Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 32

Chapter 3212 wordsPublic domain

Από το νησί της Ναξίας, της Άνδρου, της Μήλου, Πάρου, Σαντορίνης και Σύφνου, και των λοιπών νησιών, οι άνθρωποι Χρουσάκης Σουμμαρίπας, Κανάλας, Κάης, Μικέλης, Δαμιανός, και Χριστόδουλος Μεχέλης ο Περχής και οι λοιποί ήλθαν εις την ανίκητόν μου Πόρταν και ήτον απ' αρχής ο αοίδιμός μου πάππους ο Σουλτάν Σουλεϊμάν, ο Θεός να του χαρίζη τον παράδεισον, εις του οποίου σουλτάνου τον καιρόν ήτον ο Χερέτμπεης καπητάν - πασάς, όστις διέβη εις αυτά τα νησιά, και οι αυτών εγκάτοικοι δεν εσήκωσαν κεφάλι, αλλ' επροσκύνησαν την ανίκητόν του βασιλείαν, και επ' αυτώ τούτω εξ εκείνου του καιρού ένα Ρωμαίον μπέην έκαμαν εξ αυτών των ιδίων· απεράσαντας όμως καιρός ένας εβραίος μπέης εστάλθηκεν, Ιωσήφ τούνομα, και έκαμε ζάπτι αυτά τα νησιά μερικόν καιρόν κατά ταις τάξαις και κατά τα κανόνια τους, και έως την σήμερον ημέραν εις τον ίσκιον της βασιλείας μου αυτά όλα τα νησιά επέρασαν δίχως καμμίαν πείραξιν. Αποθνήσκοντος δε του Ιωσήφ εδιωρίσθη από την βασιλείαν μου μπέης Φλαμπουριάρης, εδιωρίσθη και κριτής διά να κρίνη εις αυτά τα νησιά με τέτοιαν προσταγήν, ήγουν απαραμειώτως να κρίνη τας υποθέσεις των κατά το κανόνι και κατά τους νόμους όπου εις τους Χιώτας εδόθησαν. Και των Χιωτών οι νόμοι και κανόνες όπου τους εχάρισα είναι να πληρώνωσι κατά όπως επλήρωναν εξ αρχής τα χαράτσιά των, και περισσότερον να μη πληρώνωσι, και όστις δεν είναι διά χαράτζι να μη το πληρώνη, και έξω από τα χαράτζιά των ούτε σπένζα ούτε αβαρίζι, ούτε ατζεμονλάνι ούτε στιλεμπιγιέ, ούτε μεχτεριγιέ ούτε από τα τεκλήφια όπου έχει η βασιλεία μου να μη δίδουν, και όπως είναι ο λανθασμένος νόμος τους να πηγαίνουν εις τας εκκλησίας τους και να . . . θάπτουν τους νεκρούς τους υπό τας εκκλησίας, και όταν θελήσουν να ανοίγουν τα μνήματά τους ούτε ο καδής, ούτε ο μπέης να μη τους πειράζη· μερέτι διά τους αποθαμένους να μη γυρεύουν ούτε να πάρουν, διότι ούτε εις του Θεού την κρίσιν, ούτε εις το κανόνι μου είναι τα τοιαύτα. Από υποθέσεις, όπου δεν είναι της κρίσεως, οι καδίδες δυνατά να φυλάττωνται· χωρίς κρίσιν κανένα να μη πειράζωσι· και αι εκκλησίαι τους οπόταν χαλάσουν να ταις φκιάνουν ως πρότερον, και τινάς εις τούτο να μη τους πειράζη. Από τα χωράφιά τους και τα αμπέλιά τους να πέρνωνται αι δεκατίαι ως επέρνοντο πρώτον, και περισσότερον να μη πέρνωσιν από τα μούλκιά των· τινάς να μη τους ευγάζη στανικώς, και τινάς στανικώς να μη τους τα πέρνη· εις τας διατάξεις αυτών ό,τι ήθελαν δώσει ή αφήσει να πιάνεται εις τα χαρίσματά των, να πιάνωνται και οι πεϊτουλμαλτζίδες, και οι κασαμίδες να μην απλώνουν, ή να τους πειράζουν, και οποίαν κρίσιν κατά τους νόμους των έκοψαν αναμεταξύ των και έχουν την απόδειξιν αυτής, τινάς να μην ειμπορή να χαλάση αυτήν την κρίσιν τους. Οι καδίδες διά χοτζέτι, διά σιτζέλι και διά άρζι έξω από το κανόνι περισσότερον να μη πέρνωσι, και διά τας υποθέσεις των βάζοντας εκ της εδικής τους ομηγύρεως ανθρώπους διά να τους συμβιβάζουν ό,τι ήθελαν θεσπίσει και αποφασίσει να είναι στερκτόν, και οι καδίδες μου να μη