Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 27

Chapter 2743 wordsPublic domain

Αφ' ού το στρατόπεδον του Μαχαλά διεσκορπίσθη, και οι κάτοικοι απηλπισμένοι εγκατέλειψαν τας εστίας των, ο Μαυροκορδάτος, βλέπων τον φανερόν κίνδυνον, μετέβη εις Κωνοπίναν, όπου συνεκρότησε συμβούλιον, εν ώ παρευρέθησαν διάφοροι πρόκριτοι και ο Βαρνακιώτης. Επρόκειτο περί του ποιητέου, και όλοι οι παρευρεθέντες συνωμολόγησαν, ότι, επί των δεινών εκείνων περιστάσεων, η φρόνησις απήτει να πολιτευθώσι τον Βρυώνην, αλλ' επί μόνω τω σκοπώ να κερδήσωσι καιρόν, έως ού συνδιαλλαγώσιν οι αντιφερόμενοι οπλαρχηγοί, εγκαρδιωθώσιν οι πτοηθέντες λαοί της Αιτωλοακαρνανίας και φθάση και η ημέρα τη ημέρα αναμενομένη πελοποννησιακή επικουρία, διότι ήτο γνωστή η διά την συμβάσαν φθοράν του Δράμαλη απαλλαγή των Πελοποννησίων του επαπειλούτος αυτούς κινδύνου. Εκρίθη δε συμφέρον να μη διακόψη ο Βαρνακιώτης την επί τω σκοπώ τούτω μετά του Βρυώνη απατηλήν ανταπόκρισιν. Ο Βαρνακιώτης αντέτεινε κατ' αρχάς επί λόγω, ότι, εν ώ ανταπεκρίνετο επ' αγαθώ της πατρίδος, τινές τον εσυκοφάντουν ως μελετώντα προδοσίαν· αλλ' επί τέλους έδειξεν ότι επείσθη, ζητήσας και λαβών εις αναίρεσιν των αδίκων κατ' αυτού, ως έλεγεν, υποψιών, έγγραφον παρά των παρευρεθέντων, δι' ου τω εδίδετο άδεια να μη παύση μεν διαπραγματευόμενος δι' ων ενόμιζε καταλληλοτέρων τρόπων, αλλ' εξαγοραζόμενος μόνον τον καιρόν (α). Λαβών δε το ζητηθέν έγγραφον, παρέλαβε και τον Γιαννάκην Ράγκον και απήλθε μεσούντος του σεπτεμβρίου εις Άρταν, μήτε τους υπογράψαντας προκρίτους προειδοποιήσας, μήτε την άδειαν του Μαυροκορδάτου, όστις ήτον η Αρχή του τόπου και συνυπέγραψε, λαβών ή ζητήσας. Παρηκολούθησε δε μετ' ολίγον τον Βαρνακιώτην εις Άρταν και ο Ανδρέας Ίσκος.

Ευμενώς και εντίμως εδέχθη τον Βαρνακιώτην ο Βρυώνης και διά την αντιπροσωπείαν του και διά την σημασίαν του, και τόσον τον έθελξε δι' όσων τω υπεσχέθη, ώστε τον έφερεν εις παντελή λήθην του αληθούς σκοπού της αποστολής του. Επανελθών δε ο Βαρνακιώτης μετ' ολίγον εις τα ίδια εκάλεσεν αμέσως παρ' αυτώ τους προκρίτους των επαρχιών εις σύσκεψιν, και ειδοποίησε περί τούτου και τον Μαυροκορδάτον, αλλά δεν ωμολόγησεν ότι επροσκύνησεν.

