Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 7

Chapter 737 wordsPublic domain

Διεδόθη φωνή κατ' εκείνας τας ημέρας, ότι ο εν Τριπολιτσά Κιαμήλμπεης, εμελέτα να μεταβή εις Κόρινθον προς ενίσχυσιν της κινδυνευούσης εκείνης φρουράς. Ο άγρυπνος και επιδέξιος Κολοκοτρώνης διέταξε και ήνοιξαν τάφρον κατά τον Μύτικαν μίαν ώραν μακράν της Τριπολιτσάς προς ενέδραν. Η διαδοθείσα φωνή εψεύσθη, αλλ' η τάφρος εχρησίμευσε, και ιδού πώς. Την 10 Αυγούστου εξήλθαν υπερτετρακισχίλιοι πεζοί και ιππείς Τούρκοι, διεσπάρησαν εις τα πέριξ χωρία επί καρπολογία, και συναντήσαντες εν τω χωρίω του Λουκά τους περί τον Νταγρέν, τους διεσκόρπισαν φονεύσαντές τινας αυτών· ολίγον δ' έλλειψε να συλλάβωσι και τον αρχηγόν έν τινι σπηλαίω μετά τεσσάρων κλεισθέντα και διά της επικουρίας άλλων άλλοθεν ελθόντων Ελλήνων λυτρωθέντα. Επί δε τη εις Τριπολιτσάν επιστροφή των οι πλείστοι, συνοδεύοντες μέγα πλήθος σώων τροχοφόρων, επλησίασαν την τάφρον, εκλαβόντες αυτήν όχι ως εις πολεμικήν χρήσιν προπαρασκευασθείσαν, αλλ' ως όριον ιδιωτικού τινος χωραφίου. Φθάσαντες δε ανύποπτοι προς το χείλος ετουφεκίσθησαν αίφνης υπό των εν αυτή αφανώς παραφυλαττόντων Ελλήνων, και πολλοί εχάθησαν ως απρόσεκτοι και απροφύλαχτοι, οι δε λοιποί διεσώθησαν, οι μεν πεζοί διαβάντες διά του πλησίον της ρίζης του βουνού ασκάπτου μέρους, οι δε ιππείς υπερπηδόντες την τάφρον μη ικανώς πλατείαν· όλα δε τα κομίζοντα τας τόσον αναγκαίας ταις ημέραις εκείναις εις χρήσιν των πεινώντων Τούρκων τροφάς ζώα έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Το κατ' εκείνην την ημέραν συμβάν έφερεν εις απόγνωσιν τους πολιορκουμένους διά την αφαίρεσιν των τροφών και εθάρρυνε τους Έλληνας να στήσωσι τους συνήθεις προμαχώνας 900 οργυιάς από της πολιορκουμένης πόλεως.

Εξ αρχής της πολιορκίας είχαν οι πολιορκηταί τινα κανόνια, αλλά μετά την παράδοσιν της Μονεμβασίας μετέφεραν εκείθεν και τρείς βομβοβόλους, ηγνόουν όμως την χρήσιν αυτών. Περιεφέρετο εν τω στρατοπέδω Ιταλός τις, Τάσης, τερατολόγος μάλλον ή αρχιπυροβολιστής ως επηγγέλλετο· ούτος ανεδέχθη την χρήσιν αυτών, και τας έστησε προς τους πρόποδας του βουνού 700 οργυιάς από της πόλεως. Παρασκευασθείσης μιας αυτών, συνήχθη επί των πλησίον υψωμάτων μέγα πλήθος πολιορκητών χάριν του νεοφανούς θεάματος· αλλ' η βομβοβόλος, αντί να ενεργήση τα προσδοκώμενα τεράστια, έσπασε καταισχύνασα τον αρχιπυροβολιστήν.

