Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 15

Chapter 1526 wordsPublic domain

Ο δε ελληνικός στόλος συγκείμενος εκ 52 πλοίων έμαθεν εν καιρώ τον εις Κρήτην πλουν του εχθρού και παρά των προσφυγόντων Κασσίων, και διά γραμμάτων στελλομένων υπό ουδετέραν σημαίαν παρά του Ιβραήμη εις την νήσον ταύτην και πεσόντων εις χείρας του Μιαούλη· εξέπλευσε δε την αυτήν ημέραν καθ' ην και ο εχθρικός. Συνηντήθησαν δε οι δύο στόλοι μεταξύ Αστυπαλαίας και Κεφάλου την 29, καθ' ην οι Έλληνες συνέλαβαν έν φορτηγόν υπό σημαίαν ισπανικήν φέρον 24 ίππους και 38 στρατιώτας· δι' όλης δ' εκείνης της ημέρας και των δύο εφεξής οι στόλοι εβλέποντο μεν αλλά δεν εκανονοβολούντο διά την επικρατούσαν άκραν γαλήνην. Μόνον μετά το μεσονύκτιον της 30 οι εχθροί εκανονοβόλησαν τα πυρπολικά προπορευόμενα των πολεμικών επί σκοπώ να τα βυθίσωσιν, αλλά διά την πολλήν απόστασιν ουδέ καν τα έβλαψαν. Νοέμβριος Το πρωί δε της 1 νοεμβρίου εξημερώθησαν οι στόλοι όπου και την προτεραίαν· μετ' ολίγον εφύσησε νότιος άνεμος· οι στόλοι ητοιμάσθησαν εις μάχην και ηγωνίζοντο τίς να υπερηνεμήση· υπερηνέμησεν ο ελληνικός και ώρμησεν εις την δεξιάν πτέρυγα κανονοβολών και κανονοβολούμενος δέκα μίλια μακράν του Μεγάλου Κάστρου της Κρήτης. Περί δε την μεσημβρίαν ίθυνεν ο Θεοδωράκης Βώκος το πυρπολικόν του είς τινα αιγυπτίαν φρεγάταν, αλλά, τουφεκίζοντες και κανονοβολούντες οι εν αυτή, το έβλαψαν μεγάλως. Ατρόμητοι οι περί τον Βώκον όχι μόνον δεν επόδισαν, αλλ' επλησίασαν τόσον προς την πρύμνην της, ώστε κατέβησαν εις την λέμβον των προς έναυσιν και επίρριψιν του πυρπολικού των, αλλ' εισέπεσαν απροσδοκήτως πολλοί Τούρκοι των επί της φρεγάτας, σκοπεύοντες να το κυριεύσωσιν άκαυστον· έτρεξε συγχρόνως και εχθρική τις λέμβος εις κυρίευσιν του εφολκίου του. Ταύτα ιδόντες οι περί τον Βώκον ανέβησαν εις το σκάφος των, και τους μεν των εμβάντων εθανάτωσαν, τους δε έρριψαν εις την θάλασσαν· προσβαλόντες δε και τους εν τη εχθρική λέμβω, τα αυτά κακά και αυτοίς επήνεγκαν, την δε λέμβον εκυρίευσαν. Μετά τα παθήματα ταύτα η φρεγάτα απεμακρύνθη και το πυρπολικόν έμεινεν άκαυστον. Ίθυνε μετά δύο ώρας και ο Ρομπότσης το πυρπολικόν του εις άλλην, αλλ' εχθρική σφαίρα πεσούσα εις την πυριτοθήκην του το έκαυσε πριν περιπλεχθή. Μετ' ολίγον ώρμησεν ο Κανάρης εις άλλην, αλλά δεν την επρόφθασε φεύγουσαν. Εν τούτοις απεμακρύνθη η δεξιά πτέρυξ του εχθρικού στόλου και διεκόπη η ναυμαχία· περί δε την δύσιν του ηλίου έφθασεν η άλλη πτέρυξ, εν ή και ο Ιβραήμης· ήρχισεν αύθις ναυμαχία, και αι συγκροτούσαι την πτέρυγα ταύτην δώδεκα φρεγάται έπεσαν εις τα ελληνικά πλοία τόσον ορμητικώς, ως αν επρόκειτο να τα καταποντίσωσι διά μιας αύτανδρα. Ατρόμητοι οι Έλληνες αντιπαρετάχθησαν, και κανονοβολούμενοι αντεκανονοβόλουν κατέχοντες πάντοτε τα υπεράνω του εχθρικού στόλου. Εν τούτοις επήλθεν η νυξ, και τα μεν τουρκοαιγύπτια πλοία ύψωσαν φανούς, τα δε ελληνικά περιήρχοντο υπό το σκότος. Μόνον η ελληνική ναυαρχίς είχε φως. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους εχθρούς μη εμπέσωσιν αίφνης εις τα πυρπολικά των Ελλήνων, ώστε η φέρουσα τον Ιβραήμην φρεγάτα κατεβίβασε μετ' ολίγον τους φανούς της. Μίαν δε ώραν προ του μεσονυκτίου έπεσεν έν πυρπολικόν εις εχθρικόν δικάταρτον, αλλά δεν περιεπλέχθη και εκάη ανωφελώς· ερρίφθη και άλλο πυρπολικόν εις το αυτό, εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε και εκάη και αυτό ανωφελώς. Εν τοσούτω, αι φλόγες των δύο καιομένων και περιφερομένων υπό σφοδρόν βορράν εν μέσω της νυκτός πυρπολικών, αν δεν έβλαψαν, εφόβισαν τους εχθρούς, και εξ αιτίας του φόβου η γραμμή των διερράγη, και ο Ιβραήμης ύψωσε σημείον λέγον, ως εγνώσθη την επαύριον, τοις περί αυτόν να σωθώσιν όπου και όπως εδύναντο· τότε έτρεξαν τα πλοία τήδε κακείσε, και τα μεν έπλευσαν προς την Ρόδον, τα δε προς την Κάρπαθον, άλλα δε προς την Αλεξάνδρειαν, και άλλα προς την Σπιναλόγκαν. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ο πολυάριθμος ούτος στόλος διεσκορπίσθη, έπλευσε και ο ελληνικός προς την Κάσσον. Ημέρας δε γενομένης, το φαινόμενον την προτεραίαν δάσος των πλοίων, έγεινεν όλον άφαντον· 5 εχθρικά εφάνησαν μόνον αρμενίζοντα κατά την Κάρπαθον, άτινα οι Έλληνες κατεδίωξαν επικρατούντος δεινού κλύδωνος, και συνέλαβαν εξ αυτών τέσσαρα φέροντα ίππους, στρατιώτας και πολεμικάς αποσκευάς. Αλλ' αν έπαθαν τόσα δεινά τα εχθρικά, δεν έμειναν αβλαβή ουδέ τα ελληνικά· μάλιστα τα υπό τον Λεμπέσην και τον Σαχτούρην συνεκρούσθησαν επί της τρικυμίας και εβλάφθησαν μεγάλως· παρετάθη δε και η εκστρατεία των Ελλήνων πέραν του συνήθους, ήσαν και αι τροφαί εν τω τελειούσθαι· διά τους λόγους τούτους τα ελληνικά πλοία επανέπλευσαν εις τα ίδια, τα δ' εχθρικά συνήχθησαν ολίγα κατ' ολίγα εις Ρόδον και Μαρμάρι, απέπλευσαν την 23, και μη συναντήσαντα εμπόδιον εξ αιτίας του ανάπλου των ελληνικών εισήλθαν ασφαλώς εις τον λιμένα της Σούδας και απεβίβασαν τα στρατεύματα, αφ' ού ο πόλεμος και η επιπολάζουσα ασθένεια έφθειραν το τεταρτημόριον. Κατά δε την περί ης ο λόγος ναυμαχίαν, καθ' ην τα πυρπολικά των Ελλήνων, η αληθής δύναμίς των, εκάησαν όλα εις μάτην, διεκρίθη υπέρ άλλοτε η ευτολμία και η επιδεξιότης αυτών καταισχυνάντων τοιούτον στόλον υπό τοιούτον άνδρα.