Ο Μαυροκορδάτος και πολλοί πρόκριτοι ευρίσκοντο προς τα Κάτω Γεφύρια καθ' ην ημέραν έφθασαν τα προς αυτούς γράμματα του Βαρνακιώτη· ήσαν δε ανήσυχοι δι' όσα ήκουσαν, και απεποιήθησαν ευσχήμως την πρόσκλησίν του, φοβούμενοι μη κρατηθώσι και παραδοθώσιν εις τον Βρυώνην· εκάλεσαν δε αυτοί αυτόν εις συνέντευξιν επί σκοπώ ν' ανακαλύψωσι την αλήθειαν, σκεπτόμενοι, ότι, αν ήτον ένοχος, θα παρήκουεν, ει δε και ήτον αθώος, θα υπήκουεν. Αλλά την αυτήν ημέραν, 23 σεπτεμβρίου, ανεκαλύφθη όλη η αλήθεια, διότι τοις εστάλησαν άλλοθέν τινα των αμνηστηρίων του Βρυώνη προς διαφόρους οπλαρχηγούς των επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος, καί τινα γράμματα του Βαρνακιώτη προς αυτούς κατακρίνοντος τον εθνικόν αγώνα, ως κινηθέντα και διατηρούμενον υπό ετεροχθόνων και τυχοδιωκτών επ' ωφελεία αυτών, και συμβουλεύοντος αυτούς να προλάβωσι την άφευκτον καταστροφήν του τόπου, και ασφαλίσωσι τα συμφέροντά των διά της προθύμου και ειλικρινούς υποταγής των εις την υψηλήν Πύλην.

Τοιαύτη διαγωγή και τοιαύται προτροπαί εν τοιούτοις καιροίς τοιούτου ανδρός, παρασύραντος και τον οπλαρχηγόν του βάλτου Ανδρέαν Ίσκον και τον συνοπλαρχηγόν του Γιαννάκην Ράγκον και τον Γεωργάκην Βαλτινόν, έφεραν χείριστα αποτελέσματα εν τη Δυτική Ελλάδι, διότι αι δυο πολεμικώτεραι επαρχίαι της, το Ξηρόμερον και ο Βάλτος, αι προφυλακίδες της, η μεν προς το Μακρυνόρος η δε προς τον αμβρακικόν κόλπον, εθεωρούντο έκτοτε ως προσκυνήσασαι· μέγας δε φόβος ήτο μη και άλλαι επαρχίαι εμιμούντο το παράδειγμά των.

Αλλ' όσον μεγάλα ανεφάνησαν τα περιστοιχίζοντα τον εθνικόν αγώνα δεινά, τόσον ο Μαυροκορδάτος και οι λοιποί, οι μείναντες πιστοί εις την πατρίδα, ηύξησαν τον ζήλον των υπέρ της τιμής και της σωτηρίας αυτής. Άνω κάτω εκινούντο οι πατριώται ούτοι θαρρύνοντες τον λαόν, συνιστώντες νέα στρατόπεδα και καταλαμβάνοντες διαφόρους θέσεις αλληλοδιαδόχως, αν και η εισχωρήσασα εις τα σπλάγχνα της Αιτωλοακαρνανίας επιβουλή και τα στρατόπεδα διέλυε και τους άλλους πατριωτικούς αγώνας των παρέλυεν (β).

Εν τούτοις, καθώς προανηγγέλθη, ο Βρυώνης διέβη ανεμποδίστως μετά επτακισχιλίων ή οκτακισχιλίων Αλβανών τα στενά του Μακρυνόρους και εστρατοπέδευσε κάτωθεν της Λεπενούς· εκεί υπήγεν εις έντευξίν του ο Κιουταχής, και εκείθεν πρώτος ούτος επέρασε μετά των υπ' αυτόν τον ποταμόν. Οι δε απομείναντες εν τοις χωρίοις όθεν διέβαινεν ο εχθρός Χριστιανοί, μη δυνάμενοι να τα φυλάξωσιν απάτητα, τα έκαιαν και έφευγαν· έκαυσαν και το Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας καθ' ην εισήλθεν εις αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι επροχώρουν μεν πάντη ανεπηρέαστοι εντός της Αιτωλίας, αλλ' ουδαμού απήντων ψυχήν γεννητήν, και πέριξ αυτών δεν έβλεπαν ειμή καπνούς, φλόγας, και παντελή ερημίαν.

