Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
Part 11
Παρευρίσκετο εν τη συνελεύσει του Μεσολογγίου ο οπλαρχηγός ούτος, όστις μετά την διάλυσιν αυτής μετέβη εις Ανατολικόν ασθενών, και διέμεινεν εκεί χάριν θεραπείας και αφ' ού εξεστράτευσαν οι άλλοι οπλαρχηγοί· εφαίνετο δε δυσηρεστημένος, διότι και ο προσδιορισθείς αριθμός των υπομισθίων στρατιωτών του ήτον ολίγος, και συχνάκις επεπλήττετο διά τας καθημερινάς αταξίας των υπ' αυτόν. Την 19 μαρτίου δύο μονοξυλιάραι Μεσολογγίται, αφ' ού ελογομάχησαν μετά του ανεψιού του επανερχομένου εκ Μεσολογγίου εις Ανατολικόν, τον ερράπισαν και έγειναν άφαντοι. Την επαύριον έστειλεν ο Καραϊσκάκης στρατιώτας εις Μεσολόγγι προς εύρεσιν και σύλληψιν αυτών· μη ευρόντες δε αυτούς οι στρατιώται ήρπασαν δύο των προκρίτων και τους έφεραν εις Ανατολικόν. Έστειλε συγχρόνως ο Καραϊσκάκης και άλλους των στρατιωτών του και κατέλαβαν απροσδοκήτως την νύκτα το Βασιλάδι, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά πλοία προ ολίγων ημερών εκπλεύσαντα των Πατρών. Συγχρόνως εξήλθαν της Ναυπάκτου και τριακόσιοι Τούρκοι και επροχώρησαν, εις την κακήν Σκάλαν· ήξευρε δε η αστυνομία ότι ο Κωνσταντίνος Βουλπιώτης είχεν υπάγει εις Ιωάννινα, συναινέσει του Καραϊσκάκη, προς τον Βρυώνην και επέστρεψε προ ολίγων ημερών. Ταύτα έδωκαν σφοδράς υπονοίας επιβουλής, και εις αποτροπήν παντός απευκταίου διέταξεν η διοίκησις και κατελήφθησαν αμέσως τα κανονοστάσια της πόλεως ως εν ώρα πολέμου, εδυναμώθη η φρουρά της, εκρατήθησαν οι εν Μεσολογγίω άνθρωποι του υπόπτου οπλαρχηγού, εστάλησαν ένοπλα πλοιάρια εις πολιορκίαν του Βασιλαδίου, το εν Ξηρομέρω στράτευμα ανεκλήθη, και διετάχθη ο Καραϊσκάκης ν' απολύση τους συλληφθέντας προκρίτους· τους απέλυσε και ανεκάλεσε και τους καταλαβόντας εν ονόματι του το Βασιλάδι· απελύθησαν και οι εν Μεσολογγίω κρατηθέντες άνθρωποί του. Τούτων δε γενομένων, συνελήφθη ο Βουλπιώτης, μετέβησαν ο Μαυροκορδάτος και οι εν Μεσολογγίω οπλαρχηγοί εις Ανατολικόν, και μετά δύο ημέρας εισήλθεν εις την αυτήν πόλιν όλον το κατά το Ξηρόμερον στράτευμα εκ 1500. Ο δε Καραϊσκάκης ετέθη υπό το κράτος του νόμου, και διωρίσθη επιτροπή, τόπον επέχουσα στρατοδικείου, εις δίκασιν αυτού κατηγορουμένου επί προδοσία. Η επιτροπή αύτη εξετάσασα εξέδωκε την 2 απριλίου πράξιν καταδικάζουσαν τον Καραϊσκάκην ως επίβουλον της πατρίδος και προδότην (γ). Μετά την έκδοσιν δε της πράξεως οι μεν Τσαβέλλαι, οι μόνοι των οπλαρχηγών οι υπερασπίζοντες τον κατηγορούμενον, τον εγκατέλιπαν· ούτος δε ανεχώρησεν εξ Ανατολικού ασθενών, εισέβαλεν εις το Ασπροπόταμον και ελεηλάτησέ τινα χωρία. Εκείθεν έστειλέ τινα