Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 26
Μετά την συνέλευσιν της Επιδαύρου η κυβέρνησις, καθ' όν καιρόν εφρόντιζε περί γενικού οργανισμού του κράτους, απέστελλεν εις Κρήτην ως οργανιστήν αυτής τον Πέτρον Σκυλίτσην Ομηρίδην. Φθάσας ούτος τα τέλη απριλίου εις Αρμένους, κώμην της επαρχίας Αποκορώνων όπου έδρευε τότε η προσωρινή διοίκησις της Κρήτης, εκάλεσε τον περιοδεύοντα την νήσον Αφεντούλην εις γνώσιν των διαταγών της κυβερνήσεως. Ο Αφεντούλης, όστις εθεώρει την Κρήτην ως βασίλειον ανεξάρτητον της λοιπής Ελλάδος και ενεδύθη πάσαν εξουσίαν επί της νήσου εν ονόματι του Υψηλάντου, καλούμενος «Α ρ ι σ τ ρ ά τ η γ ο ς - κ α ι - δ ι ο ι κ η τ ή ς - π ά σ η ς - Κ ρ ή τ η ς», ωργίσθη επί τη αποστολή ταύτη και εβόα κατά της κυβερνήσεως, Μάιος αλλά μη εισακουόμενος ηναγκάσθη να υπακούση και προσυπογράψη την 21 μαΐου τον νέον οργανισμόν, ον πρόθυμοι όλοι οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί της νήσου υπέγραψαν την αυτήν ημέραν. Καταλιπών δε και τον πολεμικόν τίτλον του αρχιστρατήγου έφερεν εις το εξής τον πολιτικόν του γενικού επάρχου της Κρήτης κατά τον νέον οργανισμόν. Αλλ' εν ώ όλοι συνεσκέπτοντο περί της εφαρμογής αυτού εφάνη την 28 παρά πάσαν προσδοκίαν εν τω λιμένι της Σούδας ο αιγύπτιος στόλος εξ 106 πολεμικών και φορτηγών πλοίων, φέρων υπό την αρχηγίαν του Χασάμπασα πεντακισχιλίους, εν οις και δισχίλιοι, εμπειροπόλεμοι Αλβανοί, οκτακόσιοι ιππείς και ικανά πολεμεφόδια και κανόνια. Η πρωτοφανής εν Κρήτη θέα στόλου εφόβισεν εις άκρον τους Κρήτας· ηύξησε δε τον φόβον και η σύγχρονος φήμη, ότι ο εν τω χωρίω των Μαχαιρών εδρεύων τότε Αφεντούλης, απαρεσκόμενος επί τη νέα τάξει των πραγμάτων και απελπισθείς εξ αιτίας του νέου κινδύνου και των εγχωρίων διενέξεων, εμελέτα να δραπετεύση. Η μελετωμένη δραπέτευσίς του δεν ήτο ψευδής, αλλ' επρολήφθη ή μάλλον ειπείν ανεβλήθη.
Τριακόσιαι περίπου ψυχαί ευρίσκοντο κατά το ακρωτήριον των Χανιών, Μελέχα, εις συλλογήν καρπών καθ' ην ημέραν κατήχθη ο στόλος και εκινδύνευαν αποκλειόμεναι ν' απολεσθώσιν αλλά, χάρις εις τον Σήφακαν και τον Βασίλην Χάλην, δραμόντας αυθημερόν εις απαλλαγήν των, διεσώθησαν εις τα ίδια αβλαβείς.
Ιούνιος Πλήρεις ζήλου και θάρρους οι δύο ούτοι γενναίοι οπλαρχηγοί, παραλαβόντες και τον Μανδάν, επάτησαν πολλαχόθεν μετά περίπου πεντακοσίων το κατά τας Αλυκάς εσκηνωμένον εχθρικόν στρατόπεδον περί το λυκαυγές της 1 Ιουνίου, αλλ' απεκρούσθησαν και κατεδιώχθησαν μέχρι της υπωρείας της Μαλάξας, όπου εντυχόντες άλλους επιβοηθούς αντέκρουσαν τους εχθρούς και τους απώθησαν εις τας σκηνάς των.