Το έργον του αμαθούς Τάση, όστις φοβηθείς έγεινεν άφαντος, ανέλαβεν ο γνώσεις περί τα τοιαύτα έχων Γάλλος Ρεϋβώς. 200 οργυιάς μακράν της πόλεως προς το μέρος της μεγάλης Τάπιας κείνται παραρριζώματά τινα των βουνών. Ο Ρεϋβώς έστησεν επί του κέντρου αυτών τας δύο βομβοβόλους, αλλ' ανωφελώς και αυτός, αν και τας ανέδειξε διά της επιτηδειότητός του ευχρήστους. Δεξιόθεν δε και αριστερόθεν αυτών κατεσκευάσθησαν δύο κανονοστάσια, εύχρηστα μεν και αυτά, αλλ' επίσης ανωφελή· όπισθεν δε των παραρριζωμάτων ετοποθετήθησαν 800 οπλοφόροι υπό τον Γιατράκον, τουφεκίζοντες επιδεξίως διά των κανονοπών και ενοχλούντες τους εχθρούς. Έστησαν οι Έλληνες και άλλο κανονοστάσιον προς την πύλην του Άργους μικράς και αυτό ωφελείας. Οι δε Τούρκοι έπεσαν εις πολλήν αδράνειαν, και την 24 πεντακόσιοι Έλληνες τόσον επλησίασαν προς το μέρος της μεγάλης Τάπιας, ώστε κατέλαβάν τινας κεκαυμένας οικίας έμπροσθεν μιας των πυλών της Τριπολιτσάς και διετήρησαν αυτάς ευτυχώς δύο ώρας πολεμούμενοι έσωθεν· αλλ' απόσπασμα ιππικού εξήλθε της πόλεως άλλοθεν, έπεσεν όπισθεν, τους εκακοποίησε, και τους ανάγκασε ν' απομακρυνθώσιν.

Μετ' ολίγας δε ημέρας ήλθεν εις Τρίκορφα ο Σκώτος, Θωμάς Γόρδων, μεταβιβάσας επί του πλοίου του εκ Μασσαλίας Έλληνας και φιλέλληνας, και φέρων επ' ωφελεία της Ελλάδος, υπέρ ης και αυτός και οι συν αυτώ ήλθαν ν' αγωνισθώσι, τρεις βομβοβόλους και εξακόσια τουφέκια. Οι Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως και ευγνωμόνως τον γενναίον τούτον φιλέλληνα, αναδεχθέντα προθύμως να οργανίση εξ ιδίων σώμα τακτικών εξ Ελλήνων και φιλελλήνων.

Εν τοσούτω η κατάστασις των Τούρκων εχειροτέρευεν ημέρα τη ημέρα όχι μόνον διά σπάνιν τροφών, αλλά και δι' έλλειψιν ιπποβοσκής, διότι, μη τολμώντες να βοσκήσωσιν ως άλλοτε εκτός της πόλεως τους ίππους, δεν εδύναντο να τους μεταχειρισθώσιν ως και πρότερον, εξασθενήσαντας εκ της ατροφίας.

Αι μακροχρόνιοι πολιορκίαι διά την εξ ανάγκης ακαθαρσίαν των πολιορκουμένων, διά την κακήν ποιότητα των τροφίμων, διά την κακουχίαν και συσσώρευσιν πολλών ανθρώπων και ζώων εντός στενής περιφερείας φέρουν συνήθως επιδημίας. Το κακόν τούτο δεν εβράδυνε να προστεθή, εις τα άλλα κακά των πολιορκουμένων· αυτά δε τα θύματα της επιδημίας έτρεφαν την επιδημίαν. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, αρμοδίαν εθεώρησεν ο Υψηλάντης την περίστασιν να προβάλη τοις πολιορκουμένοις συμβιβασμόν εις παράδοσιν της πόλεως υπ' ωφελίμους όρους· αλλ' απερρίφθη υπεροπτικώς η πρότασίς του.

Φοβούμενοι δε οι Έλληνες μη φέρη η αναβολή επιβοήθειαν προς τους πολιορκουμένους, ηθέλησαν να επιχειρήσωσιν έφοδον, και διετάχθη ο αρχιπυροβολιστής να διαρρήξη το τείχος· αλλ' όλοι του οι αγώνες απέβησαν μάταιοι διά την μηδαμινότητα του πυροβολικού. Εν ώ δε ανεμένετο ημέρα τη ημέρα η πτώσις της πόλεως, ήλθεν είδησις ότι ο οθωμανικός στόλος εφάνη έξωθεν των μεσημβρινών παραλίων της Πελοποννήσου την 26.

