Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 9

Chapter 925 wordsPublic domain

Την δε 15 εστήθη σκηνή επί της πεδιάδος εξ ίσου μακράν της πόλεως και του στρατοπέδου, κατά τον άγιον Αθανάσιον, και δύο ώρας προ της μεσημβρίας εξήλθαν της πόλεως έφιπποι οι πληρεξούσιοι των τριών κομμάτων, και εκάθησαν υπό την σκηνήν. Ήλθαν μετ' ολίγον και οι των Ελλήνων. Επροσηκώθησαν οι Τούρκοι ιδόντες τους Έλληνας ερχομένους, αντεχαιρετήθησαν ως ισότιμοι, και ήρχισεν η συνδιάλεξις. Οι Έλληνες, ερωτηθέντες τι εζήτουν, επανέλαβαν όσα έγραψαν και επέμεναν. Οι Τούρκοι υπεσχέθησαν να δώσωσι ταχείαν απάντησιν αφ' ού εσυμβουλεύοντο και τους εν τη πόλει, και ούτω διελύθη η πρώτη συνέντευξις· εγένετο και δευτέρα, καθ' ην επρόβαλαν οι Τούρκοι να τοις δοθώσι 1800 ζώα εις μετακόμισιν αυτών και της περιουσίας των εις τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους, και 40 ευρωπαϊκά πλοία όπως διαβιβασθώσι εις Σμύρνην ή εις άλλον τουρκικόν τόπον, να φέρωσι δε και τα όπλα των και να τρέφωνται υπό των Ελλήνων αφ' ης ημέρας υπογραφή η συνθήκη μέχρι της εις τα πλοία επιβιβάσεώς των. Οι δ' Έλληνες αντεπρόβαλαν να τους επιβιβάσωσιν ασφαλώς εις τα πλοία, αλλ' αφωπλισμένους· αφίνοντές τοις δε σώαν την περιουσίαν των απήτουν, ως αποζημίωσιν δι' όσην φθοράν επροξένησαν εν τη Πελοποννήσω και ως έξοδα του πολέμου, επέκεινα των 50 000 000 γροσίων. Δεινάς και ατελεσφόρους εθεώρησαν οι Τούρκοι τας προτάσεις ταύτας και ανέβαλαν την απάντησιν εις άλλην συνέντευξιν· αλλά και εν τη τρίτη συνεντεύξει δεν εσυμβιβάσθησαν, η ανακωχή ελύθη, και αι εχθροπραξίαι επανελήφθησαν.

Εντούτοις, υπέθαλπαν οι Έλληνες το ενυπάρχον σχίσμα των εχθρών, συγκαταβατικώτεροι φαινόμενοι προς τους Αλβανούς διά τας εξής αιτίας. Οι Σουλιώται, αφ' ού ανέκτησαν την πατρίδα των, εκηρύχθησαν, ως είδαμεν, υπέρμαχοι του Αλή και σύμμαχοι των αληπασιζόντων Αλβανών· διαδοθείσης δε της ειδήσεως, ότι έπνεεν η Τριπολιτσά τα λοίσθια, απεστάλησάν τινες παρά της συμμαχίας ταύτης προς τους πολιορκούντας την πόλιν εκείνην εις σωτηρίαν των κινδυνευόντων εν αυτή Αλβανών ως ομοφρόνων. Εδέχθησαν ευμενώς οι πολιορκηταί την αποστολήν ταύτην, και επροθυμήθησαν έτι μάλλον ν' αποσπάσωσι των άλλων τους Αλβανούς, διότι απέσπων την κυριωτέραν δύναμιν της πόλεως. Ευδιάθετοι εφάνησαν και οι Αλβανοί, διότι αποσπώμενοι ησφάλιζαν τα υλικά συμφέροντά των, αν και εθυσίαζαν την τιμήν των. Διά τους λόγους τούτους ο Ελμάσμπεης