Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 6
Ιδόντες οι έγκλειστοι Τούρκοι έξωθεν επελθόντα πλήθη Μανιατών και Πραστιωτών τόσον εφοβήθησαν, ώστε μετά τινας ακροβολισμούς ολιγοβλαβείς έκοψαν την γέφυραν και απεμονώθησαν κανονοβολούντες μόνον. Και ούτοι και οι εν τοις λοιποίς φρουρίοις Τούρκοι της Πελοποννήσου ανέμεναν έξωθεν βοήθειαν εις λύσιν των πολιορκιών· αι δε ελπίδες των εν Μονεμβασία τόσον ανεπτερώθησαν μαθόντων την εις Τριπολιτσάν ευτυχή είσοδον του κεχαγιάμπεη, ώστε 150, οι τολμηρότεροι αυτών, μετεβιβάσθησαν κρυφίως διά νυκτός εις την παλαιάν Μονεμβασίαν επί σκοπώ να πέσωσιν αίφνης όπισθεν των Ελλήνων, και βοηθούμενοι συγχρόνως και υπό των εν τη ακροπόλει συναδέλφων των να λύσωσι την πολιορκίαν. Αλλά το σχέδιον τούτο ανεκαλύφθη εν καιρώ, και οι πολιορκηταί, προκαταλαβόντες την παλαιάν Μονεμβασίαν, εκύκλωσαν τους εκεί ανυπόπτως ελθόντας, τους συνέλαβαν και πολλούς αυτών εθανάτωσαν. Ανοηταίνοντες οι εν τη ακροπόλει Τούρκοι εκράτησαν επί του αποκλεισμού των τους συγκατοίκους των Χριστιανούς, ώστε και τα σχέδια και η κατάστασίς των ανεκαλύπτοντο δι' αυτών τοις εχθροίς των, και αι τροφαί ταχύτερον κατηναλίσκοντο. Μέχρι τινός η κοινωνία των εν τη πόλει και των εν τη ακροπόλει ήτον ελευθέρα· αλλ', εξ αιτίας του αυξάνοντος καθ' ημέραν κινδύνου και της αβεβαιότητος της έξωθεν βοηθείας, οι σημαντικώτεροι Τούρκοι, παραλαβόντες τας πλείστας των τροφών ως ισχυρότεροι, ανέβησαν εις την ακρόπολιν όπου έδρευε και ο φρούραρχος και εκλείσθησαν, αφήσαντες τους άλλους κάτω. Κάτω αφήκαν και τους συγκατοίκους των Χριστιανούς, οίτινες εκ ταύτης της περιστάσεως εσχετίσθησαν στενότερον ως ομοιοπαθείς προς τους εκεί Τούρκους, φιλοφρονούμενοι παρ' αυτών φοβουμένων την μετ' ολίγον παράδοσίν των και ελπιζόντων διά της μεσολαβήσεως τούτων ωφέλιμον συμβιβασμόν. Μετ' ολίγας δε ημέρας, αφ' ού οι Τούρκοι διεχωρίσθησαν, εβιάσθησαν οι κάτω δι' έλλειψιν τροφών να έλθωσιν εις λόγους συμβιβασμού μετά των πολιορκητών αλλ', ιδόντες την πολυαρχίαν και μη εμπιστευόμενοι, τοις είπαν, ότι, αν ηρχετό τις των επισήμων Ελλήνων εις παραλαβήν του φρουρίου, παρεδίδοντο. Επί τη αγγελία ταύτη απεστάλη κοινή γνώμη ο καταβάς εις Ελλάδα μετά του Δημητρίου Υψηλάντου Αλέξανδρος Καντακουζηνός, αδελφός του επί τη μεταβάσει του Αλεξάνδρου Υψηλάντου εις Βλαχομολδαυίαν συμμεταβάντος Γεωργίου. Ο Υψηλάντης, όστις ήθελε να ενεργή ως υπέρτατος άρχων του τόπου, επρόβαλε να παραδοθή το φρούριον επί τω ονόματί του, «Όχι· Όχι»· εφώναξαν οι Έλληνες, «επ' ονόματι του ελληνικού έθνους». Ο δε Καντακουζηνός, ούτινος η παρουσία έμπροσθεν της Μονεμβασίας εχρησίμευσε διά την συνετήν και τιμίαν διαγωγήν του, ηύρε τους κάτω Τούρκους