Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 24

Chapter 2426 wordsPublic domain

Ιούλιος Ο στρατός ούτος εφοδιασμένος και δι' έξ ελαφρών κανονίων, και των αναγκαίων κανονοβολιστών εισέβαλεν ανεπηρέαστος την 1 Ιουλίου εις Θήβας, έκαυσε την πόλιν και διέχυσεν επί της διαβάσεώς του παντού τρόμον μέγαν. Η Βοιωτία και η Μεγαρίς ηρημώθησαν, και οι κάτοικοί των κατέφυγαν οι μεν εις τα όρη οι δε εις την Σαλαμίνα, όπου κατέφυγαν και οι αρειοπαγίται· αλλά φοβηθέντες ούτοι τον μέχρι θανάτου και εν αυτή τη Σαλαμίνι καταδιώκοντα αυτούς Οδυσσέα έφυγαν και εκείθεν, και μεταβαίνοντες από πλοίου εις πλοίον και από τόπου εις τόπον, κατήντησαν εις το εν Ευβοία Ξηροχώρι, προσπαθούντες να διατηρήσωσι σκιάν διοικήσεως εν μέσω τόσω δεινών περιστάσεων. Πριν δε φθάση ο εχθρικός στρατός εις τον ισθμόν, 1200 υπό τον Τσαρκατσή - Αλήπασαν μετέβησαν εις Εύβοιαν και εισήλθαν εις Χαλκίδα.

Μαθούσα η κυβέρνησις την εχθρικήν εκστρατείαν, ην ούτε τόσον σημαντικήν επίστευεν ούτε τόσον ταχείαν επροσδόκα, έσπευσε να φρουρήση τα πέραν του ισθμού στενά. Πολλοί εκλήθησαν εις φρούρησιν, πλην ολίγοι επροθυμήθησαν· προθυμότερος δε πάντων εφάνη ο Τσαλαφατίνος, όστις εκστρατεύσας επροχώρησε πέραν του Ισθμού επί σκοπώ να προκαταλάβη το Κανδήλι· αλλά πολλά ολίγοι των συνεκστρατευσάντων τον ηκολούθησαν· αμηχανών δε διά την ολιγότητα των ακολούθων του περί του πρακτέου, και μαθών ότι 600 Τριπολιτσιώται υπό τον Σέκερην, Ρήγαν Παλαμίδην και άλλους, 80 Αργείοι υπό τον Νέζον και άλλοι τόσοι Κορίνθιοι ανέβησαν ήδη τα μεγάλα Δερβένια, οπισθοδρόμησε προς αυτούς· όλοι δε καταλαβόντες διαφόρους θέσεις εις εμπόδιον της προόδου των εχθρών εφαίνεντο πρόθυμοι ν' αντιπαραταχθώσιν· αλλ' επί τη θέα τόσου στρατού πλησιάζοντος, εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν αμαχητί, εγκαταλείψαντες και όλας τας αποσκευάς των· μόνοι εναπέμειναν οι υπό τον Τσαλαφατίνον ολίγοι· αλλ' ιδόντες και ούτοι παρ' ελπίδα τους λοιπούς συμπολεμιστάς των φεύγοντας ηναγκάσθηοαν να υποχωρήσωσι. Διαδίδοντες δε οι φεύγοντες εις δικαιολογίαν των όθεν διέβαιναν και διαβεβαιούντες και οι αρχηγοί αυτών ότι οι πλείστοι των συν αυτοίς εχάθησαν εν τη μάχη, ενώ μάχη δεν έλαβε χώραν, και τετραπλασιάζοντες τον αριθμόν των εχθρών και μεγαλαποιούντες τον κίνδυνον έφεραν τον λαόν όλον εις απελπισίαν και κατ' εξοχήν τους εν τη Αργολίδι, οίτινες καταλιπόντες και πόλιν και χωρία και την δυομετακόμιστον περιουσίαν των έτρεχαν άλλοι εις τα όρη, και άλλοι εις τα παραθαλάσσια, γυμνούμενοι οι πλείστοι οι μεν καθ' οδόν υπό των εις την Αργολίδα προς λεηλασίαν του Ναυπλίου επί της προσδοκωμένης πτώσεως του συρρευσάντων Μανιατών, οι δε κατά θάλασσαν υπό των ναυτών, εις ων τα πλοιάρια κατέφευγαν. Τα πάντα ήσαν εν άκρα ταραχή, αταξία, διαιρέσει και απελπισία. Η κυβέρνησις, αντί να εμψυχώση το πλήθος, ωλιγοψύχησεν αυτή· μείνασα δε και αφρούρητος και μη θεωρούσα εαυτήν ασφαλή επί της ξηράς εμβήκε την 6, εκτός τινων μελών της, εις δύο γολέττας ελλιμενιζούσας έμπροσθεν των Μύλων, την μεν υδραϊκήν, την δε σπετσιωτικήν. Κατήντησε δε εις τόσην αδυναμίαν, ώστε ούτε καν τον άργυρον να προφυλάξη εδυνήθη, τον εκ των εκκλησιών και μοναστηρίων συναχθέντα και κατατεθέντα έν τινι πλοίω, όθεν τον ήρπασαν ναύται έξωθεν ορμήσαντες επί λόγω οφειλομένων μισθών. Μόνος ο Θανάσης Καρίγιαννης, Μανιάτης, ευρεθείς εν Άργει ταις ημέραις εκείναις της φυγής, της αρπαγής, της καταπιέσεως και του τρόμου, και ευρών δέκα ομόφρονάς του ανέβη αυθόρμητος και άφοβος εις το φρούριον του Άργους και ύψωσε σημαίαν.