Αποδιώξας ο Χασάμπασας την δευτέραν ημέραν της αφίξεώς του τους εν Τσουκαλαριοίς και εν Νεοκώρω σταθμεύοντας Χριστιανούς και κυριεύσας όλα τα πλησιόχωρα πεδινά μέρη, εστράτευσε την 11 εις κατοχήν της Μαλάξας. Επτακόσιοι Χριστιανοί ήσαν εν ταις υπωρείαις τότε συγκεντρωμένοι, αντέστησαν εις τετρακισχιλίους, αλλά πολλά παθόντες ανέβησαν διά νυκτός εις το χωρίον και μετ' ολίγον το εγκατέλειψαν αμαχητί και υπεχώρησαν προς τας Ρίζας εις χωρίον Κάμπον· καταλαβών δε την επαύριον ο Χασάμπασας την Μαλάξαν και εγκαταστήσας φρουράν υπό τον ανεψιόν του Μουσταφάμπεην, ανεστρατοπέδευσεν· αλλ' οι Χριστιανοί επανελθόντες την 20 Ιουλίου περιέζωσαν το χωρίον. Οι περί τον Μουσταφάμπεην, πτοηθέντες κατ' αρχάς, ώρμησαν να φύγωσιν, αλλ' εμποδίσθησαν, επαλινδρόμησαν εξ ανάγκης, επολέμησαν ως απηλπισμένοι, ενίκησαν και διεσκόρπισαν τους εχθρούς των φονεύσαντες 40, εν οις και τον στρατηγικώτατον των οπλαρχηγών της Κρήτης Πρωτοπαπαδάκην αλλά μετά δέκα ημέρας αφήκαν το περιμάχητον χωρίον, και το κατέλαβαν εκ νέου οι Χριστιανοί.
Μετά δε τα κατά την Μάλαξαν, επενεγκόντα μέγαν και γενικόν φόβον, εβουλήθη ο Χασάμπασας να ελκύση εις υποταγήν τους Χριστιανούς, ως μηδέν ελπίζοντας πλέον εις τα όπλα των, και υπέσχετο διά του επισκόπου Κυδωνίας, ον ευρών εν τη φυλακή απεφυλάκισε, ν' αποδώση τοις αποστάταις, αν επροσκύνουν, τα υπάρχοντά των και τους κρατουμένους συγγενείς των, να επιτρέψη δε και την επισκευήν των εκκλησιών και να χορηγήση πάσαν αντίληψιν εις επανόρθωσιν των κακώς εχόντων. Αδύνατοι οι Χριστιανοί τον επολιτεύθησαν, εξέθεσαν τα κακά όσα υπέφεραν, είπαν ότι αδύνατον να συζήσωσιν εις το εξής Τούρκοι και Χριστιανοί ως και πρότερον, επρόβαλαν διακοπήν εχθροπραξιών και άλλους απαραδέκτους όρους και εζήτησαν καιρόν να συμβουλευθώσι και την εν Πελοποννήσω κυβέρνησιν. Ο Χασάμπασας επανέλαβεν όσα και πρότερον, και θέλων να τους απελπίση, τους ειδοποίησεν, ότι όλη η Πελοπόννησος επροσκύνησεν επί της εισβολής του Δράμαλη· αλλά πεισθείς ότι οι Χριστιανοί τον ηπάτουν εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, απεφάσισε να εισβάλη εις τα Λευκά - όρη (Ασπροβούνι), Αύγουστος και παραλαβών τους πασάδας των Χανιών και της Ρεθύμνης, επάτησεν αμαχητί την 4 Αυγούστου και έκαυσε το Θέρισον και τους Λάκκους· μαθών δε ότι πολλαχόθεν συνέρρεαν Σφακιανοί, Ριζίται και άλλοι εις αντίκρουσιν, συχνάκις ακροβολιζόμενος και φοβηθείς μη πάθωσιν αίφνης οι περί αυτόν όσα έπαθαν το παρελθόν έτος οι συνάδελφοί των, ανεστρατοπέδευσε, μηδέν κατά την μεγάλην ταύτην εκστρατείαν κατορθώσας πολλού λόγου άξιον· πατήσας δε αμαχητί και καταστρέψας τον Αποκόρωνα, και αναπαύσας επί τινας ημέρας τους υπ' αυτόν, εστράτευσεν εις Μεγάλον Κάστρον, όπου έφθασε την 31 πολεμών καθ' οδόν και πολεμούμενος και εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως.