Είδαμεν, ότι οι στόλοι διεχωρίσθησαν μετά τα κατά την Σάμον συμβάντα, και ότι ο μεν ελληνικός κατέπλευσεν εις τα ίδια, ο δε τουρκοαιγύπτιος εισέπλευσε τον Ελλήσποντον. Ο στόλος ούτος ανέπλευσε μετά τινας ημέρας κατά της Ελλάδος.

Πρό τινων δε ημερών είχε συναχθή τουρκικόν στράτευμα εν τη επαρχία του Ζητουνίου, σκοπεύον να εισχωρήση εις την Ανατολικήν Ελλάδα, να ενωθή μετά των ενδιατριβόντων τουρκικών στρατευμάτων και να εισβάλη εις Πελοπόννησον προς λύτρωσιν της Τριπολιτσάς βοηθούμενον και παρά του στόλου, μελετώντος, αφ' ού επεσίτιζε τα μεσσηνιακά φρούρια, να εισπλεύση τον κορινθιακόν κόλπον.

Μαθόντες οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος τα περί της νέας ταύτης εκστρατείας υπό τέσσαρας πασάδας, τον Μπεϋράμπασαν, τον και αρχιστράτηγον, τον Χατσή - Μπεκήρπασαν, τον Μεμήσπασαν, και τον Σιαχή - Αλήπασαν, συνήλθαν εις Εργίνι, χωρίον της Βοδωνίτσης, όπου ενέκριναν την θέσιν της Φοντάνας ως την καταλληλοτέραν προς αντίκρουσιν του εχθρού. Μόνος ο Δυοβουνιώτης αντέτεινε και επρόβαλε να καταλάβωσιν άνευ αναβολής τα επί της προς την Λεβαδείαν λεωφόρου Βασιλικά, ορθώς συλλογισθείς, ότι τόσοι πασάδες δεν θα κατεδέχοντο ν' αφήσωσι την πλατυτέραν θέσιν των Βασιλικών και να διέλθωσι την στενοτέραν της Φοντάνας. Η γνώμη του Δυοβουνιώτου απολαμβάνοντος υπόληψιν εμπειροπολέμου ανδρός υπερίσχυσε, και μετέβησαν οι Έλληνες εις Βασιλικά· και ο μεν Παπά - Ανδρέας Κοκοβιστιανός μετά 300 ετοποθετήθη αφανής εντός του παρά τη εισόδω της κοιλάδος πυκνού δάσους· ο δε Αντώνης Κοντοσόπουλος και ο Κωσταντής Καλύβας μετά 600 κατέλαβαν τα ενδότερα της κοιλάδος· ο δε Δυοβουνιώτης, ο υιός του, ο Νάκος Πανουργιάς και ο Γκούρας μετά 1100 τα προ της εξόδου της κοιλάδος.