Είχε προσηλώσει πρό τινος καιρού η κυβέρνησις την προσοχήν της εις την εκ νέου σύστασιν τακτικού στρατού, εξέδωκε τον Ιούλιον διάταγμα καλούσα υπό τας σημαίας τους στρατιώτας του διαλυθέντος, απέλυσε κακώς ποίουσα της υπηρεσίας τον εμπειροπόλεμον Ιταλόν Γουβερνάτην (δ) αντικαταστήσασα τον Ρόδιον αρχηγόν, απέστειλεν επί νεοσυλλεξία αξιωματικούς εις διάφορα μέρη της Ελλάδος και ιδίως εις τας νήσους, παρεδέχθη τον ελληνικόν ιματισμόν αντί του ευρωπαϊκού και εισήξε τάξιν τινά εις την υπηρεσίαν των ατάκτων στρατευμάτων. Επειδή δε πολλή κατακραυγή εγίνετο εφ' οις υπέφεραν τα υπό ουδετέραν σημαίαν πλοία καταδιωκόμενα και συλλαμβανόμενα υπό των ελληνικών, η κυβέρνησις εις περιστολήν των κατά θάλασσαν καταχρήσεων ερρύθμισε καθ' όσον εδύνατο και τα της υπηρεσίας ταύτης.

