Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 14

Chapter 1460 wordsPublic domain

Σεπτέμβριος Την δε 14 σεπτεμβρίου συνήφθη μάχη κατά την Πανάσαρην όχι μακράν του εχθρικού στρατοπέδου. Το χωρίον τούτο καθώς και άλλας τινάς θέσεις μέχρι της Σκάλας της Βάργιανης κατέλαβαν οι Έλληνες επί σκοπώ να προκαλέσωσι τους εχθρούς εις μάχην. Επήλθαν οι προκληθέντες, και πολεμούντες έβαλαν ανελπίστως τους Έλληνας εις μέγιστον κίνδυνον, εξ ου τους απήλλαξεν ο Βασίλης Δαγκλής φονεύσας επί της μάχης τον αρχηγόν των εναντίων, διότι μετά το συμβάν τούτο οι πρότερον νικηταί ετράπησαν και κατεδιώχθησαν. Πέντε εκ των Ελλήνων εσκοτώθησαν και επτά επληγώθησαν· απέθανε πληγωθείς και ο χιλίαρχος Γκιώκας Χορμοβίτης. Την δε 30 το εχθρικόν στρατόπεδον μετετόπησεν εις Θερμοπύλας και μετ' ολίγας ημέρας διελύθη. Την δε αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης αποδόσας ο σουλτάνος εις την αναξιότητα του Δερβήση τον εκάθηρε και μετά ταύτα τον εθανάτωσε. Και ταύτα μεν τα κατά την στερεάν Ελλάδα μέχρι του τέλους του παρόντος έτους. Τα δε της Πελοποννήσου είχαν ούτως.

Οι Μοθωναίοι Τούρκοι επάτουν συχνάκις τα πέριξ εις συγκομιδήν καρπών. Σπαρτιάται τινες και Μεσσήνιοι ενέδρευσαν την 26 αυγούστου. Εξήλθαν οι Τούρκοι την επαύριον ως συνήθιζαν ανύποπτοι. Οι Έλληνες επέπεσαν εξ απρόοπτου· πτοηθέντες οι Τούρκοι εκλείσθησαν εντός τινος οικίσκου· ήλθαν αυθημερόν εις απαλλαγήν αυτών οι λοιποί συνάδελφοί των, επολέμησαν, αλλ' επανήλθαν εις το φρούριον νυκτός γενομένης άπρακτοι. Εξήλθαν και την επαύριον φέροντες δύο κανόνια και επολέμησαν, αλλ' ουδέ τότε κατώρθωσαν ό,τι εσκόπευαν, και επανήλθαν ως και την προτεραίαν εις το φρούριον. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας έβαλαν οι Έλληνες πυρ εις τον οικίσκον, και σπάσαντες μέρη τινά επολέμουν τους εν αυτώ, οίτινες μη βλέποντες πλέον βοήθειαν έξωθεν και απελπισθέντες εξώρμησαν υπό το σκότος της νυκτός και κατέφυγαν εις το φρούριον. Εφονεύθησαν δε 5 Έλληνες και τριπλάσιοι εχθροί, εξ ών εζωγρήθησαν και τρεις.

Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι εξήρχοντο άφοβοι υπό τον παρά τω Ισούφπασα διαμένοντα Δελή Αχμέτπασαν, και ελεηλάτουν όχι μόνον την επαρχίαν εκείνην αλλά και τα πλησιόχωρα χωρία της Γαστούνης. Την δε 12 Ιουλίου τετρακόσιοι ιππείς επάτησαν αίφνης τα Λεχενά, όπου εφόνευσαν και ηχμαλώτευσαν πολλούς· επιπεσόντων δε διακοσίων Σουλιωτών υπό τον Κώσταν Μπότσαρην και διακοσίων εντοπίων υπό τον Χρύσανθον Σισίνην, ανεχώρησαν απάγοντες τους αιχμαλώτους των· επάτησαν την 20 σεπτεμβρίου και το Μαρκόπουλον, έτρεψαν τους επελθόντας, ολίγον έλειψε να φονεύσωσι και τον Σισίνην και επανήλθαν εις Πάτρας δουλαγωγούντες γυναίκας και παιδία. Τον δε νοέμβριον επροχώρησαν και εις αυτήν την πόλιν της Γαστούνης όπου έθυσαν, ηχμαλώτευσαν και ελεηλάτησαν. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, υπήρχε στρατόπεδον ελληνικόν εις πολιορκίαν των Πατρών υπό τον Λόντον, και εδαπανώντο εις χρήσιν αυτού τα εισοδήματα των γειτονικών επαρχιών, αλλά το στρατόπεδον ύπνωττεν· εκηρύχθη δε την 14 οκτωβρίου και αποκλεισμός των Πατρών, και εστάλησαν και πλοία προς διατήρησιν αυτού.

