Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 25
Είδαμεν πόσον ταχεία ήτον η πρόοδος του εχθρικού στρατού. Εν διαστήματι δύο εβδομάδων αφ' ού επέρασε τον Σπερχειόν έφθασεν εις Αργολίδα· αλλά δύο εβδομάδας ενδιέμεινεν αργός. Τροφάς δεν ηύρε διόλου (θ), και όσον πολλαί και αν ήσαν όσας έφερε κατηναλίσκοντο εντός ολίγων ημερών υπό του πλήθους· αλλ' εις εξαφάνισιν αυτών συνέτρεξε και η πολλή κατάχρησις. Το κρέας επωλείτο 30 παράδας η οκά εν Άργει τας πρώτας ημέρας της εισβολής, αλλά μετά δεκαπενθήμερον κρέας σχεδόν δεν ευρίσκετο. Εδόθησαν δε και ικαναί τροφαί εις χρήσιν των εν Ναυπλίω, και το στρατόπεδον ήρχισε να πεινά και δεν ηύρισκεν επί της αργολικής πεδιάδος εις τροφήν του ειμή άωρα σταφύλια πρόξενα πυρετών, πολλάκις δε και θανάτων, διότι οι Έλληνες ενέδρευαν εντός των αμπέλων και εφόνευαν καθ' ημέραν πολλούς. Ουδέ νερόν δε είχαν εν αφθονία, διότι δεν έβρεξε το θέρος εκείνο διόλου, και τα πλείστα πηγάδια του Άργους εστέρφευσαν. Δι' όλα ταύτα ο Δράμαλης εσκέπτετο σπουδαίως να μεταβή εις άλλην επαρχίαν και εθεώρει μάλλον κατορθωτήν και ωφέλιμον την εις Κόρινθον επάνοδόν του. Υπήρχε δε και αντιπολίτευσις εν τω στρατοπέδω του, κρυφίως υποθαλπομένη υπό του Χουρσήδη, φθονούντος την δοθείσαν αυτώ κατ' ευθείαν υπό της Πύλης αρχιστρατηγίαν και την από της επιτυχίας της εκστρατείας του τιμήν και δόξαν. Η αντιπολίτευσις δε αύτη, καθώς συμβαίνει εν ταις αποτυχίαις, εκορυφώθη αφ' ού δεν ευδοκίμησεν η εκστρατεία, και διήγειρε πολλήν κατακραυγήν κατά του αρχιστρατήγου. Τον εκάκιζαν δε οι εναντίοι του ότι ο στρατός έπαθε, διότι δεν ηθέλησε να δεχθή την γνώμην των προβαλόντων εν Κορίνθω να μη βαδίση όλος την αυτήν οδόν· πολλοί των υπ' αυτόν ηπείθουν αναφανδόν εις τας διαταγάς του· τινές δε και αλληλομάχουν παρρησία, ώστε το Άργος κατήντησε θέατρον καθημερινών και δεινών αταξιών. Τοιαύτη ήτο ταις ημέραις εκείναις η κατάστασις του εχθρικού στρατοπέδου.
