Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 8
Μετ' ολίγας δε ημέρας το πλείστον μέρος του στόλου υπό τον Γιβραλτάρην, φέρον εις απόβασιν τον Ισούφπασαν και 700 Αλβανούς, μετέβη εις Βοστίτσαν, ην ηύρε πανέρημον και την κατέκαυσε καυθείσαν, ως είδαμεν, και επί της εκείθεν διαβάσεως των περί τον κεχαγιάμπεην· διεσπάρησαν δε οι εχθροί εις όλην την επαρχίαν της Βοστίτσης λαφυραγωγούντες και απάγοντες ζώα. Την δε 19 έπλευσεν ο στόλος εις την αντίπορθμον ξηράν, εκανονοβόλησεν αβλαβώς την Βετρινίτσαν και παρέστη έμπροσθεν του Γαλαξειδίου.
Η κωμόπολις αύτη κείται επί της δυτικής άκρας του κρισσαίου κόλπου ή κόλπου των Σαλώνων, ούτως ονομαζομένου, διότι ολίγον ενδότερον προς τον μυχόν αυτού κείνται η Κρίσσα πόλις των αρχαίων, και τα Σάλωνα πόλις των νεωτέρων Ελλήνων. Είχε δε επί της επαναστάσεως 700 οικίας, και 40 πλοία (καράβια), εκτός πολλών μικρών, πλέοντα όλην την Μεσόγειον· έχει και λιμένα αξιόλογον.
Οι κάτοικοι, υποπτεύοντες διά θαλάσσης προσβολήν, είχαν οχυρώσει διά κανονίων το έξωθεν του στόματος του λιμένος νησίδιον εις προφύλαξιν των πλοίων και της κωμοπόλεως, και αντέστησαν την πρώτην ημέραν ευτυχώς προς τον αδιακόπως κανονοβολούντα στόλον. Ήσαν δε και 200 στρατιώται επί της ξηράς εις εμπόδιον της μελετωμένης αποβάσεως· αλλά την επελθούσαν νύκτα έγειναν άφαντοι. Την δε ακόλουθον ημέραν απεβιβάσθησαν 1000 Τούρκοι εις την ξηράν, εκυρίευσαν τα πλοία, εξ ών 13 ήσαν ένοπλα, εκυρίευσαν και το επί του έξωθεν του στόματος του λιμένος νησιδίου κανονοστάσιον και αυτήν την κωμόπολιν, έσφαξαν πεντέξ εναπομείναντας γέροντας, και γραίας, καταφυγόντων των κατοίκων της εις τα ενδότερα, έκαυσαν την κωμόπολιν, και παραλαβόντες 34 πλοία, τα ογκωδέστερα και ευχρηστότερα, εν οις και τα μετακομίσαντα εις Πελοπόννησον τους περί τον Μεταξάν και Μερκάτην δύο ιόνια, και καύσαντες όλα τάλλα, μικρά μεγάλα, επανέλευσαν εις Πάτρας.
Ευδοκίμησεν ο στόλος εν τω περίπλω τούτω, διότι και τα φρούρια Μοθώνης και Κορώνης επεσίτισε, και τα εκτός της Κορώνης και των Πατρών ελληνικά στρατόπεδα φανείς διέλυσε, και όλην την εν τω κορινθιακώ κόλπω ελληνικήν ναυτικήν δύναμιν, την ενοχλούσαν τα εκεί φρούρια, κατέστρεψεν. Ο κύριος σκοπός του ήτον να διευκολύνη την μετάβασιν των τουρκικών στρατευμάτων από της αντικρύ στερεάς εις Πελοπόννησον· αλλ' η εκστρατεία εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών· διά την αιτίαν ταύτην και διά την προσεγγίζουσαν ώραν του χειμώνος, καθ' ην οι απειροθάλασσοι Τούρκοι αγαπούν να διαχειμάζωσιν εντός ασφαλών λιμένων, ο στόλος, σύρων και τα εν τω Γαλαξειδίω αλωθέντα πλοία, απέπλευσε των Πατρών, και την 24, 25, και 26 κατέπλευσεν όλος πάλιν εις τον λιμένα της Ζακύνθου, όπου αι ουδέτεραι Αρχαί τον εδέχθησαν ως και την πρώτην φοράν ευμενέστατα.