Την 24 οι πασάδες, εκτός του Χατσή - Μπεκήρη αποθανόντος αίφνης εν Ζητουνίω, ήλθαν μετά επτακισχιλίων ιππέων και πεζών εις Πλατανιάν, όπου και διενυκτέρευσαν· την δε επαύριον έστειλαν δισχιλίους ιππείς εις σκόπευσιν, οίτινες επροχώρησαν όπου εφύλατταν ο Κοντοσόπουλος και ο Καλύβας. Αντέστησαν ούτοι κατ' αρχάς μόνοι και διετήρησαν την θέσιν των έως ού ήλθαν και οι κατά την έξοδον της κοιλάδος εις επικουρίαν των, και τότε απώθησαν όλοι ομού τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες 50 και ζωγρήσαντες 15 ίππους. Την δε επιούσαν, ό εστι την 26, αφήσας ο Μπεϋράμπασας φρουράν εν Πλατανιά εις φύλαξιν των αποσκευών, εκίνησε πανστρατιά, και προχωρήσας εις την πεδιάδα παρά την είσοδον του στενού διέταξε ν' αναγνώσωσι την συνήθη προπόλεμον ευχήν και να κανονοβολήσωσι και τουφεκίσωσι. Τούτου γενομένου, ώρμησεν ο στρατός αλαλάζων επί τους περί τον Κοντοσόπουλον και Καλύβαν· έτρεξαν εις βοήθειαν αυτών οι Δυοβουνιώται, ο Πανουργιάς και ο Γκούρας, κατέφθασε και ο Μπούσγος μετά 300, και εξήφθη διακαής μάχη. Επειδή η θέσις ήτο στενή, δασώδης και απόκρημνος, ούτε ο μέγας αριθμός των πεζών, ούτε το πολύ ιππικόν των εχθρών εχρησίμευε· ώστε μη δυνάμενοι ν' απωθήσωσι τους Έλληνας, αν και τόσον πολλοί, και ανοίξωσι την δίοδον, έστρεψαν τα νώτα. Τότε εξώρμησαν οι υποδενδριάζοντες περί τον Παπά - Ανδρέαν και κατέλαβαν την είσοδον, ώστε ο εχθρός εκτυπάτο έμπροσθεν και όπισθεν. Όλοι οι οπλαρχηγοί Έλληνες διέπρεψαν την ημέραν εκείνην, ο δε Παπά - Ανδρέας κατεδίωξε τους εχθρούς έως ού εβασίλευσεν ο ήλιος. Εκτός των πληγωθέντων, ων άγνωστος ο αριθμός, υπερχίλιοι εχθροί έπεσαν, και μεταξύ αυτών και ο Μεμήσπασας φονευθείς, ως ελέγετο, αυτοχειρί υπό του Γκούρα, εζωγρήθησαν δε και 100· εκ δε των Ελλήνων εσκοτώθησαν 10 και επληγώθησαν 30, εν οις και ο Κοντοσόπουλος. Πάμπολλα και πλουσιώτατα ήσαν τα εις χείρας των Ελλήνων πεσόντα λάφυρα, εν οις και 800 ίπποι, 2 κανόνια και 18 σημαίαι. Μετά την μάχην οι μεν εχθροί συνηνώθησαν πάλιν εις Πλατανιάν, ενδιενυκτέρευσαν, και την επιούσαν επανέκαμψαν εις Ζητούνι τόσον έμφοβοι, ώστε έκοψαν επί της φυγής την γέφυραν του Σπερχειού. Οι δε Έλληνες εκίνησαν κατ' αυτών την επαύριον, αλλά δεν τους επρόφθασαν και εστρατοπέδευσαν εν Δαμάστα. Εις τόσην δε αταξίαν έπεσαν οι εχθροί φεύγοντες, ώστε οι λαφυραγωγούντες Έλληνες εύρισκαν και τας ακολούθους ημέρας της μάχης περιπλανωμένους ανθρώπους και ζώα. Τοιουτοτρόπως εματαιώθη η κατά της Πελοποννήσου αύτη εκστρατεία.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Μοθώνην, έπλευσε προς την Κορώνην.