αντιφερομένους προς τους άνω, και τούτους μεν μη θέλοντας, εκείνους δε θέλοντας να παραδοθώσι, διότι οι μεν είχαν τροφάς, οι δε απέθνησκαν της πείνας· διά τούτο ο Καντακουζηνός τοις είπεν, ότι δεν εσυμβιβάζετο, αν όλοι οι πολιορκούμενοι δεν συνευδόκουν· εν τοσούτω επεχείρησε συγχρόνως να τους φοβίση δι' ενόπλων τινών πλην ματαίων δοκιμών. Η ανάγκη εφευρίσκει τρόπους. Οι κάτω Τούρκοι, μη δυνάμενοι να πείσωσι τους άνω εις το να παραδοθώσι, τους ηπάτησαν διά του εξής τεχνάσματος. Τους εκοινοποίησαν, ότι ο Καντακουζηνός επείσθη να συμβιβασθή μετά των κάτω, και ότι εγράφη και η συνθήκη· αλλ' εις ανεπηρέαστον εκτέλεσιν αυτής υπό των άνω, απήτει να την εγκρίνωσι και εκείνοι εγγράφως. Οι άνω έστερξαν και ήνοιξαν την πύλην εις ανάβασιν των φερόντων την συνθήκην επί προσυπογραφή. Επτά ήσαν οι αναβάντες· αλλ' άμα ανέβησαν και εκράτησαν την πύλην ανοικτήν διά της βίας, και ανεβίβασαν κάτωθεν και άλλους παραφυλάττοντας.
Ιούλιος Τούτο ιδόντες οι άνω, και μήτε τροφάς έχοντες ικανάς εις τροφήν όλων, μήτε θέλοντες να καταντήσωσιν εις εμφύλιον πόλεμον, συνυπέγραψαν όλοι την 21 ιουλίου την συνθήκην (α) επί ασφαλεία ζωής και τιμής, επί παραδόσει παντός είδους όπλων, επί διατηρήσει της κινητής των περιουσίας και παντός επί των ιδιοκτήτων όπλων αργυρώματος και επί αναύλω μεταβιβάσει αυτών εις Κύθηρα, ή εις ασιατικά παράλια. Κατά την συνθήκην δε ταύτην παρέδωκαν οι Τούρκοι την 23 την πόλιν, την ακρόπολιν και όλα τα όπλα των και επέβησαν επί των πολιορκούντων πλοίων όλοι σχεδόν αβλαβείς, αλλά στερηθέντες των πολυτιμοτέρων πραγμάτων διαρπαγέντων παρά τους όρους της συνθήκης· απεβιβάσθησαν δε ασφαλώς είς τινα νήσον πλησίον της ασιανής παραλίας, όθεν μετέβησαν εις το Κουσάντασι.
Πολλοί Αρκάδιοι, ως ήδη είπαμεν, είχαν καταφύγει συν γυναιξί και τέκνοις εις Νεόκαστρον καθ' ην ώραν πανικός φόβος κατέλαβεν όλους τους εν Πελοποννήσω Τούρκους· σκοπόν δε είχαν, ασφαλίσαντες τας οικογενείας των, να επανέλθωσι την επαύριον εις Αρκαδίαν. Τούτου χάριν αφήκαν και φρουράν προσωρινήν 100 οπλοφόρων επί του παλαιοφρουρίου εις προφύλαξιν της πόλεως μέχρι της επιστροφής των, και πολλά της κινητής των περιουσίας εν ταις οικίαις των. Αλλ' οι εν τη πόλει επί της φυγής των Τούρκων απομείναντες πρόκριτοι Χριστιανοί, διασπείραντες επιτηδείως φήμας, ότι ρωσσικά στρατεύματα απέβησαν εις Καλαμάταν, έτρεψαν μετ' ολίγας ώρας διά μόνου του φόβου την φρουράν εις φυγήν.
Αφού τοιουτοτρόπως εκενώθη απροσδοκήτως όλη η πόλις της Αρκαδίας, εισήλθαν σωρηδόν οι χωρικοί και έπεσαν εις διαρπαγήν των οικιών· έτρεχε δε έκαστος εις την οικίαν του αγά του, θεωρών αυτήν ως ιδιοκτησίαν επί λόγω ότι διά των ιδιωτών του εκτίσθη και εστρώθη.