ανακατόνωνται εις τους συμβιβασμούς των. Από ψευδομαρτυρίας δυνατά να φυλάττωνται, και περισσότεοον από πεντακόσια άσπρα δίχως χοτζέτι, ή συγκύλι, αν και μαρτυρήσωσι τοιαύτας μαρτυρίας, οι καδίδες μου να μη τα ακροάζωνται. Από τους ζαερέδες τους και κουμπάνιαις του οσπιτίου τους και διά το κρασί τους και άλλα φαγοπότια κουμέρκι να μη δίδωσι. Από αυτούς τους νησιώτας, αν πηγαινάμενοι εις άλλους τόπους διά πραγματείαν τους και ήθελαν αποθάνει, το ό,τι πράγμα και ρούχα ήθελαν έχει να τα περιλαμβάνουν ακέραια και σωστά οι συντρόφοι αυτών, όχι οι πεϊτουλματζίδες, οίτινες να μην έχουν άδειαν να απλώνουν εις αυτά. Όστις εξ αυτών των νησιωτών ήθελεν έλθει εκουσίως επί παρουσία της κρίσεως ομολογούμενος να έμβη εις την πίστιν του Θεού, ας εμβαίνη ανεμποδίστως· βιαίως όμως τινάς Μουσουλμάνον να μη κάμη. Από δε τας γυναίκας όποια θελήσει να υπανδρευθή Τούρκον, να έρχηται μόνη της εις του Θεού την κρίσιν να δώση την ομολογίαν της, χωρίς τούτο καπίνι να μη την κόπτεται. Είτις εξ αυτών ήθελεν επιπέσαι εις σφάλμα, εκείνος προσωπικώς του μόνον να παιδεύεται, και όχι τινάς άλλος δι' αυτόν. Διά νυκτός να περιπατώσι έχωντες φανάρια ή φως μαζή τους, τινάς να μη τους εμποδίζη· εις τα χωρία τους ναίπης να μη πηγαίνη, αλλ' είτις έχει κρίσιν και υπόθεσιν ελευθέρως να πηγαίνη εις την κρίσιν και τινάς να μη τον εμποδίζη. Εκείνοι όπου συνάζουν τα δοσίματα και χαράτζια, μόνον τα συνηθισμένα να πέρνωσι ουχί περισσότερον· κανέν μαγκίρι, χάρτζι, και ταγί διά το άλογόν τους, ούτε διά τα φαγοπότιά τους να μη τους δίδουν, αλλά να τα αγοράζωσι με τα ίδιά τους άσπρα. Τους δε χρεώστας ο μπουμπασίρης εις άλυσον ή εις σκοτεινόν τόπον να μη τους βάζουν άνευ της γνώμης των γερόντων και των προεστών του τόπου, και ει τι θέλημα ή υπόθεσίν τους διορίση ο καδής ή ο μπέης τους να το εξετάζωσιν αν ήναι κατά την κρίσιν και να διορίσωσι δραγομάνον αυτοί οι νησιώται όποιον θελήσωσι· ταις βίγλαις, όπου βάνουσιν ως εξ αρχής πάλιν να βάνουσιν όποιους θέλουσι. Γιανίτζαροι ούτε γιασακτζίδες εις αυτά τα νησία να μη πηγαίνωσι. Εκ τούτων των νησιωτών όποιον ήθελον πειράξει ή του ήθελεν κάμει ζουλούμι είτε ο καδής, είτε ο μπέης ή άλλος τινάς, και ήθελε να έλθη εις την βασιλείαν μου διά να εμφανίση τας υποθέσεις του να εμβαίνη εις όποιον ξύλον ήθελεν εύρει, και τινάς ούτε πασάς, ούτε μπέης, ούτε καδής να μη τον εμποδίζη. Εις τα χωράφιά τους όπου αναμεταξύ των δίδουσι με αποκοπήν, καθώς έχουσι συνήθειαν, τινάς να μη τους εμποδίζη, αλλά να έχουν το κύρος τους, καθώς αυτοί συνηθίζουν. Όλα όπου εγράφησαν εις τούτον τον Ακτιναμέ να έχουν τον τόπον τους, όλα να κρατώνται, και όποιος δεν ήθελεν υποταχθή και κρατήση το κανόνι μου, να γίνεται παρ' αυτών γνωστός εις την βασιλείαν μου διά να παιδεύηται. Ούτως γράφω και ούτως ορίζω. Του πάππου μου, του πατρός μου, του αδελφού μου τον Ακτιναμέ έγραψα και εγώ και τον ανανέωσα, ον και δέδωκα των αυτών νησιωτών διά να περνώσιν υπό του μεγαλοτάτου ισκίου μου· έτζι ώρισα όπου ο Ακτιναμές μου δυνατά να πιάνεται· αφ' όσα γέγραφα είτις ήθελε παραβή ένα το μικρότερον να παιδεύηται· έτζι να πράττητε».