Αφ' ού δε η άνωθεν του ισθμού στενή εκείνη και δι' ολίγων ευπεράσπιστος δίοδος αφέθη όλη ανοικτή διά την λειποταξίαν της φρουράς της, η πρόοδος του εχθρού έμεινε πάντη ανεμπόδιστος. Αλλά, ειδώς ούτος πόσον η διάβασις ήτον επικίνδυνος, επλησίαζε μετά πολλής προσοχής, καθ' όσον μάλιστα έβλεπεν επί των υψωμάτων αναπεπταμένας ελληνικάς σημαίας, ας οι λειποτάκται εγκατέλειψαν εκ της βίας και του τρόμου επί της φυγομαχίας των. Τοιουτοτρόπως ο εχθρικός στρατός εισέδυσε διά του δυσπροσίτου εκείνου μέρους πάντη ανεμπόδιστος, και εχύθη όλος εις την πεδιάδα καταδιώκων καθ' οδόν τους λειποτάκτας και φονεύων καί τινας αυτών. Επί δε της εισόδου του έφυγεν ο φρούραρχος Αχιλλεύς Θεοδωρίδης (β) και όλη η φρουρά της ακροκορίνθου, αν και καλώς ωχυρωμένης και εφωδιασμένης. Εφονεύθησαν και οι έμφρουροι Τούρκοι, εν οις και ο πολυκτήμων Κιαμήλμπεης.

Υπό τοιαύτας ευτυχείς περιστάσεις διαβάς ο Δράμαλης τα δυσδιάβατα Δερβένια την 5, εκυρίευσε την αισχρώς εγκαταλειφθείσαν δυσάλωτον Ακροκόρινθον. Καταπλεύσαντος δε συγχρόνως εις τον Ισθμόν και του εν Πάτραις Ισούφη, και γενομένου αυθημερόν πολεμικού συμβουλίου περί των περαιτέρω κινημάτων, οι πλείστοι, εν οις και ο Ισούφης και ο Αργείος Αλής, οι ειδότες τον τόπον, εγνωμοδότησαν να φρουρηθή προσηκόντως η Ακροκόρινθος και διαιρεθέν το στράτευμα εις τρία να κινηθή το μεν προς την Αργολίδα, το δε προς την επαρχίαν των Καλαβρύτων, το δε προς τας Πάτρας και την Ήλιδα, επί λόγω ότι διηρημένον τοιουτοτρόπως και πάσαν στρατιωτικήν συγκέντρωσιν Ελλήνων θα διεσκέδαζε, και τας αναγκαίας τροφάς θα εύρισκε, και μαχόμενον παντού θα υπερίσχυεν. Αλλ' ο αρχιστράτηγος δεν ενέκρινε την γνώμην ταύτην, και φρουρήσας την Ακροκόρινθον διά τριακοσίων υπό τον Χασάμ - πάσαν, νυμφευθείς και την χήραν του Κιαμήλμπεη ώδευσε πανστρατιά και εν βία προς το Άργος αφήσας επί του ισθμού, υπό φύλαξιν ολίγων, τα πέντε εκ των έξ κανονίων (γ). Έστειλε και 50 ιππείς εις κατασκοπήν, οίτινες, μηδεμίαν ευρόντες αντίστασιν, εισήλθαν την 6 και εις αυτό το Ναύπλιον και ανήγγειλαν την έλευσιν του στρατού προς εμψύχωσιν των πολιορκουμένων και λύσιν της συμβάσεως.