Η Κορώνη επολιορκείτο διά ξηράς αφ' ότου οι διαχυθέντες εις Καλαμάταν Μανιάται διεσπάρησαν εκείθεν εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου· μετέβη και ο Αντώνης Μαυρομιχάλης μετά τινων εξ αυτών εις την επαρχίαν της Κορώνης ως αρχηγός της πολιορκίας· μετέβη κατόπιν αυτού και ο αδελφός του Γιάννης ο και Κατσής· συνηνώθησαν και οι εντόπιοι και άλλοι γείτονές των υπό τους αδελφούς Καραπαύλους και τον Γεώργην Δαρειώτην, και κατέλαβαν όλοι ομού την 25 μαρτίου τα Βουνάρια, θέσιν μίαν ώραν απέχουσαν του φρουρίου, και ηκροβολίσθησαν αυθημερόν κατά το Χαρακοπιόν μετά των επεξελθόντων Τούρκων. Μετά δε τον ακροβολισμόν ήλθαν οι Έλληνες πλησιέστερον του φρουρίου· και πρώτον μεν κατέλαβαν τα χωρία, Άγιον Δημήτριον και Τσεφέρογλι· έπειτα δε έπεσαν και εις αυτήν την πόλιν της Κορώνης· ενδιαμείναντες δε δέκα ημέρας ανεχώρησαν την μεγάλην παρασκευήν εις τα ίδια χάριν των εορτών, αλλ' επανήλθαν την δευτέραν της διακαινησίμου και κατέλαβαν την θέσιν Μακρύν Άμμον, όπου εζώγρησαν δι' ενέδρας 10 Τούρκους και τους εφόνευσαν εισήλθαν δε και δευτέραν φοράν εις την πόλιν και την διετήρουν, ακροβολιζόμενοι συχνάκις μετά των εν τη ακροπόλει· αλλά φανέντος του στόλου έφυγαν, ελύθη η πολιορκία, και οι Τούρκοι έκαυσαν την πόλιν ίνα μη επανελθόντες οι Έλληνες την καταλάβωσιν· εθρασύνθησαν δε τόσον ιδόντες τον στόλον, ώστε απεκεφάλισαν τον επίσκοπον Κορώνης Γρηγόριον, και εκ των προκρίτων τον Κωσταντήν Λαχανάν και τον Γεώργην Τσαπόπουλον, ους κατοικούντας την πόλιν είχαν μεταφέρει επί της πρώτης εισβολής των Ελλήνων εις την ακρόπολιν· έρριψαν δε έξω των τειχών τα πτώματά των.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφ' ού ετροφοδότησε την Κορώνην, έπλευσε την αυτήν ημέραν εις Καλαμάταν. Φόβος μέγας κατέλαβε τους εκεί, και υπό το κράτος του φόβου οι επί της κυριεύσεως της Καλαμάτας παραδοθέντες Τούρκοι ως εκατόν, στελλόμενοι δήθεν χάριν ασφαλείας εις Μάνην, εμιαιφονήθησαν καθ' οδόν επί προφάσει μη λάβωσιν όπλα επί της αφίξεως των συναδέλφων των.

Πρό τινων ημερών ωργανίζετο εκεί τακτικόν σώμα συστηθέν κατά πρώτον εν Βερβένοις, υπό την προστασίαν του Υψηλάντου δι' ων έφερεν από Τεργέστης οπλισμών και δι' ων εχορήγησεν ολίγων χρημάτων· το πλείστον δε μέρος του τακτικού τούτου συνίστατο εκ προσφύγων Κυδωνιέων, εγυμνάζετο παρά του Γουβερνάτου Ιταλού, είχεν αξιωματικούς Έλληνας και φιλέλληνας και διετέλει υπό τον Βαλέστον διορισθέντα παρά του Υψηλάντου συνταγματάρχην.