(γ.)

Ο κύριος Φιλήμων έν τινι σημειώσει του δ' τόμου του ιστορικού του δοκιμίου (σελίδι 457) διαψεύδει τον διάλογον τούτον. Εις πίστωσιν του διαλόγου παραπέμπω τον κύριον Φιλήμονα εις την μαρτυρίαν του τότε Επισκόπου Ταλαντίου, και νυν Μητροπολίτου Αθηνών και προέδρου της Ιεράς Συνόδου, ενός των εν τω διαλόγω προσώπων, του και διηγηθέντος μοι τα ενδιαλαμβανόμενα.

(δ.)

Οι αρραβώνες ούτοι διελύθησαν μετά τινα έτη.

(ε.)

Ο οργανισμός του Αρείου πάγου υπεγράφη την 15 νοεμβρίου, αλλ' η συνέλευσις ειργάσθη κατά τα σωζόμενα πρακτικά της μέχρι της 20. Όρα τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος υπό Μάμουκα.

(ζ.)

Δωδεκαμελή την Αρχήν ταύτην διατάττει ο οργανισμός της, αλλά μη συμπεριλαμβανομένων των δύο προέδρων της. Τούτο δε εξάγεται εκ του α' παραγράφου του β' κεφαλαίου του οργανισμού της και εκ των πρακτικών της συνεδριάσεως της 17 νοεμβρίου. Όρα τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος υπό Μάμουκα.

(η.)

Θ' απορήσουν ίσως οι μεταγενέστεροι πώς εμωράνθησαν εις τοιούτον βαθμόν οι Αλβανοί, εν ώ εξεδίδοντο προκηρύξεις και ήσαν και τόσα άλλα φανερά δείγματα του εθνικού αγώνος των Ελλήνων. Αλλ' οι Αλβανοί ούτε γράμματα ηξεύρουν, ούτε ανταποκρίσεις έχουν, ούτε φροντίζουν να μάθωσι τι γίνεται αλλού· αν δε ήκουσαν τοιούτον τι, το εθεώρησαν ή ως ψευδές ή ως αναγκαίον προς απάτην των πολλών. Η ιστορία λέγει ότι οι Λακεδαιμόνιοι αμφίβαλλαν περί της επί του Θεμιστοκλέους κατασκευής των μακρών τειχών των Αθηνών, έως ου, αποτελειωθέντων, έμαθαν τα περί αυτών παρά του Θεμιστοκλέους. Έχοντες τοιαύτα παραδείγματα διατί ν' απορήσωσιν οι μεταγενέστεροι διά την άγνοιαν των Αλβανών;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ.

(α.)

Λυθείσα η πολιορκία της Ακροκορίνθου επί της διαβάσεως του κεχαγιάμπεη επανελήφθη υπό την αρχηγίαν του και προ της διαβάσεως αρχηγού αυτής Αναγνώστη Πετμεζά. Τούτον διεδέχθη τον οκτώβριον ο Νικολός Σολιώτης, επί της αρχηγίας του οποίου κατεσχέθη η περί ης ο λόγος θέσις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ.

(α.)

Διακήρυξις της Εθνικής συνελεύσεως.

«Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου έθνους των Ελλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης, και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτον αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Οθωμανικού κράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περίπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών, και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίζουσα διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Μετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας, και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ' αυτής να παραβληθή δυναστείαν. Ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών μακράν του να στηρίζηται εις αρχάς τινας δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιοφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Ελληνικού έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας, και της τιμής, τα οποία, εν ώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Ευρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν ν' αφαιρέση, και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Είχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον διά να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας διά να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών και καταδικασμένοι εις αιωνίαν δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικούς και άνευ τινός συνθήκης ήλθε μακρόθεν να μας καθυποτάξη δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων, και τα οποία οι νόμοι συμφώνως με την φύσιν καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη, και αν ή η βία ή η ισχύς προς καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ' εαυτά η ισχύς ειμπορεί να αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ' αιώνων ήσαν· δίκαια τέλος πάντων, τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Ελλάδος όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπαν.

Από τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας Ευρωπαίους Χριστιανούς εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Τούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου έθνους των Ελλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδίαν μάλλον των αλόγων ζώων παρά των λογικών όντων. Δέκα μήνες ήδη παρήλθαν αφ' ού ηρχίσαμεν να τρέχωμεν τούτο το στάδιον του εθνικού πολέμου. Ο ύψιστος Θεός μας εβοήθησε καίτοι όχι ικανά προπαρασκευασμένους εις το τοιούτον μέγα τωόντι επιχείρημα· τα όπλα μας εφάνησαν πολλαχού νικηφόρα, πλην και πολλαχού εύρον και εισέτι ευρίσκουσιν αντίστασιν όχι μικράν περιστάσεις εναντίαι μας απήντησαν, και ταύτας να εξομαλίσωμεν έως ώρας ενησχολούμεθα. Όθεν δεν πρέπει να φανή παράξενον αν άχρι τούδε ανεβάλλομεν την πολιτικήν της πατρίδος μας διάταξιν, αν δεν επροφθάσαμεν να κηρύξωμεν την ανεξαρτησίαν ημών και να αναφανώμεν ως έθνος ενώπιον πάντων των ευνομουμένων λαών και απάσης της οικουμένης. Πριν περί της φυσικής ημών υπάρξεως οπωσούν βεβαιωθώμεν, ήτον αδύνατον να σκεφθώμεν και περί της πολιτικής. Έστωσαν λοιπόν τα ειρημένα εις μεν τους άλλους ικανή απολογία της αναβολής μας, εις ημάς δε παραμυθία διά την επικρατήσασαν αταξίαν.

Ήδη δε, ότε αι εναντίαι περιστάσεις ήρχισαν να εξομαλίζωνται, απεφασίσαμεν ή μάλλον ηναγκάσθημεν να οργανίσωμεν και σύνταγμα πολιτικόν της Ελλάδος· και πρώτον μεν κατά μέρος, οίον το της Ανατολικής χέρσου Ελλάδος, το της Δυτικής χέρσου Ελλάδος, το της Πελοποννήσου, το των νήσων κ. τ. λ. Αλλ' επειδή ταύτα απέβλεπαν μάλλον τας μερικωτέρας σχέσεις, καθ' ας εκάστη των ειρημένων επαρχιών και νήσων ώφειλε να διαταχθή και διοικηθή, διά τούτο ήτον ανάγκη πάσα επομένως να γενή και έν άλλο γενικόν προσωρινόν πολίτευμα εις όλα τα πράγματα και εις όλας τας εσωτερικάς και εξωτερικάς σχέσεις της Ελλάδος επεκτεινόμενον. Προς τούτου την κατασκευήν και σύνταξιν αι κατά μέρος επαρχίαι και νήσοι έπεμψαν τους πληρεξουσίους παραστάτας των· ούτοι λοιπόν εν εθνική συνελεύσει σκεφθέντες και μελετήσαντες ικανώς περί των κοινών πραγμάτων ωργάνισαν μίαν προσωρινήν διοίκησιν, καθ' ην η Ελλάς άπασα μέλλει να κυβερνηθή εφεξής. Ταύτην, και απλώς μεν ως επί της Βάσεως του δικαίου και των ορθών νόμων εστηριγμένην, και εν μέρει δε καθό ωργανισμένην κοινή των Ελλήνων γνώμη, οφείλουσιν όλοι οι λαοί κάτοικοι της Ελλάδος ν' αναγνωρίζωσι μ ό ν η ν - έ ν ν ο μ ο ν - κ α ι - ε θ ν ι κ ή ν - δ ι ο ί κ η σ ι ν αναλόγως προσφερόμενοι.

Τα συνιστώντα την διοίκησιν σώματα είναι δύο· το εκτελεστικόν και το βουλευτικόν, από τα οποία διορίζεται και το δικαστικόν, ανεξάρτητον όμως από εκείνα διόλου.