Ο δε Κολοκοτρώνης, μη δυνάμενος να βλάψη τους εχθρούς πολεμών, εσοφίζετο πώς να τους φοβίση· παρετήρησεν ότι έχασαν το θάρρος και υπώπτευσε την φυγήν των· επειδή δε ήθελε να τους αποτρέψη του να προχωρήσωσιν εις Τριπολιτσάν, διέσπειρε την νύκτα της 23 πολλούς στρατιώτας επί των προς την πόλιν εκείνην ορέων και τους διέταξε ν' ανάψη έκαστος και να διατηρήση, δι' όλης της νυκτός τρία πολυλαμπή πυρά. Έγεινε το διαταχθέν και επανελήφθη και την εξής νύκτα, ώστε οι Τούρκοι υπέλαβαν ότι συνέρρευσαν προς εκείνο το μέρος πλήθη Ελλήνων, εφοβήθησαν και δεν εξήλθαν του Άργους, ως συνείθιζαν. Ο δε Κολοκοτρώνης, άγρυπνος πάντοτε και προσεκτικός, εσυμπέρανεν εντεύθεν έτι μάλλον, ότι εμελέτων ταχέως να φύγωσι, και είπε τοις συναδέλφοις του ότι εθεώρει αναγκαίον οι πολλοί να διατηρήσωσι τας θέσεις του Κεφαλαρίου και των Μύλων, εις εμπόδιον των εχθρών, αν εδοκίμαζαν ν' αναβώσιν εκείθεν εις Τριπολιτσάν, και ότι ολίγοι ήσαν ικανοί να κλείσωσι τας μεταξύ Άργους και Κορίνθου στενοτοπίας εις πρόσκομμα της εις Κόρινθον επανόδου των· ήσαν δε κατ' εκείνας τας ημέρας ως οκτακισχίλιοι οπλοφόροι Έλληνες εν τη Αργολίδι. Κατά την γνώμην ταύτην οι πλείστοι έμειναν όπου ήσαν υπό τον Πετρόμπεην, τον Γιατράκον και τον Κρεββατάν· ο δε Κολοκοτρώνης επανήλθε μετ' ολίγων εις τον άγιον Γεώργιον. Εν τω μεταξύ δε τούτω κατέβη εις Μύλους ο γραμματεύς του Δράμαλη, προβάλλων τοις εκεί άφεσιν αμαρτιών, αν επροσκύνουν. Απορριφθείσης δε της προτάσεώς του, τοις είπεν, ως υπό εμπιστοσύνην και ως Χριστιανός, να δυναμώσωσι τας θέσεις εκείνας, διότι οι πασάδες είχαν απόφασιν, αν απερρίπτετο η πρότασίς των, να εφορμήσωσι πανστρατιά και ν' ανοίγωσι την άγουσαν εις Τριπολιτσάν οδόν. Αλλ' η μυστηγορία του Χριστιανού γραμματέως, ον εκράτησαν οι Έλληνες ίνα μη ανακαλύψη τοις εχθροίς ό,τι είδεν, ήτο δολία ως εδείχθη μετά ταύτα σκοπόν έχουσα να θεωρήσωσιν αναγκαίαν οι Έλληνες την μεταγωγήν των στρατευμάτων εις Μύλους από της προς την Κόρινθον οδού, και ούτω ν' αφεθή ανοικτή ην εσκόπευαν οι εχθροί να οδεύσωσι.
Τω όντι την 26 εκινήθη όλον το εχθρικόν στρατόπεδον προς την οδόν των Δερβενακίων. Η οδός αύτη έχει δύο μονοπάτια, το μεν επί του βάθους του αυλώνος παρά την κοίτην χειμάρρου, τα δε έρπον προς την δεξιόθεν οφρύν του όρους υπό το όνομα Αϊσώστην, διά την επ' ονόματι του αγίου Σώζοντος εκεί εκκλησίαν. Επειδή οι Έλληνες κατείχαν την επί του βάθους του αυλώνος θέσιν και ήσαν καλώς ωχυρωμένοι, εστράφησαν οι Τούρκοι προς τα δεξιά θέλοντες να καταλάβωσί τινα λόφον προς το άλλο μονοπάτιον και να διέλθωσι διά του Αϊσώστη· αλλ' ο Αντώνης Κολοκοτρώνης προκατέλαβε τον λόφον. Εκεί ήρχισεν η μάχη. Ο Κολοκοτρώνης εφύλαττε τότε την προς τα αριστερά των Δερβενακίων και έν τέταρτον ώρας αυτών απέχουσαν θέσιν του αγίου Γεωργίου, υποπτεύων μη διέλθωσιν οι Τούρκοι δι' εκείνου του μέρους ως ομαλωτέρου. Ιδών δε την πορείαν αυτών έστειλεν επιβοήθειαν 800 στρατιώτας· επειδή δε κατέστη αδύνατος η θέσις ην κατείχεν, αφ' ού 800 απεμακρύνθησαν, έστησεν επί της κορυφής του βουνού πολλάς σημαίας φαινόμενας μακρόθεν, και έθεσεν επί καταφανούς μέρους όσα ζώα και όσους επενδύτας είχαν οι στρατιώται του ίνα υπολάβωσιν οι κάτωθεν εχθροί ότι κατείχαν την αδύνατον εκείνην θέσιν πολλοί Έλληνες και μη δοκιμάσωσι να διαβώσιν εκείθεν. Οι εχθροί εν τοσούτω πολεμούντες και πολεμούμενοι όπισθεν και εκ των πλαγίων, και φονευόμενοι επροχώρουν προς τον Αϊσώστην, όπου δεν ήτον ελληνική φυλακή.