προς τους Τούρκους ζητών καπητανάτον, αλλ' απέτυχεν εκληφθείς μυστικός εχθρός αυτών· αποδιωχθείς δε υπό των οπλαρχηγών εκείνου του μέρους κατά διαταγήν της τουρκικής Αρχής μετέβη εις Άγραφα· αποδιωχθείς και εκείθεν κατέφυγεν εις Καρπενήσι και εκλείσθη εν τη εκκλησία του αγίου Αθανασίου, δύο ώρας μακράν της πρωτευούσης της επαρχίας, αλλά και εκεί απεκλείσθη· απαλλαγείς δε κακείθεν, και πάντοθεν πολεμούμενος, έγραψε τω Μαυροκορδάτω απολογούμενος δι' όσα έπραξε και αιτούμενος συγγνώμην. «Δεν εξεύρω», έγραφεν, «αν ήναι από τα κρύα τα πολλά όπου αρρώστησα πάλιν, ή από τόσους αφορισμούς όπου μου εκάματε· και σε παρακαλώ να με συγχωρήση η διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί, και να μου σταλή και μία συγχωρητική ευχή από τον αρχιερέα». Αλλ' η αίτησίς του δεν εισηκούσθη· αποπεμφθείς δε και εκ της επαρχίας εκείνης επρόστρεξεν εις τον οπλαρχηγόν του Βάλτου Ίσκον, και επί τέλους και προς αυτήν την κυβέρνησιν, ήτις έχουσα χρείαν της υπηρεσίας του διά τας τότε εμφυλίους ταραχάς, τον εσυγχώρησε και τον επεριποιήθη. Αφ' ού δε απεμακρύνθη του Ανατολικού ο Καραϊσκάκης, εξήλθαν και τα εις αυτό εξ αιτίας του εισελθόντα τάγματα των Δυτικοελλαδιτών· ανεχώρησαν μετά ταύτα και τα των Σουλιωτών, πληρωθέντων των καθυστερούντων μισθών, τα μεν εις Γαστούνην τα δε εις Σάλωνα.
Καθ' όν δε καιρόν τα κατά τον Καραϊσκάκην απησχόλουν την Δυτικήν Ελλάδα, η Ανατολική ήτο και αύτη όλη εις πολιτικήν κίνησιν. Ο Νέγρης, αφ' ού έπεσεν επί του σχηματισμού της κυβερνήσεως της β' περιόδου, και δεν ανηγέρθη επί των εν Σιλήμνη συμβάντων, ανεχώρησεν εκ Πελοποννήσου, επρόσπεσεν εις τον μέχρι θανάτου αποστρεφόμενον αυτόν Οδυσσέα, έλαβε την άφεσίν του και προσηλώθη ως ιδιαίτερος σύμβουλός του μεθ' όλου του ζήλου ανδρός μετανοούντος. Θέλων δε ν' ανορθωθή και αυξήση και την δύναμιν και την επιρροήν του προστάτου του, τω επρότεινεν, επί της διαιρέσεως της Πελοποννήσου και του νομοτελεστικού και βουλευτικού, να εργασθώσιν εις ένωσιν όλης της στερεάς Ελλάδος διά συγκαλέσεως πληρεξουσίων αυτής, να ενισχυθώσι διά του τρόπου τούτου, και επί λόγω πάντοτε συνδιαλλαγής και εθνικών συμφερόντων να κατορθώσωσι τους σκοπούς των, γενόμενοι αναγκαίοι προς το έν ή το άλλο των αντιφερομένων κομμάτων. Προθύμως ησπάσθη ο Οδυσσεύς την γνώμην του Νέγρη και ησχολήθη εις πραγματοποίησίν της. Και οι δύο ούτοι εμίσουν τους πολιτικούς της Πελοποννήσου, ους απεκάλουν ολιγαρχικούς, και ηγάπων τους αντιπάλους των· αλλά δεν ήθελαν να δείξωσι τι επρέσβευαν πριν γνωσθή το αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου. Εν ώ δε ταύτα εμελέτων, συνέπεσεν η εις