1824

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'

&Αιγύπτιος εκστρατεία υπό τον Ιβραήμπασαν και ευόδωσις αυτής εις Κρήτην. — Αι επί της εκστρατείας ταύτης ναυμαχίας. — Φροντίς της ελληνικής κυβερνήσεως περί τακτοποιήσεως της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν υπηρεσίας. — Έναρξις της γ' κυβερνητικής περιόδου. — Δωρήματα Βαρβάκη. — Φιλανθρωπική Εταιρία εν Ελλάδι.&

ΑΝ κατέστρεψε το έτος τούτο ο σουλτάνος την Κάσσον και τα Ψαρά, απέτυχαν όμως όλα τα άλλα κινήματά του και κατά γην και κατά θάλασσαν. Αλλ' ήρχετο ήδη εις το μέσον πρωτοφανής δύναμις κατά της Ελλάδος, η του Μεχμέτ-Αλή, επιφοβωτέρα της σουλτανικής· ήρχετο δε υπό την οδηγίαν του υιού του Ιβραήμπάσα, στρατηγικού, φιλοπολέμου και μεγαλοτόλμου ανδρός. 54 πλοία πολεμικά, μικρά μεγάλα, και υπερτριακόσια φορτηγά, εξ ών 86 υπό ουδετέραν σημαίαν ήσαν έτοιμα λήγοντος του ιουνίου εν τω λιμένι της Αλεξανδρείας εις την περί ης ο λόγος εκστρατείαν. Επεβιβάσθησαν δε δωδεκακισχίλιοι τακτικοί πεζοί, δισχίλιοι ιππείς, δισχίλιοι Αλβανοί, πεντακόσιοι πυροβολισταί, διακόσιοι πελεκοφόροι, 150 πεδινά κανόνια και άφθονα πολεμεφόδια και τροφαί. Οι τακτικοί στρατιώται, όλοι γεννήματα της σατραπείας του Μεχμέτ- Αλή, ήσαν άνθρωποι μικρόσωμοι και ανεπίδεικτοι, οι πλείστοι δε και οφθαλμιώντες· αλλά καρτερικοί, υπό αυστηράν πειθαρχίαν και καλώς εξησκημένοι εις την χρήσιν του όπλου και εις απλούς ελιγμούς. Οι αξιωματικοί ήσαν όλοι σχεδόν Τούρκοι, οι δε γυμνασταί και οι ιατροί Ευρωπαίοι· διέπρεπε δε εν τω στρατώ ο αρνησίθρησκος Γάλλος Séve, μετονομασθείς Σουλεημάμπεης, άλλοτε υπασπιστής του στρατάρχου Νέη, και νυν αρχηγός ενός των τριών συνταγμάτων, εξ ών συνίστατο ο στρατός. Την 7 Ιουλίου όλα τα περί ων ο λόγος πλοία, πολεμικά και φορτηγά, απέπλευσαν εξ Αλεξανδρείας, και μόλις έφθασαν εις Κων μεσούντος του αυγούστου διά τους επικρατούντας σφοδρούς ετησίους ανέμους. Έμαθεν η ελληνική κυβέρνησις εν καιρώ και ακριβώς τα της εκστρατείας ταύτης· έμαθε και ότι επί αδροίς ναύλοις εμπορικά πλοία υπό ουδετέραν σημαίαν εναυλώθησαν εις χρήσιν αυτής, και εξέδωκε την 27 μαΐου κήρυγμα λέγον, ότι όσα ευρωπαϊκά πλοία εναυλόνοντο εις χρήσιν της εκστρατείας κατά της Ελλάδος δεν θα εθεωρούντο ως ουδέτερα αλλ' ως εχθρικά, και ως τοιαύτα θα κατεδιώκοντο, θα εκαίοντο και θα εβυθίζοντο αύτανδρα. Έσφαλεν η ελληνική κυβέρνησις θεωρήσασα ταύτα εκτός πάσης προστασίας του νόμου, και δικαίως αι Δυνάμεις της Ευρώπης εταράχθησαν· η δε Αγγλία απήτησε ρητώς διά του μεγάλου αρμοστού την ακύρωσιν του κηρύγματος, και μη εισακουσθείσα διέταξε τας εν τη Μεσογείω ναυτικάς δυνάμεις της να συλλαμβάνωσιν οιονδήποτε ένοπλον ελληνικόν πλοίον, όπου και αν το εύρισκαν. Τοιαύτη διαταγή πραγματοποιουμένη θα παρέλυε διά μιας όλην την πλέουσαν ναυτικήν δύναμιν της Ελλάδος· διά τούτο η ελληνική κυβέρνησις, θέλουσα και μη θέλουσα, ηκύρωσε το πέραν του δέοντος αυστηρόν της κήρυγμα.