Κατ' εκείνην την ημέραν έτυχαν οδεύοντες προς την Κόρινθον διά του Αϊνορίου, δύο ώρας απέχοντος των Δερβενακίων προς τα δεξιά, ο Υψηλάντης, ο Νικήτας και ο Δικαίος μετά 500 στρατιωτών ίνα τοποθετηθώσιν επί των μεγάλων Δερβενίων εις αντίκρουσιν επαπειλούμενης νέας εισβολής εχθρών. Ούτοι, ακούσαντες πολύν τουφεκισμόν άνωθεν της θέσεως όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης, εστράφησαν προς τα εκεί υποπτεύοντες συμπλοκήν· αλλά δεν επροχώρησαν, διότι απαντήσαντες βοσκόν έμαθαν, ότι ολίγοι Τούρκοι ήλθαν προς τα Δερβενάκια, και ότι ακροβολισθέντες μετά των φυλαττόντων την θέσιν εκείνην Ελλήνων επανήλθαν εις Άργος. Αλλ' επειδή η βοή του τουφεκισμού δεν έπαυεν, εστράφησαν προς εκείνο το μέρος και κατέλαβαν τα έμπροσθεν του εχθρού. Εξακισχίλιοι Τούρκοι είχαν ήδη διαβή και πέσει εις Κουρτέσαν κακώς έχοντες· αλλ' οι κατόπιν αυτών ερχόμενοι ηύραν την έξοδον προκατειλημμένην υπό των ρηθέντων τριών γενναίων αρχηγών της Ελλάδος. Οι Τούρκοι πολεμούμενοι έμπροσθεν, όπισθεν, δεξιά και αριστερά, συνωθούμενοι και συναγωνιζόμενοι να περάσωσι και αυτοί εις Κουρτέσαν συνεσωρεύθησαν επί τι βάραθρον υπό την εκκλησίαν του Αϊσώστη και εκεί ηφανίσθησαν· σωρηδόν έπιπταν εντός του βαράθρου φονευόμενοι· πολλοί υπεκφεύγοντες τον κίνδυνον εδοκίμαζαν ν' αναβώσιν έφιπποι τα όρη· άλλοι ωδήγουν δι' εκείνου του μέρους φορτωμένους ίππους και καμήλους· αλλ' οι ίπποι και αι κάμηλοι ολισθαίνοντες εκρημνίζοντο· ώστε ζώα, άνθρωποι, φορτία και λίθοι έπιπταν επί ζώων, ανθρώπων, φορτίων και λίθων. Ο ολίγος όμως αριθμός των έμπροσθεν Ελλήνων δεν ήτον ικανός να εμποδίση ολοτελώς την διάβασιν τόσων εχθρών, διά τούτο πολλοί αυτών διεσώθησαν ως και οι προ αυτών εις Κουρτέσαν. Υπερτρισχίλιοι ελογίσθησαν οι απολεσθέντες εχθροί· έπεσαν δε την ημέραν εκείνην εις χείρας των Ελλήνων μέγας αριθμός ζώων και άπειρα και πολύτιμα άλλα λάφυρα. Οι δε διασωθέντες εις Κουρτέσαν επί της πρώτης και δευτέρας διαβάσεως επανήλθαν την επαύριον προς το στόμιον της εξόδου εις βοήθειαν των όπισθεν απομεινάντων συναδέλφων των· αλλ' ιδόντες τους Έλληνας ετοίμους να τους αντικρούσωσι δεν επροχώρησαν. Έστειλε συγχρόνως και ο φρούραρχος της Κορίνθου τρία ελαφρά κανόνια προς εκείνο το μέρος, αλλά και ταύτα εις ουδέν εχρησίμευσαν. Οι δ' όπισθεν ερχόμενοι Τούρκοι, εν οις και οι πλείστοι των πασάδων και αυτός ο Δράμαλης, ιδόντες όσα έπαθαν οι προπορευθέντες, δεν εισήλθαν την τεθλιμμένην οδόν των Δερβενακίων, αλλ' έμειναν επί της απέναντι πεδιάδος και έστειλάν τινας προς τους πλησιεστέρους