Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 30
1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'.
&Περιγραφή Μεσολογγίου και πολιορκία αυτού. — Αποτυχία της υπό τον Βρυώνην εκστρατείας εις Δυτικήν Ελλάδα.&
Η ΠΟΛΙΣ του Μεσολογγίου κείται μεταξύ των δύο ποταμών, του Ευήνου (Φίδαρη) και του Αχελώου (Άσπρου)· απέχει δε του μεν πρώτου 6, του δε δευτέρου 12 μίλια, και 4 της νοτίου υπωρείας του Αρακύνθου (Ζυγού)· κείται δε επί χερσονησοειδούς εσχατιάς πεδιάδος από της ρηθείσης υπωρείας αρχομένης και εις την θάλασσαν τελευτώσης. Μίαν ήμισυ ώραν μακράν του Μεσολογγίου προς άρκτον επί τινος λόφου κείνται τα ερείπια της νεωτέρας Πλευρώνος, τα κοινώς λεγόμενα κάστρον της Κυρά - Ειρήνης. Ήτο δε η Κυρά - Ειρήνη θυγάτηρ του Αυτοκράτορος Αλεξίου Παλαιολόγου. Προς την υπώρειαν δε του Ζυγού επί τινος υψώματος σώζονται ερείπια του τείχους της παλαιάς Πλευρώνος, κοινώς λεγόμενα Γυφτόκαστρον. Συνωκίσθησαν δε κατά τον Στράβωνα οι οικήτορες αυτής εις την νεωτέραν Πλευρώνα πορθούντος την χώραν Δημητρίου του επικληθέντος Αιτωλικού. Άγνωστος η πρώτη της πόλεως του Μεσολογγίου καταβολή. Ο Ιουδαίος Βενιαμίν ο εκ Τουδέλης, ο περιηγηθείς την Ελλάδα το 1153, αναφέρει το Ανατολικόν, το κατ' αυτόν Νατολικόν, αλλ' όχι και το Μεσολόγγι. Ο δε Βενετός ιστοριογράφος, Πέτρος Γαρζώνης, διηγούμενος τους μεταξύ Τουρκίας και Βενετίας συγχρόνους του πολέμους λέγει, ότι μετά τινα μάχην πλησίον του Μεσολογγίου εν έτει 1684, καθ' ην εφονεύθησαν όχι ολίγοι Τούρκοι και ο αρχηγός αυτών Σεφέραγας, το Ανατολικόν, το και κατ' αυτόν Νατολικόν, και το Μεσολόγγι απεσπάσθησαν των Τούρκων και υπετάχθησαν εις τους Βενετούς. Ο ημέτερος Ιωάννης Στάννος ουδ' αυτός ουδαμού της χρονικής βίβλου του αναφέρει το Μεσολόγγι. Εν ουδενί δε των προ της συγγραφής του Γαρζώνη γεωγραφικών πινάκων σημειούται η πόλις αύτη, ουδέ μνεία γίνεται αυτής εν τη περιγραφή, της εν έτει 1571 κατά την Ναύπακτον περιφήμου ναυμαχίας (α) η άλλης τινός κατ' εκείνα τα μέρη συμπλοκής. Ουδέν ίχνος αρχαιότητος, ουδέ βυζαντινόν ή βενετικόν τι φαίνεται εν τη πόλει, και η κτίσις αυτής είναι όλη τουρκική· φαίνονται μόνον τα ερείπιά των κατά τον τουρκορρωσικον πόλεμον επί Αικατερίνης κατεδαφισθεισών οικιών, λαβούσης και της πόλεως ταύτης τότε τα όπλα κατά των Τούρκων. Βορειοανατολικώς του Μεσολογγίου, μίαν ώραν μακράν αυτού επί πεδιάδος, σώζονται ερείπια πενιχράς κωμοπόλεως καλούμενα χ ί λ ι α - σ π ή τ ι α, και λέγεται, ότι μετά την κατ' αρχάς του ΙΣΤ' αιώνος καταστροφήν της κωμοπόλεως εκείνης κατέφυγαν οι πλείστοι των κατοίκων της χάριν ασφαλείας εις τα ένυδρα μέρη, όπου κείται σήμερον η πόλις του Μεσολογγίου. Αλλά και αυτό το όνομα της πόλεως δεικνύει την όχι αρχαίαν καταβολήν της, και εξηγεί και την θέσιν εφ' ης εκτίσθη είτε εν μέσω λάκκων εξ αιτίας της λίμνης της (β), είτε εν μέσω λόγγου, διότι, και αρχομένης της επαναστάσεως, εσώζοντο έξωθεν αυτής και εξικνούντο έως εις τα άκρα της ελαιώνες, οίτινες κατά την επικρατούσαν παράδοσιν, άγριοι και κατάπυκνοι άλλοτε, ηρεώθησαν και εκεντρώθησαν. Πολλά έτη προ της επαναστάσεως η πόλις αύτη ήτο καθ' όλα σημαντικωτέρα του Ανατολικού· δι' ο, αν και η εκ των δύο τούτων πόλεων και του Νεοχωρίου επαρχία εκαλείτο επί τουρκοκρατίας Μ ο υ κ α τ ά ς - Α ν α τ ο λ ι κ ο ύ, ο διοικητής έδρευεν εν Μεσολογγίω· εκαλείτο δε αναμφιβόλως ούτω, διότι επί της συστάσεως αυτής το Ανατολικόν επρώτευεν. Η πόλις του Μεσολογγίου είχε προ της επαναστάσεως 5500 ψυχάς· 40 δε ή 50 μόνον εξ αυτών επρέσβευαν τα του κορανίου. Μέγα μέρος των κατοίκων ήσαν αλιείς, ικανόν δε ναύται μετερχόμενοι την ακτοπλοΐαν ή πλέοντες επί ξένων πλοίων, αφ' ού έπαυσαν να ναυπηγώσιν επί του τόπου μεγάλα πλοία μετά την πρόοδον του ναυτικού του Γαλαξειδίου, ενισχυομένου υπό των πλουσίων εμπόρων των Πατρών. Αι δύο δε αύται τάξεις των κατοίκων, η των αλιέων και η των ναυτών, κατείχαν εν γένει το παραθαλάσσιον της πόλεως· οι δε γεωργοί, οι κοινώς λεγόμενοι καλυβιώται, ως έχοντες εις κατοικίαν καλύβας, κατείχαν το προς την ξηράν· οι δε λοιποί πολίται τα κεντρικώτερα. Επειδή το παραθαλάσσιον είναι το τερπνότερον και το υγιέστερον, πολλοί ευκατάστατοι έφρατταν διά πασσάλων και παλιουρίων συμπεπλεγμένων μέρος της αβαθούς θαλάσσης και το απεγαίοναν, μεταφέροντες εκ των πλησιεστέρων της λίμνης νησιδίων γλίναν αντέχουσαν εις τας παντοτεινάς επαφάς και τας συχνάς προσβολάς της θαλάσσης· επί δε του κατασκευαστού τούτου και αστερεώτου εδάφους έστρωναν τεσσάρων πέντε ποδών πλάτος εχούσας εσχάρας, ήτοι συνδεδεμένα δένδρινα ξύλα μη σηπόμενα αλλά μάλιστα σκληρυνόμενα εντός της θαλάσσης· επί των εσχαρών δε τούτων εθεμελίοναν τας οικίας.
Το δ' έδαφος της πόλεως είναι σχεδόν ισοθάλασσον· διά τούτο πολλάκις εν καιρώ χειμώνος ωθουμένων των κυμάτων προς την ξηράν υπό των πελαγίων ανέμων, περιθαλασσούνται αι παράλιοι οικίαι, και οι ενοικούντες κοινωνούν μετά των λοιπών διά μονοξύλων. Συμβαίνει δ' ενίοτε το εναντίον, και η θάλασσα φεύγει ως ωκεάνειος άμπωτις απέμπροσθεν της πόλεως επί τη βιαία και διαρκεί πνοή του χειμερινού βορέου. Προ της επαναστάσεως ήσαν εν τη πόλει πέντε εκκλησίαι και έν ζαμίον· ήκμαζε και σχολείον διαδίδον την γνώσιν της ελληνικής γλώσσης υπό τον μαθητεύσαντα εν τω Αγίω Όρει παρά τω Ευγενίω και τω Νεοφύτω και μετά ταύτα συσχολαρχήσαντα Παναγιώτην Παλαμάν, υφ' όν, αποκτήσαντα μεγάλην υπόληψιν γραμματικού και ελκύσαντα μέγαν αριθμόν ακροατών εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος, έπειτα δε μέχρι της επαναστάσεως υπό τους υιούς αυτού Γρηγόριον και Ιωάννην συγκροτούμενοι ελληνοδιδάσκαλοι εστέλλοντο πολλαχού· διά τούτο η γνώσις της ελληνικής γλώσσης ήτο παρά τοις προϊσταμένοις κοινή.
Η δε έμπροσθεν του Μεσολογγίου λιμνοθάλασσα έχει 65 μιλίων περιφέρειαν· είναι πολυίχθυος· περιέχει δύο αλικάς, την μεν κατά το Ανατολικόν, την Άσπρην, την δε κατά το Μποχώρι, την Μαύρην· τα προς την θάλασσαν δε νερά της είναι τόσον ρηχά και ο πυθμήν της τόσον βορβορώδης και φυκώδης, ώστε καταντά άπλευστος διά παντός είδους τροπιδοφόρων πλοιαρίων, και μόνον πλώιμος δι' ελαφρών μονοξύλων· σχίζεται δε διά στενού αύλακος αρχομένου από της πόλεως και τελευτώντος όπου τα νερά είναι βαθέα. Δι' αυτού δε και μόνου εισέρχονται και εξέρχονται τα μικρά τροπιδοφόρα πλοία· τα δε ευμεγέθη ορμίζονται έξ μίλια μακράν της πόλεως. Πολλαχού της λίμνης αναδύονται νησίδια χρήσιμα εις τους αλιεύοντας, ημερονυκτίζοντας εν καιρώ της αλιάς εντός χορτοσκεπών και καλαμοστρώτων καλυβών, κοινώς πελάδων (γ), εστημένων επί δοκών εμπηγνυομένων εις τον βορβορώδη και απαγή πυθμένα της θαλάσσης και μίαν ή δύο πήχεις υπερυψουμένων, ώστε αι πελάδες αύται φαίνονται κρεμάμεναι επί των κυμάτων.
Τερπνόν θέαμα παριστάνει η λίμνη συνήθως εν μέσω των ασελήνων νυκτών. Πάμπολλα μονόξυλα φέροντα επί της άκρας της πρώρας προμήκη και σιδηράν εσχάραν ένδαδον και φωτοβολούσαν, κοινώς λεγομένην π ρ υ ά ν, περιπλανώνται εν τη λίμνη εις αλίευσιν· η δε πλουσία και αεικίνητος φεγγοβολή των πρυών αυτοκίνητος υπολαμβάνεται μακρόθεν διά την εν μέσω του σκότους αφάνειαν των μονοξύλων.
Επί της άκρας δε του ανατολικού χείλους του αύλακος κείται το Βασιλάδι, νησίδιον 150 βημάτων περιφέρειαν έχον και σχεδόν ισοθάλασσον, αλλά πολλά σημαντικόν διά την επί του στομίου της δυσεισπλεύστου λίμνης θέσιν του, και απέχει της πόλεως μίαν ήμισυ ώραν. Την προς τα πέλαγος δε πλευράν του ετείχισεν ο Αλήπασας επί του κατά τα 1806 τουρκορρωσικού πολέμου· οι δε Έλληνες επέθεσαν, κατά την επανάστασιν, τρία κανόνια, δι' ων εματαίωσαν άλλοτε, ως προείπαμεν, τα σχέδιά του μεγάλου εχθρικού στόλου.
Όπως δε η προς την θάλασσαν ούτω και η προς την ξηράν θέσις της πόλεως είναι φύσει οχυρά, διότι η από της υπωρείας του Ζυγού χωρίζουσα αυτήν γη είναι, ως προείρηται, όλη επίπεδος, ουδαμώς επιτηδεία εις πολεμικάς προσβολάς και πανταχόθεν υπό το πυρ της πόλεως· απέκοπτε δε ταύτην της ξηράς ημελημένη και ατελής τάφρος αμφοτέρωθεν εις την λίμνην απολήγουσα και έχουσα τεσσάρων ποδών βάθος, επτά πλάτος και ενός μιλίου μήκος· επί δε της προς την πόλιν όχθης της τάφρου υψούτο τείχος απύργωτον, ακατασκεύαστον, επί σαθρών θεμελίων, τεσσάρων ποδών ύψος και δύο πλάτος έχον, εν μέρει πέτρινον και εν μέρει πλίνθινον, εφ' ου έκειντο δεκατέσσαρα παλαιά κανόνια σιδηρά.
Τοιαύτη ήτον η πόλις, όπου κατέφυγαν ο Μαυροκορδάτος, ο Μάρκος και ο Κίτσος, καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών.
Μηδέν γενναίον μηδ' ευτυχές προσδοκώντες οι πλείστοι των περί τον Μαυροκορδάτον μετά τα προ μικρού εν τη Αιτωλοακαρνανία συμβάντα, τον εσυμβούλευσαν κατά την εν Μεσολογγίω πρώτην των συνδιάσκεψιν να μη κινδυνεύση ανωφελώς, αλλά να εγκαταλείψη τα μέρη εκείνα. «Αν τα εγκαταλείψωμεν ημείς», απεκρίθη ο Μαυροκορδάτος, «διέρχονται οι εχθροί ακωλύτως, κυριεύεται η εισέτι δεινοπαθούσα Πελοπόννησος, και το παν απόλλυται· εγώ θ' αποθάνω εδώ» . «Κ' εγώ», ανεφώνησεν ο Μάρκος. Οι λόγοι ούτοι εχρησίμευσαν ως θεμέλιος λίθος της εν Μεσολογγίω εγκαρτερήσεως. Αλλ' όσον σταθερά και αν ήτον η απόφασις του Μαυροκορδάτου και του Μάρκου, αδύνατον να ενεργηθή τι ευτυχώς χωρίς της ειλικρινούς και θερμής συμπράξεως των εντοπίων, διότι τον μεν Μαυροκορδάτον μόνον 25 φρουροί ηκολούθησαν υπό τον Κατσαρόν, τον δε Μάρκον και Κίτσον 35 οπλοφόροι· διά τούτο ο Μαυροκορδάτος και οι ρηθέντες οπλαρχηγοί εκάλεσαν εις συμβούλιον τον εν τη πόλει αρχιεπίσκοπον Πορφύριον και τους προεστώτας αυτής Ιωάννην Τρικούπην, Αναστάσιον Παλαμάν, Πάνον Παπαλουκάν και Αθανάσην Ραζοκότσικαν, και τους ηύραν ομογνώμονας· ερωτηθείς και ο λαός συνεπευφήμησε και αυτός όλος, προθυμηθείς να συνεγκαρτερήση μέχρι τέλους. Αφ' ού δε απεστάλησαν εις την Επτάννησον οι πλείστοι των γερόντων, των γυναικών, των παιδίων και των ασθενούντων διά τινων κρυπτών διάπλων, ηριθμήθησαν οι δυνάμενοι εκ των εναπομεινάντων να φέρωσιν όπλα και ευρέθησαν όλοι 360, εν οις και οι ανωτέρω φρουροί και οπλοφόροι· ευρέθησαν και τροφαί και πολεμεφόδια ενός μηνός.
Οι δε πολιορκούντες εχθροί, έχοντες και ένδεκα κανόνια και τέσσαρας βομβοβόλους, ήρχισαν ευθύς να πυροβολώσι σφοδρώς την πόλιν· αλλ' αφ' ού ανωφελώς και ακαταπαύστως επολέμησαν δύο ημερονύκτια, συνήλθαν οι πασάδες εις συμβούλιον. Ο Κιουταχής και ο Ισούφης, ο πολιορκών διά θαλάσσης, ήσαν γνώμης να εφορμήσωσι διά μιας επί το σαθρόν τείχος και να κυριεύσωσι την πόλιν εξ εφόδου· αλλ' ο Βρυώνης αντέτεινε λέγων, ότι τα επιχείρημα ήτο κινδυνώδες, και ότι εν τη γενική ερημώσει της Αιτωλοακαρνανίας αναγκαίον ήτο να διατηρηθή η πόλις εκείνη διά τας ανάγκας του στρατοπέδου εν καιρώ χειμώνος· αντέτεινε δ' έτι μάλλον στοχαζόμενος, ότι εδύνατο να ελκύση τους εν τη πόλει, ως μηδεμίαν τρέφοντας ελπίδα σωτηρίας και ως υπ' όψιν έχοντας τα προσκυνήσαντα μέρη της Αιτωλοακαρνανίας και μη παθόντα, ως αυτός επίστευε, και τους προσκυνήσαντας οπλαρχηγούς τους εν ασφαλεία και τιμή ζώντας. Κατά την γνώμην δε ταύτην, ο Βρυώνης επεχείρησεν αμέσως να βάλη εις πράξιν το περί συμβιβασμού προσφιλές του σχέδιον, και διέταξε τον παρακολουθούντα Βαρνακιώτην να γράψη τοις γνωστοίς αυτώ προκρίτοις του Μεσολογγίου περί υποταγής. Ο Βαρνακιώτης έγραψεν, αλλ' απάντησιν δεν έλαβεν. Εν τοσούτω εξηκολούθει ο πόλεμος. Οι δε εντός του Μεσολογγίου τειχομαχούντες εμεθοδεύοντο διάφορα τεχνάσματα εις απάτην του εχθρού ως προς τον ολίγον αριθμόν των, και άλλοτε μεν ετουφέκιζαν και επιστόλιζαν διά μιας όλοι, άλλοτε δε εφαίνοντο επί του ενός μέρους του τείχους και έτρεχαν οι αυτοί και εφαίνοντο επί του άλλου εμπήγοντες επιτηδείως τουφεκολόγχας (δ), ίνα υποθέτωσιν οι θεωρούντες αυτάς έξωθεν ότι ήσαν εν τη πόλει και οπλίται φράγκοι· έκρουαν δε επί τω αυτώ σκοπώ και ευρωπαϊκά τύμπανα. Ο Βρυώνης βλέπων ότι δεν ευδοκίμησεν η προς τους προκρίτους διαπραγμάτευσίς του διά του Βαρνακιώτη, διέταξε τον Άγον Βασιάρην να έλθη εις λόγους μετά του Μάρκου ως γνώριμός του. Ο Μάρκος λαβών την άδειαν εξήλθεν εντός βολής πιστόλας εις συνέντευξιν.
Ο Άγος τον εσυμβούλευσεν ως φίλος, και παρήγγειλε δι' αυτού και τοις προκρίτοις να μη κινδυνεύσωσιν επί ματαίω αλλά να προσκυνήσωσιν· εγγυάτο δε εξ ονόματος των πασάδων όχι μόνον γενικήν και τελείαν αμνηστείαν, αλλά και άδειαν ν' αναχωρήσωσιν ανεπηρέαστοι ο πρόεδρος, ο Μάρκος και όσοι άλλοι υπώπτευαν την οργήν των πασάδων. Ταύτα ακούσαντες οι έγκλειστοι και αναλογιζόμενοι ότι πάσα αναβολή τους ωφέλει περιμένοντας έξωθεν βοήθειαν διά ξηράς και θαλάσσης έκριναν εύλογον, βλέποντες τους εχθρούς κατατρίβοντας την κρίσιμον ώραν των έργων εις αχρήστους λόγους, να μη απορρίψωσιν αποτόμως τας περί συμβιβασμού προτάσεις, αλλά να προβάλωσιν άλλας δυσπαραδέκτους. Εν ώ δε εξηκολούθει η φιλική αύτη διαπραγμάτευσις, ειδοποίησεν ο Ισούφης τον λαόν του Μεσολογγίου, ότι αν ήθελε να μη αποτεφρωθή η πόλις όλη και γίνη τάφος όλων των εν αυτή αθώων, να τω παραδώση τον πρόεδρον, τους άρχοντας, τους οπλαρχηγούς και ανά δύο Χριστιανούς δι' έκαστον Τούρκον των εν τω επί των εκβολών του Φίδαρη πεσόντι τουρκικώ πλοίω συλληφθέντων και θανατωθέντων (ε)· απήτει δε παρά του λαού και αποζημίωσιν των διαρπαγέντων επί του πλοίου, και απόδοσιν όλων των εξ αρχής της επαναστάσεως οφειλομένων τη Πύλη φόρων. Ο Ισούφης, πεποιθώς επί την άφευκτον πτώσιν του Μεσολογγίου και αστόχαστος εν οις ενήργει, έδωκε και εγγράφους επί τη αιτήσει των Μεσολογγιτών τας προτάσεις και απαιτήσεις του. Ο Μάρκος έσπευσε να τας κοινοποίηση τω Βρυώνη εξ ονόματος των Μεσολογγιτών, ως απορούντων και αμφιβαλλόντων περί της ειλικρινείας των συγκαταβατικών λόγων του, διότι τους απεδείκνυαν υπόπτους αι απαιτήσεις του Ισούφη. Άλλος εξ άλλου έγεινεν ο Βρυώνης επί τη κοινοποιήσει ταύτη και απεκρίθη να μη δοθή, ακρόασις, αλλά να εξακολουθήση εν πλήρει πεποιθήσει η διά του Άγου και του Μάρκου διαπραγμάτευσις. Μετά τινων δε ημερών διαπραγμάτευσιν εσυμβιβάσθη δ ι ά - λ ό γ ο υ ν' αναχωρήσωσιν εις Πελοπόννησον ανεπηρέαστοι ο πρόεδρος και οι περί αυτόν, ο Μάρκος, ο Κίτσος, οι προεστώτες και τριακόσιαι οικογένειαι αι ευπορώτεραι, ό εστι πολυαριθμότεραι παρ' όσας περιείχεν η πόλις τότε· και τούτο αποδεικνύει ότι οι Τούρκοι ηγνόουν την εσωτερικήν αδυναμίαν της πόλεως· εσυμβιβάσθη δε και οκταήμερος ανακωχή εις εύρεσιν των επί μετακομίσει πλοίων. Εν τοσούτω η ανακωχή αύτη και η προθεσμία εχρησίμευαν εις ενδυνάμωσιν του οχυρώματος εν γνώσει και αδεία του Βρυώνη πιστεύοντος τους παραγγέλλοντας έσωθεν, ότι αναγκαίον ήτο ν' αποκοιμίζωσι τοιουτοτρόπως τον λαόν, όστις δεν έπρεπε να μάθη πριν έλθη η ώρα όσα εσυμβιβάσθησαν.
Νοέμβριος Η τρίτη ημέρα της ανακωχής, ήτοι η 8 νοεμβρίου, έγεινεν ημέρα χαράς, διότι εφάνησαν έξωθεν της πόλεως επτά υδραϊκά πλοία αποδιώξαντα διά μόνου του εμφανισμού των τα υπό τον Ισούφην τουρκικά, εξ ών έν, ανίκανον να μεταβή εις Πάτρας διά την επικρατούσαν αντίπνοιαν, κατέφυγεν ημίπνικτον εις Ιθάκην. Η έλευσις των πλοίων διέλυσε μεν την διά θαλάσσης πολιορκίαν, αλλά δεν ησφάλισε τους εγκλείστους και από της εφορμήσεως των επί της ξηράς πολυαρίθμων εχθρών· διά τούτο ο Βρυώνης, πεποιθώς πάντοτε επί την υπερέχουσαν δύναμίν του, εσυμβούλευσε τους πολιορκουμένους να διαβιβασθώσιν εις Πελοπόννησον κατά την συμφωνίαν επί των ελθόντων ελληνικών πλοίων· αλλ', αντί να διαβιβασθώσιν οι εν Μεσολογγίω εις Πελοπόννησον, διεβιβάσθησαν την 11 από Πελοποννήσου εις Μεσολόγγι επί τέσσαρων εκ των προρρηθέντων πλοίων 700 Πελοποννήσιοι υπό τον Πετρόμπεην, τον Ζαήμην και τον Κανέλλον Δηληγιάννην· συνεπανέπλευσε και ο περί της επικουρίας ταύτης προαποσταλείς παρά του Μαυροκορδάτου Γρίβας. Ο Άγος, ανήσυχος δι' όσα έβλεπε και ήκουεν, ήλθεν εις λόγους βαρείς μετά του Μάρκου· ούτος δε, υποπτεύων μη πάθη ως απατήσας τους Τούρκους, υπεκρίθη ότι οι έγκλειστοι έτοιμοι ήσαν να στείλωσιν ικέτας εις προσκύνησιν των πασάδων. Υπερεχάρησαν οι πασάδες επί τη φαιδρά ταύτη αγγελία, και ητοιμάσθησαν τα πάντα εις δεξίωσιν των ικετών. Ο δε γλυκύς και συγκαταβατικός Βρυώνης, θέλων να τιμήση τον άγριον Κιουταχήν, υπήγεν εις την σκηνήν του και καυχώμενος ότι το περί συμβιβασμού σχέδιόν του, το παρ' εκείνου αποδοκιμαζόμενον, ευδοκίμησε, διέταξε να οδηγήσωσιν εκεί τους ερχομένους εις προσκύνησιν. Επ' αυτώ τούτω ητοιμάσθησαν τα συνήθη καββάδια εις τιμήν των ερχομένων, οι κήρυκες περιφερόμενοι διεσάλπιζαν την παράδοσιν της πόλεως, οι καταλυματίαι διέθεταν τα καταλύματα, οι ιπποκόμοι εφαλάροναν τους ίππους των πασσάδων διά την εν τιμή και παρατάξει είσοδόν των εις την πίπτουσαν πόλιν, και ο Βαρνακιώτης διετάχθη να προϋπαντήση τους προσερχομένους. Εν τοσούτω η ώρα παρήρχετο, και ουδείς προσήρχετο. Αδημονούντες οι πασάδες διά την τόσην βραδύτητα, είδαν άνθρωπον προσερχόμενον εκ της πόλεως, παρ' ου έλαβαν γράμμα λέγον «α ν - θ έ λ ε τ ε - τ ο ν - τ ό π ο ν – μ α ς - ε λ ά τ ε - ν α - τ ο ν - π ά ρ ε τ ε».
Τοιούτον τέλος έλαβεν η πλαστή διαπραγμάτευσις, και ο πόλεμος μετά την ανακάλυψιν της απάτης και του εμπαιγμού επανελήφθη σφοδρότερος.
Κατ' εκείνας τας ημέρας απέθανεν εν Μεσολογγίω ο αγαπώμενος και τιμώμενος παρά πάντων διά την αγαθήν καρδίαν και τας πολεμικάς του γνώσεις Νορμάννος και ετάφη πλησίον του Κυριακούλη.
Μόλις δ' ελύθη η κατά θάλασσαν πολιορκία, και οι φιλογενείς Ζακύνθιοι και Κεφαλλήνες έσπευσαν να στείλωσι τροφάς και πολεμεφόδια εις την πόλιν, αν και η κυβέρνησίς των παρενέβαλε παντός είδους προσκόμματα· ηγκυροβόλησε δε μετ' ολίγον έμπροσθεν του Μεσολογγίου και πλοίον φέρον εκ Λιβούρνου πολεμεφόδια· ήλθαν και άλλα τέσσαρα πολεμικά πλοία σπετσιωτικά· εισήλθαν εις την πόλιν διά θαλάσσης και διάφοροι Δυτικοελλαδίται, εν οις και οι οπλαρχηγοί Μακρής και Τσόγκας· ήλθαν και άλλοι χίλιοι Πελοποννήσιοι εκ Γαστούνης και Πύργου· ήλθε και ο Λόντος μετά των περί αυτόν (ζ). Η μεταβολή αύτη των πραγμάτων έφερε μεταβολήν και των πνευμάτων των εναπομεινάντων κατοίκων της Αιτωλοακαρνανίας, οίτινες προσκυνήσαντες προ ολίγου διά της συνεργείας των οπλαρχηγών των κατεπιέζοντο και εγυμνούντο υπό των Αλβανών εις τόσην αναίδειαν εξοκειλάντων, ώστε ν' απογυμνώσωσι και αυτούς τους Βραχωρίτας Τούρκους, τους μετά την άλωσιν της πόλεως εκείνης εν Δραγαμέστω παρά του Βαρνακιώτου φυλαττομένους.
Επί της εισβολής των εχθρών εντεύθεν του Μακρυνόρους πάμπολλοι κάτοικοι της Αιτωλοακαρνανίας κατέφυγαν, ως είρηται, εις Κάλαμον προς αποφυγήν της σφαγής, της γυμνώσεως και της αιχμαλωσίας, ως μη δυνάμενοι να αντισταθώσι, και ως μη θέλοντες να προσκυνήσωσιν. Αλλ' ο μέγας αρμοστής εφάνη τόσον ασυμπαθής, ώστε έστειλε στρατιώτας και τους απώθησεν. Εζήτησαν οι δυστυχείς άσυλον καν διά τας γυναίκας και τα ανήλικα τέκνα των, αλλά και κατά τούτο δεν εισηκούσθησαν. Η σκληρά αύτη πράξις απέβλεπεν αναμφιβόλως εις το να βιάση τους αποδιωχθέντας να προσκυνήσωσιν· αλλ' έφερε το εναντίον αποτέλεσμα, διότι τους ώπλισεν εξ ανάγκης προς υπεράσπισιν γυναικών και τέκνων και προς βλάβην του εχθρού· εκ των αποδιωχθέντων δε τούτων και εξ άλλων τινών Ελλήνων άλλοθεν συρρευσάντων συνεκροτήθησαν εκείναις ταις ημέραις δύο σώματα, το μεν κατά το Ξηρόμερον υπό τους αδελφούς Χασαπαίους, το δε κατά τον Βάλτον υπό τον Μαλεσάδαν, και περιφερόμενα ηνώχλουν συνεχώς τους εχθρούς, κόπτοντα και την μετά της Άρτης και Πρεβέζης κοινωνίαν· εγνώσθησαν και καθ' όλον το εχθρικόν στρατόπεδον η αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, τα κατά τον αργολικόν κόλπον συμβάντα του στόλου, ο εν Τενέδω εμπρησμός του δικρότου και η πτώσις του Ναυπλίου· ο χειμών επροχώρει και εστενοχώρει τους εχθρούς· αι τροφαί εσπάνιζαν εν τω στρατοπέδω· βροχαί συνεχείς και ραγδαίαι έπιπταν· πυρετοί κακοήθεις ανεφύοντο· μισθοί δεν εδίδοντο και συχνάκις εξώρμων επί τους πολιορκούντας οι πολιουρκούμενοι. Δι' όλα ταύτα ηγέρθη εν τω τουρκικώ στρατοπέδω μέγας γογγυσμός κατά των πασάδων, και εψιθυρίζετο και η διάλυσίς του. Οι δε πασάδες, κακόν μάλλον ή καλόν προσδοκώντες από πάσης περαιτέρω αναβολής απεφάσισαν έφοδον. Αλλ' ο ενθουσιασμός του στρατού είχε σβεσθή· μόνον το χρυσίον, το μη παρ' άλλοις ίσως τόσην ισχύν έχον όσην παρά τοις Αλβανοίς, εδύνατο να τον ανάψη. Διά τούτο οι πασάδες επρόσφεραν ανά χίλια γρόσια εκάστω των προαιρουμένων ν' αναβώσι τα τείχη. Οκτακόσιοι προηρέθησαν, εν οις και όλοι οι σημαιοφόροι, και ημέρα εφόδου ωρίσθη η των Χριστουγέννων περί τον όρθρον, επ' ελπίδι ότι οι εν αγνοία του σχεδίου τούτου Έλληνες θα συνήρχοντο την ημέραν εκείνην εις τας εκκλησίας και θα κατέλιπαν το οχύρωμα αφρούρητον. Και ταύτα μεν οι Τούρκοι μυστικώς εμελέτησαν, οι δε Έλληνες τα ανεκάλυψαν ούτως.