Καθ' ον δε καιρόν ανέβαιναν οι εχθροί προ, το Άργος, οι Έλληνες έκαιαν όλους τους εν τη πόλει και τοις χωρίοις της Αργολίδος καρπούς. Ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Κουμουστιώτης και οι Μαυρομιχάλαι, Γεωργάκης, Ιωάννης, Κατσάκος και Βοΐδής, παραλαβόντες διακοσίους στρατιώτας, υπήγαν εις Κουτσοπόδι εις καύσιν των εκεί ασυγκομίστων εισέτι γεννημάτων· αλλά, καθ' ην ώραν τα έκαιαν, η εχθρική προφυλακή κυκλώσασα το χωρίον ερρίφθη επ' αυτούς αντισταθέντας γενναίως και εφόνευσεν ικανούς, αλλ' οι σημαντικοί, έφιπποι όντες, διεσώθησαν όλοι αβλαβείς. Αύτη υπήρξεν η πρώτη Ελλήνων και Τούρκων σύγκρουσις επί της εισβολής ταύτης.

Εν τοσούτω, επαιρόμενοι οι εχθροί ως μηδαμού ευρόντες αντίστασιν, ανέβαιναν εις Άργος ως εις πανήγυριν. Τόσον δε εθαρρύνθησαν, ώστε μόνοι οι αποσπασθέντες 50 ιππείς, οι φέροντες τας αγαθάς αγγελίας εις Ναύπλιον, εισήλθαν εις Άργος πριν φθάση ο στρατός, και διέμειναν τόσον ολίγοι άφοβοι εν τη εχθρική, εκείνη πόλει ως εν ιδία. Τούτο ιδών ο πλήρης τόλμης και ζήλου Καρίγιαννης άνωθεν της ακροπόλεως εξήλθεν όλος οργή, και εντυχών τινας Αργείους τους επέπληξεν ότι άφησαν την πατρίδα των εις την διάκρισιν τόσων ολίγων εχθρών. Εφιλοτιμήθησαν οι επιπληχθέντες, ώρμησαν μετά των περί τον Καρίγιαννην επί τους εχθρούς, εφόνευσάν τινας, τους δε λοιπούς απεδίωξαν. Τούτου γενομένου, ο γενναίος Καρίγιαννης ανέβη πάλιν εις την ακρόπολιν υπό την σημαίαν του.

Ο δε Κολοκοτρώνης (δ), διατριβών έτι εν Τριπολιτσά, έμαθε την εις Αργολίδα εισβολήν του Δράμαλη και την εις τα πλοία καταφυγήν της κυβερνήσεως, και ιδών τον κίνδυνον της πατρίδος εδόθη όλος εις υπεράσπισίν της πρόθυμον συνεργόν ευρών την γερουσίαν (ε) καταβαλούσαν έκτοτε πάσαν φροντίδα εις ασφάλειαν του κράτους, έγραφε παντού, εφοβέριζεν, ενήργει, εδείκνυεν άκραν αφοβίαν εν μέσω του επικρατούντος γενικού φόβου, διέταξε τον μεν Πλαπούταν να έλθη μετά 500 πλησίον του Άργους και τοποθετηθή εν Σχοινοχωρίω (ζ), τον δε Αντώνην Κολοκοτρώνην να μεταβή μετά 400 εις τον άγιον Γεώργιον· εξήλθε δε και αυτός της Τριπολιτσάς προς τους Μύλους.