Έλληνας ίνα μάθωσι τις ο αρχηγός των. Μαθόντες δε παρά του εκεί φυλάττοντος παπά Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτου ότι ήτον ο Κολοκοτρώνης, τω επρότειναν να εξαγοράσωσιν ελευθέραν την δίοδον· αλλ' ιδόντες εν τω μεταξύ τούτω ιππείς τινας Έλληνας και τους υπασπιστάς του Κολοκοτρώνη, Σπηλιωτόπουλον και Φωτάκον, ερχομένους προς εκείνο το μέρος, και υπολαβόντες αυτούς ερχομένους εις κατασκοπήν, μη θέλοντες δε και να διανυκτερεύσωσιν επί της πεδιάδος, επανήλθαν εις Γλυκιάν πλησίον του Ναυπλίου· ώστε οι εχθροί, έχοντες μεσότοιχον τα φονικά Δερβενάκια, διηρέθησαν ακουσίως οι μεν κατά την Κουρτέσαν, οι δε κατά την Γλυκιάν, όπου τοις συνέβη την αυτήν νύκτα άλλο δυστύχημα εκληφθέν ως κάκιστος οιωνός· άναψεν αίφνης και εκάη η πυρίτις.
Επειδή δεν έμενε πλέον αμφιβολία, ότι οι Τούρκοι θα επεχείριζαν να διαβώσιν εις Κόρινθον θέλοντες και μη θέλοντες, ανάγκη ήτο να προκαταλάβωσιν οι Έλληνες τας διόδους.
Την δε ακόλουθον ημέραν της μάχης, ήτοι την 27, ήλθαν εις τον τόπον της καταστροφής ο Πλαπούτας, ο Δημήτρης Δηλιγιάννης, ο Γιατράκος, ο Τσόκρης και άλλοι οπλαρχηγοί προς ακριβή γνώσιν των επί της προτεραίας. Συσκέψεως δε γενομένης περί του πρακτέου, απεφασίσθη, επί τη προτάσει του Κολοκοτρώνη και εν αγνοία ποίαν των αγουσών εις Κόρινθον οδών εσκόπευαν οι εχθροί να διέλθωσιν, ο μεν Γιατράκος και ο Τσόκρης να παραλάβωσιν αμέσως τα εν Άργει στρατεύματά των και να καταλάβωσι τας Μυκήνας, ο δε Υψηλάντης, ο Δικαίος και ο Νικήτας, ο διά τας κατά την 26 ανδραγαθίας του επονομασθείς Τ ο υ ρ κ ο φ ά γ ο ς, να μείνωσι κατά το Μπερπάτι και Αϊνόρι, όπου μετέβησαν μετά την μάχην, ο δε Πλαπούτας, ο Δηληγιάννης, και ο Αντώνης Κολοκοτρώνης να φυλάξωσι τα Δερβενάκια· όλοι δε να τρέξωσιν όπου φανή ο εχθρός. Την ακόλουθον ημέραν ο τουρκικός στρατός εξεστράτευσε προς την οδόν του Αϊνορίου όλος· φθάσας δε εις Μπερπάτι εκτυπήθη υπό των εκεί Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, νομίζων ότι οι περί τον Γιατράκον και τον Τσόκρην κατέλαβαν τας Μυκήνας και θα έπιπταν όπισθεν του εχθρού, ως προεσχεδιάσθη, διέταξεν αμέσως τους περί τον Πλαπούταν ν' αφήσωσι την θέσιν των Δερβενακίων και να τρέξωσιν απέμπροσθέν του προς την Κλένιαν, κώμην της επαρχίας Κορίνθου. Αλλ' ούτε οι περί τον Πλαπούταν έφθασαν εν καιρώ όπου διετάχθησαν, ούτε ο Γιατράκος και ο Τσόκρης κατέλαβαν την θέσιν των Μυκηνών επί λόγω, ότι ηπείθησαν οι στρατιώται των· τοιουτοτρόπως απέτυχε το σχέδιον, και οι εχθροί παθόντες πολλά, αλλ' ολίγα ως προς όσα έπαθαν οι