διεπραγματεύετο κατ' ιδίαν μετά των Ελλήνων επιτυχώς, και ελθών προς τον Κολοκοτρώνην εδήλωσεν, ότι έτοιμοι ήσαν οι Αλβανοί ν' αναχωρήσωσιν επί συμφωνία να φέρωσι τα όπλα και όλα τα πράγματά των, να συμπαραλάβωσι τας γυναίκας των πασάδων, τον κεχαγιάμπεην, τον καϊμακάμην, τον μπινά - εμίνην, τον καδήν και άλλους τινάς μη Πελοποννησίους Τούρκους, και να εξασφαλισθώσι κατά την εις Ήπειρον μετάβασίν των· υπέσχοντο δε να συμπολεμήσωσι κατά της Πύλης επί της εις τα ίδια επανόδου των. Και οι μεν Έλληνες εδέχθησαν τας προτάσεις ταύτας· οι δε εντόπιοι Τούρκοι έβλεπαν, ότι εχάνοντο, αν απεχωρίζοντο αυτών· οι Αλβανοί διά τούτο κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της συνενώσεως. Αλλά βλέποντες ότι οι μεν Αλβανοί εκώφευαν, οι δε Έλληνες απέρριπταν τας προτάσεις των, διηρέθησαν και αυτοί και εφρόντιζαν διά την ιδίαν σωτηρίαν διαπραγματευόμενοι είτε άτομα προς άτομα, είτε κοινότητες προς κοινότητας. Εν τούτοις οι Αλβανοί, αφ' ού κατά την εγγράφως γενομένην ιδιαιτέραν σύμβασιν αυτών και των Ελλήνων έστειλαν εις την σκηνήν του Κολοκοτρώνη τα πράγματά των, ητοιμάσθησαν να εξέλθωσι την 23. Την αυτήν ημέραν επρόβαλαν και οι λοιποί Τούρκοι να έλθωσιν εκ νέου εις λόγους μετά των Ελλήνων. Εντοσούτω η έξοδος των Αλβανών έβαλεν εις κίνησιν όλους τους εν Τριπολιτσά από πρωίας. Τινές των Ελλήνων παρετήρησαν ότι το προς την πύλην του Ναυπλίου κανονοστάσιον έμεινεν εξ αιτίας ταύτης αφρούρητον, και τρεις ώρας προ της μεσημβρίας άνευ ουδεμιάς προμελέτης ή προετοιμασίας ή ειδήσεως των αρχηγών ανέβησαν αλλεπαλλήλως 50 επί των ώμων ο είς του άλλου εν τάχει εν οις και ο Παναγιώτης Κεφάλας, εισεπήδησαν το τείχος, ήνοιξαν την αφρούρητον και ατείχιστον εκείνην πύλην, εισήγαγαν τους πλησιεστέρους συναγωνιστάς των και ανύψωσαν την ελληνικήν σημαίαν. Ιδόντες οι Τούρκοι το γεγονός έτρεξαν πληθηδόν επί τους εισελθόντας τουφεκίζοντες και τουφεκιζόμενοι. Είδαν οι έξω παρά πάσαν προσδοκίαν την ελληνικήν σημαίαν επί του τείχους, ήκουσαν και τον τουφεκισμόν και εφώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αναβαίνοντες τα τείχη και ανοίγοντες και άλλας πύλας υπό τον σφοδρόν τουφεκισμόν και κανονοβολισμόν των εχθρών. Οι δε Αλβανοί, έμφοβοι μη εμπλεχθώσι, συνήλθαν όλοι εις την αυλήν του παλατίου ως υπό συνθήκην, και απεκαλούντο την εκπλήρωσίν της, αν όχι ως προς όλους, τουλάχιστον ως προς εαυτούς· αλλά διά την κατά τον ανωτέρω τρόπον άλωσιν της πόλεως οι Έλληνες ήθελαν