Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 29

Chapter 2915 wordsPublic domain

ΟΥΤΕ η προς τον Νούτσον και Παλάσκαν βδελυρά διαγωγή του Οδυσσέως, ούτε η κατ' αυτού αγανάκτησις και καταδρομή της κυβερνήσεως ίσχυσαν να βλάψωσι την προς αυτόν του κοινού υπόληψιν. Ως προδότην και ως θαρρύναντα την εισβολήν των εχθρών τον κατεμήνυεν ο Άρειος πάγος, αλλά το κοινόν της Ανατολικής Ελλάδος απεδοκίμαζε τα κατ' αυτού λεγόμενα, όχι διότι τον ενόμιζεν αθώον, αλλά διότι τον εθεώρει ως τον ικανώτερον ν' ανορθώση διά των όπλων την πεσούσαν πατρίδα, δι' ο και τον εθάρρυνε διά της αγάπης και της συνδρομής του. Ισχυρότεροι των ανθρώπων της μαχαίρας είναι οι άνθρωποι του νόμου εν καιρώ ειρήνης· αλλ' εν καιρώ επαναστάσεων και πολέμων η μάχαιρα τιμάται υπέρ τον νόμον, και θεωρείται ως ασπίς κατά κακοποιήσεων και αδικιών, ως ασφαλιστήριον κατ' εχθρικών προσβολών και ως ευτυχές όργανον πλεονεκτικών και φιλάρχων σκοπών. Διά ταύτην και μόνην την αιτίαν ετιμάτο υπό του λαού ο μισούμενος υπό της κυβερνήσεως Οδυσσεύς. Το αίσθημα δε τούτο του κοινού ίσχυσε διά την αθλίαν κατάστασιν των πραγμάτων και παρά τω βουλευτικώ, προτείναντι την 24 Ιουνίου την άφεσιν των αμαρτιών του Οδυσσέως· το δε νομοτελεστικόν, υπείκον εις την αυτήν ανάγκην, διέταξε τον Άρειον πάγον να μη εκτελέση όσα κατ' εκείνου διετάχθησαν. Αλλ' οποιαδήποτε και αν εφάνη η εξ' ανάγκης διαγωγή της Αρχής, ο Οδυσσεύς, πεποιθώς επί την επιρροήν και την μάχαιράν του, κατεφρόνει κυβέρνησιν καταφυγούσαν διά την ασφάλειάν της εις πλοίον, και κεντρικήν Αρχήν ανίσχυρον εν ταις επαρχίαις της δικαιοδοσίας της, φεύγουσαν απέμπροσθέν του, περιπλανωμένην και διασωθείσαν είς τι απομεμονωμένον ακρωτήριον μιας νήσου. Εξέδιδεν η κυβέρνησις κατ' αυτού καταστρεπτικά και αφοριστικά έγγραφα, και ούτος συνέζη ασφαλής και συνέπραττε μετά των οπλαρχηγών της κυβερνήσεως εν τη Ανατολική Ελλάδι ενεργών παρρησία την ανατροπήν και αυτής και του Αρείου πάγου. Τόση δε ήτον η παρά τοις οπλαρχηγοίς υπόληψίς του, ώστε ο Γκούρας, αν και μικράς τότε σημασίας, απεποιήθη την δοθείσαν αυτώ μετά την καθαίρεσιν του Οδυσσέως οπλαρχηγίαν της Λεβαδείας, προτιμήσας της μεγαλοδωρίας της υπερτάτης Αρχής του έθνους την φιλίαν του καθαιρεθέντος.