Μάρτιος Την δε επαύριον (27 μαρτίου) ήλθεν εις Αρκαδίαν υπό ένοπλον συνοδίαν, μετά του Αναγνωσταρά και Κεφάλα, ο Δικαίος· ούτος, αφ' ού, ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής, εις μάτην απήτησε την απόδοσιν εις χρήσιν του κοινού των διαρπαγέντων, εγκατέστησεν αρχηγούς πολεμικούς και πολιτικούς και ανεχώρησε μετά της συνοδίας του εις το Φανάρι και εκείθεν εις Καρύταιναν.
Την δε 29 εστράτευσαν οι Χριστιανοί προς το Νεόκαστρον. Ιδόντες οι Τούρκοι την προφυλακήν ερχομένην εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν προς το Σωλινάρι, εσπέρας δε γενομένης επέστρεψαν· εξήλθαν και την επιούσαν, επολέμησαν, έτρεψαν κατ' αρχάς την αριστεράν πτέρυγα των Ελλήνων και ολίγον έλειψε να καταλάβωσι και τα νώτα των και να τους αφανίσωσιν· αλλ' οι του κέντρου αντέστησαν γενναίως και τους απώθησαν φονεύσαντες και πληγώσαντες τινας αυτών.
Μετά δε την μάχην ταύτην οι Έλληνες κατέλαβαν το Μεσοχώρι, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της Μοθώνης, εις περιορισμόν των εν αυτή. Την δε επαύριον ήλθεν εις το στρατόπεδον ο περιφερόμενος εις τα περίχωρα της Μοθώνης επίσκοπος της επαρχίας Γρηγόριος, στρατολογήσας καθ' οδόν μίαν εκατοστύν χωρικών, και ανεδείχθη γενικός αρχηγός. Μετά τινας ημέρας ήλθε να συναγωνισθή, έχων μίαν εκατοστύν Μανιατών, και ο Κωνσταντίνος Πιεράκος Μαυρομιχάλης.
Εν τοσούτω, οι εν τω Νεοκάστρω Τούρκοι δεν έπαυαν εξερχόμενοι συνεχώς και πολεμούντες. Εξ αιτίας δε της εγγιζούσης εορτής του πάσχα, οι επί της πολιορκίας χωρικοί αφήσαντες τας θέσεις των διά νυκτός διεσπάρησαν εις τα χωρία· εναπέμειναν δε οι αρχηγοί και ολίγοι άλλοι. Τούτο μαθόντες οι Τούρκοι εξώρμησαν πανστρατιά την δευτέραν της διακαινησίμου (11 απριλίου) επί τους ολίγους τούτους, αλλά δεν τους έτρεψαν ενισχυθέντας μεγάλως παρά της κατεχούσης το Μεσοχώρι φρουράς. Μετά δε τας τρεις ημέρας της Λαμπράς επανήλθαν οι χωρικοί εις τας θέσεις των, και εδυνάμωσε πάλιν στρατόπεδον. Αλλ', εν όσω η θάλασσα ήτον ανοικτή και η διά θαλάσσης κοινωνία Νεοκάστρου και Μοθώνης ελευθέρα, η επί της ξηράς δύναμις των Ελλήνων εχρησίμευε μάλλον εις προφύλαξιν των χωρίων από τινος εχθρικής επιδρομής ή εις βλάβην του εχθρού.
Συσταθέντος δε περί τα μέσα μαΐου θαλασσίου αποκλεισμού, ήρχισαν αι οδύναι των Τούρκων, διότι την στέρησιν των γλυκών νερών, κοπέντος του υδραγωγείου, και την χρήσιν των γλυφών των εν τω φρουρίω πηγαδίων παρακολούθησε σιτοδεία· έπαυσαν έκτοτε και αι επί της ξηράς έξοδοί των, και αι προς τους εν Μοθώνη, όθεν άλλοτε ελάμβαναν τροφάς διά θαλάσσης, σχέσεις των διεκόπησαν· επί δε του σφοδρού καύσωνος του θέρους εστέρευσαν σχεδόν και τα πηγάδιά των· κατήντησαν δε εις τοιαύτην σιτοδείαν μετ' ολίγον, ώστε περί πολλού είχαν τας σάρκας και αυτών των ακαθάρτων ζώων.