Ο δε Υψηλάντης, διαβάς διά των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβε χιλίους υπό τον Χαραλάμπην, τους Πετμεζάδας και τον Σολιώτην· αλλά δεν έφθασεν εις Βοστίτσαν ειμή αφ' ού απέπλευσεν ο εχθρικός στόλος· οδεύων δε παρά την παραλίαν προς τον Ισθμόν και φθάσας εις την μονήν της αγίας Ειρήνης, ολίγας ώρας απέχουσαν της Βοστίτσης, είδεν αντίπεραν καιόμενον το Γαλαξείδι· την δε 22 σεπτεμβρίου έφθασεν εις τα Βασιλικά (Σικυώνα).
Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος διέπλεε την ελληνικήν θάλασσαν και κατέστρεφεν, ο ελληνικός διέμενεν άπλους. Τα πλοία, ως ιδιόστολα, ήσαν δικαίω τω λόγω και δυσκίνητα, αλλ' ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος έπεισε και ταύτην την φοράν τους γενναίους νησιώτας εις νέας χρηματικάς καταβολάς, δι' ων εφοδιασθέντα 35 εξέπλευσαν προς τα δυτικά της Πελοποννήσου εις συνάντησιν των εχθρικών· συνεξέπλευσε κατά πρώτην φοράν και ο Ανδρέας Βώκος, ο και Μιαούλης ως απλούς πλοίαρχος. Ολίγον διέμεινεν ο εχθρικός στόλος εν Ζακύνθω, και απέπλευσε διευθυνόμενος εις Κωνσταντινούπολιν καθ' όν καιρόν έπλεε προς τον κορινθιακόν κόλπον ο ελληνικός. Αφιχθέντος δε τούτου εκτός της Ζακύνθου, έστειλαν οι αρχηγοί αξιωματικόν εις το υγειονομείον ίνα μάθη τι περί του εχθρικού· αλλ' αι Αρχαί απέπεμψαν τον αποσταλέντα εχθρωδώς απαγορεύσασαι αυτώ πάσαν συνέντευξιν μετά των επί ξηράς και πάσαν αγοράν. Η διαγωγή αύτη της αγγλοϊονικής κυβερνήσεως ήτο φανερά παράβασις της ουδετερότητας, ην επηγγέλλετο. Αφού εδέχθη δις ολόκληρον οθωμανικόν στόλον, πώς απέπεμπε μίαν ελληνικήν λέμβον; Πλέων δε ο ελληνικός μεταξύ Ζακύνθου και Κεφαλληνίας έμαθεν ό,τι επεθύμει παρά τινων θαλασσοπορούντων και εστράφη προς τας Σπέτσας και την Ύδραν υποπτεύσας μη ο εχθρικός τας προσβάλη επί του διάπλου. Αλλ' ούτος ηύρε τόσω σφοδράν αντίπνοιαν έξωθεν των μεσσηνιακών φρουρίων, ώστε ηναγκάσθη να ποδίση προς την Ζάκυνθον. Εξ αιτίας δε της ανεμοζάλης απεμακρύνθη έν δικάταρτον αλγερινόν 20 κανονίων, και εμπεσόν εις τον ελληνικόν στόλον, και πολεμούμενον πανταχόθεν, αντέστη κατ' αρχάς γενναίως, αλλά μη βλέπον τρόπον σωτηρίας και καταδιωκόμενον υπό των πλοίων του Σαχίνη και του Ραφαλιά ερρίφθη προς τα νότεια της Ζακύνθου εις τόπον λεγόμενον Υψόλιθρον, σχεδόν ημίκαυστον και εσυντρίβη· 20 των ναυτών του εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και 40 αβλαβείς διεσώθησαν.
Ανεφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επταννησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Θωμά Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρονόμαζαν Σουλτάν - Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα και επηγρύπνει εις την μη παράβασίν της υπέρ των Ελλήνων· εις μάτην εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν· οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγώρουν, και τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν διά παντός τρόπου και δι' αυτών των επ' εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής.
Τούτων ούτως εχόντων, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξήφθη ο φύσει ενθουσιώδης λαός της Ζακύνθου, ότε είδεν όχι μόνον την εθνικήν του σημαίαν κυματίζουσαν, αλλά και τον τυραννούμενον αδελφόν του μαστίζοντα κατά τον Υψόλιθρον τον αλλογενή και αλλόπιστον τύραννόν του. Χωρία ολόκληρα εκενώθησαν, και οι κάτοικοι των έτρεξαν ένοπλοι όπου έπεσε το τουρκικόν πλοίον· έτρεξαν συγχρόνως εις τον αυτόν τόπον και 20 στρατιώται Άγγλοι προς διατήρησιν των υγειονομικών διατάξεων. Μεγάλη λογομαχία επήλθε κατ' αρχάς μεταξύ του Άγγλου αξιωματικού καί τινων εκ των χωρικών. Επροσπάθει ο αξιωματικός να τους επαναγάγη εις τα χωρία των· αλλά μη εισακουόμενος εκτύπησεν ένα δι' ης εβάσταζεν ιππομάστιγος. Εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι ευερέθιστοι χωρικοί να τουφεκίσωσι την φρουράν, εσκότωσαν ένα στρατιώτην, επλήγωσαν δύο και τον αξιωματικόν· τους αντετουφέκισε και η φρουρά· αλλ' ο μικρός αριθμός της ήτον ανίκανος ν' αντισταθή μέχρι πολλού προς τον μέγαν αριθμόν των χωρικών· διά τούτο υπεχώρησεν εις τους πλησίον πύργους· αλλά και εκεί την εκτύπησαν την νύκτα οι χωρικοί.
Εν ώ δε τοιαύτα συνέβαιναν επί της ακτής της Ζακύνθου, πλοία του προς την Ύδραν και Σπέτσας πλέοντος ελληνικού στόλου έπεσαν υπό το σκότος της νυκτός εις το μέσον του εχθρικού μεταξύ Ζακύνθου και Γλαρέντσας και εκινδύνευσαν. Αλλά παρευρεθείς ο Μιαούλης εφάνη αυτοφυής ναύαρχος· έφερε τα πλοία όσον εδύνατο πλησιέστερον της πελοποννησιακής ξηράς, διέταξε να παραπλέωσι, και τοιουτοτρόπως τα μεγαλόσωμα εχθρικά, μη δυνάμενα να πλεύσωσιν εις ολιγοβαθή νερά, εκανονοβόλουν μακρόθεν όλον το νυχθήμερον επί ματαίω. Την δε επελθούσαν νύκτα διεξέπλευσαν τα ελληνικά σώα· μόνον το του Θεοδωρή Γ. Μέξη καθήσαν, εκυρίευσαν οι εχθροί και έσβεσαν ην άναψαν φλόγα οι ναύται του αποβάντες όλοι αβλαβείς εις την ξηράν.