Ελλάδα άφιξις του Βύρωνος και του Στάνωπος. Έβαλαν τότε κατά νουν να εφελκύσωσιν αμφοτέρους. Κατ' εκείνον τον καιρόν περιώδευε την Ελλάδα κατά παραγγελίαν του λόρδου, ως είρηται, ο Τρελώνης. Αθλητού σώμα και καρδίαν είχεν ο Άγγλος ούτος και έχαιρεν ενδυόμενος και διαιτώμενος ως τα παλληκάρια της Ελλάδος. Ο Οδυσσεύς, όστις είχε τον σκοπόν του, τον έθελξε και τον ενθουσίασε διά του βίου και του τρόπου του. Μετά τινα δε καιρόν εδέχθη ο Οδυσσεύς και τον Στάνωπα εν Αθήναις. Ο ανήρ ούτος ηγάπα, ως είπαμεν, την ευταξίαν, την τακτοποίησιν της υπηρεσίας, την σύστασιν εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών καταστημάτων, την στερέωσιν εν Ελλάδι δημοκρατικών θεσμών, και την ύπαρξιν πανελευθέρου εφημεριδογραφίας. Ο οξυδερκής και πολυμήχανος Οδυσσεύς, ιδών τας κλίσεις αυτού, τον εφείλκυσεν υποκρινόμενος τον φιλόμουσον, τον υπερασπιστήν των δικαίων του λαού, τον φίλον της ελευθεροτυπίας, τον άσπονδον εχθρόν των μοναρχιών, τον φιλεύτακτον και τον αφιλοκερδή· ο δε Στάνωπ, αγνοών και τον χαρακτήρα και τους αληθείς σκοπούς του ανδρός, και έτοιμος να συντείνη εις ό,τι εθεωρείτο εθνοφελές, έπεισε τον Βύρωνα να παρευρεθή εις την συνέλευσιν, όπου εκλήθησαν και ο Μαυροκορδάτος και οι Δυτικοελλαδίται· αλλ' ο Μαυροκορδάτος, ειδώς τα του Οδυσσέως και του Νέγρη, προς ους δεινώς αντεφέρετο, και υφ' ων την επιρροήν συνεκροτείτο η συνέλευσις, ανέβαλε την προκειμένην μετάβασιν επί διαφόροις λόγοις. Απρίλιος Εν τοσούτω την 8 απριλίου εγένετο η έναρξις της συνελεύσεως, την δε επιούσαν απεστάλησαν τρεις εις Μεσολόγγι, εν οίς και ο Τρελώνης, φέροντες γράμματα προς τον Βύρωνα και τον Μαυροκορδάτον εις επιτάχυνσιν της μεταβάσεώς των· αλλ' ο μεν Βύρων έκειτο νεκρός, ο δε Μαυροκορδάτος απεποιήθη να μετατοπίση ως προσηλωμένος εις διόρθωσιν ων επέφεραν αίφνης κακών ο θάνατος του λόρδου, τα κατά τον Καραϊσκάκην, και η εις Ανατολικόν είσοδος των στρατευμάτων. Εν τούτοις, η κυβέρνησις παντού υπερίσχυεν· η βεβαία δε αύτη και εγγύς κρίσις των κυβερνητικών πραγμάτων εματαίωσε τον υποκρυπτόμενον σκοπόν της εν Σαλώνοις συνελεύσεως, ήτις, συνεδριαζόντων και δύο τριών αντιπροσώπων της Δυτικής Ελλάδος, απεπεράτωσεν ησύχως τας εργασίας της την 28, παραδεχθείσα σχέδιά τινα πολεμικά εις προφύλαξιν κατά το ενεστώς έτος της στερεάς Ελλάδος από εισβολών, τακτοποιήσασα ε π ί - χ ά ρ τ ο υ τα εσωτερικά του τόπου και κυρίως τα οικονομικά και δικαστικά, ορίσασα τα καθήκοντα των πολιτικών και στρατιωτικών, εκφρασθείσα κατά των ανταρτών και των τουρκιζόντων, και κηρυχθείσα υπέρ της κυβερνήσεως και της στερεώσεως των νόμων. Και ταύτα μεν τα εν Σαλώνοις.