συνάδελφοί των την 26, διέβησαν τα στενά και διεσώθησαν εις Κόρινθον, όπου μετ' ολίγον εστάλησαν εκ Πατρών πέντε πλοία φέροντα τροφάς εις χρήσιν αυτών και των εν τη Ακροκορίνθω, ων υπό τας όψεις ο Μ. Τομπάζης, εισπλεύσας τον σαρωνικόν κόλπον πρό τινων ημερών και αποβιβάσας εις Κεγχρεάς τα πληρώματα των πλοίων του, ήρπασεν όλας τας εναποτεθειμένας τροφάς και άφησε την απρονόητον εκείνην φρουράν σχεδόν πεινώσαν.
Τοιούτον απέβη το τέλος της εις Αργολίδα εκστρατείας του πολυπληθούς τούτου εχθρικού στρατού, παθόντος τα πάνδεινα επί της εις Κόρινθον επιστροφής, διότι ο αρχηγός του, επαιρόμενος επί τη δυνάμει του, δεν εφρόντισεν επί της εκείθεν εις Άργος αναβάσεως να διατηρήση τα μεταξύ των δύο πόλεων στενά. Τόσος δε τρόμος κατέλαβε τον Δράμαλην, ώστε εγκατέλειψεν έξωθεν του Ναυπλίου επί της εις την Γλυκιάν υποχωρήσεώς του και το μόνον παρ' αυτώ επί της εις Αργολίδα εισβολής του κανόνι.
Αφ' ού δε οι Τούρκοι συνήλθαν όλοι εις Κόρινθον, ο Κολοκοτρώνης ορθώς συλλογιζόμενος εσχεδίασε να τους αποκλείση εντός εκείνης της επαρχίας διά ξηράς (διότι η θάλασσα του κορινθιακού κόλπου ήτον ανοικτή δι' έλλειψιν ελληνικών πλοίων) καθώς τους απέκλεισε προ ολίγου εντός της Αργολίδος· και επειδή μετά τας προρρηθείσας μάχας ο Υψηλάντης, ο Νικήτας και ο Δικαίος μετέβησαν εις τον ισθμόν και έκλεισαν τας διόδους εκείνας συνάξαντες και τους Δερβενοχωρίτας, ο Κολοκοτρώνης άφησεν ικανήν φρουράν επί των μεταξύ Κορίνθου και Άργους διόδων, μη τυχόν τας καταλάβωσιν οι Τούρκοι και ανοίξωσι την κοινωνίαν των δύο εκείνων επαρχιών· αυτός δε ο Γιατράκος, ο Πλαπούτας, ο Δημήτρης Δηληγιάννης, ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, ο Χρηστόπουλος και ο Γενναίος, έχοντες τρισχιλίους, ετοποθετήθησαν εν Σολίω, χωρίω πέντε ώρας απέχοντι της Κορίνθου, επί της προς την Αχαΐαν οδού, δι' ου, ως εσυμπέραναν, εμελέτων οι Τούρκοι να διαβώσι. Την αυτήν ημέραν έφθασαν και οι Πετμεζάδες μετά 500 εις Βάλτσας, χωρίον απέχον του Σολίου μίαν ώραν. Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Γενναίον και τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην να καταλάβωσι τα Βασιλικά, μίαν ώραν και τρία τέταρτα μακράν του λοιπού στρατοπέδου, ως προφύλακες. Διέβαινε κατά περίστασιν την αυτήν ημέραν διά των Βασιλικών ο Γάτσος ερχόμενος εκ της Δυτικής Ελλάδος, και ενδιέμεινε και ούτος· ώστε η προφυλακή αύτη συνηριθμείτο εις 1300. Την δ' επιούσαν νύκτα ο Κολοκοτρώνης διέταξε και άναψαν πολλά πυρά επί της κορυφής των βουνών εις ψευδή επίδειξιν των δυνάμεών του.