Είπαμεν, ότι ο βυζαντινός στόλος, καταισχυνθείς έμπροσθεν της Σάμου, έπλευσεν εις Κων· η δε υπό τον Σαχτούρην μοίρα έπλεε προς τα παράλια της Ανατολής εις επιτήρησιν των κινημάτων αυτού. Αύγουστος Εν τω μεταξύ τούτω ητοιμάσθη και η υπό τον Μιαούλην μοίρα, και απάρασα την 10 αυγούστου εξ Ύδρας ηγκυροβόλησεν αυθημερόν· υπό το Σούνιον συνηνώθησαν την 14 και τα πλοία των Σπετσών (α), και όλα ομού ηγκυροβόλησαν την 21 υπό την Λειψόν παρά την Πάτμον. Την δε 23 συνήλθαν προς εκείνα τα νερά όλα τα πλοία, ό εστιν αι δύο υδραϊκαί μοίραι, η υπό τον Κολανδρούτσον των Σπετσών, και η υπό τον Αποστόλη των Ψαρών. Την δε 24 έπλευσεν ολόσωμος ο στόλος υπό την αρχηγίαν του Μιαούλη προς την Κων και το Μπουδρούμι (Αλικαρνασσόν), όπου ελλιμένιζαν οι στόλοι, ο βυζαντινός και ο αιγύπτιος, συγκείμενοι εξ ενός δικρότου, 25 φρεγατών, άλλων τόσων κορβεττών και ως 50 βρικίων και γολεττών· παρηκολούθουν τους στόλους και πάμπολλα φορταγωγά ένοπλα και άοπλα· συνηριθμούντο δε όλα, πολεμικά και φορτηγά, μικρά και μεγάλα, ένοπλα και μη, ως πεντακόσια· ελέγετο δε ότι έφεραν 80,000 ναύτας και στρατιώτας, και είχαν υπέρ τα 2500 κανόνια· 70 δε πλοία μόνον ήσαν τα ελληνικά φέροντα ως 5000 ναύτας και 850 κανόνια.