Την δε 24 εισέπλευσαν τον αργολικόν κόλπον υπό γαλλικήν σημαίαν δύο πολεμικά πλοία, το μεν κορβέττα το δε δικάταρτον· και η μεν κορβέττα ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν των Μύλων, το δε δικάταρτον έπλεε προς την ακροναυπλίαν. Το πλοίον τούτο έφερε τον εν Μύλω υποπρόξενον της Γαλλίας καί τινα τραπεζίτην Αρμένιον. Η εν Μύλοις κυβέρνησις υπώπτευσε, και η υποψία της ήτο αληθής, ότι επρόκειτο να εξαγορασθώσιν εν αγνοία αυτής οι δύο εν Ναυπλίω αιχμάλωτοι πασάδες. Έξ κανονίας έρριψεν, εισπλέοντος του πλοίου τούτου, η έμπροσθεν των Μύλων ελληνική ναυαρχίς επί σκοπώ να το αποτρέψη το να παραβιάση τον αποκλεισμόν, αλλά το πλοίον δεν υπήκουσε και ηγκυροβόλησεν υπό την ακροναυπλίαν· ο δε πλοίαρχος της κορβέττας, παρ' ού η κυβέρνησις εζήτησε λόγον της παρακοής ταύτης, ηθέλησε να δικαιώση τον είσπλουν επί λόγω ότι σκοπόν είχεν ο πλοίαρχος ν' απαιτήση τι πρός τινα Γάλλον χρέος του πεσόντος νομοτελεστικού αντιπροσωπευομένου εν Ναυπλίω παρά του φρουράρχου Πάνου. Η κυβέρνησις απεδοκίμασεν εγγράφως πάσαν συγκοινωνίαν των πολιορκουμένων και των υπόπτων πλοίων, απαγόρευσε την επί οιωδήποτε λόγω παραλαβήν των πασάδων και διεμαρτυρήθη, αλλ' ούτε απάντησις εδόθη, ούτε το ύποπτον πλοίον μετετόπισεν. Η κυβέρνησις, ήτις δεν ήλπιζεν εκ της επιστολής της το ποθούμενον, έσπευσε να στείλη εις Ναύπλιον προς παρεμπόδισιν της απολύσεως των αιχμαλώτων τον φθάσαντα εις Άργος κατ' αυτάς Οδυσσέα· αλλά το ζήτημα τούτο ελύθη απροσδοκήτως άλλως πως. Απεστάτησαν την επελθούσαν νύκτα οι φυλάσσοντες τον θαλασσόπυργον Κολοκοτρωνικοί, απέβαλαν τον φρούραρχον Καβαδίαν, παρέδωκαν το φρούριον εις την κυβέρνησιν, και διαταγή αυτής το παρέλαβεν ο Ρόδιος, όστις παρήγγειλεν ευθύς τω Γάλλω πλοιάρχω εν ονόματι της κυβερνήσεως ν' αποπλεύση αμέσως, ει δε μη, θα εκανονοβολείτο. Απέπλευσε το δικάταρτον και μετ' ολίγον και η κορβέττα χωρίς να εκτελέσωσι τα σκοπούμενον· αλλά και ο Πάνος ουδαμώς συνήνεσεν εις την παράδοσιν των αιχμαλώτων.