Αύγουστος Τρισχίλιοι Τούρκοι, ιππείς και πεζοί, επανήλθαν την 4 αυγούστου εις Κλένιαν, όπου ως έμαθαν, ήσαν συσσωρευμέναι τροφαί. Την θέσιν εκείνην κατείχαν 400 Έλληνες υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην, τον Κατσάκον, τον Τσαλαφατίνον και άλλους. Οι εχθροί έτρεψαν διά μιας τους Έλληνας, τους κατεδίωξαν, εκυρίευσαν την κώμην και παρ' ολίγον συνέλαβαν τον Μαυρομιχάλην· αλλ' οι φυλάττοντες την πλησίον θέσιν του αγίου Βασιλείου Τριπολιτσιώται, ως 600, υπό τους αρχηγούς Αθανασόπουλον, Λεβιδιώτην, Δαρειώτην, και Ριζιώτην, κατέβησαν εκείθεν δρομαίοι, κατέλαβαν τον έξωθεν της κώμης ναόν, και τον επί της κορυφής της κώμης λόφον, εθάρρυναν τους φεύγοντας δι' ου έδειξαν αυτοί θάρρους, τους επανέφεραν εις τον τόπον της μάχης, και διά της συμπράξεως αυτών απήλασαν της κώμης απράκτους τους εις αυτήν εισελθόντας εχθρούς.
Την δε 7 οι Τούρκοι, θέλοντες ν' ανοίξωσι την εις Πάτρας άγουσαν οδόν, εξεστράτευσαν προς το μέρος του Κιάτου και των Βασιλικών, και συνεκρούσθησαν μετά των Ελλήνων πλησίον των σταφιδώνων, αλλ' επανήλθαν άπρακτοι εις Κόρινθον. Την δε 12 εξεστράτευσαν πάλιν πανστρατιά προς τα Βασιλικά, όπου διέμενε πάντοτε η προφυλακή, ήτις αντέστη γενναίως, αν και ολίγη· συνήλθαν εκεί μετά την έναρξιν της μάχης και τα άλλα ελληνικά στρατεύματα, και η τροπή των Τούρκων εφαίνετο και ταύτην την ημέραν βεβαία· αλλά τινές εκ του τάγματος του Αναγνώστη Πετμεζά, μαχομένου ευτυχώς, ιδόντες ίππον εντός ενός σταφιδώνος, αφεθέντα υπό των Τούρκων ως δέλεαρ, έτρεξαν να τον συλλάβωσι· και αίφνης ανέστησαν 60 Τούρκοι ενεδρεύοντες, και έτρεψαν τους απροσέκτους τούτους Έλληνας εις φυγήν φονεύσαντες ένα εξ αυτών. Η φυγή των ολίγων Ελλήνων έφερε πανικόν φόβον και γενικήν τροπήν. Μόνοι δεν μετετόπησαν ο αρχηγός του τάγματος τούτου και ο υιός του παρακελεύοντες και τους άλλους να τους μιμηθώσιν, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν και απέθαναν και οι δύο μαχόμενοι. Οι δε Τούρκοι, εμψυχωθέντες υπό του καταλαβόντος τα τάγμα τούτο πανικού φόβου, έπεσαν πανστρατιά επί τα άλλα, έτρεψαν εις φυγήν τα υπό τον Γιατράκον και Πλαπούταν και εφόνευσαν δύο γενναίους υπαρχηγούς, τον Γιαννετάν Μιστριώτην, τον Οικονόμον Παπά Καλομοίρην, και