Προσεγγίζοντος δε του τέλους της β' κυβερνητικής περιόδου, εκλήθησαν οι λαοί επανειλημμένως εις αποστολήν αντιπροσώπων προς έναρξιν της γ'. Αλλ' αν και το κυβερνητικόν έτος έληγε τον απρίλιον, ο απαιτούμενος αριθμός των αντιπροσώπων δεν συνήλθεν εις Ναύπλιον ειμή τον σεπτέμβριον, και δεν ήρχισεν η νέα βουλή τας προκαταρκτικάς εργασίας της ειμή την 1 Οκτωβρίου. Την παραμονήν δε της ενάρξεως η βουλή της Οκτώβριος β' περιόδου ανήγγειλε την λήξιν αυτής επισήμως, και, παρενείρουσα συμβάντα τινά κατά την διάρκειαν αυτής εσωτερικά και εξωτερικά, επήνεσε το φιλόνομον και φιλανεξάρτητον πνεύμα των Ελλήνων, ανέπεμψεν ύμνους εις τον Ύψιστον, ευχαρίστησε τους κυβερνήσαντας και τους γενναίως κατά γην και θάλασσαν αγωνισθέντας, και ευχήθη υπέρ της ευοδώσεως του ιερού και δικαίου αγώνος. Πριν δ' εκλεχθώσι παρά της βουλής της γ' περιόδου ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και οι γραμματείς αυτής, εψηφίσθησαν την 3 υπό την προσωρινήν προεδρίαν του γεροντοτέρου των βουλευτών τα πέντε μέλη του νομοτελεστικού, παμψηφί μεν ο Γεώργιος Κουντουριώτης ο και πρόεδρος, και ο Παναγιώτης Μπότασης ο και αντιπρόεδρος· κατά πλειονοψηφίαν δε ο Ασημάκης Φωτίλας, ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης και ο Κωλέττης· εξελέχθη δε την 9 πρόεδρος της βουλής ο Πανούτσος Νοταράς και αντιπρόεδρος ο επίτροπος Βρεσθένης. Τούτων δε γενομένων, εξέδωκεν η παύσασα βουλή την 10 διακήρυξιν γέμουσαν υγιών αρχών και πατρικών παραινέσεων,