Μαθών δε ο φρούραρχος ούτος όσα έπραξεν ο πατήρ του περί του φρουρίου τα εδέχθη προθύμως και τα επραγματοποίησεν, ειδώς ότι πάσα αντίστασις κατά της κυβερνήσεως έξωθεν έπαυσε, και ευρισκόμενος και αυτός εν πολλή στενοχωρία ένεκα της κατά ξηράν και κατά θάλασσαν πολιορκίας της πόλεως και της παραδόσεως του θαλασσοπύργου· Ιούνιος και την μεν 4 ιουνίου εξήλθαν αδεία της κυβερνήσεως οι επί της πολιορκίας της πόλεως εν αυτή διαμείναντες ομόφρονες και συμπράκτορές του, Ανδρέας Μεταξάς και Χαραλάμπης Περούκας· την δε 7 και αυτός ο Πάνος και ο αδελφός του. Εισήλθε δε αυθημερόν επιτροπή της κυβερνήσεως και δύναμις στρατιωτική και παρέλαβαν τα φρούρια. Μετέβησαν εκεί μετά τρεις ημέρας και οι εν Άργει διατρίβοντες βουλευταί. Οι δε νομοτελεσταί, οι καθ' όλον τούτο το διάστημα διατρίψαντες εν τοις πλοίοις, εισήλθαν την 12 εν συνοδία 350 υπό τον πολύκροτον κανονοβολισμόν των φρουρίων και της ναυαρχίδος· την δε επαύριον ανήγγειλαν παντού επισήμως τα συμβάντα, δοξάζοντες την εξ ύψους Πρόνοιαν, και κηρύττοντες ότι αι ταραχαί έπαυσαν, ότι τα εσωτερικά εξωμαλύνθησαν, και ότι τα εθνικά συμφέροντα ετέθησαν υπό την υπεράσπισιν των νόμων και την προστασίαν της κυβερνήσεως. Εν τούτοις, όλοι οι αντάρται κατέθεσαν τα όπλα και αναφοραί των ήρχοντο καθ' ημέραν αιτούντων την άφεσίν των. Η δε κυβέρνησις έδειξεν άκραν ανοχήν και ευμένειαν, εκήρυξε την 2 Ιουλίου γενικήν αμνηστείαν, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα και, κατά το λέγειν του νομοτελεστικού, υπό το κράτος του νόμου· αλλ' ούτε οι νόμοι εκραταιώθησαν, ούτε η Πελοπόννησος ειρήνευσεν.
1824
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'
&Αποστολή μέρους των δανείων εις Ελλάδα. — Έκπλους του Οθωμανικού στόλου. — Σχέδια του σουλτάνου και του σατράπου της Αιγύπτου Μεχμέτ-Αλή εις αναδούλωσιν όλης της Ελλάδος. — Καταστροφή Κάσσου και Ψαρών. — Νίκαι κατά θάλασσαν των Ελλήνων παρά την Σάμον και ματαίωσις των κατ' αυτής κινημάτων. — Εκστρατείαι κατά την στερεάν Ελλάδα και μάχη της Άμπλιανης. — Πολεμικά κινήματα εν Πελοποννήσω.&