Ο συνταγματάρχης ούτος, Γάλλος το γένος, υπηρέτησε την πατρίδα του στρατιωτικώς μέχρι της ειρήνης του 1814· έκτοτε μετέβη εις Κρήτην όπου διέμεινεν έξ έτη πλησίον του μετερχομένου το εμπόριον πατρός του και εντεύθεν έλαβεν αφορμήν να διδαχθή την ελληνικήν γλώσσαν και να γνωρίση τα ελληνικά ήθη· διά ταύτην την αιτίαν, και έτι μάλλον διά τας στρατιωτικάς και κοινωνικάς αρετάς του, ευδοκίμησεν αγαπώμενος παρά πάντων και τιμώμενος. Ευρίσκετο κατά περίστασιν ο ανήρ ούτος εν Τεργέστη επί της εκείθεν εις Ελλάδα καταβάσεως του Υψηλάντου και τον ηκολούθησεν ως συναγωνιστής του. Καθ' ην δε ημέραν έπλευσεν ο εχθρικός στόλος εις Καλαμάταν, είχε μόλις 250 στρατιώτας και αυτούς αρχαρίους· αλλά και μετά τόσον ολίγων και τόσον αγυμνάστων δεν εδίστασε να παραταχθή αφόβως επί της παραλίας κατέμπροσθεν του εχθρού μελετώντος απόβασιν· είχε και δύο κανόνια και συμβοηθούς μίαν εκατοστύν Μανιατών υπό τον Παναγιώτην Μούρτσινον καί τινας εντοπίους. Την ακόλουθον αυγήν επλησίασαν προς την ξηράν πλοία του στόλου διά την μελετωμένην απόβασιν. Αλλ' οι Τούρκοι ιδόντες την τάξιν του σώματος, ακούσαντες τον ήχον των σαλπίγγων, μαθόντες και εκ των τουφεκοβολών ότι και άλλοι παρεφύλατταν εντός διαφόρων τάφρων επί το αμμώδες παράλιον, αγνοούντες ίσως και τον μικρόν αριθμόν των υπερασπιστών, ανεχώρησαν άπρακτοι.

Εκείναις δε ταις ημέραις ευρέθησαν τα προ ολίγου πολιορκούντα το Νεόκαστρον δύο σπετσιωτικά πλοία εν τω λιμένι των Κυτριών εντός του κόλπου της Καλαμάτας. Εισπλεύσας ο στόλος τα απέκλεισε και τα εκανονοβόλισεν επ' ελπίδι να τα συλλάβη ή να τα καύση· αλλ' οι ναύται αυτών απεβίβασαν κανόνια, αντέστησαν γενναίως, διεφύλαξαν τα πλοία, και καιροφυλακτήσαντες τα μετέφεραν εις την νήσον των αβλαβή.

Ο δε εχθρικός στόλος, αφού διέτριψε μίαν εβδομάδα κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, απέπλευσε προς τας Πάτρας.

Διαδοθείσης της ειδήσεως ταύτης, διεδόθη συγχρόνως, ότι ο στόλος έφερε δεκακισχιλίους εις απόβασιν, εν ώ είχε μόλις χίλιους Αλβανούς. Ο λόγος ούτος κατετάραξε τους πολιορκητάς της Τριπολιτσάς φοβηθέντας μη αποβώσι τα στρατεύματα ταύτα είς τι παράλιον της Πελοποννήσου και στρατεύσωσι προς λύτρωσιν της κινδυνευούσης πόλεως· εκρίθη δε αναγκαίον να εκστρατεύση μέρος του πολιορκούντος στρατού κατά τας Πάτρας. Αυθόρμητος εξεστράτευσεν ο Υψηλάντης παραλαβών τους υπό τον Βαλέστον τακτικούς ελθόντας εκ Καλαμάτας εις Τριπολιτσάν και 500 ακολούθους του Κολοκοτρώνη υπό τον ανεψιόν αυτού Αποστόλην και τους δύο υιούς του, τον Πάνον αναβάντα εις Τριπολιτσάν προ ολίγων ημερών από του Ισθμού, και τον Γενναίον.

Εν τούτοις ο εχθρικός στόλος ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Ζακύνθου, υπεδέχθη φιλικώτατα παρά των ουδετέρων του τόπου εκείνου Αρχών, επρομηθεύθη τροφών, και την 7 σεπτεμβρίου κατέπλευσεν εις Πάτρας όπου ήλθαν και συνηνώθησαν καί τινα των εν τοις ηπειρωτικοίς παραλίοις πλοίων, περί ων άλλοτε ανεφέραμεν, καί τινα αλγερινά· συνηριθμούντο δε όλα 60, εν οις τρία δίκροτα, και επτά φρεγάται.

