλομαχούντων, καθήκον της, ως ουδετέρα Δύναμις, εθεώρει να μη παρέμβη εν όσω απεποιούντο οι αντιφερόμενοι πάντα συμβιβασμόν· απεποιείτο δε και ην υπεσχέθη παρέμβασιν, και αν έστελλεν εις Κωνσταντινούπολιν η Ρωσσία πρέσβυν. Ηπόρησε και ωργίσθη η Ρωσσία επί τη απροσδοκήτω ταύτη παλινωδία της αγγλικής κυβερνήσεως, και αντιδιεκοίνωσεν, ότι έπαυε του λοιπού πάσα συνδιάσκεψις αυτής και της αυλής εκείνης και ως προς τα τουρκορρωσσικά και ως προς τα ελληνοτουρκικά. Εμέμφθησαν δε και αι άλλαι Δυνάμεις, και αύτη η υπέρ τας άλλας φιλοτουρκίζουσα Αυστρία, την παλινωδίαν της Αγγλίας.
1825
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'
&Σχέδια της Ελληνικής κυβερνήσεως κατά των εχθρών. — Απόβασις του Ιβραήμπασα εις Μοθώνην. — Εκστρατεία του Κουντουριώτου προέδρου του νομοτελεστικού. — Πολεμικά κατά ξηράν και θάλασσαν συμβάντα και παράδοσις των Παλαιών Ναβαρίνων και του Νεοκάστρου. — Εμπρησμός εχθρικών πλοίων εν Μοθώνη. — Ναυμαχία παρά τον Καφηρέα.&