Η ΔΕ εις Λονδίνον σταλείσα επιτροπή προς εύρεσιν δανείων ευδοκίμησεν. Ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης κατευοδωθέντες την 14 ιανουαρίου υπέγραψαν την 9 φεβρουαρίου μετά των τραπεζιτών Λωφνάνου και Οβριένου συμφωνητικόν περί δανείου λιρών στερλινών 800,000 επί πραγματική πληρωμή 59 εκατοστών, επί τόκω 5 τοις % λογιζομένω από 1 ιανουαρίου επί του ονομαστικού κεφαλαίου, και επί υποθήκη όλων των εθνικών γαιών και κυρίως της προσόδου των τελωνείων, των ιχθυοτροφείων και των αλικών. Επειδή δε διεδόθησαν μετ' ολίγον κακαί ειδήσεις περί των της Ελλάδος, προσετέθη ο όρος να στέλλωνται τα χρήματα προς τον εν Ζακύνθω Καίσαρα Λογοθέτην εντόπιον και τον εκεί έμπορον Άγγλον Σαμουήλ Βάρφον, και να μη δίδωνται παρ' αυτών τη ελληνική κυβερνήσει ειμή συναινέσει του Βύρωνος, του Στάνωπος και του Λαζάρου Κουντουριώτου. Το δάνειον δε τούτο, αφ' ού εκρατήθησαν διετείς τόκοι και οκτακισχίλιοι λίραι ενός έτους χρεωλύσιον, και επληρώθησαν και τα άλλα έξοδα, εξεκαθάρισε λίρας 280,000· η πρώτη δε δόσις εκ 40,000 έφθασεν εις Ζάκυνθον, υπό την επιστασίαν του Βλακιέρου αφιχθέντος το τρίτον εις Ελλάδα, την 12 απριλίου. Επί τη προσκλήσει τούτου μετέβη εις Ζάκινθον ο Στάνωπ, και κατόπιν αυτού και ο Εμμανουήλ Ξένος και ο Νικόλαος Καλλέργης, φέροντες οι δύο ούτοι την απαιτουμένην συναίνεσιν του Λαζάρου Κουντουριώτου εις παραλαβήν των χρημάτων εν ονόματι της ελληνικής κυβερνήσεως. Αλλ' αντέστη ο Στάνωπ επί λόγω, ότι ο Βύρων, ούτινος η συναίνεσις ήτον αναγκαία, δεν έζη· διά τούτο ο Λογοθέτης και ο Βάρφος δεν έδωκαν τα χρήματα και εζήτησαν δευτέρας διαταγάς. Έφθασε μετ' ολίγας ημέρας εις Ζάκυνθον και η δευτέρα δόσις ίσης ποσότητος, αλλά και αύτη διετηρήθη διά τους αυτούς λόγους ανέπαφος. Εν τούτοις ο μέγας αρμοστής, Φριδερίκος Αδάμ, ο διαδεχθείς τον Μαιτλάνδον, αποθανόντα, επειδή η ιόνιος κυβέρνησις επρέσβευεν ουδετερότητα, αντιβαίνουσαν εξέλαβε προς τας αρχάς ταύτης την κατάθεσιν χρημάτων εντός της ιονίου πολιτείας επί χρήσει ενός των διαμαχομένων, και εξέδωκε την 7 Ιουνίου δόγμα απαγόρευον αυστηρώς τούτο επί απειλή εξορισμού των παρηκόων και δημεύσεως των υπαρχόντων αυτών. Αλλ' αφ' ού ήλθαν εκ Λονδίνου περί την 20 Ιουλίου αι ζητηθείσαι διαταγαί, εστάλησαν εις Ναύπλιον όλα τα εν Ζακύνθω κατατεθέντα χρήματα μηδενός εξορισθέντος, μηδέ κτήματός τινος δημευθέντος.
Η δε Πύλη διδαχθείσα υπό της τριετούς πείρας ότι ανίκανος ήτο μόνη να καταστρέψει τον ελληνικόν αγώνα, απεφάσισε να ταπεινωθή ενώπιον του δυνατού σατράπου της Μεχμέτ-Αλή, επικαλουμένη την σύμπραξίν του όχι πλέον εις υποταγήν της Κρήτης αλλ' όλης της Ελλάδος.