να θεωρηθή η συνθήκη ως διαλελυμένη· ο Κολοκοτρώνης όμως και οι λοιποί αρχηγοί υπεσχέθησαν ν' ασφαλίσωσι μόνους τους Αλβανούς, και, εν ώ Έλληνες και Τούρκοι εμάχοντο εντός της πόλεως, τους απέπεμψαν όλους 1800 υπό την οδηγίαν του Πλαπούτα, όστις μετά τινων άλλων ωμήρευε παρ' αυτοίς αφ' ης ημέρας εγένετο ο συμβιβασμός. Εξελθόντες δε αβλαβείς και ανενόχλητοι οι Αλβανοί, παρέλαβαν σώα τα διαπιστευθέντα τω Κολοκοτρώνη πράγματά των, διενυκτέρευσαν υπό τας σκηνάς του, απέλυσαν επί τη απαιτήσει αυτού όσους εντοπίους συμπαρέλαβαν επί της εξόδου των, ανεχώρησαν την επιούσαν, και υπό την προστασίαν των συνοδευσάντων αυτούς μέχρι της Βοστίτσης Ελλήνων διεβιβάσθησαν ασφαλώς εις Τριζόνια και ωδοιπόρησαν εις Ήπειρον.

Λαός, αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του· ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον έτι μάλλον ακράτητος κατ' εκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σωφρονών αντημείβετο. Διά ταύτα η ημέρα της αλώσεως της πρωτευούσης της Πελοποννήσου ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκαν (δ), άλλοι φονευόμενοι, άλλοι εις τας αναφανείσας εν τη πόλει φλόγας ριπτόμενοι, και άλλοι υπό τα καταπίπτοντα στεγάσματα και πατώματα των καιομένων οικιών καταθλιβόμενοι· η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου· εστρώθη το έδαφος πτωμάτων και οι περιφερόμενοι πεζοί και ιππείς δεν επάτουν ειμή αποθνήσκοντας ή αποθανόντας· εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι, επί λόγω της εν Κωνσταντινουπόλει και αλλού κακής προς τους Χριστιανούς διαγωγής των ομοθρήσκων των, όλοι κατεστράφησαν, οι μεν διά σιδήρου, οι δε διά πυρός, εκτός των περί τον Χανέ γνωστόν διά την αγαθότητά του. Ολίγοι Τούρκοι απεφάσισαν να εξαγοράσωσι δι' αίματος το αίμα των, και κατέλαβαν οι μεν την μεγάλην τάπιαν οι δε οικίας τινάς και επολέμουν. Διεκρίθησαν μεταξύ των άλλων καί τινες Δερβίσαι, κλεισθέντες εν τω τουρκικώ σχολείω και πολεμήσαντες μέχρι τελευταίας πνοής. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αυθημερόν τας οικίας όσας οι εχθροί των κατέλαβαν εκτός δύο. Περί δε το μεσονύκτιον ανεφάνησαν αίφνης φλόγες εν τω παλατίω, όπου διέτριβαν αι γυναίκες των πασάδων, ας επί της εκπορθήσεως της πόλεως παρέλαβεν ο Πετρόμπεης. Αι γυναίκες αύται εξ αιτίας της αναφανείσης φλογός μετεκομίσθησαν την νύκτα εις την προ ολίγου κτισθείσαν λαμπράν οικίαν του Μουσταφάμπεη υπό την φύλαξιν πάντοτε του