Μετά την ναυτικήν ταύτην αψιμαχίαν, ο οθωμανικός στόλος εισέπλευσεν αύθις τον λιμένα της Ζακύνθου, παρέλαβε τους διασωθέντας ναύτας του αλγερινού πλοίου, και απέπλευσε την 3 οκτωβρίου· βλάψας δε κατά τον πλουν του την μηδεμίαν αιτίαν παρασχούσαν Σαμοθράκην, εισήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν την 12 νοεμβρίου, επιδεικνύων τα συλληφθέντα του Γαλαξειδίου πλοία, και κρεμάσας επί των καταρτιών αυτών 30 αθλίους ναύτας αιχμαλωτισθέντας, ως έλεγαν οι του στόλου εν Γαλαξειδίω· αλλ', επειδή δεν ευρέθη ψυχή ζώσα επί της εις την κωμόπολιν εκείνην αποβάσεώς των, επιστεύετο, ότι οι κρεμασθέντες ήσαν εκ των δυστυχών Χριστιανών των πληρωμάτων αυτού του στόλου. Ο δε Καρα - αλής προήχθη διά τον επισιτισμόν των φρουρίων και την καταστροφήν του Γαλαξειδίου εις τον βαθμόν του Καπητάμπασα.
Το δε κατά τον Υψόλιθρον συμβάν ηνάγκασε τον ύπαρχον Ζακύνθου να βάλη χωρία τινά υπό τον στρατιωτικόν νόμον. Ο δε ανθαρμοστής Αδάμ όχι μόνον ενέκρινε το πραχθέν, αλλ' εφήρμοσε τον νόμον καθ' όλην την νήσον. Προς εκτέλεσιν δε αυτού μετέβη εις Ζάκυνθον και διέχυσε μέγαν τρόμον. Πέντε χωρικοί εκρεμάσθησαν ως πρωταίτιοι των κατά τον Υψόλιθρον συμβάντων, ο Θεόδωρος Πέτας Γλάρος, ο Διονύσιος Κοντονής, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, (ο Αντώνης Ζούκας) και ο Γιάννης Κλαδιανός· τα σώματα δε αυτών ετέθησαν εντός κλωβίων υψωθέντων επί των κορυφών των πέριξ της πόλεως και του λιμένος βουνών εις φρίκην των θεατών· όλοι δε οι κάτοικοι της νήσου αφωπλίσθησαν, και 100 πάσης κλάσεως, εν οις και ιερείς, απήχθησαν εις το φρούριον ως ένοχοι, ως ύποπτοι ή ως απειθείς.
Τον νόμον τούτον έλαβεν αφορμήν να κηρύξη ισχύοντα και ο ύπαρχος Κυθήρων εν τω χωρίω των Καβάνων· εκηρύχθη ισχύων μετ' ολίγον και καθ' όλην την νήσον· εκηρύχθη δε εν τω χωρίω των Καβάνων, διότι οι κάτοικοί του, παρασυρόμενοι υπό του προς τον ελληνικόν αγώνα ενθουσιασμού, συνέλαβαν 50 Τούρκους, άνδρας γυναίκας και παιδία, πλέοντας εις Κρήτην και ορισθέντας εκ περιστάσεως προς την νήσον, και τους εξωλόθρευσαν ανηλεώς και αναιτίως, τους μεν φονεύσαντες, τους δε ρίψαντες εις την θάλασσαν· αντέστησαν δε και προς τους υπηρέτας της εξουσίας σταλέντας προς σύλληψιν των ενόχων· διά ταύτην την αιτίαν πολλοί χωρικοί συνελήφθησαν και δύο εξ αυτών εθανατώθησαν· οι δε πρωταίτιοι κατέφυγαν εις Πελοπόννησον. Συγχρόνως εκηρύχθη ισχύων ο στρατιωτικός νόμος και εν Κεφαλληνία και εν αγία Μαύρα, και εν τη πρωτευούση νήσω των Κορυφών· και εν μεν τη Κεφαλληνία κατά το λέγειν αυτού