Προ της λήξεως δε της β' περιόδου κατέβη εκ Ρωσσίας εις Ελλάδα ο Ιωάννης Βαρβάκης, ογδοηκοντούτης, εν τη νήσω των Ψαρών γεννηθείς, και εν τη Ρωσσία μετά τον μεταξύ αυτής και της Τουρκίας πόλεμον του 1796 ως έμπορος εγκατασταθείς και υπερπλουτήσας. Πολύ μέρος της καταστάσεώς του εδαπάνησε προ της επαναστάσεως εις διατήρησιν του σχολείου της Χίου, εις αντίληψιν πολλών ενδεών ομογενών και εις ωφέλειαν της ιδίας πατρίδος του. Επί δε της επαναστάσεως και τον αγώνα αυτής δι' αποστολής κανονίων, ως είδαμεν, και πολλής άλλης πολεμικής ύλης υπεστήριξε, και πλούσια τα ελέη του εις τους συμπατριώτας του, ότε κατεστράφη η πατρίς των, επεδαψίλευσε, και μεγαλόδωρος προς όλον το έθνος ανεδείχθη δωρήσας εις σύστασιν κοινωφελών καταστημάτων έν εκατομμύριον και εκατόν χιλιάδας ρουβλίων. Ο ανήρ ούτος, είτε αυθορμήτως εξ αιτίας της καταστάσεως των πραγμάτων, είτε κατά παραγγελίαν, ώς τινες υπέθεσαν, επρόβαλεν εν Ναυπλίω τον Ιωάννην Καποδίστριαν ως εθνάρχην, αλλά δεν εισηκούσθη, αγγλιζούσης μάλλον ή ρωσσιζούσης κατ' εκείνον τον καιρόν της Ελλάδος· αλλ' η ιδέα αύτη εκυοφορείτο· μεταβάς δε εις Ζάκυνθον ετελεύτησε την 12 Ιανουαρίου 1825, διαρκούσης της καθάρσεώς του· η δε πατρίς ευγνωμονούσα ανέπεμψε πανδήμους υπέρ αυτού προς Θεόν ευχάς.

Εν μέσω δε των θορύβων και των πολιτικών περισπασμών είχε συστηθή αρχομένου του αυγούστου δι' αυτοπροαιρέτου των πολιτών συνεισφοράς φιλανθρωπική εταιρία εις περίθαλψιν πτωχών, ασθενών, χηρών και ορφανών. Η εταιρία αύτη προώδευσεν, εσύστησεν εν Ναυπλίω νοσοκομείον, το μετεσχημάτισεν έπειτα εις αλληλοδιδακτικόν σχολείον προς εκπαίδευσιν ορφανών και απόρων, και σκοπόν είχε να διαδώση, τα καλά ταύτα και εις άλλας πόλεις της Ελλάδος. Αντέκειντο αι δειναί περιστάσεις της πατρίδος, αλλά και εν μέσω αυτών διετηρήθη η εταιρία αύτη ωφελούσα υπέρ τα δύο ήμισυ έτη.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝA'

&Δεύτερος εμφύλιος πόλεμος — Χαρακτήρ αυτού και του πρώτου. — Συνέλευσις της Δυτικής Ελλάδος εν Ανατολικώ.&

Ο ΠΡΩΤΟΣ εμφύλιος πόλεμος έρριψεν επί της παύσεως του τα σπέρματα του δευτέρου. Οι Ανδρέαι και ο Κολοκοτρώνης, οι μαχόμενοι προς αλλήλους, εφιλιώθησαν καθ' ην ώραν ο πόλεμος ήτον εν τω τελειούσθαι, και συνενοήθησαν να παραδοθή μεν το Ναύπλιον εις την κυβέρνησιν, αλλ' η φρουρά να συγκροτηθή εκ Πελοποννησίων. Η ένωσις των αλληλομαχούντων έφερε την διαίρεσιν των συμμαχούντων. Το νομοτελεστικόν δεν συγκατετίθετο εις πελοποννησιακήν φρουραρχίαν· δυσηρεστείτο και διότι οι Ανδρέαι δεν εφάνησαν προς τον Κολοκοτρώνην όσον έπρεπεν αυστηροί· τους εμέμφετο και ως καταχραστάς της δοθείσης αυτοίς εξουσίας, αν και καταχρασταί δεν ήσαν. Οι δε Ανδρέαι, νικήσαντες τους αντιπάλους της κυβερνήσεως, εθεώρουν εαυτούς αξίους της ευγνωμοσύνης και της εμπιστοσύνης της, και εδυσφόρουν επί τη τοιαύτη προς αυτούς διαγωγή της· άκοντες δε και εγκοτούντες άφησαν το φρούριον εις χείρας του νομοτελεστικού. Υπέστησαν και άλλας δυσαρεσκείας. Παρεκάλεσεν τους νομοτελεστάς να μη αποβάλωσι την συγγενή του Κολοκοτρώνη Μπουμπουλίναν από τινος εν Ναυπλίω εθνικής οικίας εν ή κατώκει, αλλ' ουδ' εις τούτο εισηηκούσθησαν· εζήτησαν μικράν τινα αποζημίωσιν επί λόγω δαπάνης επί του εμφυλίου πολέμου, αλλ' ουδ' οβολόν έλαβαν· έπαθαν και άλλο. Το νομοτελεστικόν, προθέμενον να τους εξασθενήση, απέσπασεν από μεν του συγγενούς και συμμάχου αυτών Ιωάννου Νοταρά τον υποπλαρχηγόν αυτού Μακρυγιάννην, από δε του Λόντου τον Νάσον Φωτομάραν, Σουλιώτην, ον και ανέδειξε φρούραρχον του Παλαμηδίου. Ένεκα τούτων ανεχώρησαν οι Ανδρέαι εκ Ναυπλίου πλήρεις οργής κατά του νομοτελεστικού. Αλλ' εν ώ το νομοτελεστικόν εφέρετο προς αυτούς αγνωμόνως, η βουλή τους ικανοποίει θεωρούσα αυτούς ως αρίστους πατριώτας, ως καλώς και ευτυχώς υπέρ της στερεώσεως των νόμων αγωνισθέντας και αξίους της ευγνωμοσύνης του έθνους· τόσον δε ετίμα τον Ζαήμην, ώστε, αποθανόντος του Νικολάου Λόντου, μέλους του νομοτελεστικού, διώρισεν αυτόν διάδοχόν του· αλλ' ούτος παρητήθη, ως και άλλοτε, και η βουλή αντικατέστησε την 14 Ιουλίου τον ομόφρονα αυτού Πανούτσον Νοταράν.