Ιούλιος Ένεκα τούτου ο γογγυσμός των πεινώντων και διψώντων και ο κλαυθμός των γυναικών και παιδίων ηύξαναν ημέρα τη ημέρα, και ηνάγκασαν τους αρχηγούς ν' ανοίξωσι δις τον Ιούλιον την πύλην του φρουρίου, ίνα εξέλθωσι και παραδοθώσιν εις τους εχθρούς οι θέλοντες ν' απαλλαγώσι των δεινών της πολιορκίας· εξήλθαν 185, οι πλείστοι γέροντες, γυναίκες και παιδία· και άλλοι μεν διεσπάρησαν εις τα χωρία, άλλοι δε απεβιβάσθησαν εις Χελωνάκι, ερημοννήσιον εντός του λιμένος, επί υποσχέσει καθημερινής τροφοδοσίας μέχρι της παραδόσεως του φρουρίου· μετεκομίσθησαν δε και 16 άνδρες εξ αυτών εν τω παλαιοφρουρίω της Αρκαδίας, αλλ' ερρίφθησαν όλοι διά νυκτός κατά γης άνωθεν και εσυντρίφθησαν. Μεταξύ δε των εξελθόντων ήσαν και αι περί τον Μεχμέταγαν Καστρινόν και τον μουλά - Χαλίλην, στενούς φίλους προ της επαναστάσεως του επισκόπου Μοθώνης, οίτινες ηύραν παρ' αυτώ φιλάνθρωπον υποδοχήν. Την δε 8 Ιουλίου κατεβίβασαν διά νυκτός οι πολιορκούμενοι δύο των τολμηροτέρων όπισθεν του φρουρίου και τους απέστειλαν διά θαλάσσης εις Μοθώνην αιτούμενοι τροφάς και ειδήσεις περί του αναμενομένου τουρκικού στόλου. Εγέμισαν τροφών οι Μοθωναίοι έν μονοκάταρτον ευρισκόμενον εν τω λιμένι των, επεβίβασαν 150 οπλισμένους και το εξεκίνησαν την νύκτα της 22. Και επιτηδειότητα ναυτικήν και ανδρίαν πολλήν έδειξαν οι εν αυτώ, παραπλέοντες την ξηράν· αλλ' η επιτηδειότης και η ανδρία των Ελλήνων ναυτών εμβάντων προς αντίκρουσιν είς τινα αλιάδα και εις τας λέμβους, όχι πλειόνων των 80, υπερίσχυσαν. Πολλήν βλάβην υπέφεραν οι Τούρκοι, και έβλαψαν και αυτοί τους Έλληνας φονεύσαντες και πληγώσαντες 15, αλλ' απεκρούσθησαν και επανέπλευσαν εις Μοθώνην άπρακτοι. Πέντε πλοία εχθρικά απέπλευσαν εκ Μοθώνης και την 31 συνοδεύοντα το αυτό μονοκάταρτον φέρον τροφάς· αλλ' επιπλευσάντων των εν Χελωνακίω ελληνικών πλοίων, επανέπλευσαν και αυτά εις Μοθώνην άπρακτα.
Αποτυχόντες οι Μοθωναίοι διά θαλάσσης, εξεστράτευσαν πανστρατιά εις βοήθειαν των συναδέλφων των. Αντέστησαν οι Έλληνες και τους απώθησαν· αλλ' έχασαν δύο μαχίμους άνδρας λαμπρώς αθλήσαντας, τον Κωνσταντίνον Πιεράκον Μαυρομιχάλην και τον Μήτρον Χαλαζονίτην (β)· κατεδίωξαν δε τους εχθρούς μέχρι των πυλών της Μοθώνης και επάτησαν καί τινας οικίας του προαστείου, όπου εφονεύθη είς εξ αυτών τουφεκισθείς άνωθεν του φρουρίου. Μονογενής υιός εκ του χωρίου των Μουριατάδων ήτον ο φονευθείς· ο δε ογδοηκοντούτης πατήρ του, ελθών εις το στρατόπεδον και παραμυθούμενος απεκρίθη· «ας 'πάγη το παιδί μου 'στήν ευχή μου, δότε μου τ' άρματά του, θα πιάσω εγώ τον τόπον του».