Ο δε Υψηλάντης, διατριβών επί της εισβολής του Δράμαλη εν Άργει, κατέκρινεν ως άνανδρον την εις τα πλοία καταφυγούσαν κυβέρνησιν, και πρόθυμος να τρέξει εις βοήθειαν της κινδυνευούσης πατρίδος ανέβαινεν εις Τριπολιτσάν προς έντευξιν των μη μετατοπισάντων γερουσιαστών και του Κολοκοτρώνη και εις σύσκεψιν περί του πρακτέου· ανέβαιναν δε επί του αυτώ σκοπώ συγχρόνως εκ των Μύλων και ο Πετρόμπεης και ο Κρεββατάς προεστώς του Μιστρά, και απήντησαν όλοι τον Κολοκοτρώνην κατά το Ταβούλι· εκεί συσκεφθέντες έκριναν προ παντός αναγκαίον να καταλάβωσι την έρημον και ανώχυρον ακρόπολιν του Άργους εις απασχόλησιν του εχθρού εντός της Αργολίδος ολίγας ημέρας, έως ού λάβωσι καιρόν και συνάξωσι στρατιώτας εις αντίστασιν, διότι οι Τούρκοι σπανίως αφίνουν όπισθεν των εχθρούς συσσωματωμένους. Εις κατάληψιν δε αυτής εστάλησαν ο Μπαρμπιτσιώτης, ο Κατσάκος, ο Κουμουστιώτης και ο Ζαχαρόπουλος μετά 200 στρατιωτών. Ούτοι φθάσαντες πλησίον της ακροπόλεως ηπόρησαν και εχάθησαν ιδόντες κυματίζουσαν επί της κορυφής της ελληνικήν σημαίαν, εισήλθαν προθυμότεροι, ησπάσθησαν εγκαρδίως τον Καρίγιαννην και κατέλαβαν και την υπ' αυτήν μονήν της Κεκρυμμένης. Κατόπιν των ρηθέντων οπλαρχηγών ανέβησαν εις την ακρόπολιν και ο Υψηλάντης, ο Γεωργάκης και Ιωάννης Μαυρομιχάλαι και ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ώστε όλη η εν αυτή, φρουρά συνίστατο εξ 700 επιλέκτων.

Την 10 εχύθη όλος ο εισβολής στρατός εις Αργολίδα, όπου και εστρατοπέδευσε· την δε 12 έφθασεν ο αρχιστράτηγος εις την πόλιν του Άργους· και ο μεν Αργείος Αλής, παραλαβών ιππείς τινας εισήλθεν υπό τον κρότον των κανονίων εις Ναύπλιον, ο δε Δράμαλης επολιόρκησεν ευθύς στενώς και επολέμει την ακρόπολιν του Άργους και την μονήν της Κεκρυμμένης.

Αφ' ού δε οι συνελθόντες εις Ταβούλι διεχωρίσθησαν, ο Κολοκοτρώνης εκίνησε προς τον άγιον Γεώργιον διά του Τουρνικίου, θέλων να παρατηρήση εκ του πλησίον τα κινήματα του εχθρού· ευρών δε καθ' οδόν εν τω χωρίω του Μαλανδρινίου Τούρκους (η) εκ των του Δράμαλη ελθόντας επί λαφυραγωγία, τους έκαυσε κλεισθέντας έν τινι οικία και μη θελήσαντας να παραδοθώσιν. Ετοποθέτησε δε τον μεν Αντώνην Κολοκοτρώνην και άλλους τινάς οπλαρχηγούς, έχοντας όλους 500, κατά τα Δερβενάκια, τον δε Γεώργην Αλωνιστιώτην και τους συν αυτώ κατά τον άγιον Γεώργιον, όπου διέμεινε προς καιρόν και αυτός.