Ταύτα διακηρύττει η εθνική συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, έν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον· έργον δε του Ελληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους νόμους και τους εκτελεστάς υπουργούς των νόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν, και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας· αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την διοίκησιν εμπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Είθε ο κραταιός του Υψίστου βραχίων ν' ανυψώση και αρχομένους και άρχοντας, την Ελλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν' αναγνωρίσωσι τ' αληθή των αμοιβαία συμφέροντα· και οι μεν διά της προνοίας, οι δε λαοί διά της ευπειθείας να στερεώσωσι της κοινής ημών πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Είθε ! Είθε.!»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.

(α.)

Κατ' άλλους ο πασάς ούτος ελέγετο Χασάνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.

(α.)

Συζητείται εισέτι εν Ελλάδι, αν ο Λυκούργος ανεδέχθη την εις Χίον εκστρατείαν κατά διαταγήν ή παρά διαταγήν του Υψηλάντου. Ο Λυκούργος δεν έπαυσε διατεινόμενος μέχρι τέλους της ζωής του ότι είχε τοιαύτην διαταγήν. Ιδού η αλήθεια.

Ο Ιωάννης Λαυρεντίου Ράλλης Χίος, μύστης της εταιρίας των Φιλικών, διέτριβεν εν Οδησσώ ότε εξερράγη η επανάστασις. Ποθών την απελευθέρωσιν της πατρίδος του διέβη εις Τρίκορφα τον μάιον του 1821, και λαβών την απαιτουμένην τότε παρά του Υψηλάντου πληρεξουσιότητα απήλθεν εις Σάμον προς στρατολογίαν, και κατά διαταγήν του Υψηλάντου παρέλαβε συνεργόν και κοινωνόν της μελετωμένης αποβάσεως εις Χίον τον Λυκούργον ισχύοντα τότε εν τη πατρίδι του. Πεισθείς δε μετ' ολίγον, ότι το επιχείρημα ήτον άκαιρον, έγραψε τω Υψηλάντη, ότι εθεώρει αναγκαίαν την αναβολήν εις αισιωτέρας περιστάσεις, εζήτησε την εκ Σάμου ανάκλησίν του ως αξιωματικός του και εντολοδόχος του και τον παρεκάλεσε ν' αποτρέψη του σκοπουμένου επί του παρόντος τον Λυκούργον. Ενήργησεν ο Υψηλάντης τα προβαλλόμενα, και υπεσχέθη υπακοήν ο Λυκούργος κατά την αψευδή μαρτυρίαν των εξής δύο επιστολών σωζόμενων παρά τω εν Σύρα Ιωάννη Λαυρεντίου Ράλλη, εξ ών αποδεικνύεται, ότι ο Λυκούργος εξεστράτευσε παρά τα διαταχθέντα και συνομολογηθέντα. «Φιλογενέστατε Κ. Ι. Λ. Ράλλη.

Έλαβον το υπό 28 νοεμβρίου γράμμα σου παρά του ανεψιού σου Κυρίου Στεφάνου Γαλάτη και του Κ. Αυγερινού. Επαινώ την φρόνησιν και καρτερίαν σου διά την ελευθερίαν της πατρίδος σου, αλλ' επειδή αι παρούσαι περιστάσεις δεν συγχωρούν την επιχείρησιν, εκάματε καλά να την αναβάλλετε εις επιτήδειον καιρόν, όστις είναι βέβαια η του Ρωσσικού πολέμου κήρυξις, ή των εθνικών κινημάτων η πρόοδος, την οποίαν ελπίζω με την σύστασιν της εθνικής βουλής, ήτις ήρχισεν ήδη να συγκροτήται. Ησύχασε λοιπόν εις καμμίαν νήσον έως να έλθη η ποθουμένη ώρα, και τότε βάλλεις εις πράξιν τον πατριωτικόν πόθον σου, τότε κατά τας περιστάσεις με γράφεις και σου στέλλω τα ανήκοντα γράμματα· είθε έως τότε να επιτύχω και εγώ καλητέρας περιστάσεις διά να βοηθήσω και πραγματικώς την πατρίδα σου. Λυπούμαι έως τώρα ότι η διχόνοια, η πλεονεξία και των Ελληνικών λαών η αμάθεια εμπόδισαν τας λαμπράς προόδους, τας οποίας ηθέλαμεν κάμει βέβαια απόντων των ελαττωμάτων τούτων και μάλιστα της διχονοίας· η Σάμος και η Κρήτη, αν είναι αίσθησις του καλού, πρόκεινται λαμπρότατα παραδείγματα του τι δύνανται να κάμουν οι Έλληνες αν ομονοήσωσιν εν καιρώ.

Γράφε με ό,τι περίεργον μανθάνεις περί του γένους.

Ευχόμενος δε σοι υγείαν και του ποθουμένου αγαθήν έκβασιν μένω.

Ο πατριώτης

Δημήτριος Υψηλάντης »

* * *

«Εκ Κορίνθου την 21 δεκεμβρίου 1821.

Τω Υψηλοτάτω και θεοστηρίκτω Πρίγκιπι της Δυτικής Ελλάδος και παντός Αιγαίου Πελάγους Κ. Κ. Δημητρίω Υψηλάντη προσκυνητώς.

Υψηλότατε Κύριε.

Κατά τας προσκυνητάς μοι επιταγάς της προ ολίγου φανείσης επιστολής σας ανέβαλον εις ευτυχεστέραν περίστασιν την εκστρατείαν της Χίου· μολονότι πατριώται τινες Χίοι προ πολλού ήδη ευρισκόμενοι ενταύθα δεν έλειψαν να με παρακινήσωσιν εις την επιχείρησιν ταύτην. Εύχομαι όμως αι περιστάσεις του καιρού να με οδηγήσωσι ταχέως εις το να επιχειρήσω συν Θεώ και το απαραίτητον τούτο χρέος μου κατά τον πόθον της ψυχής μου. Ο Κ. Ράλλης ακολουθών τας αυτάς διαταγάς σας περί της εκστρατείας αφέθη από τας δι' αυτήν φροντίδας του κατά το παρόν εωσού ο καιρός να μας διδάξη το πρακτέον, και έρχεται αυτόθι εις προσκύνησίν σας.

Η εις τα ενταύθα διαγωγή του εστάθη τιμία και ευγενής, και όλαι του αι καθημεριναί ασχολίαι απέβλεπον έν μόνον, τον ιερόν και γενναίον σκοπόν της από του ζυγού ελευθερώσεως της φιλτάτης πατρίδος του. Όθεν επήνεσα τον τοιούτον ζήλον του. Ταύτα περί τούτου προσκυνητώς, μένω δε της υμετέρας θεοστηρίκτου υψηλότητος.

Ταπεινός δούλος

ο αρχιστράτηγος της Σάμου

Λογοθέτης Λυκούργος.

αωκβ' Ιανουαρίου κ' Σάμος».

(β.)

Η κυβέρνησις έστειλε δέκα βομβοβόλους, πέντε βαρέα κανόνια καί τινας φιλέλληνας εις χρήσιν αυτών· αλλ' η βοήθεια αύτη έφθασεν εις Ψαρά αφ' ού η Χίος κατεστράφη.

(γ.)

Αν ανδρός χαρακτήρ εκ λόγου γνωρίζεται, ας ρίψη το βλέμμα ο αναγνώστης εις την ακόλουθον του Μπουρνιά επιστολήν προς την εφορίαν, και θα γνωρίση εξ αυτής τον άνδρα.

«Μανθάνω ότι τινές εδώ από τους μεγάλους και πλουσίους ή μελετούν, ή αποφασίζουν να φύγουν φαμηλιαρικώς. Εις τι αιτίαν ν' αποδώσω αυτό το κίνημα δεν ηξεύρω. Πλην προλαμβάνω να σας είπω ότι όσον τάχιστα να εμποδίσετε όχι να φύγουν αλλά και αν το εστοχάσθηκαν διά να μεταβληθούν, και να μη μεταύγη πλέον από το στόμα των, διότι η καλοσύνη μου φθάνει έως εις ένα βαθμόν, και ημπορώ πλέον και εγώ, όταν παροργισθώ, δι' όσον δύναμαι να κάμω. ιδού σας λέγω εν περιλήψει την ιδέαν και κρίνατε το πράγμα, εμποδίσατε τους τοιούτους στοχασμούς διά να μη καταντά το πράγμα άσχημα και υγιαίνετε.

ο αρχιστράτηγος Χίου

Χατζή Αντώνης.

Την 9 Μαρτίου απόγευμα.»

(δ.)

Η πτώσις της Χίου επέφερε και την του Λυκούργου. Μόλις επανήλθεν ούτος εις τα ίδια, και οι του εναντίου κόμματος τον απέκλεισαν εντός της εν Καρλοβασίοις οικίας του, αλλά δεν εδυνήθησαν να τον συλλάβωσιν. Αποφυγών ο Λυκούργος τας χείρας αυτών μετέβη εις Άργος, όπου έδρευε τότε η κυβέρνησις· εκεί εφυλακίσθη επί τη αιτήσει των παθόντων Χίων ως αίτιος της καταστροφής της πατρίδος των· επί δε της εισβολής του Δράμαλη εδραπέτευσεν, επανήλθεν εις Σάμον, και στρατολογήσας εκινήθη κατά του επάρχου Μωραλή· αλλά, συγκρούσεως γενομένης εν τη κωμοπόλει του Πλατάνου, ενικήθη και κατέφυγεν εις Σαλαμίνα, όπου συνελήφθη κατά διαταγήν του κοινού της Ύδρας επί αποδόσει τριακοσίων χιλιάδων γροσίων, άτινα κατηγορείτο ότι ήρπασεν από του ταμείου της Σάμου επί της φυγής του· ουδ' οβολόν δ' ευρόντες παρ' αυτώ οι συλλαβόντες αυτόν Υδραίοι τον απήγαγαν εις Ύδραν και τον παρέδωκαν τοις τότε αρμοσταίς προς εξέτασιν. Οι αρμοσταί δεν ηύραν την κατηγορίαν αληθή· έχοντες δε κυρίαν εντολήν να λάβωσι παρά των Σαμίων τον αναλογούντα έρανον εις χρήσιν του στόλου, και απελπισθέντες του να τον εισπράξωσι διά του επάρχου και των συστηθεισών παρ' αυτού Αρχών, απέλυσαν τον εν τω πλοίω κρατούμενον Λυκούργον, και διά της δραστηρίου συμπράξεως αυτού εσύναξαν τον έρανον εντός τριών ημερών· τον εγκατέστησαν δε και διοικητήν της Σάμου επί τη αιτήσει του υπερισχύσαντος τότε κόμματός του και εις αμοιβήν της επί τη εισπράξει του εράνου υπηρεσίας του.

(ε.)

Ο Βδελυρός Βακήπ - πασάς εξέδωκε τουρκιστί υπομνήματα και ελληνιστί μεταφρασθέντα, εν οις ζωγραφίζει κάλλιστα αυτός εαυτόν λέγων, ότι η κ α τ α σ τ ρ ο φ ή - ε ν ό ς - Ρ α γ ι ά - δ ε ν - α ξ ί ζ ε ι - ε ι μ ή - ό σ ο ν - κ α ι - η – κ α τ α σ τ ρ ο φ ή - ε ν ό ς - δ έ ν δ ρ ο υ, - ή - ε ν ό ς - φ υ τ ο ύ, - κ α θ ώ ς - φ ρ ο ν ε ί - κ α ι - ο - ι μ ά μ η ς - Σ ε χ ο υ σ τ ή ς· - ε λ υ π ε ί τ ο - δ ε - μ ό ν ο ν – ό τ ι - ο - σ ο υ λ τ ά ν ο ς - ε ζ η μ ι ο ύ τ ο - τ ο ν – κ ε φ α λ ι κ ό ν - τ ω ν - κ α τ α σ τ ρ α φ έ ν τ ω ν – φ ό ρ ο ν. Εις 6100 απαριθμεί τους εν Χίω διαφοροτρόπως φονευθέντας, εξ ών 1109 απεκεφαλίσθησαν· ηχμαλωτίσθησαν δε 5000, και απεστάλησαν εις Κωνσταντινούπολιν πέντε φορτία κεφαλών και δύο ωτίων. Τόσον δε ακόρεστος αιμάτων εθεωρήθη παρά πάντων ο άνθρωπος ούτος, ώστε και αυτός ο αιμοβόρος σουλτάνος τον έπαυσε της αρχής του, τον εξώρισε, τον εκάθηρε της αξίας του, και τον αφήκεν απλούν Βακήπ εφέντην.

(ζ.)

Παραπλέουσα εκείναις ταις ημέραις η γολέττα του Τομπάζη τα θρακικά παράλια, είδεν υπό τι ακρωτήριον ελλιμενίζοντα πλοιάρια εχθρικά και επέπλευσεν· αλλ' οι ναύται των πλοιαρίων τούτων, αναβάντες εις το ακρωτήριον, τόσον σφοδρώς ετουφέκισαν τους επί του καταστρώματος της γολέττας, ώστε τους ηνάγκασαν ν' απομακρυνθώσιν άπρακτοι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.