Ο σατράπης ούτος, ο διά μόνης της ικανότητός του παραχθείς από του μη όντος εις το είναι, ο μορφώσας άμορφον τόπον, ο πλάσας τακτικά στρατεύματα και ναυπηγήσας στόλους, ο ευρών πόρους εις διατήρησιν και αύξησιν αυτών υπεσχέθη να κινήση τας δυνάμεις του κατά την επιθυμίαν του κυριάρχου του εις υποστήριξιν του κλονιζομένου σκήπτρου του, και να στείλη αρχηγόν αυτών τον υιόν του Ιβραήμπασαν, αναδειχθέντα ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Ελέγετο δε και επιστεύετο, ότι συνωμολογήθη να κρατήση υπό την εξουσίαν του όσους εν αποστασία τόπους υποτάξη· και τους μεν κατοίκους χριστιανούς ν' απαγάγη αιχμαλώτους εις Αίγυπτον ή αλλού, αυτούς δε τους τόπους να κατοικίση υπό Αιγυπτίων και άλλων Μωαμεθανών. Εσχεδιάσθη δε τα μεν αιγύπτια στρατεύματα, συνεργούντος του αιγυπτίου στόλου, να πέσωσιν εις Πελοπόννησον, αι δε ναυτικαί δυνάμεις της Πύλης και τα ασιανά στρατεύματά της εις το Αιγαίον· να διαχυθώσι δε και τα ρουμελιωτικά εις τα επί της στερεάς εν αποστασία μέρη, ώστε να ευρεθή η Ελλάς παντού ταυτοχρόνως πολεμουμένη και διά ξηράς και διά θαλάσσης. Εν τούτοις έπαθεν ο Μεχμέτ-Αλής δεινόν πάθημα· φλόγες ανεφάνησαν αίφνης την 10 μαρτίου εν τη ακροπόλει της πρωτευούσης του, αίτινες διαδοθείσαι είς τινας πυριτοθήκας κατέστρεψαν την οπλοθήκην, τους δε πλείστους των πυροτεχνών, πολλούς των σωματοφυλάκων, και υπερτρισχιλίους ενοικούντας, τους μεν έβλαψαν, τους δ' εθανάτωσαν· παρ' ολίγον δε κατέστρεψαν και αυτήν την πόλιν· αλλά το πάθημα τούτο επενεγκόν, ως ελέγετο, δέκα εκατομμυρίων ταλήρων ζημίαν, ουδόλως επηρέασε την εκστρατείαν.
Παρασκευαζόμενος δε ο Μεχμέτ-Αλής κατά της Ελλάδος, αναγκαίον έκρινε να διατηρήση αδιάσειστον την επί της Κρήτης εξουσίαν του, διότι εθεώρει δικαίω τω λόγω την νήσον εκείνην γέφυραν μετάγουσαν τας δυνάμεις του από Αλεξανδρείας εις Πελοπόννησον. Αλλ' ως επίβουλον της Κρήτης εθεώρει την υπό την ελληνικήν σημαίαν γείτονα της Κάσσον, και απεφάσισε να την υποτάξη, διότι η νήσος εκείνη, η φοβίσασα διά του ναυτικού της, αν και μικρού, και βλάψασα τους κατέχοντας τα φρούρια της Κρήτης Τούρκους, εδύνατο πάλιν, θαρρύνουσα τους αγωνιζομένους Έλληνας, να κινήση νέας εν αυτή ταραχάς. Εν ώ δε διέμενεν εν τω λιμένι της Σούδας ο υπό τον Γιβραλτάρην στολίσκος, ήλθαν και άλλα πολεμικά πλοία τον μάιον εξ Αλεξανδρείας, και δις εφάνησάν τινα τον μήνα τούτον έμπροσθεν της Κάσσου, επολέμησαν, επολεμήθησαν και επανέπλευσαν εις Κρήτην άπρακτα· αλλά την 6 Ιουλίου εφάνησαν Ιούλιος έμπροσθεν της Κάσσου 45 φέροντα τετρακισχιλίους υπό τον Χουσεήμπεην.