Μετά δε την διάβασιν του Δράμαλη η Ανατολική Ελλάς εφοβείτο νέαν εισβολήν. Μόνος τόπος ασφαλής οπωσούν κατ' εκείνα τα μέρη ήσαν αι Αθήναι μετά την κυρίευσιν της ακροπόλεως διά την παράμερον θέσιν των. Αλλά και η πόλις εκείνη έπασχεν εσωτερικάς ανωμαλίας, διότι οι προς ένα και τον αυτόν σκοπόν ενεργούντες προ της κυριεύσεως της ακροπόλεως Αθηναίοι διηρέθησαν μετά την κυρίευσιν και κατέτρεχαν αλλήλους. Η Αττική δεν είχεν, ως είρηται, προ της επαναστάσεως οπλαρχηγόν. Διάφοροι ανεφάνησαν μετά την επανάστασιν αντιποιούμενοι την οπλαρχηγίαν, αλλ' ουδείς υπερίσχυσεν. Αποθανόντος του Παναγή Χτενά, ανεδείχθη φρούραρχος της ακροπόλεως ο αδελφός του Σπύρος. Αλλ' ούτος ούτε την πολιτικήν Αρχήν του τόπου του ετίμα, ούτε προς τους συμπολίτας του καλώς εφέρετο, τους μεν αυτεξουσίως φυλακίζων και τιμωρών, τους δε φορολογών επί λόγω τροφής και μισθοδοσίας της φρουράς· τινές δε των στρατιωτών του εδολοφόνησαν τον Χατσή Γεωργαντάν Σκουζέν, ένα των εφόρων των Αθηνών, επανερχόμενον από Σαλαμίνος εις Αθήνας. Τοιαύτη διαγωγή διήγειρεν άκραν αγανάκτησιν, και μίαν ημέραν, καθ' ην έλειπεν ο Χτενάς εκ του φρουρίου, ο Σαρής, άλλος οπλαρχηγός Αθηναίος, ανέβη μετά τινων οπαδών του εις την ακρόπολιν, αντικατέστη αυτοχειροτόνητος φρούραρχος, παρέλαβεν εις υποστήριξιν του ως συμφρούραρχον και άλλον οπλαρχηγόν Αθηναίον, τον Δημήτρην Λέκκαν, απέλυσε τους εν φυλακή και επολιτεύθη αξιεπαίνως· αλλ' εξ αιτίας της αντιζηλίας πολλών συμπατριωτών ολίγον εχάρησαν και αυτοί την φρουραρχίαν των.

Εστρατοπέδευε πρό τινος καιρού επί της Γερανίας της Μεγαρίδος ο Υψηλάντης· Αύγουστος ούτος επί τη προσκλήσει των Αθηναίων των μη θελόντων φρουράρχους τον Σαρήν και τον Λέκκαν συμπαραλαβών και τον επί του αυτού όρους συναγωνιστήν του Νικήταν μετέβη την 21 αυγούστου εις Αθήνας, ίνα διαθέση άλλως πως τα του φρουρίου. Αλλ' οι φρούραρχοι ούτε τας φιλικάς προσκλήσεις του εισήκουσαν, ούτε εις τας βαρείας απειλάς του ενέδωκαν, ούτε να τον δεχθώσιν εντός της ακροπόλεως επιθυμούντα να την επισκεφθή συνήνεσαν· επειδή δε εφοβήθησαν μη πάθωσιν υπό των ιδίων στρατιωτών, διότι ο Υψηλάντης οργισθείς εφοβέρισε να καύση επί τη παρακοή των τας οικίας των και να φυλακίση τους συγγενείς των, μετεκάλεσαν τον Οδυσσέα εις παραλαβήν της ακροπόλεως. Εύρημα εθεώρησεν ο Οδυσσεύς την προσφοράν ταύτην και έτρεξε δρομαίος εις Αθήνας την 27. Επειδή δε ούτος, ο Υψηλάντης και ο Νικήτας ήσαν του αυτού φρονήματος, δεν ελογόφεραν περί της κατοχής του φρουρίου, μάλιστα τόσον ήσαν σύμφωνοι, ώστε συνεπεστάτησαν και οι τρεις επί των γενομένων εκείναις ταις ημέραις αθηναϊκών αρχαιρεσιών. Και ο μεν Υψηλάντης και ο Νικήτας επανήλθαν μετ' ολίγον εις το στρατόπεδον (α), ο δε Οδυσσεύς έμεινεν εν Αθήναις και διώρισε φρούραρχον τον οπαδόν του Γκούραν. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι διά τας προς αλλήλους ασυμφωνίας εστερήθησαν οικειοθελώς της εγχωρίου δυνάμεως των, και την παρέδωκαν, ή μάλλον ειπείν παρέδωκαν εαυτούς, εις χείρας του Οδυσσέως, ανδρός ούτινος η προλαβούσα διαγωγή και η παρούσα θέσις δεν ήσαν βεβαίως τόσης εμπιστοσύνης άξιαι.