(α.)

Περί του σπηλαίου τούτου όρα Κεφάλαιον ΝΕ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.

(α.)

Η ημέρα κατέλαβε δύο Έλληνας έμπροσθεν της περί ης ο λόγος πύλης καταγινομένους εις το να την ρίψωσιν· είς αυτών ωνομάζετο Νικολής, υπηρετήσας άλλοτε ως στρατιώτης παρά τοις Γάλλοις. Επειδή δε ο κίνδυνος εξ αιτίας του φωτός της ημέρας ήτο μέγας, εκρύβησαν οι δύο ούτοι εντός τινος ανοιχθείσης προς την πύλην οπής επ' ελπίδι να φύγωσιν υπό το σκότος της νυκτός· αλλ' η ακρόπολις εφωτίσθη έξωθεν δι' όλης της νυκτός υπό των Τούρκων φοβουμένων νέαν έφοδον, και διά τούτο δεν ετόλμησαν οι δύο Έλληνες να φύγωσι την νύκτα. Την δε ακόλουθον ημέραν ο μεν Νικολής, δραμών αιφνιδίως υπό το πυρ των εχθρών, διεσώθη αβλαβής, ο δε άλλος εκτυπήθη κατακέφαλα. Μετ' ολίγας ημέρας δύο Έλληνες των εντός της ακροπόλεως, θέλοντες να φύγωσιν, απηωρήθησαν διά σχοινίου τα εξημερώματα· οι Τούρκοι τους ενόησαν και τους ετουφέκισαν· ο είς διεσώθη ο δε άλλος εφονεύθη· έφυγαν εκείθεν μετ' αυτούς και τρεις τέσσαρες Οθωμανοί και Οθωμανίδες.

(β.)

Ιδού η συνθήκη γραφείσα υπό των πολιορκουμένων και παραδεχθείσα υπό των πολιορκητών.

«Διά του παρόντος συμφωνητικού γράμματος δήλον γίνεται, ότι, επειδή οι Έλληνες κάτοικοι της επαρχίας Αθηνών, επαναστατήσαντες μας επολέμησαν, και αφού μας απέκλεισαν εις το Φρούριον, μετά σταθεράν επιμονήν αμφοτέρων των μερών, και μετά την οποίαν υπεφέραμεν σκληραγωγίαν, μας έλλειψαν τα προς το ζην αναγκαία, και κατά τον ανέκαθεν όρον εζήτουν να δώσωμεν ράι (υποταγήν) εις αυτούς, και να τοις παραδώσωμεν το Φρούριον και όλοι ημείς οι μικροί και μεγάλοι εστέρξαμεν τούτο, και διά τούτο συνδιαλεχθέντες μετά των απεσταλμένων και απολύτων πληρεξουσίων της Διοικήσεως του Ελληνικού Έθνους (ονομαζομένης ενδόξου Γοβέρνου) υπό την οποίαν υπόκεινται οι ειρημένοι Αθηναίοι Έλληνες, των εντίμων κυρίων Ανδρέου Καλαμογδάρτη και Αλεξάνδρου Αξιώτου και μετά των δώδεκα Εφόρων των Αθηνών και μετά των λοιπών Οπλαρχηγών εκάμαμεν τας ακολούθους συμφωνίας διακρινομένας κατ' άρθρον.

Α'. Να δώσωμεν εις χείρας των τα όπλα τα εν τω Φρουρίω ευρισκόμενα, κανόνια, μουρτάρια, και όλα τα εις χείρας των Οθωμανών ευρισκόμενα όπλα και χαρμπία χωρίς να κάμωμεν καμίαν αντίστασιν.

Β'. Μετά την παράδοσιν αυτών μέχρις ότου προμηθευθώσιν άλλοσε, οι Έλληνες να ασφαλίσωσι την τιμήν και την ζωήν των Οθωμανών, χωρίς να τοις προξενηθή παραμικρά ζημία ή βλάβη.

Γ'. Από τα εις χείρας των Οθωμανών ευρισκόμενα έπιπλα και φορέματα να λάβη εκάστη οθωμανική οικογένεια μεθ' εαυτής ανά έν πάπλωμα, σινδόνιον, προσκέφαλον, και σιλτέ, και κατασκευασμένα φορέματα συγκείμενα εις έν φορτίον· και ανά δύο τεντζερέδες με τα σκεπάσματά των, και ανά δύο σαχάνια.