ικανούς στρατιώτας. Μόνη η υπό τον Γάτσον, Γενναίον, και Γιαννάκην Κολοκοτρώνην προφυλακή διετήρησε την θέσιν της και εμπόδισε την πρόοδον των εχθρών. Το αξιέπαινον παράδειγμα της προφυλακής επανήγαγε μετ' ολίγον εις το πεδίον της μάχης και τους υπό τον Γιατράκον και Πλαπούταν, ακούσαντας τας πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών και ούτως οι Τούρκοι ιδόντες τους Έλληνας επανελθόντας εις τα πεδίον της μάχης υπεχώρησαν, φονεύσαντες 53, αλλά πλειότεροι εφονεύθησαν εξ αυτών. Επανερχόμενοι δε εις Κόρινθον απήντησαν καθ' οδόν τους περί τον Αντώνην Κολοκοτρώνην και Αλωνιστιώτην, αλλά δεν τους ηνώχλησαν, αν και το μέρος ήτον επίπεδον. Μετά τας δύο ατυχείς δοκιμάς απηλπίσθησαν του να σπάσωσι τον προς την Αχαΐαν στρατιωτικόν των Ελλήνων φραγμόν. Έχοντες δε την θάλασσαν ανοικτήν, και λαμβάνοντες εκείθεν ανεμποδίστως τροφάς, έκριναν καλόν ν' αναμείνωσι μέχρι τινός ησύχως τας έξωθεν δυνάμεις κατά τας υποσχέσεις του εν Λαρίσση Χουρσήδη, και τον εις τον αργολικόν κόλπον κατάπλουν του έμπροσθεν των Πατρών στόλου των· αλλ' ηνωχλούντο ακαταπαύστως υπό των Ελλήνων αρπαζόντων καθ' ημέραν τα ζώα των.
Μετά δε τα συμβάντα ταύτα η γερουσία της Πελοποννήσου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνην, επί τη αιτήσει των εν τη Κορινθία στρατευμάτων, αρχιστράτηγον διά τους λαμπρούς και ευτυχείς αγώνας του. Ο δε νέος αρχιστράτηγος, αφήσας φρουράς επί των ανωτέρω θέσεων και δυναμώσας και τας επί των μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενοτοπιών, ανέβη εις Τριπολιτσάν, όπου η γερουσία και ο λαός τον υπεδέχθησαν ευγνωμονούντες και αγαλλόμενοι.
Η αποτυχία της μεγάλης ταύτης εχθρικής εκστρατείας εδόξασε δικαίως τους Πελοποννησίους. Ο δε Τσαρκατσή - Αλήπασας ο αποχωρισθείς του υπό τον Δράμαλην γενικού στρατοπέδου προ της εις Πελοπόννησον εισβολής του, αφ' ού εισήλθεν εις Χαλκίδα, παρέλαβε τους στρατιώτας του και τους εν τω φρουρίω εκείνω διαμένοντας και εξεστράτευσε προς τα Βρυσάκια, όπου ήτο το ελληνικόν στρατόπεδον. Αλλά το στρατόπεδον τούτο μετά τον θάνατον του Αγγελή Γοβρίνα δεν είχεν άξιον αρχηγόν· διά τούτο μόλις είδε τον εχθρόν επερχόμενον, διεσκορπίσθη· οι δε Τούρκοι κατέλαβαν την θέσιν εκείνην.