Ο δε Πετρόμπεης επανήλθεν εις τους Μύλους, όπου ήσαν και προ της εισβολής του Δράμαλη ικανά στρατεύματα συνηθροισμένα εις λαφυραγωγίαν επί τη προσδοκωμένη πτώσει του Ναυπλίου και όπου συνήρχοντο καθ' ημέραν και άλλα. Κατείχαν δε τα στρατεύματα ταύτα την θέσιν των Μύλων και την του Κεφαλαρίου την εν τη υπωρεία του Χάου, όπου αναφαίνονται τα νερά του από της Στυμφάλης λίμνης πηγάζοντος Ερασίνου, και υπό γην μέχρι της θέσεως εκείνης ρέοντος. Το σχέδιον δε των αρχηγών Ελλήνων ήτο να κλείσωσι τας εξόδους των εχθρών και να τους λιμοκτονήσωσιν εντός της Αργολίδας μη ευρίσκοντας τροφάς, διότι οι Έλληνες επρόλαβαν και τας έκαυσαν. Εν τοσούτω οι εν τη ακροπόλει του Άργους και οι εν τη μονή της Κεκρυμμένης επροκάλουν εις μάχην άνωθεν τους εχθρούς τουφεκίζοντες. Οι Τούρκοι, αφ' ού τοις επρόβαλαν να προσκυνήσωσι και δεν εισηκούσθησαν, εκανονοβόλουν την Κεκρυμμένην από του Φορονέως, και ετουφέκιζαν νύκτα και ημέραν και την ακρόπολιν· επέμειναν δε πολεμούντες, αν και ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, διότι επίστευαν, ότι οι Αργείοι και άλλοι απέθεσαν εν τη ακροπόλει την πολύτιμον περιουσίαν των. Οι έγκλειστοι δεν έπασχαν έλλειψιν τροφής, διότι επρόλαβαν και εισεκόμισαν εκ της πόλεως, αλλά νερού. Τούτο εγνώριζαν οι εν Μύλοις και εν Κεφαλαρίω, και πεπεισμένοι ότι δεν εδύναντο οι έγκλειστοι ν' ανθέξωσι μέχρι πολλού, και βλέποντες περί εαυτούς ικανά στρατεύματα, απεφάσισαν να κινηθώσιν επί τους πολιορκητάς, και ειδοποίησαν και τον εκ της θέσεως του Σχοινοχωρίου εις την των Ακόβων, πλησιεστέραν του Άργους, μεταβάντα Πλαπούταν ίνα κινηθή και αυτός συγχρόνως. Τοιουτοτρόπως πεσόντες την 15 πολλαχόθεν επί τους πολιορκούντας ήνοιξαν την ακρόπολιν. Αλλ' επειδή η κατοχή της ήτο δι' ους είπαμεν λόγους εισέτι αναγκαιοτάτη, εξήλθαν μόνον, κοινή γνώμη, ο Υψηλάντης, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και οι πλείστοι των στρατιωτών· εναπέμειναν δε οι λοιποί αρχηγοί και 250 στρατιώται, δυνάμενοι, δι' ης είχαν τροφής και πόσεως, αφ' ού τόσον ηλαττώθη ο αριθμός των, να ενδιαμείνωσιν εισέτι ολίγας ημέρας· συνεννοήθησαν δε να έλθωσι και εκ δευτέρου μετ' ολίγον οι έξωθεν εις βοήθειάν των. Τοιουτοτρόπως, χάρις εις την αφοσίωσιν και γενναιότητα των απομεινάντων εν τη ακροπόλει Ελλήνων, ασχολούμενος ο εχθρός εις την πολιορκίαν αυτών, δεν επεχείρησε να προχωρήση εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου. Διά τοιούτων τεχνασμάτων επροσπάθουν οι Έλληνες να στήσωσι την πρόοδον του δεινού στρατού, ότε αίφνης εγνώσθη ότι πολυάρμενος οθωμανικός στόλος έπλεεν έξωθεν της Ύδρας σκοπεύων, ως εφαίνετο, να εισπλεύση τον αργολικόν κόλπον. Εύκολον είναι να φαντασθή τις τον εύλογον φόβον των Ελλήνων κατά την επικίνδυνον εκείνην ώραν, και εξαιρέτως την παραζάλην της κυβερνήσεως ούτε επί της ξηράς θεωρούσης εαυτήν ασφαλή, ούτε εντός των πλοίων, όπου κατέφυγε, δυναμένης πλέον να διαμένη. Καλή τύχη ο στόλος, ως αν δεν εφρόντιζε περί των συμφερόντων του κράτους, ή ως αν ήτο ξένος ο επί της Αργολίδος αγών, αντί να εισπλεύση και συμπράττων μετά του στρατού καταστρέψη διά μιας τα πάντα, εξηκολούθησεν ησύχως τον πλουν προς τας Πάτρας ίνα παραλάβη τον εκεί διατρίβοντα Μεχμέταπασαν διαδεχθέντα τον εν Χίω θανατωθέντα Καπητάμπασαν.