Είχαν εκστρατεύσει πρό τινων μηνών διάφοροι οπλαρχηγοί των εν αποστασία μερών εις Μυράμπελον και Λεσίδι προς ανέγερσιν και εμψύχωσιν των εισέτι εν ηρεμία ανατολικών επαρχιών, και ευδοκίμησαν· ουδ' η απόβασις των εξ Αιγύπτου εδυνήθη να ψυχράνη τους εις εφόπλισιν οργώντας των μερών εκείνων Χριστιανούς, ώστε τον Ιούλιον μόνη η επαρχία της Σιτείας ηρέμει ως απόκεντρος. Πολλάκις και πολλαχού συνεκρούσθησαν Χριστιανοί και Τούρκοι κατ' εκείνα τα μέρη, και ο κάλλιστος των αγώνων ως επί το πλείστον υπερίσχυε. Τόσον δε εξεμάνησαν οι Ρεθύμνιοι Τούρκοι μαθόντες τα γενόμενα, ώστε αφήρπασαν οι θρασύτεροι και φιλεκδικώτεροι, άκοντος του πασά, τον εν ειρκτή κρατούμενον και κακουχούμενον επίσκοπον της επαρχίας, και τον εκρέμασαν· εφόνευσαν δε την αυτήν ημέραν και άλλους Χριστιανούς.
Αλλ' η άφιξις του υπό τον Χασάμπασαν στρατού εις το Μεγάλον Κάστρον, όπου ήσαν ήδη οι πολυαριθμότεροι των εν τοις φρουρίοις Τούρκων, μετέβαλε τα πράγματα επί το χείρον, και επηρέασε και αυτά τα πνεύματά τινων των κατ' εκείνα τα μέρη Χριστιανών. Ο στρατάρχης ούτος απέστειλεν, άμα φθάσας, πολλαχού αποσπάσματα εις εξολόθρευσιν και αιχμαλωσίαν· εισέβαλε μετά ταύτα και αυτός πανστρατιά εις την επαρχίαν, Πεδιάδα, και την εκυρίευσεν αναιμωτί· αλλά πειραθείς να καταλάβη και την δυσδιάβατον θέσιν, Σίτι, την Μάλαξαν εκείνου του μέρους, απεκρούσθη και οπισθοδρομήσας εστρατοπέδευσε κατά το Βιάννον εν τη επαρχία της Αρκαδίας, όπου διατρίψας ολόκληρον μήνα επανήλθεν εις την Πεδιάδα. Η επαρχία, Λασίθι, είναι, εξ αιτίας της ορεινής και δυσπροσίτου θέσεώς της, τα Σφακιά του ανατολικού μέρους της νήσου, και εις τους κατοίκους αυτής απέβλεπαν οι γειτνιάζοντες και πάσχοντες λαοί· αλλ' οι κάτοικοι αυτής καταπτοηθέντες επεκαλέσθησαν παρά πάσαν ελπίδα το έλεος του εχθρού λήγοντος του οκτωβρίου· οι άλλοι όμως λαοί, αν και ασθενέστεροι, δεν εμιμήθησαν το παράδειγμά των, προτιμώντες της υποταγής ποτέ μεν την πάλην, ποτέ δε την εις τα όρη καταφυγήν· μετεμελήθησαν δε και οι Λασιθιώται και εφωπλίσθησαν εκ νέου. Ολίγοι μόνον υπεκρίθησαν εξ ανάγκης υπόκλισιν· ούτοι δε ήσαν οι πλησιόχωροι του φρουρίου.