Ο δε Κιουταχής διέμεινεν ημέρας τινας εν Βραχωρίω, έως ού ήλθεν εκεί και ο Βρυώνης μετά του λοιπού στρατεύματος, και τότε εξεστράτευσαν όλοι ομού προς τα κάτω μέρη της Αιτωλοακαρνανίας αφήσαντες εν Βραχωρίω ικανήν φρουράν. Ο δε Μαυροκορδάτος, ο Μπότσαρης, ο Τσόγκας, ο Βλαχόπουλος, ο Μακρής και άλλοι πιστοί οπλαρχηγοί, κατέλαβαν διαφόρους θέσεις επ' ελπίδι αντιστάσεως· αλλ' αδύνατοι όντες ενώπιον τόσων δυνάμεων ηναγκάζοντο επί τη προσεγγίσει του εχθρού να υποχωρώσιν.

Οκτώβριος Η τελευταία θέσις, ην κατέλαβαν, ήτο το Κεφαλόβρυσον, δύο ήμισυ ώρας μακράν του Μεσολογγίου, όπου διέμειναν τέσσαρας ημέρας· αλλά και ταύτην εγκατέλειψαν επελθόντων των εχθρών την 21 Οκτωβρίου και εσκορπίσθησαν· και οι μεν εντόπιοι οπλαρχηγοί ανέβησαν τα βουνά, ο δε Κίτσος και ο Μπότσαρης, οι μη έχοντες επαρχιακάς οπλαρχηγίας, εισήλθαν καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών και κακώς έχοντες εις Μεσολόγγι, όπου είχε καταφύγει τέσσαρας ημέρας προτού και ο Μαυροκορδάτος.

Διελθόντες δε οι εχθροί ανεπηρέαστοι το Κεφαλόβρυσον έπεσαν την αυτήν ημέραν εις την έξωθεν του Μεσολογγίου πεδιάδα άνωθεν των εκκλησιών του αγίου Δημητρίου και του αγίου Αθανασίου, μηδενός αντιμαχομένου, και επροχώρησαν αυθημερόν προς τα κατ' ανατολάς του Μεσολογγίου χωρία Μποχώρι και Γαλατάν, ήρπασαν τας εκεί τροφάς των Ελλήνων και ηχμαλώτευσαν καί τινας γυναίκας και παιδία· την δε 25 επανήλθαν έξωθεν του Μεσολογγίου και εστρατοπέδευσαν 4 μεν Κιουταχής κατά τον άγιον Αθανάσιον, ο δε Βρυώνης κατά τον άγιον Δημήτριον· ύψωσαν δε διά νυκτός και κανονοστάσια επί των ερειπίων της εκκλησίας του αγίου Γεωργίου εντός πιστολιάς από του τείχους της πόλεως, και επέθηκαν κανόνια και βομβοβόλους. Παρηκολούθουν δε τα εχθρικά στρατεύματα ο Γώγος, ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Γιαννάκης Ράγκος και ο Γεωργάκης Βαλτινός. Προ ολίγων δε ημερών είχαν καταπλεύσει εις τον λιμένα του Μεσολογγίου και τρία πολεμικά πλοία υπό τον εν Πάτραις Ισούφην, ώστε την 25 η πόλις του Μεσολογγίου επολιορκείτο διά ξηράς και θαλάσσης.

1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.

&Συγκρούσεις κατά ξηράν έμπροσθεν Ναυπλίου. — Ναυμαχία εν τω αργολικώ κόλπω και ανάπλους του τουρκικού στόλου. — Εμπρησμός δικρότου εν Τενέδω — Παράδοσις Ναυπλίου.&