Η δ' εκ της περιστάσεως ταύτης απροσδόκητος αύξησις της δυνάμεως του Οδυσσέως και την φιλοδοξίαν του έτι μάλλον εξήψε, και την προς αυτόν υπόληψιν του κοινού υπερηύξησε· και οι μεν διά κολακείαν, οι δε διά φόβον, και άλλοι διά την ανάγκην των περιστάσεων ήθελαν να εκτείνωσι την εξουσίαν του καθ' όλην την Ανατολικήν Ελλάδα.

Πολλοί των προκρίτων αυτής αντεφέροντο προ πολλού προς τον Άρειον πάγον. Μετά δε τα μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως συμβάντα, εθαρρύνθησαν έτι μάλλον και έβαλαν κατά νουν και αυτήν την κατάργησίν του ή την αντικατάστασίν τινων των μελών του, υποστηριζόμενοι υπό του δεινού αντιπάλου του. Αληθής αιτία της αντιπολιτεύσεως των ρηθέντων προκρίτων ήτον η προς τους Αρειοπαγίτας αντιζηλία και η αντιποίησις της εξουσίας των, αν και μη πολλού φθόνου αξίας· αλλ' οι ιδιοτελείς σκοποί και τα πάθη των ανθρώπων περικαλύπτονται πάντοτε υπό πρόσχημα ορθού λόγου και γενικού συμφέροντος εις απάτην του κοινού, ούτινος απαιτείται η σύμπραξις ή η γνώμη· διά τούτο και οι άνδρες ούτοι διετείνοντο εις δικαιολογίαν της κατακραυγής των, ότι οι πλείστοι των Αρειοπαγιτών ή δεν εξελέχθησαν υπό των ελευθέρων επαρχιών νομίμως, ή εστάλησαν εξ επαρχιών υπό τον τουρκικόν εισέτι ζυγόν· Σεπτέμβριος και εστία μεν της αντιπολιτεύσεως ήσαν αι Αθήναι, πρωταγωνισταί δε υπό την επιρροήν πάντοτε και ενίσχυσιν του Οδυσσέως οι πρόκριτοι των Αθηνών, της Λεβαδείας και των Θηβών, καλέσαντες, αρχομένου του σεπτεμβρίου, δι' εγκυκλίων, εις γενικήν σύσκεψιν περί τούτου και τους προκρίτους των άλλων επαρχιών της Ανατολικής Ελλάδος.

Μετά τα εν τη Δρακοσπηλιά συμβάντα και την εισβολήν του Δράμαλη, τα μέλη του Αρείου πάγου διασκορπισθέντα και καταδιωκόμενα υπό του Οδυσσέως, διαπράττοντος και επί ξηράς και επί θαλάσσης την σύλληψίν των, κατήντησαν μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Ξηροχώρι της Ευβοίας, αλλά και εκεί ούτε δύναμιν ούτε ασφάλειαν είχαν. Αι επαρχίαι, ας ανεφέραμεν, απεστάτησαν και εκινήθησαν κατ' αυτού· και αυτή η νήσος της Ευβοίας, εις ην κατέφυγεν, όχι μόνον δεν υπήκουεν, αλλά και όπλα κατ' αυτού έλαβε· θα διελύετο δε βεβαίως, αν δεν υπεστηρίζετο παρά του επί της νήσου οπλαρχηγού Διαμαντή, όστις και ενόπλως από των κατ' αυτού ενόπλως ελθόντων Ευβοέων τον υπεράσπισε, και ούτε εις τας επανειλημμένας εισηγήσεις του Οδυσσέως ούτε εις τας ιδιαιτέρας προτροπάς του Υψηλάντου αποστείλαντος επί τούτω προς αυτόν τον άλλοτε επί του Ολύμπου συναγωνιστήν του και πάντοτε πιστόν Υψηλαντιστήν Σάλλαν, ώτα ακοής έδωκεν.

Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων εβοήθει μεγάλως τους εν Χαλκίδι Τούρκους, οίτινες μηδενός εναντιουμένου, εξήρχοντο εις την αντικρύ ξηράν, ήρπαζαν ό,τι εύρισκαν και επανήρχοντο ανενόχλητοι εις το φρούριον φοβούμενοι μόνον να προχωρήσωσιν· αλλ' όσα εκ του πλησίον ήρπαζαν, ούτε εις αυτάρκη τροφήν των, ούτε εις χορτασμόν της πλεονεξίας των ήρκουν. Ήσαν δε εντός του φρουρίου και Αλβανοί εις τόσην απείθειαν και αναισχυντίαν καταντήσαντες, ώστε αρπάσαντες μάλλον ή λαβόντες τους καθυστερούντας μισθούς των παρά του πασά απέβησαν αυθαιρέτως εις την αντίπεραν ξηράν την 25 ως 500, εκανονοβολήθησαν ως εχθροί παρά των εν Καραμπαπά Τούρκων και απήλθαν εις τα τουρκικά χώματα διά Λεβαδείας και Ζητουνίου. Την ακόλουθον δε ημέραν 200 Τούρκοι, εξελθόντες της Χαλκίδος, επροχώρησαν επί αρπαγή μέχρι των Πλαταιών, αλλ' εκτυπήθησαν και επέστρεψαν σχεδόν άπρακτοι.

Συνελθόντες δε οι κατά του Αρείου πάγου συγκαλεσθέντες εις Αθήνας, τον κατήργησαν την 18, αναθέσαντες τα καθήκοντά του εις τους αντιπροσώπους και εφόρους των ελευθέρων επαρχιών μέχρι της συγκροτήσεως της εθνικής συνελεύσεως· θέλοντες δε να τιμήσωσι τον δυνατόν της ημέρας Οδυσσέα, τον ανηγόρευσαν ομοθυμαδόν αρχιστράτηγον της Ανατολικής Ελλάδος, και την 24, γενομένης τελετής παρόντων των μελών της συνελεύσεως ταύτης και πλήθους λαού, ανεγνώσθη μεγαλοφώνως το αρχιστρατηγικόν δίπλωμά του, τον έζωσαν οι αρχιεπίσκοποι Αθηνών και Θηβών, μέλη όντες και αυτοί της συνελεύσεως, την σπάθην της αρχιστρατηγίας και τον ανευφήμησαν όλοι οι παρεστώτες.

Η τοπική δε αύτη και αυτοκέλευστος συνέλευσις, υπογράψασα τας δύο πράξεις, την της καταργήσεως του Αρείου πάγου και την της αρχιστρατηγίας του Οδυσσέως, εν ώ μήτε την μίαν μήτε την άλλην να υπογράψη δύναμιν είχε, διελύθη· αλλά το παραδοξότερον και μεμπτότερον, και ό,τι δεικνύει αυτό και μόνον την αθλίαν κατάστασιν των τότε κυβερνητικών πραγμάτων είναι, ότι μέλος του νομοτελεστικού, ο Ιωάννης Λογοθέτης, ευρεθείς εκεί συνέπραξε και αυτός παρρησία μετά των αντιπολιτευομένων την κυβέρνησιν και συνυπέγραψε και την κατάργησιν του Αρείου πάγου, και την αρχιστρατηγίαν του Οδυσσέως· συνυπέγραψε δε και την περί τούτων προς την κυβέρνησιν αναφοράν. Διά την διαγωγήν του δε ταύτην το νομοτελεστικόν ηναγκάσθη να τον κατηγορήση ενώπιον της Βουλής ως ένοχον πολιτικού εγκλήματος.