Οι δε ατυχείς αρχηγοί της Αχαΐας μετά τα εν Πάτραις πρώτα παθήματά των έσπευσαν να στρατολογήσωσι και καταλάβωσι διαφόρους θέσεις, αν όχι εις βλάβην, τουλάχιστον εις συστολήν των εχθρών ενδυναμωθέντων διά των εκεί μεταβάντων Λαλιωτών, και διά 1500 Αλβανών αποσταλέντων παρά του Χουρσήδη υπό τον αρχιπυροβολιστήν Ασλανάκην· ήσαν δε οι εν Πάτραις Τούρκοι πάντοτε κύριοι των πέριξ της πόλεως και εξήρχοντο ελευθέρως απάγοντες ζώα και ξυλευόμενοι· πολλάκις δε επροχώρουν και όπου εφύλατταν οι Έλληνες και ηκροβολίζοντο, πάντοτε υπερέχοντες· κατά τους ακροβολισμούς δε τούτους διεκρίνετο ο Παναγιώτης Καρατσάς, ο τολμηρότερος των Ελλήνων αρχηγών εκείνου του μέρους, όστις όχι μόνον επολέμει τους Τούρκους επί των πεδινών τόπων, αλλά έπιπτε την νύκτα και εις αυτήν την πόλιν. Αι Πάτραι δεν ήτο δυνατόν να πέσωσι ειμή διά της πείνας, καθώς διά της πείνας έπεσαν και τα άλλα φρούρια· αλλ' ο αποκλεισμός των πάντοτε ανεπαρκής διά ξηράς, έγεινεν ανεπαρκέστερος αφού τόσον εδυναμώθη η φρουρά των· διά θαλάσσης δε εκ διαλειμμάτων μόνον και σπανίως απεκλείοντο· ώστε όχι μόνον των προς τροφήν επρομηθεύοντο αφθόνως, αλλά και των προς τρυφήν.

Δεν είναι πολλού λόγου άξιοι οι μετά τα πρώτα κατά τας Πάτρας συμβάντα συχνοί εκεί ακροβολισμοί, διότι ούτε αποτέλεσμα έφεραν, ούτε διά τινος περιέργου συμβάντος, εκτός ολίγων φόνων, διεκρίθησαν. Τόσον ανενόχλητοι συνήθως έμεναν οι Τούρκοι, ώστε την 23 ιουνίου υπήγαν και έκαυσαν το μοναστήριον του Ομπλού, τρεις ώρας μακράν των Πατρών. Την δε 3 ιουλίου επροχώρησαν και εις τα Μαύρα Βουνά και εκτύπησαν το καλώς οχυρωμένον σπηλαιωτικόν μετόχι. Αλλ' ολιγώτατοι στρατιώται και καλόγηροι εγκλεισθέντες ούτε τας επιρριπτομένας κανονοσφαίρας και βόμβας, ούτε δισχιλίων και πεντακοσίων οπλοφόρων ακατάπαυστον και πολύωρον τουφεκισμόν εφοβήθησαν. Μεσούντος δε του Ιουλίου οι Έλληνες ετοποθετήθησαν πλησιέστερον των Πατρών και ήρχισαν έκτοτε να εμπνέωσι φόβον ερχόμενοι εις μάχην μετά των εχθρών· η φονικωτέρα συνέβη την νύκτα της 2 αυγούστου και την ακόλουθον ημέραν, παρευρεθέντων εν τη μάχη του Γρίβα και του Καρατσά. Οι δύο ούτοι φιλοπόλεμοι νέοι, εν ώ ήσαν οι Έλληνες εστρατοπεδευμένοι εν τω χωρίω της Γλυκάδας, έπεσαν αίφνης την ρηθείσαν νύκτα επί τους κατέχοντας το μοναστήριον του Γηροκομείου εχθρούς πολλά πλησίον της πόλεως κείμενον. Ακούσαντες τον τουφεκισμόν οι εν αυτή Τούρκοι εξεστράτευσαν όλοι εις βοήθειαν των πασχόντων αδελφών των· εξώρμησε και όλον το εν τη Γλυκάδα ελληνικόν στράτευμα, και ούτως η μάχη έγεινε γενική δι' όλης της ημέρας, και οι Έλληνες κατεδίωξαν τους επελθόντας έως εις τα άκρα της πόλεως. Ελέγετο δε ότι κατά την μάχην εκείνην εσκοτώθησαν 100 Τούρκοι· εσκοτώθησαν και 20 Έλληνες, εν οις και ο άξιος μαχητής Καλαβρυτινός Μπενιζέλος.