Βαδίζον το νομοτελεστικόν την οδόν του, αφ' ού είδε τους περί τον Κολοκοτρώνην ταπεινωθέντας διά του Ζαήμη και Λόντου, ήθελε να ταπεινώση και τούτους δι' εκείνου· εφείλκυσε δε ή μάλλον ειπείν ουδετέρωσε τον Πλαπούταν. Εμάνθαναν οι Ανδρέαι όσα υπενεργούντο κατ' αυτών, και έτι μάλλον ωργίζοντο και ητοιμάζοντα εις νέας εμφυλίους ταραχάς. Η πολλή στρατιωτική δύναμις αυτών ήτο περί τας Πάτρας όπου εστρατοπεδάρχει ο Λόντος και συνεστρατοπέδευαν οι φίλοι και ομόφρονες αυτού και του Ζαήμη, ο Ιωάννης Νοταράς, οι υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, οι Δηληγιάνναι και οι Πετμεζάδες· όλοι δε ούτοι είχαν δισχιλίους. Ο δε Κολοκοτρώνης και ο Ζαήμης εκάθηντο εν ταις επαρχίαις των ήσυχοι κατά το φαινόμενον, αλλ' υποπροδιαθέτοντες τας υπό την επιρροήν των επαρχίας κατά του νομοτελεστικού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αφορμή μόνον εχρειάζετο εις φανεράν ρήξιν, και οι Αρκάδιοι έδωκαν αυτήν πρώτοι, εναντιωθέντες εις την είσπραξιν των προσόδων των και υβρίσαντες τον διοικητήν. Επί τη διαγωγή ταύτη το νομοτελεστικόν απέστειλε κατ' αυτών την 22 Οκτωβρίου 500 Στερεοελλαδίτας υπό τον Δικαίον, τον και υπουργόν των εσωτερικών. Τούτο μαθόντες οι περί τας Πάτρας διέλυσαν το στρατόπεδον αυθαιρέτως επί προφάσει ελλείψεως τροφών, και οι μεν διεσκορπίσθησαν εις άλλας επαρχίας προς υποκίνησιν ταραχών, οι δε περί τους Δηληγιάννας και τον Κολοκοτρώνην εξεστράτευσαν φανερά εις υπεράσπισιν των ομοφρόνων αυτών Αρκαδίων. Εν τοσούτω, επειδή εχρειάζετο να δικαιολογηθή το κίνημά των υπό πρόσχημα νομιμότητος, ασεβούντες εις τους νόμους κατηγόρουν την κυβέρνησιν ως ασεβήσασαν· και παρεξηγούντες τον ς' παράγραφον του ιζ' νόμου, διετείνοντο ότι δεν επετρέπετο εκ νέου εκλογή των αυτών μελών του νομοτελεστικού· επεκαλούντο δε την ταχείαν συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως κατά τα εν Άστρει ορισθέντα. Η βουλή, αν και ενείχετο εις την αποδιδομένην εις την κυβέρνησιν παρανομίαν ως εκλέξασα τα μέλη του νομοτελεστικού, επολιτεύθη ανεξικάκως κατ' αρχάς προς τους κατηγόρους της, και προσπαθούσα να καταπραΰνη το νομοτελεστικόν, τότε μόνον τους εγκατέλιπεν ότε τους είδεν άραντας όπλα.