του ανθαρμοστού (β), εκηρύχθη όχι διότι έπραξαν οι κάτοικοί της όσα οι Ζακύνθιοι, αλλά διότι ενδεχόμενον ήτο να πράξωσι τοιαύτα εν ομοία περιστάσει· εν δε τη αγία Μαύρα, διότι η νήσος εκείνη, χωριζομένη της ξηράς διά στενού και διαβατού πορθμού, υπέκειτο εις ληστρικάς εκείθεν επιδρομάς· εν δε τη νήσω των Κορυφών, διότι, αν και ο τόπος εκείνος διέμεινεν ήσυχος και ευπειθής, δεν ήτον εύλογον να εξαιρεθή του γενικού κανόνος. Διά τοιούτους λόγους αφωπλίσθησαν τας ημέρας εκείνας συγχρόνως όλοι οι Επταννήσιοι, πταίσται, αθώοι, φιλοτάραχοι και φιλήσυχοι. Ολίγας δε ημέρας μετά τα συμβάντα ταύτα, ήτοι την 17 Οκτωβρίου, εξεδόθη άλλο κήρυγμα λέγον, ότι από της ημέρας εκείνης ούτε οθωμανικά ούτ' ελληνικά πλοία πολεμικά ήσαν δεκτά, ειμή εν περιστάσει τρικυμίας, εις τους λιμένας του ιονίου κράτους, ότι μόνον αδεία των αρμοδίων Αρχών, επετρέπετο η μετά των ρηθέντων πλοίων κοινωνία, και ότι όστις κατοικών εν τω ιονίω κράτει απεπειράτο να κοινωνήση μετά των επί των ρηθέντων πλοίων άνευ αδείας, εθεωρείτο και επαιδεύετο ως ένοχος φανεράς παρακοής. Τοιαύτη ήτον η προς τους Επταννησίους διαγωγή της αρμοστίας, και τοιαύτη η διάθεσίς της προς τον ελληνικόν αγώνα υπό το ψευδές πάντοτε όνομα αυστηράς και αμερολήπτου ουδετερότητος.
Ερχόμεθα τώρα να παρασταθώμεν εις την άλωσιν της Τριπολιτσάς.
Μέγας και πολύς ήτον εν Τριπολιτσά ο κεχαγιάμπεης εν όσω ενίκα· αλλ' ουδείς τον εσέβετο ουδ' υπήκουεν αφ' ού έπαυσε νικών. Ανηγέρθησαν τότε, καθώς συμβαίνει συνήθως επί των αποτυχιών, πολλαί κεφαλαί· διηρέθησαν δε όλοι εις τρία μεγάλα κόμματα· εις το των εντοπίων Τούρκων ους εκίνουν ο Κιαμίλμπεης, ο Μουσταφάμπεης, ο Δεφτερδάρης και ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης· εις το του κεχαγιάμπεη και καϊμακάμη, ήτοι των ασιανών, και εις το των συναναβάντων μετά του κεχαγιάμπεη Αλβανών των υπό τον Ελμάσμπεην. Το πρώτον κόμμα εζήτει ασφάλειαν, το δεύτερον τιμήν, το τρίτον χρήματα. Και τα τρία έβλεπαν πάσαν αντίστασιν ματαίαν, αφ' ού μάλιστα επείσθησαν, ότι οι έξωθεν ερχόμενοι εις βοήθειαν ομόπιστοί των ηττήθησαν κατά τα Βασιλικά. Αλλ' οι περί τον κεχαγιάμπεην ήσαν γνώμης να μη εμπιστευθώσιν εις επισφαλή συμβιβασμόν, αλλά να εξέλθωσιν όλοι πανέστιοι διά νυκτός, και διελθόντες το εχθρικόν στρατόπεδον να καταφύγωσιν όσοι επιζήσωσιν εις Ναύπλιον. Αν τολμηρά ήτον η γνώμη αύτη, ήτον η μόνη παρέχουσα ελπίδα σωτηρίας. Αλλ' οι Αλβανοί ήξευραν ότι, αποχωριζόμενοι των συναδέλφων των, εσυμβιβάζοντο μετά των Ελλήνων και ευκόλως και επικερδώς· όθεν, ως