Μη δυνάμενοι δε οι Χριστιανοί ν' αντιπαρατάττωνται πλέον εκ του συστάδην προς τους πολυαρίθμους και καλώς συντεταγμένους εναντίους των ηγωνίζοντο να τους βλάπτωσι σποράδην.
Πολλάς τοιαύτας ευτυχείς επιδρομάς παρορώντες χάριν συντομίας φέρομεν εις γνώσιν την εξής.
Τριακόσιοι εκλεκτοί Αλβανοί εστάλησαν διά θαλάσσης εις Κρουσώνα εν τη επαρχία Μαλεβυζίου παρά του Χασάμπασα ως προφυλακή του στρατοπέδου, αλλ' επιπεσόντες έξωθεν διά νυκτός οι Χριστιανοί, και συνεργεία των υποκρινομένων ότι επροσκύνησαν εντοπίων τοιχωρυχούντες, και μεταβαίνοντες από οικίας εις οικίαν και καίοντες, τους ηνάγκασαν να κλεισθώσιν εν τη θολωτή εκκλησία του χωρίου, και σπάσαντες τον θόλον και ερρίψαντες καυστικάς ύλας τους κατέκαυσαν όλους.
Κατ' εκείνας τας ημέρας ήλθε νέα επικουρία χιλίων ανδρών προς τον Χασάμπασαν εξ Αλεξανδρείας και διεκομίσθησαν εν αφθονία τροφαί και πολεμεφόδια.
1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'.
&Τα μετά την μάχην του Πέτα κατά την Δυτικήν Ελλάδα μέχρι της πολιορκίας Μεσολογγίου και η εν τούτοις παράδοσις της Κιάφας.&
ΜΕΤΑ δε τα εν Πέτα δυστυχή συμβάντα, φανερόν ήτον ότι οι Τούρκοι θα επροχώρουν προς την Αιτωλοακαρνανίαν πίπτοντες οι μεν εις Ξηρόμερον διά της Βονίτσης, κύριοι όντες του αμβρακικού κόλπου, οι δε εις Βάλτον διά του Μακρυνόρους. Ο Μαυροκορδάτος, διαμείνας εν Λαγκάδα έως ού συνήχθησαν εκεί τα επί της εν Πέτα μάχης διασκορπισθέντα στρατεύματα προς ενδυνάμωσιν της θέσεως εκείνης, αν και μη όσον άλλοτε αναγκαίας μετά την υπό των Τούρκων κυρίευσιν του αμβρακικού κόλπου, ανεχώρησε, και μεταβαίνων από χωρίου εις χωρίον και από βουνού εις βουνόν επροσπάθει να εγκαρδιώση και πείση τους φοβηθέντας λαούς ίνα προκαταλάβωσι τας θέσεις του Λουτρακίου και του Καρβασαρά, όπου ο εχθρός εδύνατο ν' αποβιβάση ευκόλως τα στρατεύματά του. Αλλ', εν ώ κατεγίνετο επιπόνως εις τούτο, νέον δεινόν επήλθε προς ανατροπήν του σχεδίου. Ο συνηνωμένος στόλος Κωνσταντινουπόλεως, Αιγύπτου και Αλγερίας, ο επί της εισβολής του Δράμαλη φανείς εκτός της Ύδρας, εξ 84 πολεμικών πλοίων, εξ ών 7 δίκροτα και 15 φρεγάται, ελλιμένισε την 20 Ιουλίου έξωθεν του Μεσολογγίου· ήλθαν και τα εν τω κορινθιακώ κόλπω και έγειναν όλα 90. Εμφανισθέντος του στόλου τούτου, τα 8 ελληνικά πλοία απέπλευσαν, και οι Έλληνες φοβηθέντες εξ αιτίας των κατά την ξηράν νεωστί συμβάντων, και βλέποντες ότι η θάλασσα του Μεσολογγίου έπηξε, κατά την φράσιν των, επί τω εμφανισμώ τόσων κινητών βουνών, ενόμισαν ότι επέστη η τελευταία ώρα και της ελευθερίας της πατρίδος και της ζωής των.