Εν τούτοις, έφθασαν οι περί τον Δικαίον εις τους Λάκκους της Μεσσηνίας, κατέλαβαν και οι Αρκάδιοι τους Κωνσταντίους και εμάχοντο δύο ημέρας· ελθόντων δε των περί τους Δηληγιάννας και τον Κολοκοτρώνην, ετράπησαν τα στρατεύματα της κυβερνήσεως εις φυγήν, και ο αρχηγός αυτών Δικαίος επανήλθεν άπρακτος εις Ναύπλιον.

Καθ' ας δε ημέρας εμάχοντο οι Έλληνες κατά την Μεσσηνίαν, απέθανεν εν Ναυπλίω ο αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού και αγαθός πολίτης Παναγιώτης Μπότασης, θύμα πεσών της προ πολλού επικρατούσης βαρείας επιδημίας. Θύμα της αυτής επιδημίας έπεσε την 22 νοεμβρίου και ο Νέγρης ιδιωτεύων εν Ναυπλίω και ολιγωρούμενος. Διέτριβεν εν Ύδρα επί τω θανάτω του αντιπροέδρου ο πρόεδρος Κουντουριώτης ασθενών· διά τούτο το τρίτον μέλος του νομοτελεστικού, ο Φωτίλας, εκλήθη εις την προεδρίαν του σώματος επιτροπικώς· αλλ' ως ομόφρων των εναντίων της κυβερνήσεως απηρέσκετο εις όσα επράττοντο κατ' αυτών· μη δυνάμενος δε να τα εμποδίση, εδραπέτευσε την 8 νοεμβρίου, και την επαύριον ανεγνώσθη εν τη βουλή Νοέμβριος έγγραφόν του λέγον, ότι παρητείτο, διότι πολλάκις επρότεινε να μη γίνωσι κινήματα παρά της κυβερνήσεως τείνοντα, εις εμφύλιον πόλεμον και δεν εισηκούσθη. Η δραπέτευσις τούτου άφησε το σώμα ατελές και ανίκανον να εργάζεται. Εις συμπλήρωσιν δε του απαιτουμένου αριθμού εχρειάζετο εκλογή νέου μέλους, και το νομοτελεστικόν εις ενίσχυσίν του ήθελε να συμπαραλάβη τινά Μαυρομιχάλην. Αλλ' ο αρχηγός της οικογενείας ταύτης, Πετρόμπεης, ετέλει πρό τινος καιρού υπό βαρείαν κατηγορίαν ως έχων αλληλογραφίαν μυστικήν μετά του Μεχμέτ-Αλή· διά τούτο και η κυβέρνησις και οι εναντίοι αυτής τον απέφευγαν· αλλ' η κατηγορία εξετασθείσα απεδείχθη ψευδής, και το νομοτελεστικόν υπερισχύσαν εν τη βουλή επί της εκλογής του νέου μέλους παρέλαβε τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην σύναρχον.