Εν τούτοις επηύξαναν τα κακά της πολιορκίας και βοήθεια ούτ' εφαίνετο ούτ' ηκούετο. Διά τα αίτια ταύτα, ηναγκάσθησαν οι εν τω φρουρίω να ζητήσωσι, κατά το παράδειγμα των Μονεμβασίων, τινά των εν Τρικόρφοις σημαντικών εις συμβιβασμόν. Είχαν ήδη καταβή επί τω σκοπώ τούτω εκείθεν ο Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντου, και ο Νικόλαος Πονηρόπουλος ως αντιπρόσωπος της πελοποννησιακής γερουσίας· αλλ' η διαπραγμάτευσις κατ' αρχάς δεν ευδοκίμησε και διά το δυσσυμβίβαστον των όρων και διά τινα προϋπάρχουσαν σύμβασιν μεταξύ των δια θαλάσσης και των διά ξηράς πολιορκούντων, καθ' ην ώφειλε να γείνη η τουρκική ιδιοκτησία επί της πτώσεως του φρουρίου τριμοιρία εις ωφέλειαν των ναυτών, των στρατιωτών και του κοινού. Ένεκα τούτου οι Έλληνες ητοιμάσθησαν εις έφοδον· αλλ' επί τέλους έγεινε προφορικός συμβιβασμός, οι μεν πολιορκούμενοι να παραδώσωσι το φρούριον και τα όπλα των, οι δε πολιορκηταί να τους μετακομίσωσιν όλους σώους και αναύλους μετά της περιουσίας των, τους μεν εις Αίγυπτον, τους δε εις Τούνεζι τρέφοντές τους μέχρι της αποβάσεως· μετέβη δε και ο Τυπάλδος εις Καλαμάταν προς ναύλωσιν δύο επταννησίων πνίε??εκλοίω ελλιμενιζόντων· αλλ' εν τη απουσία αυτού, δευτέρας συνδιαλέξεως γενομένης, υπεγράφη την 7 αυγούστου συνθήκη επί των αυτών όρων (γ). Υπογραφείσης δε της συνθήκης, εισέπλευσαν τα έξω του λιμένος φυλάττοντα δύο υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία και το Ζακύνθιον του Δενδρολιβάνου εις παραλαβήν των παραδοθέντων, όλων ψυχών 734 (δ). Οι Τούρκοι ήνοιξαν την προς την θάλασσαν πυλίδα, επεβίβασαν τα πράγματά των και εξήλθαν του φρουρίου αναμένοντες τας λέμβους εις επιβίβασιν.
Δισχίλιοι περίπου και διακόσιοι, εν οις και 180 Ζακύνθιοι υπό τον Μερκάτην, ήσαν οι συνήθως πολιορκούντες τα φρούρια του Νεοκάστρου και της Μοθώνης, αλλ' υπερηυξήθη ο αριθμός των επ' ελπίδι λαφυραγωγίας εγγιζούσης της παραδόσεως του Νεοκάστρου. Εν ώ δε ανέμεναν οι Τούρκοι τας λέμβους εις επιβίβασιν, επεχείρησάν τινες των Ελλήνων παρά τα συνομολογηθέντα να ψηλαφήσωσι δύο τρεις αυτών φέροντας πολύτιμα είδη· τούτο ιδόντες οι πολλοί τους εμιμήθησαν και τους υπερέβησαν· και πρώτον μεν εδόθησαν εις την αρπαγήν ων έφεραν οι παραδοθέντες, μετ' ολίγον δε και εις γενικήν σφαγήν αρρένων και θηλέων πάσης ηλικίας, τους δε αποφυγόντας την ανηλεή μάχαιραν αφήρπασαν ως λάφυρα, εκτός ολίγων, ους διέσωσε του θανάτου και της δουλείας η φιλάνθρωπος παρέμβασίς τινων των σημαντικών Ελλήνων. Η πείνα και η δίψα εξωλόθρευσαν και τους επί του Χελωνακίου προ της παραδόσεως του φρουρίου αποβάντας Τούρκους υπέρ τους εξήκοντα, απανθρώπως εγκαταλειφθέντας.
Μετά δε τας βδελυράς ταύτας και παρασπόνδους αθεμιτουργίας συμπαρέλαβαν οι επί της πολιορκίας πλοίαρχοι τον επίσκοπον Μοθώνης και τον πρωτοσύγγελον Φραντσήν εις διανομήν των τουρκικών πραγμάτων και απέπλευσαν εν βία φοβηθέντες μη προφθάση ο αναμενόμενος εχθρικός στόλος και αποκλείση τα πλοία, εντός του λιμένος.