Την άλωσιν του Βασιλαδίου επεχείρησεν ο εχθρικός ούτος στόλος και πολλάκις εδοκίμασεν υπό βαρύν κανονοβολισμόν ν' αποβιβάση ναύτας και στρατιώτας· αλλ' η τόλμη των εντοπίων υπερασπιστών του εδείχθη τοιαύτη, ώστε 50 μόνον ναύται Μεσολογγίται ήρκεσαν να αποκρούσωσιν ευτυχώς τας αλλεπαλλήλους εφόδους του εχθρού. Αγωνισθείς δε δύο ημέρας ανωφελώς μετέπλευσεν εις την μεταξύ Ευήνου και Μεσολογγίου Μαύρην Αλικήν, επί σκοπώ να κυριεύση καν εκείνην την θέσιν και στήση στρατόπεδον· αλλ' ηύρεν επί της παραλίας 800 Αιτωλούς ετοίμους να την υπερασπίσωσιν. Ο αρχηγός αυτών Μακρής, ο μόνος ίσως των συγχρόνων του οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, όστις δεν εφίλησέ ποτε τουρκικήν ποδιάν, διότι έζη μέχρι της επαναστάσεως αδιακόπως ως κλέπτης, περιπλανώμενος εις βουνά και εις ερήμους, θέλων να δείξη το στράτευμα τούτο πολυανθρωπότερον και επιφοβώτερον, διέσπειρεν άμα ενύκτωσε τους στρατιώτας του επί της παραλίας και τους διέταξε να τουφεκίζωσιν ολονυκτί ανάπτοντες και πολλά πυρά· έπαιζαν δε και μουσικά όργανα, και οι στρατιώται ευθύμουν χορεύοντες, τραγουδούντες και αλαλάζοντες. Πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι Τούρκοι προσηύχοντο και είς αυτών διελάλει μεγαλοφώνως κατά την συνήθειαν την ενότητα του Θεού και την θείαν αποστολήν του προφήτου, τινές των στρατιωτών ανέβησαν εις τα δένδρα προσευχόμενοι και διαλαλούντες ως οι Τούρκοι και βλασφημούντες τον προφήτην. Άλλοι δε, συνάζοντες χοίρους, τους ηνάγκαζαν την ώραν της προσευχής των Τούρκων, σφίγγοντες τον λαιμόν των, να γρυλλίζωσιν. Οι Τούρκοι, ακούσαντες τόσους ασεβείς λόγους και τον από άκρου εις άκρον του ελληνικού στρατεύματος οξύν γρυλλισμόν των βδελυρών παρ' αυτοίς ζώων, ιδόντες και τόσην αφοβίαν απέπλευσαν την επαύριον άπρακτοι, και ελλιμένισαν έμπροσθεν των Πατρών. Οι δε Έλληνες, ους εξ αυτής της φυσικής ζωηρότητος και θερμής φαντασίας των μικρόν τι αρκεί να μικροκαρδίση ή να μεγαλοκαρδίση, ιδόντες την διττήν αποτυχίαν των εχθρών κατά τα παράλια της Αιτωλίας ήρχισαν να λησμονώσιν όσα έπαθαν.