Αφιχθέντος δε του ελληνικού στόλου όπου εσκόπευεν, διέταξεν ο Μιαούλης 24 πλοία, εν οίς και 6 πυρπολικά, να προχωρήσωσιν ως προφυλακίδες· τα δε λοιπά έπλεαν κατόπιν. Μίαν ώραν δε προ μεσημβρίας προσέβαλεν η προφυλακή μίαν φρεγάταν έμπροσθεν του Μπουδρουμίου και την έτρεψεν εις φυγήν· ανήχθησαν τότε οι δύο εχθρικοί στόλοι, επλησίασεν όπου ηκούσθη ο ακροβολισμός και όλος ο ελληνικός και ήρχισε γενική ναυμαχία μεταξύ Κω και Μπουδρουμίου. Στενή ήτον η παλαίστρα και σφοδρός ο πνέων άνεμος· διά τούτο σύγχυσις πολλή επήλθεν, ατάκτως κινουμένων όχι μόνον των εχθρικών πλοίων αλλά και αυτών των ελληνικών, και συγκρούσεις πλοίων ενός και του αυτού στόλου εγένοντο. Ανίκανος εφάνη ο βυζαντινός, και τόση ήτον η απειρία των εν αυτώ, ώστε προσείχαν μάλλον να μη βλάπτωσι τους οικείους ή να βλάπτωσι τους εχθρούς. Και αυτή η ναυαρχίς του, η έχουσα αναμφιβόλως τους επιτηδειοτέρους ναύτας, έπαθεν εν ώ ελοξοδρόμει διά την απειρίαν αυτών· ουδενός δε πλοίου το πλήρωμα εδείχθη φιλοπόλεμον εκτός μιας φρεγάτας, ης εφονεύθησαν επί της ναυμαχίας ο πλοίαρχος και πολλοί ναύται· αλλ' ο αιγύπτιος στόλος διεκρίθη και διά την τόλμην και διά την επιτηδειότητα του ναυτικού του. Δις ο Γιβραλτάρης διήλθεν όλην την γραμμήν των ελληνικών πλοίων επί της φρεγάτας του κανονοβολών και κανονοβολούμενος· και αυτός ο Ιβραήμης εξετέθη υπέρ πάντα άλλον· αλλά τόση ήτον η στενοχωρία, ώστε έν πλοίον υδραϊκόν λοξοδρομούν έπεσεν είς τι πυρπολικόν ψαριανόν, έσπασε το κατάρτιόν του και ηνάγκασε τον πλοίαρχον να το καύση κινδυνεύον να συλληφθή υπό του εχθρού. Περί δε την α' ώραν της νυκτός, εν ώ διεχωρίζοντο οι στόλοι, μία κανονία, πεσούσα από του φρουρίου της Κω εις άλλο πυρπολικόν, έρριψε το κατάρτιόν του, οι δε εν αυτώ ναύται, μη δυνάμενοι πλέον να το κυβερνήσωσιν, έβαλαν πυρ και έφυγαν· αλλά το φυτίλιον εσβέσθη, και οι εχθροί το συνέλαβαν άκαυστον. Απομακρυνθείς δε ο ελληνικός στόλος εξημερώθη υπό τα Τσάταλα, και περί την δύσιν του ηλίου ηγκυροβόλησεν υπό τον Γέροντα. Την δε 26 εστάλησάν τινα πλοία εις κατασκοπήν των εχθρικών, και την 28 ηκούσθησαν κατά την Κων κρότοι κανονίων, διότι εχθρικά τινα πλοία προσέβαλαν τα εις κατασκοπήν σταλέντα, και εξ αιτίας του ακούσματος ανήχθησαν όλα τα ελληνικά. Αυθεσπερί δε εφάνησαν επιπλέοντα και τα τουρκοαιγύπτια 97 τον αριθμόν. Την δε επαύριον εξημερώθησαν και οι τρεις στόλοι προς τα Τσάταλα και ο μεν ελληνικός έπεσεν εις άκραν γαλήνην, οι δε άλλοι αρμένιζαν υπ' ολιγανεμίαν επί τον ελληνικόν. Ήρχισεν η δευτέρα ναυμαχία. Εννέα ελληνικά πλοία, εν οίς και η ναυαρχίς και δύο πυρπολικά, ευρέθησαν υπήνεμα και έπλεαν προς τον Γέροντα. Η θέσις των ήτο δεινή. Εις βοήθειαν αυτών ώρμησαν άλλα ελληνικά ευρεθέντα υπερήνεμα, εν οίς και το πυρπολικόν του Δημήτρη Παπανικολή. Ο πυρπολητής ούτος, περιφέρων το σκάφος του ποτέ κατά της μιας ποτέ κατά της άλλης φρεγάτας, ανέστελλε την ορμήν των φοβίζων αυτάς· αι σφαίραι εν τοσούτω και οι μύδροι έπιπταν ως χάλαζα εις το σκάφος του, το ετρύπησαν, και επροξένησαν άλλας ζημίας, αλλ' ούτος και τόσα παθών δεν επόδισεν έως ου το πυρπολικόν του κατήντησεν ακυβέρνητον, και τότε το έκαυσε. Περιέπλεαν δε συγχρόνως και άλλα πυρπολικά εν μέσω των εχθρικών στόλων βοηθούμενα υπό των πολεμικών απαύστως κανονοβολούντων. Ο πυρπολητής Ματρόζης έρριψεν εις έν δικάταρτον το πυρπολικόν του, όπερ περιπλεχθέν μετέδωκε τας φλόγας· αλλ' οι ναύται του δικατάρτου και το πυρπολικόν εξεκόλλησαν και τας φλόγας έσβεσαν. Εν ώ δε το σκάφος τούτο εκαίετο, και το κινδυνεύσαν δικάταρτον έφευγεν, ίθυνεν εις αυτό ο Πιπίνος το πυρπολικόν του, αλλά, πληγωθέντος αυτού επικινδύνως, εδειλίασαν οι ναύται, το άναψαν προτού κολλήση, και έφυγαν. Ώρμησεν εις το αυτό δικάταρτον τρίτον πυρπολικόν, αλλ' εκάη και αυτό εις μάτην. Η δε αποτυχία τριών πυρπολικών εθάρρυνε τα φεύγοντα εχθρικά πλοία να στραφώσι προς τα ελληνικά. Εξ αυτών δύο φρεγάται, τρεις κορβέτται και πέντε βρίκια εκύκλωσαν τα πλοίον του Σαχτούρη, του έσπασαν κεραίας, του έσχισαν πανία, και ετρύπησαν καταμεσής το μεγάλον του κατάρτιον, αλλά δεν το έρριψαν, το πλοίον επόδισε και ούτως απηλλάχθη του μεγάλου κινδύνου. Τα αυτά εχθρικά πλοία εναυμάχησαν μετ' ολίγον και μετά των παραπλεόντων εννέα ελληνικών υπ' άνεμον ευρεθέντων. Επί της ναυμαχίας δε ταύτης έρριψεν ο Παππαντώνης το πυρπολικόν του εις μίαν των φρεγατών 44 κανονίων, το περιέπλεξεν εις τα δεξιά εξάρτια του εμπροσθινού καταρτίου της και μετέδωκε τας φλόγας· αλλ' επειδή το πυρ έβοσκε βραδέως και ενδεχόμενον ήτο να σβεσθή, εκόλλησε και ο Βατικιώτης το πυρπολικόν του αριστερόθεν αυτής, και μετά ημιώριον η φρεγάτα εκάη· δύο ναύται του πυρπολικού του Παππαντώνη εσκοτώθησαν και τέσσαρες επληγώθησαν, εν οίς και αυτός ο Παππαντώνης· πολλοί δε των εν τη καιομέννη φρεγάτα έπεσαν εις την θάλασσαν, εξ ών οι μεν εν τω πλοίω του Τσαμαδού εζώγρησαν 22 τακτικούς, οι δε εν τω του Αντώνη Κριεζή 15· εγνώσθη δε ότι η καείσα φρεγάτα ήτον η του Τουνεζίνου μοιράρχου (β), ότι δύο των ζωγρηθέντων ήσαν αυτός καί τις χιλίαρχος του Μεχμέτ-Αλή, ότι είχεν η φρεγάτα 500 ναύτας και 800 τακτικούς, και ότι ο σκοπός των εχθρών επί του παρόντος ήτο η καταστροφή της Σάμου. Μετά το συμβάν τούτο οι μεν εχθρικοί στόλοι επανέπλευσαν εις Κων, οι δε Έλληνες, διανυκτερεύσαντες όπου εγένετο η ναυμαχία, ελλιμένισαν το πρωί υπό τον Γέροντα.