Πετρόμπεη. Την δ' επαύριον εκυριεύθη η μία των μη κυριευθεισών την προτεραίαν δύο οικιών, και εκάη η άλλη και συνεκάησαν και όλοι οι εν αυτή. Οι δε καταλαβόντες την τάπιαν μήτε τροφήν μήτε πόσιν έχοντες παρεδόθησαν επί ασφαλεία ζωής την 26. Τρεις ημέρας διήρκεσαν τα περί ων ο λόγος εν τη πόλει δεινά. Την δε τρίτην εθανατώθησαν εκτός της πόλεως και όσοι πεινώντες και διψώντες εξήλθαν προ της αλώσεως. Διακόσιοι ήσαν οι εν μέσω της αλληλομαχίας πεσόντες Έλληνες, δεκακισχίλιοι δε πάσης ηλικίας οι απολεσθέντες Οθωμανοί, Οθωμανίδες και Εβραίοι· οι δε λοιποί ηχμαλωτίσθησαν· 40 μόνον ένοπλοι διέφυγαν τας χείρας των Ελλήνων καταφυγόντες εις Ναύπλιον και μη καταδιωχθέντες επί της φυγής. Οι επισημότεροι δε των αιχμαλωτισθέντων ήσαν ο κεχαγιάμπεης, ο καϊμακάμης, ο Κιαμήλ - μπεης, ο Μουσταφάμπεης (ε), ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης, ο δεφδερδάρης, ο μπινά - εμίνης, και αι παρά τω Μαυρομιχάλη γυναίκες των πασάδων. Άπειρα και πολύτιμα ήσαν τα λάφυρα, αλλ' όλα διηρπάγησαν άνευ παραμικράς ωφελείας του κοινού, αν και ηλπίζετο να θεραπευθώσιν οπωσούν εκείθεν αι κατεπείγουσαι ανάγκαι της πατρίδος. Τόση δε ήτον η επισυμβάσα λεηλασία, ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των.

Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας ομογενών, υπενθυμίζομεν μόνον, ότι παντός λαού ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας. Και επί των ημερών ημών η Ιόππη, αλωθείσα υπό των Γάλλων, αφέθη εις την διαρπαγήν και εις την σφαγήν 30 ώρας, και οι αιχμαλωτισθέντες απέθαναν όλοι εν στόματι μαχαίρας. Δεν επράχθησαν δε τα εν Ιόππη υπό τυραννουμένων κατά τυραννούντων ως εν Ελλάδι, ουδέ παρά γνώμην των αρχηγών ως εν Τριπολιτσά, αλλά κατά ρητήν διαταγήν αυτού του Ναπολέοντος παραδεχθέντος, κατά τον ευφράδη Τιέρον, «βάρβαρα ήθη εν βαρβάροις τόποις».

Ο δε Υψηλάντης, εν τοις Βασιλικοίς διατρίβων, έμαθε την άλωσιν της Τριπολιτσάς· και οι μεν συν αυτώ μη τακτικοί έσπευσαν να επανέλθωσιν εις την αλωθείσαν και λαφυραγωγουμένην πόλιν, αυτός δε μετά των τακτικών επροχώρησεν εις Κόρινθον, και προτείνας τοις εν τη ακροπόλει παρά του Κωνσταντίνου Πετμεζά πολιορκουμένοις να παραδοθώσι, και μηδόλως εισακουσθείς ανέβη μέχρι του Γερανείου, εκείθεν δε επανήλθε την 10 οκτωβρίου εις Τριπολιτσάν, όπου τον υπεδέχθησαν οι πορθηταί αγαλλόμενοι και κανονοβολούντες.

Ερχόμεθα ήδη να διηγηθώμεν και τα της Κρήτης μέχρι του τέλους του πρώτου έτους του αγώνος.

Οι Τούρκοι και διά την στενοχωρίαν ην εδοκίμαζαν, και διά την καταισχύνην επί ταις επανειλημμέναις αποτυχίαις των, και διά φόβον άλλων ενδεχομένων κακών, απεφάσισαν, συνενώσαντες μεγάλας δυνάμεις πολλαχόθεν, να πατήσωσιν εκ νέου τα Σφακιά. Την 29 Ιουλίου ηυλίσθη ο πασάς του Μεγάλου Κάστρου κατά την Επισκοπήν, όπου συνηυλίσθη και ο Αύγουστος της Ρεθύμνης· συνεκστρατεύσαντες δε αμφότεροι εις Αρμυρόν έτρεψαν την 5 αυγούστου τους εκεί οπλοφόρους Χριστιανούς κανονοβολούντες και βομβοβολούντες και εφόνευσαν τον αρχηγόν αυτών Παπαγιάννην Μουριώτην ανδρείως μαχόμενον καί τινας των περί αυτόν· συνενωθέντων δε και των Χανιωτών επάτησαν την 6 τον Αποκόρωνα, παραδώσαντες το παν εις σίδηρον και εις αιχμαλωσίαν· συνηριθμούντο δε όλοι υπερδεκακισχίλιοι. Εντός των Χανιών, αληθούς ληστηρίου, ήσαν δύο ενσυνείδητοι Τούρκοι, ο Τσουρούναγας και ο Κασήμαγας, ισχυροί και οι δύο, εξ ών ο μεν πρώτος επροστάτευε προ της ρήξεως τους Σφακιανούς, ο δε δεύτερος αντέστη εις την εξολόθρευσιν των Χριστιανών· οι δύο ούτοι εθεωρήθησαν ένοχοι θανάτου διά την πολιτικήν των φρόνησιν και φιλανθρωπίαν, και παρηγγέλθησαν να συνεκστρατεύσωσιν· υπήκουσαν· αλλά καθ' οδόν υποπτεύσας ο Κασήμαγας έγεινεν άφαντος, ο δε Τσουρούναγας εκρεμάσθη ενώπιον του στρατού. Τούτου δε γενομένου εξελέχθησαν τρισχίλιοι Καστρινοί και προχωρήσαντες ανενόχλητοι επάτησαν το Θέρισον, το έκαυσαν, έκαυσαν και τους Λάκκους, και εστρατοπέδευσαν την 13 επί της πεδιάδος του Ομαλού λεηλατούντες και καταστρέφοντες τα πέριξ χωρία εγκαταλειφθέντα παρά των ενοικούντων, και αναμένοντες να έλθωσιν οι Χριστιανοί και προσκυνήσωσιν. Αλλ' οι τήδε κακείσε διεσπαρμένοι ένοπλοι Σφακιανοί και Ριζίται συνήλθαν πανταχόθεν την αυτήν νύκτα ως πεντακόσιοι εις τον Ξηρόκαμπον, οι μεν υπό τον Δασκαλάκην, οι δε υπό τον Αναγνώστην Παναγιώτου, και έπεσαν πρωίας γενομένης πολλαχόθεν επί τους εχθρούς μηδέν τοιούτον υποπτεύοντας, και τουφεκίζοντές τους, επί της πεδιάδος εστρατοπεδευμένους, έβλαπταν και δεν εβλάπτοντο. Θορυβηθέντες οι πολυάριθμοι Τούρκοι επί τη αιφνιδίω προσβολή ηγωνίζοντο, έχοντες και τρία κανόνια, να διασκορπίσωσι διά σφοδρού πυρός τους ολίγους εχθρούς των· αλλ' ούτοι διετήρησαν άφοβοι τας θέσεις των, ενισχύθησαν και παρ' άλλων άλλοθεν ελθόντων εις βοήθειαν διαρκούσης της μάχης, και τόσον έβλαψαν και εφόβισαν τους εχθρούς, ώστε τους έτρεψαν εις αισχράν φυγήν. Και οι μεν των Χριστιανών τους κατεδίωκαν όπισθεν, οι δε άλλην συντομωτέραν και ορεινοτέραν οδόν διελθόντες επρόλαβαν και τους απέκλεισαν έμπροσθεν εντός τινος στενοτοπίας. Ελπίζοντες οι Τούρκοι επί τον αριθμόν των εδοκίμασαν να διαβώσιν, αλλ' επεσωρεύοντο πίπτοντες υπό το πυρ των Σφακιανών και Ριζιτών τουφεκιζόντων θανατηφόρως όπισθεν των πετρών· βλέποντες δε οι εχθροί εξ όσων έπασχαν την παντελή σχεδόν εξολόθρευσίν των, και εις τα έμπροσθεν αν επροχώρουν, και εις τα όπισθεν αν επανήρχοντο, επεχείρησαν πολλοί να λυτρωθώσι φεύγοντες κακήν κακώς εις τα τραχέα όρη της ανατολικής πλευράς της διόδου, εγκαταλείψαντες εις χείρας των εχθρών έπιπλα, πολεμεφόδια και αυτούς τους ίππους μη δυναμένους να αναβώσι τα όρθια εκείνα όρη. Υπερδιακόσιοι εχάθησαν κατά την εκστρατείαν ταύτην· τινές δε πεινώντες και διψώντες και άλλοι περιπλανώμενοι κατέφυγαν εις οικίας χριστιανικάς επί των ορέων επ' ελπίδι ελέους, αλλ' έλεος οι ανηλεείς ουδαμού ηύραν. Εκδίκησιν εβόα και εν ταις φύσει τρυφερωτέραις των γυναικών καρδίαις και εκδίκησιν ηύρε το προ ολίγου χυθέν ανηλεώς αθώον και ιερόν αίμα των ομοπίστων αδελφών των· ως και αυτοί οι ιερείς, οι υπηρέται του Θεού του ελέους, εφάνησαν υπηρέται του θεού των εκδικήσεων· όλοι, όσοι έπεσαν διά μίαν ή άλλην περίστασιν εις χείρας των Χριστιανών, ανδρών ή γυναικών, κοσμικών ή κληρικών, όλοι εν στόματι μαχαίρας απέθαναν· εχάθησαν δε εν τη μάχη και είκοσι Έλληνες, εν οις και ο Στέφανος Χάλης.

Παράφρονες γενόμενοι οι Τούρκοι διά τα δεινά παθήματά των εστράτευσαν την 29 πανστρατιά εις Σφακιά. Δισχίλιοι Χριστιανοί συνήλθαν εις Ασκύφον προς αντίκρουσιν· αλλά την 31 καθ' ην εσκόπευαν να επιπέσωσιν, είδαν όπισθεν επερχομένους εχθρούς, και φοβηθέντες μη ευρεθώσιν εν μέσω διττού πυρός ανέβησαν τα όρη. Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί εις Ασκύφον, τον έκαυσαν, έκαυσαν και άλλα χωρία, και μηδενός κωλύοντος επάτησαν και αυτήν την Ανάπολιν. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τότε τους Χριστιανούς, και οι μεν κατέφευγαν εις τας κορυφάς των ορέων, οι πλείστοι δε έτρεχαν εις τον λιμένα, και επιβιβαζόμενοι εις πλοία κατέφευγαν εις Γαύδον, παρακείμενον ερημοννήσιον, τινές δε και εις τα Κύθηρα. Συνέρρευσαν εις Λουτρόν και πολλοί λειποτάκται ατακτούντες και φορολογούντες ασυνειδήτως και αναισχύντως τους αδυνάτους πρόσφυγας. Οι Τούρκοι περιήλθαν όλα τα Σφακιά μηδένα των κατοίκων εντυγχάνοντες· μίαν μόνον γραίαν ενέτυχαν, ήτις, ερωτηθείσα τι έγειναν οι κάτοικοι, απήντησεν ότι ήκουσεν αυτούς λέγοντας, ότι κατέβαιναν εις τον αιγιαλόν ίνα μετακομίσωσι τα αδύνατα μέλη εις Γαύδον, και πλεύσαντες εκείθεν εις Μασαράν επιβιβάσωσιν εις τα πλοία των τα εκεί σιτηρά εν απουσία των Τούρκων και καύσωσι τα χωρία. Ταύτα ακούσαντες οι Τούρκοι και θεωρούντες ότι έσβεσαν την επανάστασιν διά της καταστροφής των Σφακιών, πάσχοντες δε και έλλειψιν τροφών επανήλθαν εις τα ίδια. Επανήλθαν και οι τήδε κακείσε διασπαρέντες Χριστιανοί εις τας εστίας των και εμψυχωθέντες υπό τινων συντοπιτών και άλλων ομογενών, έξωθεν κατ' εκείνας τας ημέρας αφιχθέντων εις συμμέθεξιν του αγώνος, κατέλαβαν μετ' ολίγον διαφόρους θέσεις και πολλοί ετοποθετήθησαν πλησίον των Χανιών, έκοψαν το υδραγωγείον, και ηνάγκασαν τους εντός του φρουρίου ν' ανοίξωσι πηγάδια· αλλά το εντεύθεν αναβλύζον νερόν ήτο κακής ποιότητος, και απέθνησκαν ως 15 την ημέραν· τόσον δε επλησίασαν οι περί τον Δασκαλάκην ώστε έκαυσαν καί τινα παρακείμενα εργαστήρια και ήρπασαν και τα εντός τουφεκοβολής βοσκήματα του πασά. Εν τούτοις η πολιτική κατάστασις εχειροτέρευεν ημέρα τη ημέρα· σύγχυσις, αταξία και αναρχία επεκράτει, και η παρουσία αρχηγού πολιτικού και πολεμικού εφαίνετο αναγκαιοτάτη. Είχαν προ καιρού αισθανθή την ανάγκην ταύτην οι Κρήτες, και μόλις έμαθαν την εις Πελοπόννησον κατάβασιν του Υψηλάντου, έστειλαν ζητούντες αρχηγόν και πολεμεφόδια τους συμπατριώτας των Νικόλαον Οικονόμου, Αναγνώστην Παναγιώτου και Χατσή Νικολόν Μπενιζέλον. Ο Υψηλάντης έστειλεν ό,τι είχε, τουτέστιν ολίγα πολεμεφόδια και αρχηγόν τον Μιχαήλ Αφεντούλην ή Αφεντούλιεφ τον και Κομνηνόν (στ), γεννηθέντα εν Ρωσσία εξ Ελλήνων. Ο αρχηγός ούτος κατέπλευσεν εις Λουτρόν, λιμένα των Σφακιών, την 25 Οκτωβρίου, και την αυτήν ημέραν εξέδωκε προκήρυξιν προς τους Κρήτας, δι' ης εδικαιολόγει την έως τότε αναβολήν αποστολής αρχηγού, τοις έλεγεν ότι έχαιρε πατήσας γην ακμάσασαν άλλοτε υπό τους συνετούς νόμους του Μίνωος και ότι είχεν εντολήν να συνεργήση εις την πολιτικήν αναγέννησίν των· τοις ανέφερε δε εις εμψύχωσίν των την παράδοσιν Μονεμβασίας και Νεοκάστρου, την άλωσιν Τριπολιτσάς, και τας επί ξηράς και θαλάσσης νίκας των Ελλήνων, συνίστα την ομόνοιαν, την ευπείθειαν και την καλήν διαγωγήν και τους εθάρρυνεν, αναδεχθέντες τον υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνα να εγκαρτερήσωσι γενναίως εν τοις δεινοίς εις απόλαυσιν των ουρανίων και επιγείων αγαθών· εξέδωκε δε και στρατιωτικόν οργανισμόν, κατάλληλον εις μόνους τους τακτικώς τρεφομένους και μισθοδοτουμένους. Οι Κρήτες εχάρησαν και ενθουσιάσθησαν επί τη αφίξει του αντιπροσώπου του Υψηλάντου, και τον εκάλεσαν εις τα όρη εν μέσω αυτών, προθέμενοι να εκστρατεύσωσιν υπό την εποπτείαν του· αλλ' ούτος ανέβαλλεν επί μια ή άλλη αιτία την ανάβασίν του.