Μετά δε τας αλλεπάλληλους αποτυχίας των Ελλήνων πέραν του Μακρυνόρους και τον εξ ανάγκης περιορισμόν αυτών εντεύθεν των ορίων του Ξηρομέρου και του Βάλτου, ουδεμία απέμεινεν ελπίς εις λύσιν της πολιορκίας της Κιάφας· ήρχισαν δε οι έγκλειστοι και να πεινώσιν· η δε συσσώρευσις τόσων χωρικών εντός τόσω στενού τόπου επήνεγκεν εντός ολίγου και λοιμικήν· οι Αλβανοί επροσπάθουν δι' υποσχέσεων ν' αποσπάσωσι των Σουλιωτών τους χωρικούς των· οι δε χωρικοί έδιδαν ώτα ακοής εξ αιτίας της πείνας, της λοιμικής και της απελπισίας. Καθ' ημέραν δε έγινετο λόγος μεταξύ πολιορκούντων και πολιορκουμένων περί συμβιβασμού άλλοτε μερικού και άλλοτε γενικού έως ού εσυμβιβάσθησαν οριστικώς. Οι Σουλιώται συγκατένευσαν να παραδώσωσι την Κιάφαν, αλλά δεν ηθέλησαν να μετοικίσωσιν εις μέρος τουρκικόν, και απήτησαν να μεταβιβασθώσιν υπό Ιόνιον σημαίαν εις την Επτάννησον. Οι Τούρκοι δεν αντείπαν, αλλ' εχρειάζετο η συγκατάθεσις του μεγάλου αρμοστού των ιονίων νήσων, και έστειλαν προς αυτόν και ούτοι και εκείνοι πρέσβεις. Εν τοσούτω, αφ' ού προώδευσεν ο συμβιβασμός, οι χωρικοί τη συγκαταθέσει των Σουλιωτών επανήλθαν εις τα χωρία των και παρεδόθησαν εις τους γείτονας των αγάδας. Εισηκούσθη και η προς τον μέγαν αρμοστήν πρεσβεία, και υπεγράφη συνθήκη εν Πρεβέζη την 28 ιουλίου εν τη οικία και υπό την εγγύησιν του εκεί Άγγλου προξένου, Μαϋέρου, υποχρεούσα τους Τούρκους ν' αγοράσωσιν όσα είδη οι Σουλιώται ήθελαν ν' αφήσωσιν ως περιττά εν τω φρουρίω, να τοις δώσωσι φορτηγά ζώα προς μετακόμισιν των αδυνάτων και των σκευών αυτών εις τον λιμένα, να πληρώσωσι τους ναύλους, να τοις εγχειρίσωσιν ομήρους προς ασφάλειάν των επί της εξόδου αυτών μέχρις ου έμβωσιν εις τα πλοία και ν' απομακρύνωσι τα προς τον λιμένα στρατεύματα. Οι Τούρκοι, προθέμενοι ν' απαλλαγώσιν όσον τάχιον των δεινών τούτων εχθρών και προσηλώσωσι την προσοχήν των εις τα της Αιτωλοακαρνανίας, όχι μόνον ταύτα έστερξαν, αλλά και γρόσια 150,000 τοις έδωκαν επί λόγω μισθών οφειλομένων αυτοίς παρά του Αλή, διότι άνευ τούτων δεν ήθελαν οι Σουλιώται ν' απολύσωσι τον Χασάμπασαν, ον ως όμηρον τοις είχε παραδώσει ο πάπος του Αλής επί της συμμαχίας των. Υπό τους όρους τούτους έστειλαν εν πρώτοις εις τον αιγιαλόν οι Σουλιώται τας οικογενείας και τα σκεύη των, κατέβησαν την 2 σεπτεμβρίου και αυτοί ένοπλοι και απέπλευσαν συν γυναιξί και τέκνοις υπό συνοδίαν αγγλικών πολεμικών πλοίων εις Κεφαλληνίαν, όπου υπέστησαν πολυήμερον κάθαρσιν διά την επικρατούσαν παρ' αυτοίς λοιμικήν και την αναφανείσαν εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ευλογίαν.
Παραδοθείσης της Κιάφας, η Αιτωλοακαρνανία έχασε το προπύργιόν της.