Διέτριβε πρό τινων ημερών εν Ξηροχωρίω ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις μεταβάς εις Λιθάδαν και εφοδιασθείς διά γραμμάτων του Αρείου πάγου μετέβη την 30 ιουνίου εις Σκιάθον, ίνα πείση, και μεταφέρη εις Εύβοιαν τους εκεί μετά την εν Κασσάνδρα, Ναούση και Ολύμπω καταστροφήν του αγώνος υπό διαφόρους οπλαρχηγούς και υπό την γενικήν αρχηγίαν του Διαμαντή Νικολάου μεταβάντας πολεμικούς άνδρας του Ολύμπου. Επείσθησαν οι άνδρες ούτοι, κατέπλευσαν 600 πλησίον των Βρυσακίων κατεχομένων υπό των Τούρκων, απέβησαν εις την ξηράν, και διά του σφοδρού κανονοβολισμού του υπό τον Άρειον πάγον διατελούντος και καταπλεύσαντος εκ Λιθάδας πλοίου του Βισβίζη, απεδίωξαν τους Τούρκους της θέσεως εκείνης και ετοποθετήθησαν αυτοί. Οι Τούρκοι κατέφυγαν εις το φρούριον κακώς έχοντες, την δε επιούσαν συσσωματωθέντες πάμπολλοι επεξήλθαν, αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν πάλιν περί την εσπέραν εις το φρούριον. Τα αυτά έπραξαν και έπαθαν και την υστεραίαν και έκτοτε περιωρίσθησαν εντός του φρουρίου. Οι δε εντόπιοι Χριστιανοί θαρρυνθέντες, χάρις εις τους Ολυμπίους, συνήλθαν πάλιν εις Βρυσάκια, όπου μετέβησαν και οι πρόκριτοι του βορείου μέρους της Ευβοίας· αλλά κατά δυστυχίαν το υπό τόσον αισίους οιωνούς νεοσυστηθέν στρατόπεδον τούτο διελύθη εντός ολίγου· διότι οι μεν Ολύμπιοι απήτουν πολλά, οι δε εντόπιοι δεν είχαν να τοις δώσωσιν ειμή ολίγα. Αναχωρήσαντες δε οι 600 Ολύμπιοι εις Ωρεόν, διέμειναν εκεί βουλευόμενοι περί του πρακτέου· έφθασε και ο μη συναποπλεύσας γενικός αρχηγός των Διαμαντής· τους επρόφθασαν καί τινες σταλέντες προς αυτούς παρά του Αρείου πάγου· μετέβησαν και οι πρόκριτοι του τόπου, και συμφωνίας γενομένης επανήλθαν οι Ολύμπιοι εις Βρυσάκια υπό τακτόν κατά μήνα μισθόν και έστησαν εκ νέου το στρατόπεδον υπό τον Διαμαντήν.
Και ταύτα μεν τα κατά το ανατολικόν της Ευβοίας μέρος. Ιδού δε και τα κατά το δυτικόν.
Μετά την προς τα μέρη της Καρύστου ήτταν των Ελλήνων, και την εκείθεν αναχώρησιν των έξωθεν ελθόντων οπλοφόρων, εναπέμεινεν ο εντόπιος οπλαρχηγός Κριεζιώτης, περιφερόμενος, ως είρηται, τα βουνά της Ερετρίας και Κούμης. Η φήμη της ανδρίας του ανδρός τούτου έφερεν υπό την σημαίαν του μετ' ολίγον πολλούς συντοπίτας του. Ο δε Τσαρκατσή - Αλήπασας, ευδοκιμήσας κατά του στρατοπέδου των Βρυσακίων, έστειλε στράτευμα και κατά των υπό τον Κριεζιώτην εστρατοπεδευμένων εν Μετοχίω, χωρίω επί του όρους της Κούμης. Εν τούτοις ήλθαν εις βοήθειαν των περί τον Κριεζιώτην έξωθεν στρατιώται υπό τον Αναγνώστην Σαλαμίνιον. Τρεις ημέρας αντετουφεκίζοντο Έλληνες και Τούρκοι. Οι Τούρκοι απέτυχαν του σκοπού των και επανήλθαν εις Χαλκίδα καταδιωκόμενοι.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις όλης της Ευβοίας εκείναις ταις ημέραις· η δε της Κρήτης ήτον η εξής.