Σεπτέμβριος Διά τινας δε ημέρας οι στόλοι δεν συνεκρούσθησαν ουδ' αντιπαρετάχθησαν. Την δε 6 σεπτεμβρίου εφάνησαν οι εχθρικοί έμπροσθεν των Τσατάλων πλέοντες προς την Σάμον. Ανήχθη και ο ελληνικός προς το αυτό μέρος, και προλαβών τους εχθρικούς παρετάχθη κατέμπροσθεν της νήσου από του Μαραθοκάμπου μέχρι του Ακρωτηρίου της Αγίας Μαρίνας έτοιμος εις μάχην· επλησίασαν οι εχθρικοί, αλλ' αρχομένης της νυκτός απεμακρύνθησαν προς τους Αρκίους. Περί δε την β' ώραν της νυκτός ηκούσθησαν προς εκείνο το μέρος κανονίαι και μετ' ολίγον εκρεμάσθησαν φανοί επί των καταρτίων των εχθρικών πλοίων· ηγκυροβόλησαν δε και πολλά των ελληνικών μετά το μεσονύκτιον υπό το ακρωτήριον της Σάμου. Καθ' όλην δε την νύκτα ηκούοντο φωναί επί διαφόρων μερών της νήσου εις εγρήγορσιν. Εφαίνοντο και επί των ορέων πυρά διά φόβον νυκτερινής αποβάσεως. Μόλις δε ήρχιζε να χαράζη και επήλθε ραγδαία βροχή και ανατολικός άνεμος σφοδρός. Οι εχθρικοί στόλοι διέμειναν περί τους Αρκίους μέχρι της 9, καθ' ην έπλευσαν προς την Ικαρίαν. Εκεί τους παρηκολούθησεν η υπό τον Μιαούλην μοίρα, όπου και εξημερώθη. Πέντε πλοία και η ναυαρχίς επροπορεύοντο· εφώρμησαν πάμπολλα εχθρικά, δύο ώρας σφοδρώς τα επολέμησαν, αλλ' ούτε τα έτρεψαν ούτε τα έβλαψαν. Εν τοσούτω επλησίασαν και τα λοιπά ελληνικά, και ιδόντες αυτά οι προ ολίγου ορμήσαντες ως λέοντες εχθροί έφυγαν ως λαγωοί. Την δε επιούσαν επανέπλευσαν τα ελληνικά εις Μαραθόκαμπον, όπου διέμενεν η υπό τον Σαχτούρην μοίρα εις προφύλαξιν της Σάμου. Η δε υπό τον Μιαούλην ειδοποιηθείσα, ότι ο βυζαντινός στόλος, αποχωρισθείς του αιγυπτίου, έπλεε μεταξύ Νάξου και Μυκώνου, απέπλευσε την 14, και έμαθε καθ' οδόν, ότι ο καπητάμπασης υπήγεν εις Μύκωνον, όπου εζήτησε ναύτας και δεν ηύρεν, ότι οι προεστώτες υπήγαν και τον επροσκύνησαν, ότι 150 εχθροί αποβιβασθέντες εις Νάξον επί λεηλασία κατεκόπησαν όλοι, και ότι μία κορβέττα 26 κανονίων έπεσεν εις την ξηράν μεταξύ Χίου και Τσεσμέ και εναυάγησεν. Εν τούτοις ηνώθησαν ο βυζαντινός στόλος και ο αιγύπτιος έμπροσθεν της Μιτυλήνης· ηνώθη την 21 και όλος ο ελληνικός έμπροσθεν της Βολισσού. Ο δε καπητάμπάσας, μη κατορθώσας ουδέ διά της αντιλήψεως του αιγυπτίου στόλου ό,τι εσχεδίαζε κατά της Σάμου, ανεχώρησε μετ' ολίγον εις Κωνσταντινούπολιν, αφήσας υπό τας διαταγάς του Ιβραήμη 14 φρεγάτας και άλλα πλοία· απεχαιρέτησε και ο Ιβραήμης την Σάμον διά παντός, και δεν εφρόντισεν έκτοτε ειμή πώς ν' αποφύγη τας φλόγας των Ελλήνων και κατευοδωθή ασφαλώς εις Κρήτην.

Την δ' εσπέραν της 22 απέπλευσεν ο ελληνικός στόλος προς αναζήτησιν του εχθρικού, τον είδε την 24 προ μεσημβρίας πλέοντα κατά την Μιτυλήνην, τον επλησίασε την β' ώραν της νυκτός και ήλθεν εις μάχην μεταξύ Χίου, Καραμπουρνά και Μιτυλήνης. Προπορευόμενα δε τα πυρπολικά επλησίασαν έν δικάταρτον· δύο εξ αυτών το έβαλαν εις το μέσον, το μεν δεξιόθεν, το του Θεοφάνη, το δε αριστερόθεν, το του Καλογιάννη και επέπεσαν το έν κατόπιν του άλλου· και το μεν πρώτον απέτυχε και εκάη εις μάτην, το δε δεύτερον επέτυχε, και το δικάταρτον άναψε και διεσκορπίσθη όλον, διαδοθείσης της φλογός εις την πυριτοθήκην. Συγχρόνως εκάη ανωφελώς και το πυρπολικόν του Φιλιππέγκου κινδυνεύον να συλληφθή. Την δε γ' ώραν μετά το μεσονύκτιον ώρμησεν ο πυρπολητής Νικόδημος (γ) είς τινα κορβέτταν, περιέπλεξεν ευστόχως το πυρπολικόν του και την κατέκαυσεν. Έρριψε και ο Ρομπότσης το πυρπολικόν του τα χαράγματα εις άλλην κορβέτταν δεξιόθεν, αλλ' ο άνεμος πνέων αριστερόθεν εμπόδισε τας φλόγας να μεταδοθώσι. Πολλοί δε των πληρωμάτων των κατακαέντων δύο εχθρικών πλοίων συνελήφθησαν πλέοντες. Το καέν δικάταρτον ήτον 12 κανονίων, η δε κορβέττα 20· εκτός δε των ναυτών είχαν το μεν 75, η δε 180 τακτικούς. Είς των συλληφθέντων ήτο καί τις Κίρτσαλης, άνθρωπος ατρόμητος, φέρων δύο αιμοσταγή τραύματα επί κεφαλής και ουλάς παλαιάς· αν δε και αιχμάλωτος ούτ' εδειλίασεν ούτ' εκολάκευσεν. Εθαύμασαν οι Έλληνες την γενναιότητά του και την παρρησίαν του, αλλά διά την πολλήν του προς αυτούς υπεροψίαν θυμωθέντες τον εκρέμασαν την επαύριον.