Διετέλει υπό τον Βρυώνην ο Μεχμέτ - Ρουσήτπασας, ο και Κιουταχής, φρούραρχος της Άρτης, και διαπρέψας εν τη μάχη του Πέτα. Άνθρωπος ούτος οξύς και τολμηρός, μεμφόμενος τον αρχηγόν του ως αδρανή και ανάξιον και φιλοτιμούμενος να φανή αξιώτερος και δοξασθή υπέρ εκείνον, εμίσθωσεν επί δύο μήνας τρισχιλίους Αλβανούς, παρέλαβε και τον Ισμαήλ Πλιάσαν αντίζηλον του Βρυώνη, και πλήρης ελπίδων να υποτάξη την Αιτωλοακαρνανίαν διά των μικρών τούτων δυνάμεων εξ αιτίας των δεινών της περιστάσεων, διέπλευσε τον αμβρακικόν κόλπον και απέβη εις Λουτράκι αρχομένου του αυγούστου, συγκατατεθέντος και του αρχηγού Βρυώνη θέλοντος και μη θέλοντος, ως φοβουμένου τας προς την Πύλην και τον Χουρσήδην κατ' αυτού αναφοράς του τολμηρού Κιουταχή.
Ο δε καταγινόμενος εις ασφάλειάν της άκρας του αμβρακικού κόλπου Μαυροκορδάτος είχεν έλθει εις Μαχαλάν φέρων τα απομεινάρια του τακτικού ολίγας ημέρας πριν αποβή ο Κιουταχής εις Λουτράκι, τα άφησεν εκεί προς σύστασιν στρατοπέδου, υπήγεν επί στρατολογία εις Μεσολόγγι και Ανατολικόν και ανέβη έπειτα εις Βραχώρι προς επίβλεψιν ως από κεντρικωτέρου μέρους των εσωτερικών πραγμάτων και προμήθειαν των αναγκαίων του στρατοπέδου του Μαχαλά, ούτινος εις αύξησιν κατεγίνοντο και προεστώτες και οπλαρχηγοί.
Ο δε Κιουταχής, αποβάς εις Λουτράκι και ευρών τον τόπον αφύλακτον εξεστράτευσεν εις τα ενδότερα, έκαυσε καθ' οδόν την Κατούναν, και φθάσας εις Παπαδάτας, χωρίον ημιώριον απέχον του Μαχαλά, απήντησεν 60 Έλληνας εν τω μοναστηρίω του προφήτου Ηλίου οδοιπορούντας προς το αρτιγενές στρατόπεδον του Μαχαλά. Ούτοι, ευρεθέντες παρά προσδοκίαν εν μέσω των εχθρών και μη δυνάμενοι να φύγωσι, κατέλαβαν την παρακειμένην δυνατήν θέσιν του μικρού χωρίου Αετού και τόσον γενναίως αντέστησαν ώστε οι περί τον Κιουταχήν, φοβηθέντες μη επιπέσωσι και οι εν Μαχαλά, ανεστρατοπέδευσαν εις Λουτράκι επί σκοπώ να μη εκστρατεύσωσιν έως ού εισβάλη και η υπό τον Βρυώνην μεγάλη δύναμις. Διέπρεψαν δε κατά την μάχην του Αετού συμβάσαν την 10 αυγούστου ο Θεοδωράκης Γρίβας, ο Γιάννης Τσαούσης, ο Στάθης Κατσαρός και ο Δημήτρης Παληογιάννης.
Καθ' ον δε καιρόν εκάθητο ο Κιουταχής εν Λουτρακίω αργός, οι εις τον Μαχαλάν πανταχόθεν συρρέοντες Έλληνες έγειναν τρισχίλιοι και εξεστράτευσαν επί σκοπώ να ριφθώσιν αίφνης διά νυκτός επί τους εχθρούς ως απροφυλάκτους. Αλλά πλησιάσαντες και ευρόντες αυτούς παρά πάσαν προσδοκίαν καλώς ωχυρωμένους και ετοίμους εις μάχην, δεν τους εκτύπησαν και επανήλθαν εις Μαχαλάν άπρακτοι. Η δε απροσδόκητος των εχθρών αύτη προετοιμασία έδωκεν αφορμήν να υποπτεύσωσι πολλοί των Ελλήνων, ότι μεταξύ αυτών ήσαν επίβουλοι ανακαλύπτοντες τω εχθρώ τα σχέδιά των. Εφωράθησαν δε καί τινες σπερμολόγοι εμπνέοντες κακοβούλως φόβον. Οι φανεροί ούτοι λόγοι εις απονέκρωσιν του λαού και αι υποκρυπτομένης επιβουλής υποψίαι εγέννησαν μεταξύ των συγκροτούντων το στρατόπεδον του Μαχαλά οπλαρχηγών δεινάς λογοτριβάς και έφεραν μετ' ολίγον και την διάλυσιν όλου του στρατοπέδου, ελθούσης της βεβαίας ειδήσεως ότι ο εις Άρταν μεταβάς Βρυώνης ήτον έτοιμος να εισβάλη και ούτος μετά πολυαρίθμων Αλβανών.