άνθρωποι του συμφέροντος, δεν επείθοντο να ριψοκινδυνεύσωσιν επ' ωφελεία άλλων. Εις τόσην δε αναισχυντίαν περιέπεσαν, ώστε εμονοπώλουν τας εναπολειφθείσας τροφάς, και επώλουν πολλάκις και αυτό το εν τη πόλει νερόν· απαιτούντες δε απειλητικώς τους υστερούντας μισθούς των, απέκλεισαν και αυτόν τον κεχαγιάμπεην εν τω παλατίω του και τους έλαβαν διά της βίας. Οι δε εντόπιοι Τούρκοι είχαν άλλας αιτίας να μη εγκρίνωσι το περί της εξόδου σχέδιον του κεχαγιάμπεη· δεν ήθελαν να θέσωσιν εις κίνδυνον τας οικογενείας των· έχοντες δε σχέσεις προς τους προκρίτους της Πελοποννήσου ως συμπατριώτας των, ήλπιζαν πάντοτε να συμβιβασθώσι και λυτρωθώσι. Τοιαύτη διαφωνία επεκράτει εν Τριπολιτσά καθιστώσα την δεινήν θέσιν της πολύ δεινοτέραν. Η εγγίζουσα δε εκπολιόρκησις έφερεν έξωθεν των τειχών τόσον πλήθος οπλοφόρων επ' ελπίδι λαφυραγωγίας, ώστε συνηριθμούντο τας τελευταίας ημέρας τουλάχιστον 15000· επεκράτει δε και τόση αταξία και απροσεξία εν τω στρατοπέδω, ώστ' ελαθροπώλουν τινές αισχροκερδείς προς τους πολιορκουμένους υπό το σκότος της νυκτός τροφάς. Ειδοποιηθείς ο Κυριακούλης ότι προσήλθαν τίνες επί τω σκοπώ τούτω υπό το τείχος κρυφίως, παρέλαβέ τινας των περί αυτόν και έτρεξε να τους διασκορπίση και τιμωρήση· αλλά τους υπεράσπισαν οι έσωθεν τουφεκίζοντες, και εξώρμησαν πολλοί αυτών εις τιμωρίαν των προθυμηθέντων να παύσωσι την αθέμιτον ταύτην τροφεμπορίαν· έτρεξαν τότε και πολλοί Έλληνες ακούσαντες τον τουφεκισμόν, έτρεξε και αυτός ο Κολοκοτρώνης, και μετά δίωρον μάχην ηναγκάσθησαν οι εξορμήσαντες, πολλά παθόντες, να καταφύγωσιν εις την πόλιν.
Εντοσούτω, τα σχέδιον του συμβιβασμού υπερίσχυσεν, αλλ' ουδείς ετόλμα να το προβάλη αναφανδόν. Εν τοις τοιούτοις καιροίς ισχύει παρά τοις Οθωμανοίς πολλάκις το γυναικείον φύλον. Εν Κωνσταντινουπόλει συχνάκις κινείται ο όχλος των γυναικών αυθαδώς και ατιμωρήτως κατά των Αρχών εν καιρώ σιτοδείας· εντεύθεν ορμώμενοι και οι εν Τριπολιτσά, οι θέλοντες υπέρ τους άλλους τον συμβιβασμόν, υπεκίνησαν τας Οθωμανίδας. Την 6 σεπτεμβρίου συνήχθησαν κάτωθεν του παλατίου πάμπολλαι και οδυρόμεναι εκραύγαζαν, ότι απέθνησκαν της πείνας και της δίψας και επεκαλούντο εν ονόματι του θεού και του βασιλέως των τον ταχύν συμβιβασμόν μετά των πολιορκητών, ως την μόνην αποτροπήν του παντελούς ολέθρου. Συνήλθαν τότε εις το παλάτιον οι πρόκριτοι, και ενώπιον του κεχαγιάμπεη, μη δυναμένου πλέον μηδ' αυτού ν' αντιτείνη, ενεκρίθη να γείνωσι προς τους Έλληνας προτάσεις συμβιβασμού διά των αρχιερέων και προεστώτων.