ΟΥΤΕ η επί της εισόδου του Δράμαλη λυθείσα διά ξηράς πολιορκία του Ναυπλίου επανελήφθη μετά την έξοδον αυτού από της Αργολίδος, ούτε αι μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενοτοπίαι εφυλάχθησαν μετά την εις Τριπολιτσάν ανάβασιν του Κολοκοτρώνη. Πάμπολλοι Έλληνες, διαταχθέντες εις φρούρησιν των στενοτοπιών και διατήρησιν της πολιορκίας, διεσπάρησαν εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, οι μεν προς φύλαξιν οι δε προς πώλησιν των πλουσίων λαφύρων· ώστε οι εν Ναυπλίω Τούρκοι, αντιλήπτορας έχοντες και τους εισελθόντας μετά του Αλή ιππείς, εξήρχοντο ανεμποδίστως και αφόβως εις τα πέριξ του φρουρίου βόσκοντες τους ίππους των και αρπάζοντες ό,τι εύρισκαν. Τούτο θεωρών ο εν Μύλοις διατρίβων Πετρόμπεης διέταξε πεντακοσίους Μανιάτας και κατέλαβαν την παραθαλασσίαν θέσιν του Κιοσκίου· είχαν δε εις υπεράσπισιν ούτοι και δύο κανονοφόρους·

Αύγουστος αλλά την 8 αυγούστου εξελθόντες του Ναυπλίου 50 ιππείς και 600 πεζοί απεδίωξαν τους 500 κακώς έχοντας, φονεύσαντές τινας αυτών, θαλασσώσαντες πολλούς και αιχμαλωτίσαντες 14, εν οις και τους οπλαρχηγούς Ραβούλιαν Καββαλαράκην και Θεοδωρήν Κουμοντάκον. Μετά το πάθημα τούτο βλέποντες οι Έλληνες τους Τούρκους περιφερομένους αφόβως εσκέφθησαν να τους βλάψωσι δι' ενέδρας. Πολλοί Τούρκοι εξήλθαν την 14 και επροχώρησαν επί συγκομιδή καρπών εις Κούτσι, όπου ενέδρευάν τινες Έλληνες, οίτινες θέλοντες να παρασύρωσι τους εχθρούς μακρότερον ησύχαζαν· αλλ' είς αυτών θελχθείς εκ της λάμψεως των αργυρών όπλων ενός Τούρκου, αναβάντος εις συκήν, τον ετουφέκισε και τον έρριψε νεκρόν. Εξ αιτίας του περιστατικού τούτου εξεφανερώθησαν οι Έλληνες εκ διαφόρων μερών όπου ενέδρευαν, έζωσαν τους εχθρούς, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 26 και εζώγρησαν 18, ους έδωκαν εις ανταλλαγήν των προσυλληφθέντων 14 Μανιατών· εζώγρησαν και ίππους, και ημιόνους, και καμήλους, εφονεύθησαν δε και 2 Έλληνες και επληγώθησαν 5. Κατά την ημέραν δε ταύτην ο αδελφός του Νικήτα Νικολός Σταματελόπουλος, αρχηγός των έξωθεν του Ναυπλίου Ελλήνων, καταδιώκων Τούρκον καθήμενον επί αργυροστολίστου ίππου, εφονεύθη υπ' αυτού καθ' ην στιγμήν έδραξε τους χαλινούς του ίππου του· διεκρίνετο δε ο φονευθείς ως ανδρείος και φιλεύτακτος.

Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού διέμεινεν ανωφελώς εν Πάτραις υπέρ τον μήνα, καθ' όν καιρόν η παρουσία του ήτο τόσον αναγκαία εν τη Αργολίδι προς διατήρησιν του υπό τον Δράμαλην στρατού και λύσιν της πολιορκίας του Ναυπλίου, απέπλευσε την 27 υπό τον νέον καπητάμπασαν, Σεπτέμβριος και την 7 σεπτεμβρίου εφάνη έξωθεν της Ύδρας και των Σπετσών.

Ελθούσης δε της ειδήσεως, ότι έπλεε προς το Ναύπλιον, κατέλιπαν τον θαλασσόπυργον οι φυλάσσοντες αυτόν, και έμειναν εις φύλαξιν αυτού 48 ώρας δύο μόνον γέροντες, ο μεν Υδραίος ο δε Σπετσιώτης, και ο φιλέλλην Χάνης· μετά δε ταύτα εισήλθαν 20 Επτανήσιοι υπό τον Σεμπρικόν και άλλοι τόσοι Χειμαριώται υπό τον Γράμζην, και ούτως ησφαλίσθη το μικρόν εκεί φρούριον.

Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι ο στόλος εσκόπευεν όχι μόνον να τροφοδοτήση το Ναύπλιον, αλλά και ν' αποβιβάση στρατεύματα εις Σπέτσας· διά τούτο επρόλαβαν οι Σπετσιώται και μετεβίβασαν εις Ύδραν τας γυναίκας και τα τέκνα των, και μετέφεραν έξωθεν και στρατιώτας προς υπεράσπισιν του τόπου των· 60 δε πολεμικά πλοία και 10 πυρπολικά υπό τον Μιαούλην παρέπλεαν εις ματαίωσιν του ρηθέντος διττού σκοπού. Επειδή δε η ναυτική δύναμις των Ελλήνων ήτον ανεπαρκής, ο Μιαούλης εσχεδίασε να την αντιτάξη όλην ηνωμένην, και διέταξε να πλέη όλη ομού μεταξύ της πελοποννησιακής παραλίας και των νήσων Ύδρας και Σπετσών αλλ' ο εχθρικός στόλος εκινήθη τόσον επιδεξίως παρά πάσαν προσδοκίαν, ώστε διέπλευσε την 8 τον μεταξύ Ύδρας και Σπετσών πορθμόν, και διεχώρισε τα ελληνικά πλοία τα μεν προς ανατολάς τα δε προς δυσμάς, εν οις και η ναυαρχίς. Ο Μιαούλης, όσον γενναίος τόσον και συνετός, επιμένων εις το πρώτον του σχέδιον, επόδισε και έπλεε πλησίστιος προς το Χέλι επί της πελοποννησιακής παραλίας, εις προσβολήν του εχθρικού στόλου, αν επειράτο να πλεύση εις Ναύπλιον· διέταξε δε όλα τα πλοία να παρακολουθήσωσιν. Αλλ' οι πλοίαρχοι Αντώνης Κριεζής, Ανάργυρος Λεμπέσης και Λεονάρδος Θεοδωρής, ων τα πλοία ευρέθησαν προς ανατολάς, υποθέτοντες ότι ο ναύαρχος απεμακρύνετο επί σκοπώ να παρεκκλίνη την μάχην, παρήκουσαν και έπλευσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου. Εκ των τριών δε τούτων πλοίων το μεν του Λεονάρδου ήτο πυρπολικόν, τα δε του Λεμπέση και Κριεζή πολεμικά, άτινα και ήρχισαν εις έκπληξιν εχθρών και φίλων να κανονοβολώσιν. Ο ναύαρχος, ιδών απροσδοκήτως ότι ανετράπη τα σχέδιόν του, εστράφη εις τα οπίσω και διέταξε τα άλλα πλοία να συμπαραπλέωσιν. Εν τούτοις η προς δυσμάς μοίρα κατεδιώκετο, και κινδυνεύουσα να πάθη επλησίασε προς το νησίδιον του Δοκού, όπου δεν ήτο δυνατόν να πλησιάσωσι τα μεγάλα του εχθρού πλοία· πολλά όμως μικρότερα επλησίασαν προστατευόμενα υπό των μεγάλων, έως ού ο Πιπίνος εκόλλησεν εις έν αλγερινόν το πυρπολικόν του· αλλά 50 γενναίοι Αλγερίνοι εισεπήδησαν και το εξεκόλλησαν· πλην και οι 50, φλογισθέντος αυτού, οι μεν εκάησαν οι δε πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν· εφοβήθησαν όμως εξ αιτίας του συμβάντος τούτου τα άλλα πλοία του εχθρικού στόλου και απεμακρύνθησαν. Τοιουτοτρόπως απηλλάγη η ελληνική εκείνη μοίρα· αλλά μη δυναμένη να πλεύση προς τον ναύαρχόν της εξ αιτίας της θέσεώς της προσώρμισε σώα παρά την πελοποννησιακήν παραλίαν αντικρύ της Ύδρας. Εν δεινή θέσει ευρέθησαν και πλοία της προς ανατολάς μοίρας, ώστε ολίγα, εν οις και η ναυαρχίς, ήλθαν όπου εμάχοντο τα του Κριεζή και του Λεμπέση· ήσαν δε τα προσελθόντα τα του Σαχτούρη, του Χατσή - Αναργύρου, του Παναγιώτα, του Δημήτρη Μιαούλη, του Τσούπα, του Ράφτη και του Λαχανά. Η μικρά δε αύτη δύναμις επολέμησε μέχρι της εσπέρας, και δεν άφησε τον εχθρικόν στόλον να πλεύση, καθώς εμελέτα, εις τον αργολικόν κόλπον. Νυκτός δε γενομένης, ο μεν τουρκικός στόλος εξεπελάγισεν, ο δε ελληνικός έμεινεν εντός του πορθμού. Την ακόλουθον ημέραν εκανοβολήθησαν μακρόθεν οι δύο στόλοι ικανήν ώραν διαρκούσης άκρας νηνεμίας. Την δε επιούσαν καθώς και την παρελθούσαν νύκτα εφεγγοβόλουν όλα τα πλησίον βουνά της Πελοποννήσου, και δι' όλης της ημέρας καθώς και δι' όλης της νυκτός οι επί των νήσων Ύδρας και Σπετσών και οι κάτοικοι των αντικρύ χωρίων Κρανιδίου και Ερμιόνης όλοι εγρηγόρουν· συνέρρευσαν δε προς το παράλιον και πολλοί άλλοι ένοπλοι άλλοθεν. Την δε υστεραίαν οι στόλοι έμειναν άπρακτοι, αν και ο εχθρικός επλησίασε ταις Σπέτσαις· ταις επλησίασε και την 11, αλλ' ουδέ και τότε εκανονοβόλησε. Την δε 12 επροχώρησεν ολόσωμος προς το Ναύπλιον· ωπισθόπλεε και ο ελληνικός σκοπεύων να τον κτυπήση προς τον μυχόν του κόλπου, όπου εναυλόχουν τινά πυρπολικά. Αλλ' ο εχθρικός, προχωρήσας έως ού απείχε του Ναυπλίου 10 μίλια, ανεκώχευσεν αιφνιδίως και έστειλεν εις την πόλιν πλοίον υπό σημαίαν αυστριακήν φέρον τροφάς. Το πλοίον τούτο συνελήφθη υπό των αίφνης έμπροσθεν αυτού αναφανέντων πυρπολικών του Τσερεμέ και του Θεοδωρή Υδραίων· ευρέθησαν δε και γράμματα εν αυτώ στελλόμενα παρά του καπητάμπασα προς τας εν Ναυπλίω Αρχάς και λέγοντα, ότι τα πάντα ήσαν λίαν καλά, ότι το Σούλι έπεσε και όλοι οι εν αυτώ άπιστοι κατηφανίσθησαν, ότι ο επανελθών εις Κόρινθον βασιλικός στρατός δεν εβλάφθη και επανέστρεφεν εις Άργος, ότι νέα στρατεύματα παρηκολούθουν υπό την οδηγίαν του Χουρσήδη, ότι ναυμαχήσας ο αήττητος στόλος, 6 ελληνικά πλοία εβύθισε και 2 έκαυσε, και ότι ο καπητάμπασας δεν έκρινεν εύλογον να εισπλεύση, διότι ήσαν τα νερά ρηχά, και διότι εβεβαιώθη, ότι 6 πυρπολικά των απίστων ήσαν πλησίον του φρουρίου παραφυλάττοντα, και 10 εν τω λιμένι των Σπετσών, και διά τούτο έστελλε το περί ου ο λόγος πλοίον φέρον τροφάς, διανοούμενος να στείλη και άλλας. Και ταύτα μεν περιείχαν εν περιλήψει τα γράμματα (α). Ο δε εχθρικός στόλος ούτε κατά των απέμπροσθεν αυτού συλλαβόντων το περί ου ο λόγος αυστριακόν πλοίον εκινήθη, ουδέ άλλας τροφάς επεχείρησε να στείλη· αλλά επόδισε την επιούσαν και εξήρχετο εν τοσαύτη βία, ώστε, αφ' ού αφώπλισε κατά τα παράλια της Λακωνίας έν δικάταρτόν του ως βραδύπλουν, το έκαυσεν· επειδή δε ο άνεμος ήτον ολίγος δεν εξέπλευσεν όλος του κόλπου ειμή την υστεραίαν παρακολουθούμενος υπό του ελληνικού, κανονοβολών μακρόθεν και κανονοβολούμενος. Κατά την αυτήν ημέραν εκάθησε προς το νότειον μέρος της Ύδρας έν δίκροτον· αλλά, μετακομισθέντων των κανονίων του εις άλλο πλοίον, εξεκάθησε πριν φθάσωσι τα κατ' αυτού κινηθέντα πυρπολικά. Την δε 15, πνέοντος ανατολικού ανέμου, εξεπελάγισεν ο εχθρικός στόλος και κατέπλευσεν εις Σούδαν· επανέπλευσε τότε και ο ελληνικός εις τους λιμένας του. Ερχόμεθα τώρα να εξηγήσωμεν τον αιφνίδιον ανάπλουν του εχθρικού στόλου.

Αύγουστος Αρχομένου του αυγούστου ο τότε αρχηγός της εν τω Αιγαίω γαλλικής μοίρας Βιελλάς κατέπλευσε την νύκτα εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας Fleur de lis. Την δε επαύριον κατέπλευσεν εις τον αυτόν λιμένα και ο αρχηγός της αγγλικής Χαμιλτών επί της Καμβρίας. Η εν Μύλοις τότε κυβέρνησις έστειλέ τινα εις χαιρετισμόν των μοιράρχων παρακαλούσα αυτούς να μη λάβωσι συγκοινωνίαν μετά των εν Ναυπλίω. Ο Χαμιλτών εδέχθη προθύμως την δικαίαν ταύτην αίτησιν· αλλ' ο συνάδελφός του Βιελλάς την απέρριψεν αποτόμως· έστειλε δε και αξιωματικόν προς την ελληνικήν κυβέρνησιν απαιτών γρόσια 35 χιλιάδας, τας μεν 30 εις αποζημίωσιν του φορτίου του υπό γαλλικήν σημαίαν πλοίου Λ ι σ τ ό κ ο υ, κρατηθέντος υπό του φρουράρχου Μονεμβασίας Γιάννη Μαυρομιχάλη και διά της βίας εκφορτωθέντος τον παρελθόντα απρίλιον, τας δε 5 επί λόγω άλλων αποζημιώσεων. Η κυβέρνησις υπεσχέθη την απόδοσιν και της μιας και της άλλης ποσότητος μετά διμηνίαν, και ο Βιελλάς έστερξεν· αλλά την 31, ό εστι πριν παρέλθη η προθεσμία, και καθ' ας ημέρας ανεμένετο ο τουρκικός στόλος, επανέπλευσεν ο μοίραρχος ούτος εις τον λιμένα του Ναυπλίου επί της φρεγάτας του, σύμπλους έχων μίαν γαβάραν και μίαν γολέτταν. Ο Μιαούλης, πολιορκών την πόλιν, έστειλε τον Σαχίνην εις χαιρετισμόν του και τον παρεκάλεσε να μη κοινωνήση μετά των εν τη πολιορκουμένη πόλει· αλλ' εκείνος όχι μόνον απέρριψε την παράκλησιν, αλλ' απήτησεν αμέσως τας αποζημιώσεις επί απειλή βίας. Εις μάτην η κυβέρνησις επεκαλέσθη την εκπληρώσιν του όρου της προθεσμίας· υπείκουσα δε εις την ανάγκην υπεσχέθη να πληρώση εντός έξ ημερών.