Μετά δε την εις Κρήτην άφιξίν του, θαρρύνασαν το εμπόριον, κατέπλευσαν εις το Λουτρόν πλοία εκ διαφόρων μερών της Ευρώπης φέροντα τροφάς και πολεμεφόδια, ων η έλλειψις εμπόδιζεν ευλόγως έως τότε παν πολεμικόν κίνημα.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.

&Σχεδιασθείσα και μη ενεργηθείσα εκστρατεία του Κολοκοτρώνη εις Πάτρας — Αναχώρησες εκ της Ανατολικής Ελλάδος των τουρκικών στρατευμάτων. — Είσοδος των Ελλήνων εις την πόλιν των Αθηνών. — Δημογεροντικόν σύστημα προ της επαναστάσεως. — Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Θεόδωρος Νέγρης και άλλοι έξωθεν ελθόντες Έλληνες. — Σύστασις κεντρικών Αρχών της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. — Συνάθροισις των πληρεξουσίων εν Άργει. Ελληνοαλβανική συμμαχία και λύσις αυτής.&

Η ΔΕ άλωσις της Τριπολιτσάς επέφερε τόσον φόβον τοις εν Πάτραις Τούρκοις, ώστε εκατοστύες έτρεξαν επί τω ακούσματι εις το παραθαλάσσιον όπως διασωθώσιν εις τα πλοία μηδενός αυτούς καταδιώκοντας. Οι εκεί Αλβανοί όλοι ελειποτάκτησαν και διεβιβάσθησαν εις την αντικρύ ξηράν· οι δε Λαλιώται κατέσχαν την ακρόπολιν και κατήντησαν εις τόσην αναισχυντίαν, ώστε ηνάγκασαν τον μεν Ισούφπασαν, απαρεσκόμενον επί τη διαγωγή των, να καταβή εις το Ρίον, τους δε εγχωρίους Τούρκους, αοίκους μείναντας, να καταφύγωσιν εις το Αντίρριον, ώστε μόνοι σχεδόν οικήτορες ήσαν 2500 Λαλιώται, εξ ών 800 ένοπλοι. Γνωστοποιηθέντων δε των συμβάντων τούτων τοις εν Τριπολιτσά, εκινήθη ο Κολοκοτρώνης κοινή γνώμη προς τας Πάτρας, και έχων παλαιάς σχέσεις προς τους εκεί Λαλιώτας είχε πεποίθησιν ότι εις αυτόν μάλλον ή εις άλλους θα παρεδίδοντο, και μάλιστα αφ' ού εγνώσθη ότι διά των φροντίδων αυτού διετηρήθησαν αβλαβείς οι Αλβανοί εν μέσω της δεινής αλληλομαχίας καθ' ην εξήλθαν της Τριπολιτσάς. Είκοσι μόνον σωματοφύλακας είχε καθ' ην ημέραν εξεστράτευσε, διότι ο οπλοφόρος όχλος ανεχώρησεν εις τας επαρχίας προς εξασφάλισιν των λαφύρων και των αιχμαλώτων πριν δε φθάση εις Μαγούλιανα, επτά ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, συνέρρευσαν υπό τας οδηγίας του 1200. Αφ' ού έφθασεν εις Γαστούνην, ηριθμούντο οι οπαδοί του εις τετρακισχιλίους, διότι η προλαβούσα νίκη εν Τριπολιτσά εθάρρυνε, και η μέλλουσα λαφυραγωγία είλκυε πολλούς. Αλλ' οι πολιορκούντες τας Πάτρας αρχηγοί των Αχαιών δυσηρεστήθησαν διά την εκστρατείαν ταύτην και την εμπόδισαν δι' ων έγραψαν τοις εν Τριπολιτσά· κατά πρόσκλησιν δε αυτών ο Κολοκοτρώνης επανήλθεν εις την πόλιν εκείνην άπρακτος.