Εκστρατεύσαντος δε του Δράμαλη, ο Χουρσήδης διέμεινεν εν Λαρίσση και δι' άλλα αίτια και εις αποστολήν νέων στρατευμάτων· εξαπέστειλε δε, αρχομένου του αυγούστου, τρισχιλίους υπό τον Χασνατάρην του και πέρυσιν εισβαλόντος εις την Ανατολικήν Ελλάδα βεζίρη Κιοσέ - Μεχμέτη διορισθέντος αρχηγού των νέων τούτων στρατευμάτων. Οι τρισχίλιοι ούτοι ήλθαν κατά την Φοντάναν όχι προς διάβασιν εις Λεβαδείαν τόσον ολίγοι όντες, αλλά προς κατάληψιν της θέσεως διά την εν καιρώ ακίνδυνον δι' εκείνου του μέρους εισβολήν και άλλου στρατεύματος ερχομένου κατόπιν υπ' αυτόν τον Μεχμέτην. Την θέσιν της Φοντάνας κατείχαν ο Δυοβουνιώτης και ο Γκούρας. Οι Τούρκοι εδοκίμασαν να προχωρήσωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν και φονευθέντων τινών ωπισθοδρόμησαν προς την Νευρόπολιν όπου και εστρατοπέδευσαν. Οι δε ρηθέντες οπλαρχηγοί Έλληνες καί τινες άλλοι, εν οις και ο Οδυσσεύς, επέπεσαν σκοπούντες να τους διασκορπίσωσιν, αλλά διεσκορπίσθησαν αυτοί· εδοκίμασαν και εκ δευτέρου να τους διασκορπίσωσιν, αλλά και εκ δευτέρου απέτυχαν, και τα στρατεύματά των διελύθησαν, και οι τρισχίλιοι Τούρκοι έμειναν έκτοτε ανενόχλητοι. Μετ' ολίγον ήλθαν και άλλοι εις ενδυνάμωσιν του μικρού τούτου εχθρικού στρατοπέδου, και έκτοτε οι εχθροί εφόβιζαν αντί να φοβώνται, και έβλαπταν αντί να βλάπτωνται· έμειναν δε οι μεν πεζοί εν Νευροπόλει ως και πρότερον, οι δε ιππείς ετοποθετήθησαν εν Δαδίω· διεχέοντο δε οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν, μηδενός εναντιουμένου, εις τα πέριξ χωρία λεηλατούντες και εσοδιάζοντες τους οψίμους καρπούς· έκαυσαν εν τω μεταξύ τούτω και το Ταλάντι. Επί τέλους ήλθε και αυτός ο Μεχμέτης· εφημίζετο δε ότι οι εισελθόντες εχθροί ήσαν όλοι δωδεκακισχίλιοι. Οκτώβριος Θέλων δε ο πασάς να προχωρήση διήρεσεν εις δύο τον στρατόν του, και αυτός μεν οδηγών το πλείστον μέρος διέβη εις Σάλωνα την 17 Οκτωβρίου διά της Γραβιάς, ο δε διοικητής της Όχριδος Τσελελεντήμπεης, οδηγών το υπόλοιπον, επεχείρησε να διέλθη διά του Ζεμένου, αλλ' απεκρούσθη παρά των υπό τον υποπλαρχηγόν του Οδυσσέως Λάιον προκαταλαβόντων την θέσιν εκείνην Αραχωβιτών και παρά των υπό τον Λεπενιώτην, υποπλαρχηγόν και αυτόν του Οδυσσέως, τοποθετηθέντων εν τω μετοχίω της Ιερουσαλήμ. Απελπισθείς δε να διέλθη την οδόν εκείνην ωπισθοδρόμησε και διέβη και ούτος εις Σάλωνα διά της Γραβιάς.