Σεπτέμβριος Η προθεσμία αύτη έληξε την 8 σεπτεμβρίου, καθ' ην, μη δοθέντων των χρημάτων, παρέστη ο Γάλλος μετά του στολίσκου του έμπροσθεν της Ύδρας, εν ώ εμάχοντο οι στόλοι, και χωρίς ν' αναλογισθή την κρίσιμον θέσιν των πραγμάτων κατ' εκείνην την ημέραν, μετέπεμψε τον Νέγκαν, και επί λόγω της μη αποδόσεως των χρημάτων κατά την τελευταίαν υπόσχεσιν της κυβερνήσεως απήτει τους επί της γολέττας αυτού Τούρκους, τους ως ομήρους δοθέντας τη ελληνική κυβερνήσει παρά των εν Ναυπλίω Τούρκων, καθ' όν καιρόν υπεγράφη η περί της παραδόσεως του φρουρίου σύμβασις. Ο Νέγκας απέρριψε την απαίτησιν, ο δε Βιελλάς έστειλε ν' αφαρπάση τους εν τη γολέττα ομήρους, μηδόλως αναλογισθείς ότι αποσπών αυτούς απέσπα την μόνην εγγύησιν της ασφαλείας της ζωής των εν Ναυπλίω ομήρων Ελλήνων. Αλλ' οι ναύται της γολέττας επρόλαβαν και τους απεβίβασαν. Τότε η φρεγάτα εκανονοβόλησε την υπό τα κανονοστάσια της Ύδρας απειθή γολέτταν, την ετρύπησε και επλήγωσε δύο ναύτας εν αυτή, και μίαν έγκυον γυναίκα επί του παραθαλασσίου. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας τα γαλλικά πλοία ηγκυροβόλησαν κατά την δυτικήν άκραν της νήσου των Σπετσών. Την δε 12 έστειλεν ο αρχηγός των προς τον καπητάμπασαν ένα των αξιωματικών εις επίσκεψιν αυτού και εις συμβιβασμόν του συνήθους διά κανονίων αμοιβαίου χαιρετισμού· αλλ' έστειλε διά της αυτής ευκαιρίας καί τινα Άραβα προ καιρού αιχμάλωτον εν Ύδρα, ελευθέρως περιφερόμενον εκεί και καταφυγόντα εις την γαλλικήν φρεγάταν, εν ώ αύτη ευρίσκετο έμπροσθεν της Ύδρας. Μετ' ολίγην ώραν, αφ' ού οι ρηθέντες έφθασαν εις την οθωμανικήν ναυαρχίδα, ανεχώχευσε παρά πάσαν προσδοκίαν ο στόλος, απέστειλε το συλληφθέν αυστριακόν, και επόδισεν. Εκ της περιστάσεως ταύτης και εκ της εννοίας των συλληφθέντων γραμμάτων απέδωκαν τον αιφνίδιον ανάπλουν του στόλου οι μεν εις τας προς τον καπητάμπασαν ανακοινώσεις του ευμενώς προς τους Τούρκους και δυσμενώς προς τους Έλληνας διακειμένου Βιελλά, μαθόντος εξ ών έλαβε συνεντεύξεων μετά των Ελλήνων, ότι εναυλόχουν πυρπολικά προς το βάθος του λιμένος καιροφυλακτούντα να καύσωσι τον στόλον επί του είσπλου, οι δε εις μόνας τας ανακαλύψεις του άραβος. Τοιουτοτρόπως ο άνανδρος Μεχμέτης απέφυγε την επαπειλουμένην εντός του αργολικού κόλπου βλάβην του στόλου του ίσως δε και αυτόν τον όλεθρόν του. Ο δε Γάλλος μοίραρχος έλαβε μετ' ολίγας ημέρας όσα χρήματα εζήτει και ανεχώρησεν· αλλ' η αξιόμεμπτος διαγωγή του κατεκρίθη υπό της φιλανθρώπου και φιλέλληνος Γαλλίας και επέφερε την ανάκλησίν του.