Η είδησις της εγγιζούσης εισβολής και ο διασκορπισμός του στρατοπέδου απήλπισαν τους δυστυχείς κατοίκους των μερών εκείνων, οίτινες μήτε υπεράσπισιν βλέποντες, μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, έτρεχαν πληθηδόν εις τα παράλια της Ακαρνανίας, ίνα διασωθώσιν εις το μέχρι της επαναστάσεως έρημον νησίδιον του Καλάμου, το υπό την κυβέρνησιν της Επταννήσου, φέροντες και όσην εδύναντο περιουσίαν. Την απελπισίαν δε ταύτην εκορύφωσαν αι προς αλλήλους τινών οπλαρχηγών της Δυτικής Ελλάδος, και μεταξύ αυτών καί τινων των προκρίτων, διαιρέσεις, απειλούσαι κατ' εκείνας τας ημέρας εμφύλιον πόλεμον, κατά μεν τα Άγραφα μεταξύ Καραϊσκάκη και Ράγκου, κατά δε τον Βλωχόν μεταξύ Σταΐκου και Βλαχοπούλου, κατά δε τα Κράβαρα μεταξύ Πηλλάλα και Καναβού. Ο δε εμφύλιος ούτος πόλεμος, όπου και αν εξερρήγνυτο, φόβος μέγας ήτο μη ετάραττε και τας άλλας επαρχίας και τότε θα εκινδύνευε να χαθή αισχρώς όλη η Δυτική Ελλάς αυτή αφ' εαυτής.
Ο Βρυώνης δεν ήτον ούτε ως ο Χουρσήδης βαρύς και σκληρός, ούτε ως ο Δράμαλης άσκεπτος και ορμητικός. Ήτο και αυτός άλλοτε εκ των αυλικών του Αλή, εγνώριζε τους προεστώτας και οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, και απελάμβανε την υπόληψίν των. Πολλάκις έλαβεν αφορμήν να θαυμάση την ανδρίαν των πολεμιστών εκείνου του μέρους και δεν ηλαζονεύετο διά τας κατ' αυτών τελευταίας επιτυχίας του. Διά ταύτα επεχείρησε, και πριν πέση η Κιάφα, να τους ελκύση μάλλον διά λόγων ή να τους υποτάξη δι' όπλων, και ανταπεκρίνετο φιλικώς μετά τινων των δυνατών εκείνων των επαρχιών, και ιδίως μετά του Βαρνακιώτη, του μόνου στρατηγού εν τη Αιτωλοακαρνανία. Οι δ' εν τοις πράγμασι και αυτός ο Μαυροκορδάτος εγνώριζαν την περί ης ο λόγος ανταπόκρισιν· αν δε και είχαν υπ' όψιν την πρόσφατον αποσκίρτησιν του Γώγου και τα εις διάλυσιν του στρατοπέδου του Μαχαλά σκευωρηθέντα, όλοι επίστευαν, ότι οι μετά των Τούρκων ανταποκρινόμενοι Δυτικοελλαδίται ήσαν πιστοί εις τον αγώνα, και ότι ενήργουν επ' αγαθώ της κινδυνευούσης πατρίδος, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν.