Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Part 13

Chapter 1352 wordsPublic domain

Την δε 24 εξέπλευσαν 15 πολεμικά σπετσιωτικά και έν πυρπολικόν υπό τον Κολανδρούτσον, ηγκυροβόλησαν την 27 εις Κολώνας και ανήχθησαν μετά τρεις ημέρας· ηυξήθη δε ο αριθμός αυτών μετ' ολίγον εις 28. Την δε 27 εξέπλευσαν 27 υδραϊκά πολεμικά και πυρπολικά αποτελούντα την πρώτην μοίραν υπό τον Σαχτούρην· ητοιμάζετο δε μετά πολλής σπουδής να εκπλεύση και η δευτέρα υπό τον Μιαούλην. Την 30 εξημερώθη η υπό τον Σαχτούρην έξωθεν της Ικαρίας και είδε 40 μικρά πλοία, εν οίς και 20 σακολέβας, πλέοντα υπό τουρκικήν σημαίαν προς την Σάμον και φέροντα δισχιλίους εις αποβίβασιν προς το μέρος του Καρλοβασίου. Προπλέοντα δε τρία πλοία της μοίρας ταύτης και δύο σπετσιωτικά έπεσαν επί τα φανέντα εχθρικά, δύο σακολέβας κατεπόντισαν και δύο άλλας συνέλαβαν, τους δε εν αυταίς έσφαξαν. Εν τω μεταξύ δε τούτω επλησίασαν και τα λοιπά, και τότε όλα τα εχθρικά πλοιάρια καταδιωκόμενα ηναγκάσθησαν τα μεν να πέσωσιν εις την πλησιεστέραν ξηράν, τα δε να καταφύγωσιν εις άλλα παράλια. Επί της συγκρούσεως δε ταύτης εφονεύθησαν εκ των Ελλήνων 5 και επληγώθησαν 9. Την δε επαύριον έπλευσεν η μοίρα υπό εύδιον άνεμον προς την παραλίαν, όπου, ως ειδοποιήθη, διάφορα πλοιάρια παρελάμβαναν στρατεύματα· αλλ' η είδησις δεν ήτον αληθής· εκείθεν έπλευσε παρά το στόμιον του πορθμού κατά την Μυκάλην, όπου και ηγκυροβόλησεν· αλλ' ανήχθη μετ' ολίγον ιδούσα επί των αντικρύ βουνών και των παραλίων πλήθη στρατευμάτων, εντός δε δύο λιμενίσκων σωρούς πλοιαρίων ετοίμων να μεταβιβάσωσι τα στρατεύματα ταύτα εις Σάμον· ήσαν εν αυτοίς και δύο βρίκια, άτινα άμα είδαν τα ελληνικά πλοία επερχόμενα, έκοψαν τας αγκύρας και έτρεξαν υπό την σκέπην του μεγάλου στόλου ελλιμενίζοντος όπισθεν του κατά το ακρωτήριον της αγίας Μαρίνας ερημονησίου. Προχωρήσασα βαθύτερον η μοίρα είδεν άλλα πλοιάρια προσωρμισμένα, και άλλα στρατεύματα συσσωρευμένα επί των παραλίων και των πλησίον λόφων έτοιμα εις μεταβίβασιν. Επλησίασαν τότε τρία των πλοίων προς την ξηράν, έν αυτών έρριψε μίαν κανονίαν, και εν τω άμα ετράπησαν οι επί της παραλίας εχθροί και ανέβησαν εις τους λόφους. Επόδισε μετά τούτο η μοίρα και έρριψεν άγκυραν αυθημερόν όπου και πρότερον. Αφ' ού δε παρετήρησεν ο εχθρός ότι, εν όσω τα ελληνικά πλοία κατείχαν την θέσιν εκείνην, η μετάβασις των στρατευμάτων εδυσκολεύετο, 18 πλοία της πρώτης τάξεως έπλευσαν, περί την δ' ώραν επί τα ελληνικά. Ο Σαχτούρης διέταξε να ναυμαχήσωσιν οι περί αυτόν επ' αγκύρας· εναυμάχησαν μετά μεσημβρίαν καθ' όν τρόπον διέταξε· πολλοί εκατέρωθεν κανονοβολισμοί αλλ' αποτέλεσμα ουδέν· προς δε το εσπέρας, αφ' ού ώρμησαν δύο πυρπολικά, το του Ρομπότση και το του Τσάπελη, το μεν εις μίαν φρεγάταν το δε εις μίαν κορβέτταν, εφοβήθησαν οι εχθροί και απεμακρύνθησαν· επανήλθαν και την επαύριον. Οι Έλληνες τους εδέχθησαν επ' αγκύρας ως και την προτεραίαν. Τρεις ώρας εναυμάχησαν, και πάλιν πολύς κανονοβολισμός και αποτέλεσμα ουδέν, έως ου ανήχθησαν τέσσαρα πυρπολικά, άτινα μόλις είδαν οι εχθροί επιπλέοντα απεμακρύνθησαν και ούτως έπαυσεν η δευτέρα ναυμαχία. Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου ήλθαν εις χαιρετισμόν του αντιναυάρχου ο αρχιερεύς της Σάμου, ο Λυκούργος και άλλοι πρόκριτοι· τους αντεπεσκέφθη και ο αντιναύαρχος επί της ξηράς, όπου υπεδέχθη μετά μεγίστης τιμής. Αυθεσπερί δε ήλθαν όπου τα υδραϊκά πλοία και τα 28 σπετσιωτικά και έν ψαριανόν. Την 4 έπλευσε και τρίτην φοράν ο εχθρικός στόλος επί τον ελληνικόν· κανονοβολών δε αυτόν εκανονοβόλει συγχρόνως και τα επί της νήσου κανονοστάσια και αντεκανονοβολείτο. Εν τούτοις ανήχθησαν 17 των ελληνικών πολεμικών και διετάχθησαν και τα πυρπολικά να κινηθώσιν, αλλ' ουδέν εκινήθη· και οι μεν πλοίαρχοι ητιώντο τα πληρώματα, τα δε πληρώματα τους πλοιάρχους. Εις μάτην δε ο αντιναύαρχος έτρεχεν από πυρπολικού εις πυρπολικόν και εκάλει τους εν αυτοίς εις εξόρμησιν. Καλή τύχη έφθασε κατ' αυτήν την ώραν ο Κανάρης, υπήκουσε μετά χαράς, και τότε το πυρπολικόν αυτού και τα 17 πολεμικά υδραϊκά και σπετσιωτικά ώρμησαν εις το μέσον των εχθρικών και δεν επόδισαν ειμή αφ' ού ηναγκάσθησαν τα εχθρικά όλα ν' απομακρυνθώσιν. Η τρίτη αύτη ναυμαχία διήρκεσε πέντε ώρας. Εν τούτοις τα επί της ξηράς πολυπληθή στρατεύματα έβλεπαν αυτοψεί την καταισχύνην του μεγάλου στόλου των καταδιωκομένου και φεύγοντος και ωλιγοψύχουν. Ο ατυχής στόλος εκινήθη και τετάρτην φοράν κατά του ελληνικού την επαύριον, και τα μεν των πλοίων αυτού επροσπάθουν, πνέοντος ολίγου ανατολικού ανέμου, να επιπέσωσι διά του μεταξύ του ανατολικού ακρωτηρίου της Σάμου (Κολώνες) (β) και της αγίας Μαρίνας πορθμού φυλαττομένου υπό των Σπετσιωτών, τα δε διά του αριστερού μέρους φυλαττομένου υπό των Υδραίων. Καλή τύχη εφιλοτιμήθησαν και οι πυρποληταί όλοι ημέραν εκείνην και εκινήθησαν πρόθυμοι. Πρώτος ο Τσάπελης ώρμησεν εις μίαν μεγάλην φρεγάταν πλέουσαν μεταξύ του ακρωτηρίου της Σάμου και της αγίας Μαρίνας. Ο πυρπολητής ούτος προσέπλευσεν εντός βολής πιστόλας, αν και βροχηδόν έπιπταν εντός του πυρπολικού του οι μύδροι και τα βόλια της φρεγάτας. Αλλ' εν ώ επρόκειτο να το κολλήση, τινές των ναυτών του, ιδόντες τους εχθρούς ετοιμάζοντας τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν της φρεγάτας, και υπολαβόντες ότι ήρχοντο εις αφαρπαγήν του εφολκίου, εδειλίασαν, και εμβάντες δρομαίοι εις αυτά άφησαν επί του πυρπολικού τον πλοίαρχον πηδαλιουχούντα, απειλούντες ότι θα έκαιαν και το πλοίον και αυτόν, αν δεν τους ηκολούθει. Τόση δε δειλία παρά συνήθειαν κατέλαβε τους ναύτας, ώστε θα έπιπτε το πλοίον εις χείρας των εχθρών, αν δεν επρόφθανε να το καύση ο πλοίαρχος καύσας εκ της πολλής βίας και τα πρόσωπόν του και την χείρα του· αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσεν ο γενναίος αλλ' ατυχής Τσάπελης, το κατώρθωσε μετά μίαν ώραν ο επιδεξιώτατος Κανάρης. Ούτος, καθ' ην ώραν ηγωνίζετο η φρεγάτα να κάμψη το ακρωτήριον, έστησε το πυρπολικόν του έμπροσθέν της, ώστε, αν η φρεγάτα επροχώρει, αδύνατον ήτο να διαφύγη τας φλόγας του· εις αποφυγήν δε του δεινού έστρεψε την πρώραν προς τα παράλια της Ασίας, και καταδιωκομένη υπό του πυρπολικού ηναγκάσθη να πλεύση προς τον πλησιέστερον κρημνόν· αλλά πριν πέση έξω, την επρόφθασε το πυρπολικόν και περιεπλέχθη· η φρεγάτα κατήντησεν ακυβέρνητος, και οι πλείστοι των εν αυτή, πεσόντες εις την θάλασσαν, εξεκολύμβουν. Εν τοσούτω αι φλόγες διεδόθησαν εις αυτήν, άναψε μετ' ολίγον και η πυριτοθήκη, και τότε κανόνια, κατάρτια, κεραίαι, σφαίραι, ξύλα, σίδηρα ετινάχθησαν όλα εις τον αέρα, και πολλά αυτών έπεσαν εν μέσω των επί της ξηράς στρατευμάτων και άλλους μεν εφόνευσαν, άλλους δε επλήγωσαν. Εφονεύθησαν και δύο ναύται του πυρπολικού υπό των τουφεκιών των επί της ξηράς· οι δε απομείναντες εν τη φρεγάτα οι μεν συνεκάησαν, οι δε επί των κυμάτων φερόμενοι εζωγρήθησαν και εσφάγησαν. Ο εχθρός, αν και εξεθαμβήθη επί τοις παθήμασί του, δεν απηλπίσθη και ανεστράφη· αλλ' αντέστη σφοδρώς η εκ σπετσιωτικών πλοίων αριστερά πτέρυξ, εν οίς διεκρίθη το υπό τον Ανάργυρον Λεμπέσην. Το δειλινόν περιέπλεξεν ο Βατικιώτης το πυρπολικόν του εις δικάταρτον τουνεζινικόν 20 κανονίων και το έκαυσεν· συνελήφθη δε καί τις εν αυτώ πασάς Τουνεζίνος προφθάσας και ριφθείς εις την θάλασσαν. Μετά δύο ώρας άλλοι πυρποληταί, ο Δημήτρης Ραφαλιάς και ο Λέκας Ματρόζης περιέπλεξαν τα πυρπολικά των είς τινα φρεγάταν και την έκαυσαν. Ερρίφθησαν και δύο άλλα μετά ταύτα, αλλ' εκάησαν μη καύσαντα. Απελπισθείς επί τέλους ο εχθρικός στόλος απεμακρύνθη περί την α' ώραν της νυκτός κατά το Αγαθονήσι· η δε φθορά, ην έπαθε την ημέραν εκείνην, και η εντεύθεν καταισχύνη εφαίνοντο ματαιώσασαι την εις Σάμον απόβασιν· και τα μεν στρατεύματα διεσκορπίσθησαν, ο δε στόλος κατέπλευσεν εις Πάτμον και Καρέναν, και μετ' ολίγας ημέρας μεθώρμησεν εις Κων όπου ανεμένετο ο αιγύπτιος (γ).

Η λαμπρά αύτη και σωτηριώδης ναυμαχία ενέπλησε θάρρους τας καρδίας των Ελλήνων και τους παρηγόρησε διά την καταστροφήν της Κάσσου και των Ψαρών. Εξ όσων δε κατώρθωσεν ο ελληνικός στόλος εις προφύλαξιν της Σάμου εξάγεται, ότι δεν κατεστρέφοντο ίσως ουδέ τα Ψαρά, αν υπερασπίζοντο επί της θαλάσσης (δ).

Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο ο στόλος κατά των Ψαρών και της Σάμου, εκινούντο και στρατεύματα προς την Ανατολικήν Ελλάδα. Ο φοβερός ως ηγεμών της Μακεδονίας Αβδουλαβούτης δεν ευδοκίμησεν ως Ρούμελη-βαλεσής και διεκρίθη μόνον διά την ωμότητά του. Ο σουλτάνος τον εκάθηρεν, αρχομένου του έαρος του έτους τούτου, και αντικατέστησε τον Δερβήσ -πασαν. Διετάχθη ούτος να στρατολογήση 30,000, αλλ' ούτε το ήμισυ εδυνήθη να συνάξη· είχε δε υπό την οδηγίαν του τον Ισούφπασαν Μπερκόφτσαλην και τον εκ Δίμπρας Αμπάτπασαν. Μεσούντος δε του Ιουνίου, εστρατοπέδευσε πανστρατιά εις Λιανοκλάδι υπό κακούς οιωνούς. Δύο τρεις ημέρας πρότερον είχε στείλει εκεί υπό φύλαξιν ενόπλων πολλά κιβώτια φυσεκίων εις χρήσιν του στρατού, αλλά την νύκτα έπεσε κεραυνός εις τον πύργον, όπου τα πολεμεφόδια εφυλάττοντο, τα έκαυσεν όλα, και συνέκαυσε καί τινας των φυλασσόντων αυτά.

Στρατοπεδεύσας δε ο Δερβήσπασας εις Λιανοκλάδι έστειλε μετά τινας ημέρας εις Γραβιάν υπό τους δύο άλλους πασάδας εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους ιππείς, ίνα εισβάλωσι δι' εκείνης της οδού εις Σάλωνα· διέταξε και τον Καρύστιον Ομέρπασαν και τον εν Πρεβέζη Βρυώνην να εισβάλωσι και ούτοι συγχρόνως ο μεν εις Αττικήν ο δε εις Ακαρνανίαν, συνελθόντα δε όλα τα στρατεύματα εις Ναύπακτον να μεταβώσιν όπου τα πράγματα τα ωδήγουν. Αλλά τα σχέδια των Τούρκων ήσαν ως και τα των Ελλήνων, γραπτά μάλλον ή πρακτά.

Τας αυτάς δε ημέρας συνενωθέντες οι εν Ρίω, Αντιρρίω και Ναυπάκτω Τούρκοι, ως πεντακόσιοι, ώρμησαν εις την επαρχίαν Λιδωρικίου, και ευρόντες μέρος του στρατεύματος της επαρχίας ταύτης εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη υπό τον οπλαρχηγόν του Καλτσά, Τριαντάφυλλον, συνεκρούσθησαν, και μη δυνηθέντες να προχωρήσωσιν ωπισθοδρόμησαν. Εκ των Ελλήνων 6 εφονεύθησαν και 11 επληγώθησαν.

Γνωσθείσης δε της μελετωμένης εις Σάλωνα εισβολής, ανηγέρθησαν, διαταγή του Πανουργιά, κατά την μεταξύ Σαλώνων και Άμπλιανην 10 δυνατοί προμαχώνες· αλλ' ολιγάριθμον ήτον ως προς την ανάγκην το τάγμα του Πανουργιά. Καλή τύχη συνήλθαν εις την θέσιν εκείνην και άλλα τάγματα υπό τον Γεωργάκην Δράκον, τον Γιώτην Δαγκλήν, τον Διαμάντην Ζέρβαν και τον Περραιβόν. Έστειλε και ο Λόντος υπό τον Παναγιώτην Νοταράν 200 στρατιώτας, και επί μισθοδοσία δέκα χιλιάδων γροσίων έπεισε και τους περί τον Κίτσον Τσαβέλλαν, εκ Μεσολογίου εις Πελοπόννησον ερχομένους και διαβαίνοντας την Σεργούλαν, να μεταβώσι και ούτοι εις την θέσιν εκείνην· ήσαν δε όλοι οι υπερασπισταί της εννεακόσιοι. Ιούλιος Την 8 ιουλίου μέρος του εχθρικού στρατού εξ Αλβανών και υπό την οδηγίαν του Αμπάζπασα επάτησε την επαρχίαν του Λιδωρικίου, ήρπασεν οκτακισχίλια πρόβατα και μίαν εκατοστύν ίππων, ηκροβολίσθη μετά του εν Μουσινίτσα υπό τον Σκαλτσάν τάγματος ενδυναμωθέντος και παρά τινων Κραββαριτών υπό τον Σαφάκαν και επανήλθεν εις το στρατόπεδόν του. Την νύκτα δε της 13 εξεστράτευσαν όλοι οι εν Γραβιά σύροντες και δύο κανόνια, και εξημερώθησαν εις του Σανδάλη το μνήμα, μίαν ώραν μακράν της Άμπλιανης, και την γ' ώραν της ημέρας έπεσαν επί τους κατέχοντας την θέσιν εκείνην Έλληνας· και κατ' αρχάς μεν πυροβολούντες, μετ' ολίγον δε ξιφήρεις, ηγωνίζοντο ν' ανοίξωσιν ην επρόλαβαν οι Έλληνες και έφραξαν οδόν, ενρίψαντες κορμούς δένδρων. Γενναίως υπεράσπισαν τας θέσεις των οι Έλληνες, αντέκρουσαν τους εχθρούς και πολλάκις εφορμήσαντας τους απώθησαν· αλλ' ανένδοτοι ήσαν οι εχθροί και αμφιρρεπής η μάχη μέχρι της εσπέρας, καθ' ην ελθούσα επικουρία υπό τον Χαλμούκην έπεσεν επί την αριστεράν πτέρυγα του εχθρού, την έβαλεν εις αταξίαν, και διά της θερμής συνεργείας των Σουλιωτών πολεμούντων προς εκείνο το μέρος την έτρεψεν. Η τροπή της αριστεράς πτέρυγος επέφερε την του κέντρου· μόνη η δεξιά αντείχε και στενώς επολιόρκει τον προμαχώνα, εν ώ ήτον ο Νάκος Πανουργιάς· αλλ' αφ' ού ενύκτωσεν, ετράπη και αύτη μη δυναμένη μόνη ν' ανθέξη. Οι Έλληνες έτρεξαν κατόπιν των εχθρών, επήραν τα δύο κανόνια, πολλά όπλα, πολεμεφόδια, ίππους, σημαίας, και την σκηνήν του Μπερκόφτσαλη. 37 Έλληνες και πάμπολλοι Τούρκοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, πολλοί δε κατεκρημνίσθησαν επί της διά των στενοτοπιών φυγής των ωθούντες και ωθούμενοι, και προτιμώντες τον θάνατος της αιχμαλωσίας· απόδειξις δε της μεγάλης φθοράς των εχθρών είναι, ότι τα στρατεύματα, επανελθόντα εις Γραβιάν, δεν επεχείρησαν νέαν εισβολήν. Εφονεύθη την ημέραν εκείνην και ο γνωστός Μπέης της Θράκης, Σουλεϊμάνης.

Καθώς δε προεσχεδιάσθη, απέβη κατ' αυτάς και ο Καρύστιος Ομέρης εις Ωρωπόν μετά των εν Ευβοία δισχιλίων γενιτσάρων και χιλίων άλλων και ελεηλάτει τα πέριξ. Ο δε Γκούρας, ο προ ενός μηνός διορισθείς παρά της κυβερνήσεως φρούραρχος Αθηνών, Ιούλιος εξεστράτευσε την 3 Ιουλίου μετά 600, και την επαύριον κατέλαβε το άνωθεν της πεδιάδος του Μαραθώνος παλαιότειχον. Την 5 επήλθαν οι εχθροί και ηκροβολίσθησαν, επανελήφθη η μάχη και την 6, και οι Τούρκοι έρριψαν 50 κανονίας, και δις και τρις εφώρμησαν, αλλ' απεκρούσθησαν. Ήλθεν εν τω μεταξύ τούτω επικουρία υπό τον Ευμορφόπουλον και άλλους, και τότε έπεσαν όλοι επί τους εχθρούς, τους έτρεψαν και εις σημείον της νίκης έστειλαν εις Αθήνας 30 κεφαλάς και 2 σημαίας. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν Έλληνες επανήλθαν εις την πόλιν, οι δε Τούρκοι μετέβησαν εις Καπανδρίτι περιφερόμενοι επί αρπαγή και αιχμαλωσία. Την δε 20 ήλθαν εγγύς της πόλεως 600 ιππείς· αλλ' εξορμήσαντες οι Έλληνες υπό τον κανονοβολισμόν της ακροπόλεως τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι διά της Κυφησίας. Την 3 αυγούστου προσήγγισαν αύθις οι ιππείς, εξήλθαν τότε και οι Έλληνες οι μεν έφιπποι οι δε πεζοί, συνήψαν μάχην περί τας στήλας του Ολυμπίου Διός, και απεδίωξαν πάλιν τους εχθρούς. Μετά τρεις δε ημέρας εξεστράτευσαν οι Έλληνες, και απαντήσαντες τους εχθρούς μεταβαίνοντας εις Κάλαμον έβαλαν εις αταξίαν τους πεζούς και εζώγρησαν καί τινα σκευοφόρα ζώα, αλλ', επιστραφέντων των ιππέων, ετράπησαν οι Έλληνες, και παρ' ολίγον εζωγρήθη και ο Γκούρας. Την αυτήν νύκτα ανεχώρησαν οι Τούρκοι εις Εύβοιαν κακώς έχοντες διά την επισκήψασαν εις το στρατόπεδον δεινήν δυσεντερίαν εκ της βρώσεως των αώρων καρπών. 30 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν επί της εκστρατείας ταύτης, ήτις διήρκεσε πέντε εβδομάδας. Ο δε Ομέρης, επανελθών εις τα ίδια, απέπεμψε τους φιλοταράχους γενιτσάρους εις Βώλον.

Εν ώ δε η Ανατολική Ελλάς ήτον εις θέσιν αμυντικήν, η Δυτική έλαβεν επιθετικήν.

Περί τα τέλη μαΐου συνήλθαν οι πλείστοι των οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος εις την επαρχίαν του Βάλτου κατά την μεγάλην Φτέρην, όπου συγκροτήσαντες συμβούλιον περί εκστρατείας εις Άρταν, απεφάσισαν να εισβάλωσιν εν πρώτοις εις Ραδοβίτσι προς διέγερσιν των πλησιοχώρων χριστιανικών λαών. Μετά την απόφασιν ταύτην χίλιοι εκλεκτοί στρατιώται υπό τους στρατηγούς Τσόγκαν και Ράγκον και τους χιλιάρχους Αναγνώστην Καραγιάννην και Δήμαν Τσέλιον ήλθαν την Ιούνιος 1 ιουνίου επί των ορίων της επαρχίας εκείνης. Ο δε οπλαρχηγός αυτής Δημήτρης Μπακόλας, υιός και διάδοχος του περιφήμου Γώγου αποθανόντος, ανέτοιμος ν' αντισταθή και απρόθυμος να ενωθή, έσπευσε να παρακαλέση τον Τσόγκαν να μη προχωρήση έως ου απήλλαττε των χειρών των εν Πρεβέζη Τούρκων τον αδελφόν του· υπέσχετο δε να συμπράξη τότε. Εισήκουσεν ο Τσόγκας την δέησίν του υποθέσας αυτήν ειλικρινή· αλλ' ούτος, αντί να λυτρώση τον αδελφόν του, έφερε Τούρκους και κατέλαβαν αίφνης την Σκουλικαριάν. Ιδόντες οι περί τον Τσόγκαν και Ράγκον ότι ηπατήθησαν, ερρίφθησαν επ' αυτούς την 3, απεδίωξαν τους Τούρκους και τον Μπακόλαν, και διώρισαν οπλαρχηγόν τον Κώσταν Οικονόμου. Διαιρεθέντες δε εις δύο σώματα επροχώρουν προς τα υπό την οπλαρχηγίαν του Κουτελίδα Τσουμέρικα, σκοπεύοντες να επαναστατήσωσι την επαρχίαν εκείνην· αλλ', εν ώ ούτοι επροχώρουν, οι Τούρκοι εκυρίευσαν την Σκουλικαριάν, έζωσαν τον νέον οπλαρχηγόν Κώσταν, και την 9 εκίνησαν κατά του Τσόγκα εις Ξωδάκτυλον, κατέλαβαν τον αντικρύ του στρατοπέδου εκείνου λόφον, συνήψαν μάχην και ηνάγκασαν τους Έλληνας να επανέλθωσιν όλοι εις Βάλτον άπρακτοι, μήτε του Ραδοβιτσίου μήτε των Τσουμερίκων τους κατοίκους ευρόντες συμπράκτορας.

Ιούλιος Μεσούντος δε του ιουλίου ήλθεν είδησις, ότι οι Τούρκοι συνήρχοντο εις Κομπότι επί εισβολή εις την Ακαρνανίαν υπό τον Βρυώνην, καθώς προδιέταξεν ο Δερβήσης. Εις αποφυγήν δε των εντεύθεν δεινών οι περί τον Μαυροκορδάτον εβουλεύθησαν να συγκροτήσωσι γενικόν στρατόπεδον, να επισκευάσωσι και ενδυναμώσωσι το οχύρωμα του Μεσολογγίου, να προετοιμάσωσι τόπον εις ασφάλειαν γυναικών και παιδίων, και να προλάβωσι και πατήσωσι τα χώματα των εχθρών. Και κατάλληλος μεν τόπον εις στρατοπέδευσιν εθεώρησαν το Λιγοβίτσι· τα δε εις οχύρωσιν του Μεσολογγίου ανέθεσαν εις τον Κοκκίνην χορηγήσαντές τω τα αναγκαία· ως τόπον δε ασφαλείας ητοίμασαν, υπό φρουράν Προυσιωτών ηγουμένου του Γουβέλη, την μεταξύ του Αποκούρου, των Κραββάρων και του Καρπενησίου Αποκλείστραν δεκακισχιλίας ψυχάς εν καιρώ ανάγκης χωρούσαν, δι' αποτόμων εξασφαλιζομένην βράχων και μόνην βατήν έχουσαν την ανατολικοβόρειον πλευράν, ην ωχύρωσαν πυλώσαντες την εξάποδον είσοδόν της.

Περί δε την 20 πεντακισχίλιοι Αλβανοί, ιππείς και πεζοί, απέβησαν εις Καρβασαράν υπό την οδηγίαν του Βρυώνη και μετέφεραν και δύο κανόνια· αλλ' ο μηδέποτε διαλείπων ούτος και αείποτε ατυχής εν ταις ετησίαις εις την Δυτικήν Ελλάδα εκστρατείαις του πασά, ούτε δύναμιν ούτε θέλησιν είχε να προχωρήση· εταράττετο δε και διά τα εν τη πατρίδι του, Αλβανία, επικρατούντα εμφύλια κακά, και υπώπτευε μη πάθη επί της απουσίας του η ηγεμονεία του· εν ώ δεν εστρατολόγησε δε και δεν εξεστράτευσεν ειμή ότ' επανειλημμένως και αυστηρώς διετάχθη φοβούμενος μη κατατρεχθή ως απειθής.

Οι δε Έλληνες, συνειθίσαντες ν' αντιπαρατάττωνται προς στρατόπεδα εχθρών πολυαριθμότερα έδραμαν πρόθυμοι όπου διετάχθησαν, και οι μεν κατέλαβαν το Λιγοβίτσι, όπου ήλθε την 31 και ο Μαυροκορδάτος, οι δε το Βέρσοβον, και άλλοι έπεσαν εκ νέου εις Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα προς αντιπερισπασμόν. Ουδέν άξιον λόγου συνέβη μεταξύ των δύο στρατοπέδων μέχρι της 26 αυγούστου, καθ' ην οι Τούρκοι νυκτοπορήσαντες έπεσαν αίφνης εις Βραχώρι, ήρπασαν ζώα, ηχμαλώτευσαν 25 γυναίκας, απεκεφάλισαν 40 αόπλους άνδρας, και επανελθόντες εις τα ίδια έστειλαν τας κοπείσας κεφαλάς προς τον Δερβήσην ως κεφαλάς ενόπλων εχθρών. Την δε 23 σεπτεμβρίου οι εκστρατεύσαντες προς το Ραδοβίτσι και Τσουμέρικα, ως χίλιοι, προσέβαλαν τους εχθρούς πλησίον του Βουλγαρελίου, και τρέψαντες αυτούς τους κατεδίωξαν μέχρι του χωρίου φονεύσαντες 20· εκ δε των Ελλήνων δύο εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν. Εν τοσούτω, επειδή τα κινήματα του Δερβήση και του Καρυστίου Ομέρη δεν ευδοκίμησαν, τα δε εν Αλβανία εμφύλια κακά υπερεπερίσσευσαν και μετεδόθησαν και εις το εν Καρβασαρά στρατόπεδον, όπου καθ' ημέραν συνέβαιναν αλληλομαχίαι και λειποταξίαι, επέκειτο δε και ο χειμών, διελύθη την 6 νοεμβρίου το υπό τον Βρυώνην στρατόπεδον, και οι συγκροτούντες αυτό επανήλθαν διά του Μακρυνόρους εις τα ίδια, μηδενός εναντιωθέντος επί της διά των στενών πορείας των. Ουδέποτε εχθροί παραστρατοπεδεύοντες εφάνησαν τόσον αφιλοπόλεμοι και τόσον αδρανείς.

Μην ολόκληρος παρήλθε μετά την μάχην της Άμπλιανης, και ουδεμία σύγκρουσις των κατ' εκείνο το μέρος δύο στρατοπέδων εγένετο. Εκ της τοιαύτης απραξίας των εχθρών θαρρυνθέντες διακόσοι Ηπειρώται υπό τον Λάμπρον Βέικον και άλλους εκίνησαν την 12 αυγούστου επί σκοπώ να πέσωσιν αίφνης εις τα εν Γραβιά χαρακώματα αυτών· αλλά φθάσαντας τους ενόησαν οι Τούρκοι. Φυγόντες άπρακτοι και νυκτοπορούντες εξημερώθησαν έξωθεν του Ζητουνίου προς τα Καλύβια, όπου ήτο πύργος και εν αυτώ μία εκατοστύς οπλοφόρων Τούρκων υπερασπιζόντων τους εκεί θεραπευομένους ασθενείς και πληγωμένους· ήτο δε εντός του χωρίου εκείνου και πολυάριθμον βουκόλιον. Εκρύβησαν οι Έλληνες την ημέραν· ελθούσης δε της νυκτός, ο μεν Βέικος καί τινες των περί αυτόν εκύκλωσαν τον πύργον, οι δε λοιποί ελαφυραγώγουν το χωρίον. Εδοκίμασαν οι εν τω πύργω να εξέλθωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν και έπεσαν καί τινες αυτών. Αφ' ού δε οι λαφυραγωγοί απεμακρύνθησαν του χωρίου βοηλατούντες, ανεχώρησαν πολεμούντες και οι πολιορκηταί του πύργου εξ ών εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 11· εχύθη αίμα εχθρικόν και εντός του χωρίου.