Η νήσος αύτη απέχει 37 μίλια της Κρήτης· έχει τέσσαρα χωρία, την αγίαν Μαρίναν το και σημαντικώτερον, το Αρβανιτοχώρι, την Παναγίαν και την Πόλιν. Τα χωρία ταύτα, κείμενα προς το ανατολικόν μέρος της νήσου, ολίγον απέχουν απ' αλλήλων. Η νήσος όλη είχε κατοίκους 5,000, εξ ών 500 ναύται· παρήσαν και 300 οπλοφόροι Κρήτες. Εξ αιτίας δε της κρημνώδους φύσεώς της είναι μόνον εύβατος κατά το προς την Ελλάδα βλέπον μέρος τριών μιλίων μήκους· επί της γραμμής ταύτης έκειντο 30 κανόνια· ήσαν και αλλού σκοποί. Αλίμενος είναι η νήσος, και τα πλοία της προσωρμίζοντο συνήθως εις Σκάρπαθον· αλλ' εκείναις ταις ημέραις ήσαν συσσωρευμένα εξ αιτίας του καλοκαιρίου εις Αυλάκι. Ελθόντα τα οθωμανικά ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν του παρακειμένου νησιδίου της Μακρυάς και εκανονοβόλουν δυο ημέρας ανωφελώς την αγίαν Μαρίναν, αντεκανονοβολούντο δε παρά των επί της ξηράς. Την δε νύκτα της 7 είκοσι τέσσαρες ολκάδες, φέρουσαι στρατεύματα εις απόβασιν, έπλευσαν πέραν της αγίας Μαρίνας προς την δύσβατον και κρημνώδη άκραν της νήσου την βλέπουσαν προς την Κρήτην. Ταυτοχρόνως πλοία τινα του στόλου και άλλαι ολκάδες φέρουσαι στρατεύματα εκανονοβόλουν και ετουφέκιζαν προς την άλλην άκραν της νήσου εις έλκυσιν της προσοχής των εναντίων, και εις επιτυχίαν διά του τρόπου τούτου της επί της άλλης άκρας μελετωμένης αποβάσεως. Επτά μόνον ήσαν οι φυλάσσοντες την θέσιν ταύτην· η απότομος φύσις της εφαίνετο αυτοφύλακτος· αλλά και οι ολίγοι ούτοι ήσαν αμελέστατοι. Τα δ' εχθρικά στρατεύματα, ούσης άκρας νηνεμίας, απέβησαν την νύκτα αφανή και κατέλαβαν και τα τέσσαρα χωρία αμαχητί, διότι οι πολεμισταί της νήσου, όντες επί της παραλίας, όπου υπώπτευαν απόβασιν, δεν έλαβαν γνώσιν του συμβάντος, ειμή αφ' ού εξημέρωσεν.
Είς των πλοιάρχων της Κάσσου, ο Μάρκος, διέπρεπε διά την ανδρίαν του και εδικαίωσε κατά την κρίσιμον ταύτην περίστασιν ην είχεν υπόληψιν. Ούτος εν μέσω της γενικής απελπισίας διά το απροσδόκητον του συμβάντος συνέλεξέ τινας ακούσαντας την πατριωτικήν φωνήν του, παρέστη ένοπλος υπερασπιστής της πατρίδος και μεγάλως ηνδραγάθησε· λέγεται ότι 30 εχθρούς εσκότωσε μόνος αυτός· ζωγρηθείς δε και οπισθαγκωνισθείς απήχθη προς τον Χουσεήμπεην· αλλά και ενώπιον αυτού επεσφράγισεν ενδόξως τας ανδραγαθίας του· έσπασε τα δεσμά του, ήρπασεν από της ζώνης ενός των περιισταμένων την μάχαιράν του, εσκότωσε δύο των φυλάκων και έπεσε και αυτός υπό τα τραύματα των άλλων.
Μετά την άλωσιν των χωρίων κατεστράφη ο αγών· πολλοί εφονεύθησαν, παιδία και γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν, τινές κατέφυγαν εις τα όρη, οι δε λοιποί επροσκύνησαν. Εκ των εντοπίων δε πλοίων μόνον έν επρόφθασε και ανήχθη, και διελθόν τον εχθρικόν στόλον διέσωσέ τινας εξ όσων δεινών υπέφεραν οι λοιποί. Οι Τούρκοι ελεηλάτησαν τα χωρία, επεβίβασαν τα επί της ξηράς κανόνια και ύψωσαν επί της νήσου την σημαίαν των. Ο δε Χουσεήμπεης εγκαταστήσας κατ' αίτησιν των ψευδοπροσκυνησάντων διοικητήν της νήσου Τούρκον, απέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν, όπου έφερε τα συλληφθέντα πλοία και τους αιχμαλωτισθέντας· παρέλαβε καί τινας ναύτας εις υπηρεσίαν του στόλου, προσελθόντας αυθορμήτως επ' ελπίδι λυτρώσεως των αιχμαλωτισθέντων συγγενών των· διεδέχθη δε αυτόν εν Κρήτη ο ανεψιός του Μουσταφάμπεης.