Των ανδρών τούτων ο εν Τριπολιτσά βίος ήτο μαρτύριον. Κατ' αρχάς έζων υπό απλήν φύλαξιν, αν και πάντοτε εν μέσω απειλών και κινδύνων· αλλά μόλις ένα μήνα διήρκεσεν η τοιαύτη κατάστασίς των.
Αρχομένου του απριλίου αφώπλισεν η εξουσία και εδέσμευσε 18 ενόπλους συναναβάντας εις Τριπολιτσάν ως σωματοφύλακας αυτών· την δε 16 έφερεν ο όχλος ενώπιον της εξουσίας Χριστιανόν τινα Τριπολιτσιώτην επί λόγω ότι τον συνέλαβεν έξω της πόλεως στελλόμενον προς τους πολιορκητάς εις ανακάλυψιν πολεμικού τινος τουρκικού σχεδίου. Επί τη μαρτυρία αυτού απεκεφαλίσθησαν ο ανεψιός ενός των προεστώτων και είς των υπηρετών αυτών ως αποστείλαντες τον συλληφθέντα προς τους Έλληνας. Τούτου γενομένου, ηκούσθη φωνή λέγουσα «διατί σκοτόνομεν τους υπηρέτας και φυλάττομεν τους κυρίους»; και επί τη φωνή ταύτη ώρμησεν ο όχλος εις σφαγήν των κυρίων· αλλ' απεκρούσθη υπό της φρουράς. Αυθεσπερί δε απεφασίσθη να φυλακισθώσιν οι αρχιερείς και οι προεστώτες εις καθησύχασιν του όχλου, και η απόφασις εξετελέσθη την επαύριον. Μόνοι δεν εφυλακίσθησαν ο Κορίνθου Κύριλλος, ο Σωτήρης Νοταράς, ο Μήτρος Ροδόπουλος (γ), ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Ανάστασης Μαυρομιχάλης, ως προστατευόμενοι ο πρώτος και ο δεύτερος υπό του Κιαμήλμπεη, ο τρίτος και ο τέταρτος υπό του Μουσταφάμπεη, και ο Μαυρομιχάλης υπό του καϊμακάμη. Γενομένης δε την επιούσαν νέας οχλαγωγίας, εφονεύθησαν οι προδεσμευθέντες 18 σωματοφύλακες. Οι δε αρχιερείς, οι προεστώτες και οι υπηρέται αυτών, όλοι 38, συνεσωρεύθησαν εν μια και τη αυτή φυλακή, τη των κακούργων, ήτις είχεν εμβαδόν μόλις 150 πηχών και έν μικρόν παράθυρον· ήσαν δε όλοι, εκτός δύο υπηρετών, αλυσοσύνδετοι από του τραχήλου οι μεν κύριοι διά μιας οι δε υπηρέται δι άλλης αλύσεως· ώστε, ενός ανισταμένου, όλοι εξ ανάγκης συνανίσταντο· ετρέφοντο δε όσον αποζήν και εβίωσαν τον πολυώδυνον τούτον βίον πέντε μήνας· δις μόνον εν τω διαστήματι τούτω εξήχθησαν της φυλακής, αλλά μετ' ολίγας ημέρας επανήχθησαν.