Οι δε Τούρκοι, προθέμενοι ν' απομακρύνωσι της πόλεως ως και πρότερον τους Έλληνας, εξεστράτευσαν την 5 πανστρατιά υπό την οδηγίαν του Ισούφπασα σύροντες τέσσαρα κανόνια και μίαν βομβοβόλον, και εστρατοπέδευσαν εκτός του Γηροκομείου. Οι Έλληνες κατείχαν τότε το χωρίον Ρωμανού, τον λινόν του Χουσεήναγα και τα πέριξ. Τρία ημερονύκτια επολέμησαν οι Τούρκοι τους εν τω λινώ του Χουσεήναγα επί σκοπώ να τους διασκορπίσωσιν, αλλά, χάρις εις τους εκεί ευρεθέντας, Γρίβαν, Φωκάν, Γκεντιλίνην και Καρατσάν, απεκρούσθησαν, εγκατέλειψαν και αυτήν την θέσιν του Γηροκομείου και εισήλθαν κατησχυμένοι εις το φρούριον. Η θάλασσα εν τοσούτω ήτον ανοικτή, και τροφαί εκομίζοντο εις τας Πάτρας ελευθέρως· και επειδή οι αποκλεισμοί των Ελλήνων δεν ανεγνωρίζοντο εισέτι, πολεμικά ευρωπαϊκά πλοία επροστάτευαν αναφανδόν τα εισπλέοντα υπό τας σημαίας των βασιλέων αυτών τροφοφόρα. Αλλά και αυτή η οπωσούν επί της ξηράς καλή κατάστασις των Ελλήνων πολλά ολίγον διήρκεσεν εξ αιτίας των αναφυεισών διχονοιών και διαιρέσεων μεταξύ των προκρίτων και των οπλαρχηγών. Εκείναις ταις ημέραις εδολοφονήθη και ο άριστος Καρατσάς. Το πρώτον τούτο επί της επαναστάσεως της δολοφονίας ανοσιούργημα, πραχθέν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού την 4 σεπτεμβρίου υπό των Κουμανιωτών δι' αντιζηλίαν, αφήρεσε την αμοιβαίαν πίστιν, διήγειρε φόβους και συνέτρεξεν εις την εν μέρει διάλυσιν των εκεί ελληνικών στρατευμάτων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί τας Πάτρας συστρατοπεδευόντων ότε ο εισβολής στόλος εφάνη έμπροσθεν της πόλεως εκείνης.

Ό,τι ήρχισε να ενεργή ως προς την διάλυσιν των ελληνικών στρατευμάτων η διχόνοια και η δολοφονία, το απετελείωσεν η άφιξις του στόλου.

Σεπτέμβριος Την 9 σεπτεμβρίου οι εν Πάτραις Τούρκοι, συμπαραλαβόντες καί τινας των επί του στόλου εις απόβασιν Αλβανών, εστράτευσαν, ως χίλιοι, επί τους κατέχοντας τας τρεις μακρυνάς θέσεις, την του Σαραβαλίου υπό τους Πετμεζάδας και Κουμανιώτας, την του Πουρναροκάστρου υπό τον Ζαήμην, και την του μετοχίου του Ομπλού υπό τον Σισίνην. Οι εν Σαραβαλίω όλοι έφυγαν την προτεραίαν νύκτα ιδόντες τον στόλον· ανεχώρησαν αμαχητί και οι εν Πουρναροκάστρω· δεν αντέστησαν ουδ' οι εν μετοχίω και εγκαταλείψαντες τας αποσκευάς και τα δύο κανόνια ανέβησαν εις τα ορεινότερα μέρη, καταδιωκόμενοι και εκεί υπό των Τούρκων εγγύς όντων να ζωγρήσωσι και τον Σισίνην φεύγοντα.