Αν και ήρχισεν ήδη ο εμφύλιος πόλεμος, εστάλησαν ειρηνοποιοί μεσούντος του μηνός προς τον Ζαήμην επί τη προτάσει της βουλής κινουμένης πάντοτε υπό πνεύματος συμβιβαστικού, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι. Μετά τα μεσσηνιακά, το μήλον της έριδος της κυβερνήσεως και των ανταρτών ήτον η Τριπολιτσά. Την πόλιν ταύτην κατείχεν η κυβέρνησις, οι δε εναντίοι της επροσπάθησαν να εφελκύσωσι τους κατοίκους αυτής και να ουδετερώσωσι τους φρουρούς της και τους πέριξ Στερεοελλαδίτας, προς ους έγραψαν επιστολήν, εν ή θεωρούντες την μεν Πελοπόννησον ιδίαν γην και όχι κοινήν όλων των Ελλήνων, ή τουλάχιστον των αγωνιζομένων Ελλήνων, τον δε εμφύλιον πόλεμον ως μόνον τα ιδιαίτερα συμφέροντα αυτών και τα των μελών της κυβερνήσεως αφορώντα, τους εθεώρουν ξένους, τους εσυμβούλευαν ν' απέχωσι των πελοποννησιακών πραγμάτων και ηπείλουν ότι επί τη παρακοή των θα τους ετιμώρουν (α). Ολιγωρούμενοι δε υπό των εντοπίων και χλευαζόμενοι υπό των Στερεοελλαδιτών απέστειλαν τον Νικήταν εις Κουτσοπόδι, αυτοί δε πλήρεις θυμού εκίνησαν ένοπλοι εις κυρίευσιν της Τριπολιτσάς, εγύμνωσαν εμπόρους έξωθεν της πόλεως, και κατέλαβαν παρακειμένας τινάς θέσεις· αλλ' οι φρουρούντες την πόλιν Στερεοελλαδίται επεξελθόντες συνήψαν μάχην κατά τον άγιον Σώστην και Καμάρι· και τους μεν κατά τον άγιον Σώστην ενίκησαν κατά κράτος συλλαβόντες 60, εν οίς και τον Στάικον, ους ανέστειλαν εις Ναύπλιον, έτρεψαν δε και τον Πάνον Κολοκοτρώνην ελθόντα εις βοήθειαν του Σταΐκου, και τον εφόνευσαν φεύγοντα προς το χωρίον του Θάνα, τους δε κατά το Καμάρι διεσκόρπισαν· διεσκόρπισαν την 22 και τους περί τον Νικήταν κατά το Κουτσοπόδι. Την δε 28 ανέβησαν εις Τριπολιτσάν προς βοήθειαν των κυβερνητικών ο Χατσή Χρήστος και ο Βάσσος, προσέβαλαν την επιούσαν κατά το Βρυσάκι τους εναντίους, τους έτρεψαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του Παρθενίου, και δεν τους άφησαν να συναχθώσι πλέον προς εκείνο το μέρος. Λέγεται δε ότι επέκεινα των εκατόν εφονεύθησαν εν ταις αθλίαις ταύταις αδελφομαχίαις.

Αλλ' η κυβέρνησις, αν και υπερίσχυσεν, υπώπτευεν, ότι περιοριζομένη εις μόνας τας εν Πελοποννήσω δυνάμεις της εκινδύνευεν. Ο δεύτερος ούτος εμφύλιος πόλεμος δεν ωμοίαζε τον πρώτον, καθ' όν Πελοποννήσιοι επολέμουν Πελοποννησίους. Επί του παρόντος η Πελοπόννησος ήτον όλη σχεδόν του αυτού φρονήματος, και η κυβέρνησις δεν εδύνατο να ταπεινώση τους εναντίους της ειμή διά στρατιωτών άλλου μέρους· έχουσα δε χρήματα εκ του δανείου είχεν όσους υπομισθίους Στερεοελλαδίτας ήθελεν· οι δε αντίπαλοί της μη έχοντες θ' απεστερούντο και αυτών των υπό την οδηγίαν των. Είναι δε άπορον πώς άνθρωποι, ως οι Ανδρέαι και ο Κολοκοτρώνης, ανεδέχθησαν τον αγώνα τούτον εν μέσω τοιούτων περιστάσεων. Διά τους λόγους τούτους, μη επαναπαυομένη η κυβέρνησις εις την κατ' επιφάνειαν υπεροχήν της εστοχάσθη αναγκαίον να φέρη εις Πελοπόννησον έξωθεν στρατεύματα επί μισθώ και εκάλεσε τα εν τη Ανατολική Ελλάδι. Όλοι υπήκουσαν, και δισχίλιοι υπό τον Γκούραν και τον Καρατάσον απέβησαν προ των άλλων την 22 εις τον ισθμόν. Έκτοτε ήρχισαν τα μεγάλα δυστυχήματα των ανταρτών και της Πελοποννήσου.