Σεπτέμβριος Αφού δε ενεκρίθη να μεταχειρισθώσιν οι πολιορκούμενοι τους άνδρας τούτους ως όργανα των σκοπών των, τους εξήγαγαν του δεσμωτηρίου, όπου είχαν ήδη αποθάνει ο Μονεμβασίας Χρύσανθος καί τις διάκονος, όλους ρακενδύτας, όζοντας, φθειριώντας, ημιθανείς εκ της ασιτίας και κακουχίας, σκιάς ανθρώπων μάλλον ή ανθρώπους. Έξ απέθαναν εν μια και μόνη ημέρα εν Τριπολιτσά μετά την αποφυλάκισιν, εν οις τρεις αρχιερείς, ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός και ο Δημιτσάνης Φιλόθεος· δύο δε προεστώτες εξεψύχησαν καθ' οδόν μετακομιζόμενοι εις τα ίδια, ο Θεόδωρος Δηληγιάννης και ο Ιωάννης Περρούκας. Αφ' ού δε επεριποιήθησαν οι Τούρκοι ους έως χθες εβασάνιζαν και εδικαιολογήθησαν ότι τους εφυλάκισαν εις διάσωσίν των από της ορμής του όχλου, τους διέταξαν να γράψωσι τοις πολιορκηταίς γράμματα όπως αυτοί τα υπαγόρευσαν. Ήσαν δε απειλητικά μάλλον ή συμβιβαστικά, διότι τους εμέμφοντο οι γράψαντες διά την μεγάλην αχαριστίαν των προς τόσον ευμενή εξουσίαν, τοις έλεγαν να έλθωσιν εις εαυτούς, να γνωρίσωσι το σφάλμα των, να καταθέσωσι τα όπλα και να επικαλεσθώσι το έλεος του πολυευσπλάγχνου σουλτάνου του εξουσιάζοντος τα δύο τρίτα του κόσμου και του διά μόνης της κατάρας δυναμένου να τους αφανίση· ει δε και παρήκουαν, τους ειδοποίουν, ότι εκινδύνευαν να πωληθώσι και αυτοί, καθώς άλλοτε επωλήθησαν οι όμοιοί των Σέρβοι, προς τρία γρόσια ο άνθρωπος· επί τέλους δε τους ηρώτων τι εζήτουν· ερρίφθησαν δε τα γράμματα έξω του τείχους. Οι πολιορκηταί απεκρίθησαν, ότι εχαρίζετο τοις πολιορκουμένοις η ζωή, ησφαλίζετο η τιμή των, και επετρέπετο και η αλλού μετάβασίς των· επιπλήττοντες δε τους γράψαντας επί τουρκοφροσύνη, ως αν ήσαν κύριοι να γράψωσιν ό,τι ενέκριναν, τους εσυμβούλευαν να συνακολουθήσωσι τους φίλους των. Οι Τούρκοι επρόβαλαν συνέντευξιν πληρεξουσίων εκατέρωθεν και εισηκούσθησαν· έγεινεν ανακωχή, και εχύθη έξω της πεινώσης και διψώσης πόλεως πλήθος γυναικών και παιδίων επί φανερώ κινδύνω. Αλλ', εν ώ εξήρχοντο, οι άσπλαγχνοι και αισχροκερδείς Αλβανοί, ιστάμενοι προ των πυλώνων, τοις αφήρουν ό,τι είχαν. Παμπληθή στρατεύματα, ως είπαμεν, συνέρρευσαν τας ημέρας εκείνας εκτός της πόλεως, και αυτό το στρατόπεδον των Ελλήνων σχεδόν επείνα. Διά την αιτίαν ταύτην και εις πλειοτέραν στενοχωρίαν των εντός της πόλεως εχθρών, δεχθέντες οι Έλληνες τους κατά πρώτον εξελθόντας, δεν ήθελαν να δεχθώσι και τους εκ δευτέρου και τους ετουφέκισαν εξερχομένους· αλλά τους απώθουν και οι Τούρκοι τουφεκίζοντές τους άνωθεν του τείχους. Τότε οι Έλληνες τους παρέλαβαν εξ ανάγκης, τους ετοποθέτησαν όπισθεν του στρατοπέδου προς την οδόν των Καλαβρύτων και τους αφήκαν να τρέφωνται όπως και όθεν εδύναντο.