Παραδοθέντος του Νεοκάστρου ελύθη και η πολιορκία της Μοθώνης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'.
&Τριπολιτσά και πολιορκία αυτής. — Μάχη Βασιλικών. — Εμφανισμός τουρκικού στόλου κατά τα παράλια της Πελοποννήσου — Λύσις της πολιορκίας Κορώνης. — Συμβάντα εν Καλαμάτα και περί τας Πάτρας. — Καταστροφή Γαλαξειδίου. — Ναυμαχία έμπροσθεν Ζακύνθου. Διαγωγή του μεγάλου αρμοστού προς τους λαούς των Ιονίων νήσων. — Άλωσις Τριπολιτσάς. — Δευτέρα εισβολή Τούρκων εις Σφακιά και άφιξις εις Κρήτην του Μιχαήλ Αφεντούλη ως αρχηγού.&
ΠΡΟΣ το μέρος της εν τω κέντρω της Πελοποννήσου παλαιάς Αρκαδίας το προς την Αργολίδα, το άλλοτε κατεχόμενον υπό Τεγεατών και Μαντινίων, όπου συνήλθεν ένοπλος όλη σχεδόν η Ελλάς καθ' όν καιρόν διεμάχοντο περί πρωτείων Βοιωτοί και Σπαρτιάται, κείται σήμερον η Τριπολιτσά, η επί της επαναστάσεως πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, προς την άκραν πλατείας και γυμνής πεδιάδος, 2152 πόδας υπεράνω της θαλάσσης και περικλειομένης υπό των κορυφών του Μαινάλου, του Παρθενίου και του Αρτεμισίου. Η πόλις αύτη είναι όλη νέα· εκλήθη δε Τρίπολις, και κοινότερον Τριπολιτσά, ως διαδεχθείσα τας τρεις πόλεις· της Τεγέας, της Μαντινείας και των Αμυκλών (Μουχλιού) ή του Παλλαντίου· ήτο δε προ της επαναστάσεως όλη περιτετειχισμένη και επτάπυλος. Το τείχος της είχε δεκατεσσάρων ποδών ύψος, πάχος δε έξ προς τα κάτω και τριών προς τα άνω, περιφέρειαν δε δύο μιλίων· προς δε την δυτικήν άκραν επί θέσεως υψηλοτέρας έσωθεν του τείχους έκειτο η μεγάλη λεγομένη Τάπια, φαινομένη ως ακρόπολις. Πυργωτόν ήτο γύρωθεν το τείχος, είχε διπλάς πολεμίστρας επιτηδείας εις τουφεκοπόλεμον και 30 κανόνια εξ ών ολίγα εύχρηστα. Η πόλις, μετά την επί της αρχής της επαναστάσεως εις αυτήν καταφυγήν των κατοικούντων διάφορα μέρη της Πελοποννήσου Τούρκων και την είσοδον των υπό τον κεχαγιάμπεην ελθόντων, περιείχε ψυχάς 30,000 συν 30 αριθμουμένων και ολίγων Χριστιανών, και ολιγωτέρων Εβραίων. Δεκακισχίλιοι ήσαν οι εν αυτή οπλοφόροι, Αλβανοί, Ασιανοί και Πελοποννήσιοι. Εξ αιτίας δε της εις γενικήν συνέλευσιν συγκαλέσεως κατά τον μάρτιον των προκρίτων Χριστιανών και Τούρκων ευρίσκοντο εν τη πόλει οι σημαντικώτεροι όλης της Πελοποννήσου Τούρκοι, εν οις διέπρεπαν ο Μουσταφάμπεης κάτοικος των Πατρών ο και Αναπλιώτης, ως έχων πατρίδα το Ναύπλιον, ο Δεφτερδάρης, ο Κορίνθιος Κιαμίλμπεης και ο Σιέχ - Νετσήπ - εφέντης. Η πόλις, αρξαμένου του αγώνος, ετέλει υπό τας αμέσους διαταγάς του καϊμακάμη και του κεχαγιάμπεη και υπό την επιρροήν της γυναικός του Χουρσήδη, ης η ατυχία δεν εταπείνωσε το φρόνημα· είχε δε ολίγας τροφάς εξ αιτίας της ώρας του έτους και της απροσδοκήτου συρροής τόσου πλήθους· αν δε και πολλά εψιθυρίζοντο περί της μελετωμένης αποστασίας, ουδεμία εγένετο φροντίς εν καιρώ περί σιταγωγίας. Οι Έλληνες έκοψαν τα υδραγωγεία, αλλ' η πόλις είχε πηγαδήσια νερά και άφθονα και πόσιμα. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της Τριπολιτσάς.