Μετά τα συμβάντα ταύτα κατήρεν ο εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, και μετά τινας ημέρας μετέπλευσεν εις Κων επί παραλαβή των εις Μπουδρούμι προς αναψυχήν αποβάντων στρατευμάτων αφ' ης ημέρας κατευοδώθη εκεί ο Αιγύπτιος.

Εν τω μεταξύ δε τούτω διεσπάρη ο ελληνικός και ηπράκτει δι' έλλειψιν πυρπολικών, ενός μικρού εναπομείναντος. Οκτώβριος Μόλις δε 24 πολεμικά συνηριθμούντο την 13 Οκτωβρίου τα υπό τον Μιαούλην και Σαχτούρην, αλλ' αφίχθησαν την επαύριον και άλλα 5 πολεμικά υδραϊκά και 2 πυρπολικά· αφίχθησαν την 19 και 2 άλλα πυρπολικά, εν οίς και το υπό τον Κανάρην· ηνώθησαν την 20 και τα σπετσιωτικά και 5 ψαριανά, και έπλευσαν την επιούσαν τα μεν εις Λέρον τα δε εις Λειψώ, όπου ήλθαν την επαύριον επί τουρκικής λέμβου 13 Κάσσιοι, φυγόντες από του εν Κω εχθρικού στόλου, μεθ' ων καί τις Τούρκος Κρης· διέμεινε δε ο ελληνικός στόλος εντός των ρηθέντων δύο λιμένων μέχρι της 28. Εν τω διαστήματι δε τούτω ανήχθησαν όλα τα πολεμικά και φορτηγά πλοία του εχθρού από του Μπουδρουμίου και της Κω φέροντα τα στρατεύματα και πλέοντα προς την Κρήτην. Εν μέσω δε των πολεμικών έπλεαν τα φορτηγά.