Εν μέσω δε της επελθούσης αμηχανίας εξ αιτίας της εχθρικής ταύτης εισβολής, οι Ανατολικοελλαδίται απέβλεπαν διά την σωτηρίαν των εις τον νέον αρχιστράτηγον και τω έγραφαν πανταχόθεν να εκστρατεύση. Ο Οδυσσεύς υπώπτευε μη έλθη ο Μεχμέτης, μηδενός εναντιουμένου, και εις αυτάς τας Αθήνας και κατεγίνετο σπουδαίως εις οχύρωσιν και εφοδιασμόν της ακροπόλεως· και επειδή ανέπαφος ήτον εισέτι η περιουσία των παραδοθέντων Τούρκων, διότι δεν εσυμβιβάζοντο οι κρατούντες αυτήν εις διανομήν της, ο Οδυσσεύς συναινέσει των εφόρων την εξηργύρωσε και την εξωδίασε συνεξωδιάσας και εξ ιδίων εις αγοράν τροφών και άλλων αναγκαίων διά την ασφάλειαν της ακροπόλεως. Είδαμεν, ότι η έλλειψις του νερού και όχι της τροφής επέφερε την πτώσιν αυτής. Καλή τύχη ο κίνδυνος ούτος εξέλειψεν απροσδοκήτως, διότι εργάται τινές σκάπτοντες ανεκάλυψαν κατά περίστασιν υπό το άντρον του Πανός πηγήν αφθόνου και καθαρού νερού, ην ολίγον απέχουσαν του τείχους συμπεριέλαβεν ο Οδυσσεύς διά παρατειχίσματος. Εξασφαλίσας δε την ακρόπολιν υπό την φρουραρχίαν του Γκούρα εξεστράτευσε την 23 (β). Δεν είχε την ημέραν εκείνην ειμή 300, και μόλις έγειναν όλοι οι υπό την οδηγίαν του 1200, συνενωθέντων καθ' οδόν και άλλων υποπλαρχηγών. Αλλ' η φήμη τόσον επλήθυνε τας δυνάμεις του, ώστε ο Μεχμέτης, όστις ήξευρεν ότι οι υπό τον Λεπενιώτην μετετόπισαν από των προς το Ζεμενόν θέσεων εις Καστρί επί περιορισμώ των προς εκείνα τα μέρη εχθρών, φοβηθείς μη κλεισθή εντός των Σαλώνων τα έκαυσεν, έκαυσε και το παρακείμενον χωρίον Τοπόλια, εξήλθε πανστρατιά και εστρατοπέδευσε προς καιρόν κατά την Γραβιάν.

Νοέμβριος Φθάσας δε ο Οδυσσεύς εις Δαύλειαν επί της εις Σάλωνα πορείας του και μαθών ταύτα εστράφη και έφθασεν εις Δαδί την 1 νοεμβρίου· και άλλοι μεν έμειναν εντός του χωρίου, ούσης της ημέρας βροχεράς, άλλοι δε ανέβησαν υπ' αυτόν εις το ημιώριον απέχον του χωρίου μοναστήριον της Παναγίας, όπου ηύραν τους κατά διαταγήν του μεταβάντας προ ολίγης ώρας εκεί εκ Καστρίου. Πριν δε τοποθετηθώσιν, εφάνη αιφνιδίως ο τουρκικός στρατός οδεύων διά της πεδιάδος του Δαδίου προς το Τουρκοχώρι, και ο σαλπιγκτής του Οδυσσέως εσάλπισεν εις ειδοποίησιν των Ελλήνων. Οι Τούρκοι ηγνόουν ότι κατείχαν τας θέσεις εκείνας Έλληνες και ήσαν ήδη προωδευμένοι· αλλ' ακούσαντες τον ήχον της σάλπιγγος ωπισθοδρόμησαν και κατέλαβαν τα καλύβια του Δαδίου. Ο Οδυσσεύς διέταξεν αμέσως τους συν αυτώ να οχυρωθώσι και παρήγγειλε και τους εν τω χωρίω υπό τον Γάτσον και τον Σαρήν ν' αναβώσιν εις το μοναστήριον. Αλλ' οι εχθροί μήτε να ενωθώσι τοις έδωκαν καιρόν μήτε να οχυρωθώσιν, αλλ' έπεσαν διά μιας οι μεν πεζοί επί τους εν τω μοναστηρίω, οι δε ιππείς επί τους εν τω χωρίω, έτρεψαν όλους, επήραν τας αποσκευάς των, εφόνευσαν ως 20, εν οις και τον Μήνιον Κατσικογιάννην, εζώγρησαν τον Σαρήν (γ), επλήγωσαν τον Γάτσον, και μόλις ο Οδυσσεύς διέφυγεν ως ταχύπους τας χείρας των διαβάς διά μέσου αυτών ως Αλβανός. Ήσαν δε εν τω μοναστηρίω της Παναγίας καί τινες οικογένειαι, εξ ών οι μεν άνδρες εσφάγησαν, αι δε γυναίκες και τα παιδία ηχμαλωτίσθησαν. Οι Τούρκοι μετέβαλαν το σχέδιόν των μετά την παρεμπεσούσαν ταύτην τροπήν των Ελλήνων και μετέβησαν εις Βελίτσαν.

Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ουδέν εφαίνετο δυνάμενον να εμποδίση την πρόοδον των εχθρών προς τον ισθμόν ή προς τας Αθήνας, ουδέ να προφυλάξη από της σφαγής και της αιχμαλωσίας πολλούς κατοίκους των μερών εκείνων μη δυναμένους διά τον επικρατούντα χειμώνα μήτε να προφυλαχθώσι, μήτε τα ζώα των να προφυλάξωσιν επί των ορέων· αλλ' ο πολυμήχανος Οδυσσεύς, νικηθείς διά της εχθρικής δυνάμεως, ενίκησε διά της φυσικής του δεξιότητος.

Προθέμενος να κερδίση καιρόν και στρατολογήση εκ νέου, εσοφίσθη να διαπραγματευθή μετά των Τούρκων, και έγραψε τω γνωστώ του Τσελελεντήμπεη γράμμα ταπεινόν δι' ου παρεκάλει τον πασάν ν' απολύση, τους επί της τελευταίας μάχης συλληφθέντας Έλληνας, υποσχόμενος και αυτός ν' απολύση τινάς παρ' αυτώ αιχμαλώτους Τούρκους. Ο Τσελελεντήμπεης απεκρίθη φιλοφρόνως, και τω επρόβαλε να στείλη προς αυτόν πιστόν άνθρωπόν του εις διαπραγμάτευσιν περί της αμοιβαίας απολύσεως των αιχμαλώτων και περί άλλον σπουδαίων υποθέσεων. Επί τη αρεστή ταύτη προτάσει απέστειλεν ο Οδυσσεύς τον γραμματέα του Αντώνην Γεωργαντάν, ο δε Τσελελεντήμπεης ανταπέστειλε τον Μουστάμπεην προς ασφάλεια του Γεωργαντά. Ευμενέστατα εδέχθησαν οι Τούρκοι τον αποσταλέντα και υπεσχέθησαν πρόθυμοι εξ ονόματος της Πύλης προς τον αποστείλαντα την γενικήν αρχηγίαν καθ' όλην την Ανατολικήν Ελλάδα και την εκείθεν αναχώρησιν όλου του τουρκικού στρατού υπό τον όρον να προσκυνήση αυτός και προσκυνήσωσι διά της προτροπής του και οι λοιποί οπλαρχηγοί και πρόκριτοι του μέρους εκείνου. Ο Γεωργαντάς, υποκριθείς ότι τοιαύτη ήτο και η επιθυμία του Οδυσσέως, επανήλθε προς αυτόν την επαύριον κομιστής των περί ων ο λόγος προτάσεων. Ο δε Οδυσσεύς, ευρών ό,τι εζήτει, επανέπεμψεν αυθημερόν τον επιτήδειον Γεωργαντάν, απέλυσε τους πλείστους των παρ' αυτώ αιχμαλώτων και επρόβαλεν εις αποπεράτωσιν της περί ης ο λόγος διαπραγματεύσεως ανακωχήν και συνέντευξιν. Προθύμως εδέχθησαν οι Τούρκοι την πρότασιν, απέλυσαν τους αιχμαλώτους, και την 5 νοεμβρίου ο Οδυσσεύς εν συνοδία ολίγων σωματοφυλάκων υπήγεν εις το πλησίον του εχθρικού στρατοπέδου χωρίον, αγίαν Μαρίναν, όπου ηύρε τον κεχαγιάμπεην και τον Τσελελεντήμπεην προσμένοντάς τον· τόσον δε επιτηδείως υπεκρίθη προς αυτούς τον πιστόν ραγιάν, ώστε απέφυγεν ευσχήμως και ανυπόπτως να υπογράψη το προετοιμασθέν εις υπογραφήν του προσκυνητοχάρτιον επί λόγω ότι όχι μόνον δεν ωφέλει, αλλά και έβλαπτε τον κοινωφελή σκοπόν μόνη η υπογραφή αυτού εν αγνοία των άλλων οπλαρχηγών και προκρίτων του μέρους εκείνου· τους εβεβαίωσε δε ότι μετά την εις Ζητούνι επάνοδον του στρατού κατά την πρότασίν των θα έστελλεν εκεί τους προκρίτους των επαρχιών εις προσκύνησίν των. Οι μπέηδες επήνεσαν τον ζήλον του και την φρόνησίν του, τω υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς διά την προς την Υψηλήν Πύλην ακραιφνή πίστιν του, και επί τη βεβαιώσει της εις Ζητούνι ταχείας επανόδου των, διεχωρίσθησαν· και οι μεν Τούρκοι ανεχώρησαν τω όντι όλοι εις Ζητούνι (δ)· ο δε Οδυσσεύς θέλων να φανή ότι εξετέλεσεν όσα υπεσχέθη, έστειλε κατόπιν αυτών εις προσκύνησιν του πασά τέσσαρας ασημάντους αλλ' ευπρεπώς ενδεδυμένους γέροντας ως αντιπροσώπους των επαρχιών των μερών εκείνων.

Αρμοδίαν εθεώρησεν ο Οδυσσεύς την περίστασιν ταύτην να κυριεύση δι' απάτης υπό το πρόσχημα της ψευδούς του υποταγής τον Καραμπαμπάν· και αφ' ού προητοιμάσθη, απέλυσε και απέστειλε προς τους εν τω φρουρίω τινάς αιχμαλώτους Τούρκους, και παρηκολούθει και αυτός, σκοπεύων να ριφθή αιφνιδίως εις αυτό· αλλ' οι Τούρκοι ανεκάλυψαν την απάτην και εματαίωσαν το σχέδιόν του.

Διά τοιαύτης μηχανουργίας ηλευθέρωσεν ο Οδυσσεύς την κινδυνεύουσαν Ανατολικήν Ελλάδα, και οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αυτής, οι μη συμπράξαντες, ευφήμησαν τον ελευθερωτήν της. Αλλ' απορίας άξιον είναι πώς ο Μεχμέτης ηπατήθη τόσον ευκόλως· και φαίνεται ότι συνέτρεξαν εις την επάνοδόν του και άλλα αίτια, τα εξής. Διαδοθέντος του λόγου ότι επροσκύνησε το μέρος εκείνο, οι συνεκστρατεύοντες Αλβανοί, αποβαλόντες πάσαν ελπίδα λαφυραγωγίας και αιχμαλωσίας, ανεχώρησαν προ των άλλων, και ηδυνάτισεν ο στρατός. Εγνώσθη δε ότι και ελληνικά τινα σώματα διέκοψαν την συγκοινωνίαν Βελίτσας όπου εστρατοπέδευαν οι εχθροί, και Ζητουνίου, όθεν τοις ήρχοντο αι τροφαί, και ήρπασαν καί τινας αυτών κατ' εκείνας τας ημέρας. Ετάραξε δε ίσως όχι ολίγον τον Μεχμέτην και η είδησις, ότι ο προστάτης του Χουρσήδης, δι' ου ανεδείχθη ηγεμών της Πελοποννήσου, πεσών εις οργήν και καταδικασθείς εις θάνατον, επρόλαβε και εφαρμακεύθη, ούτως ανταμείψαντος του σουλτάνου τας προς αυτόν λαμπράς υπηρεσίας του (ε)· έμαθεν ίσως και τα δυστυχήματα του Δράμαλη, επροχώρει και ο χειμών δριμύς και βροχερός. Πάντα ταύτα συνέτρεξαν, φαίνεται, εις την επί μόνη τη απατηλή διαγωγή του Οδυσσέως δυσεξήγητον αναχώρησιν του Μεχμέτη εν μέσω της ευτυχούς προόδου του.