Μέγα θάρρος έλαβαν οι λαοί της Πελοποννήσου αφ' ού κατήσχυναν τους εχθρούς των εν ταις μάχαις του Βαλτετσίου και των Δολιανών, και ελθόντες εγγύτερον της Τριπολιτσάς κατέλαβαν ορεινάς θέσεις.
Μάιος Οι Τούρκοι έβοσκαν συνήθως τους ίππους των έξωθεν της Τριπολιτσάς. Τινές των Ελλήνων υπό τον Καλλιακούδαν τον εξ Αλωνισταίνης ενεδρεύσαντες την 24 μαΐου συνέλαβάν τινας αυτών. Οι Τούρκοι εξήλθαν εις καταδίωξίν των και επλήγωσαν τον Καλλιακούδαν κατέβησαν τότε πολλοί Έλληνες και ήρχισε κατά τον άγιον Βλάσην, ημιώριον μακράν της πόλεως, γενικός τουφεκισμός, ον έπαυσεν η εσπέρα. Οι Έλληνες ευδοκίμησαν εν τη μάχη ταύτη πολεμήσαντες εκτός των προμαχώνων. Την δε 26 εξεστράτευσαν οι Τούρκοι πανστρατιά επ' ελπίδι, ότι μόνη η παρουσία τόσων ενόπλων εφίππων και πεζών θα έτρεπεν ως άλλοτε τους Έλληνας εις φυγήν· αλλ' η ελπίς των εματαιώθη και επανήλθαν μη συγκρουσθέντες. Εξεστράτευσαν και την 5 Ιουνίου, καθ' ην εφονεύθησάν τινές εκατέρωθεν, εν οις και ο Κώστας Μπούρας. Έκτοτε συνεστρατοπέδευσαν οι εν τοις περιχώροις της Τριπολιτσάς Έλληνες επί της κατωφέρειας των Τρικόρφων (α).
Πολλά και υπό πολλούς αρχηγούς ήσαν τα συνελθόντα στρατεύματα, αλλ' όλα συνήρτων τέσσαρα μεγάλα σώματα σχηματίζοντα ημικύκλιον. Κατείχαν δε το μεν αριστερόν κέρας 2500 υπό τον Κολοκοτρώνην, το δε δεξιόν 1500 υπό τον Γιατράκον, το δε κέντρον 1000 υπό τον Αναγνωσταράν, τα δε όπισθεν του κέντρου και του δεξιού κέρατος 1500 υπό τον Πετρόμπεην. Ο δε Υψηλάντης είχε την σκηνήν του άνωθεν των υπό τον Αναγνωσταράν. Εφυλάττοντο δε και αι εις Άργος και Λεοντάρι άγουσαι οδοί, αύτη μεν υπό 150, εκείνη δε υπό 300.
Συνεχείς συγκρούσεις συνέβαιναν προκαλούμεναι κυρίως εκ των επανειλημμένων εκδρομών των πολιορκουμένων κατά των πολιορκούντων, και εντεύθεν προήρχοντο φόνοι. Οι Έλληνες, οσάκις ήρχετο κατ' αυτών το πεζικόν των εχθρών, κατέβαιναν θαρραλέως και επολέμουν πολλάκις απερικάλυπτοι επί της πεδιάδος· οσάκις δε ήρχετο το ιππικόν, απεχώρουν προς τας ρίζας των βουνών και ησφαλίζοντο όπισθεν των πετρών από της ορμής των ιππέων μη δυναμένων ν' αναβώσι τας πετρώδεις θέσεις· τοιουτοτρόπως έβλαπταν μάλλον ή εβλάπτοντο· Αύγουστος η δε τελευταία εκδρομή των πολιορκουμένων συνέβη τον Αύγουστον, και είναι αξιοδιήγητος διά τα περιστατικά και αποτελέσματά της.