Διασκεδασθέντος του μεγίστου τούτου κινδύνου, οι εν Μύλοις και εν Κεφαλαρίω εστρατοπεδευμένοι Έλληνες, αναλογισθέντες ότι η έξοδος των εν τη ακροπόλει απομεινάντων δεν επεδέχετο περαιτέρω αναβολήν, εκίνησαν εις λύτρωσιν των υπό την αρχηγίαν του Αντώνη Μαυρομιχάλη την 19, καλέσαντες, ως και πρότερον, τον Πλαπούταν όπως συμπράξη. Αλλ' ούτος δεν ειδοποιήθη εν καιρώ, ώστε όλον το πλήθος των εχθρών έπεσεν επί τους ελθόντας εκ Μύλων και Κεφαλαρίου.

Ανήγειραν οι πολιορκούντες και πολεμούντες την ακρόπολιν Τούρκοι προς τοις άλλοις ένα προμαχώνα υπ' αυτήν, υπερενοχλούντες τους πολιορκουμένους. Αλλ' οι πολιορκούμενοι, τουφεκίζοντες άνωθεν, ηνάγκασαν τους κατέχοντας αυτόν να τον εγκαταλείψωσι, και ενέθεσαν τον Βοϊδήν Μαυρομιχάλην. Ο φιλοκίνδυνος ούτος ανήρ εξήλθε διαρκούσης της μάχης μετά 40 ακολούθων ξιφήρης και έπεσεν επί τους πλησίον του ολίγους εχθρούς. Αλλ' οι λοιποί Έλληνες, μη ηξεύροντες ότι ο προμαχών κατελήφθη υπό των συναδέλφων των, εξέλαβαν τους εντός ως εχθρούς· και βλέποντες αυτούς μεν διασκορπίζοντας τους πλησίον αυτών, άλλοθεν δε γενειοφόρον στρατιώτην, ή κατ' άλλους παπάν, βαστώντα σημαίαν και φεύγοντα, ετράπησαν όλοι εις φυγήν. Τότε οι εχθροί, βλέποντες τους Έλληνας φεύγοντας, έπεσαν έφιπποι και πεζοί κατόπιν των και τους κατεδίωξαν προσπαθούντας να διασωθώσιν επί του Χάου· εφόνευσαν δε 153, και επλήγωσαν 64. Μετά την απροσδόκητον ταύτην τροπήν και φθοράν των Ελλήνων οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις την πόλιν του Άργους, οι δε Πελοποννήσιοι, ιδότες τόσον αριθμόν πεσόντων και πληγωθέντων αδελφών, συνήχθησαν πάλιν εις Κεφαλάρι, έντρομοι. Εν τοσούτω οι εν τη ακροπόλει εφαίνοντο μηδεμίαν πλέον έχοντες ελπίδα σωτηρίας.

Ο δε κατά τον άγιον Γεώργιον Κολοκοτρώνης μαθών το δυστύχημα μετέβη την επαύριον (20 Ιουλίου) εις Μύλους, όπου εκτός των ηττηθέντων σωμάτων ηύρε καλή τύχη 1300 Αρκαδίους, φθάσαντας μετά την μάχην· θέλων δε να θαρρύνη τους δειλιάσαντας, ανέβη επί τινος υψώματος και εφλόγισε τας καρδίας των ακροατών του διά των σφοδρών επιπλήξεών του, διά των πατριωτικών προτροπών του, και δι' ων έδωκε χρηστών ελπίδων· και επειδή τότε επρόκειτο προ παντός άλλου να προφθάσωσι και σώσωσι τους εν τη ακροπόλει, εκίνησαν την αυτήν εσπέραν τα στρατεύματα υπό τον Κολοκοτρώνην και την μεν πρώτην και δευτέραν νύκτα ηκροβολίσθησαν ανεπιτυχώς. Την δε τρίτην, διαρκούντος του συνήθους ακροβολισμού, έλαβαν οι έγκλειστοι καιρόν και εξήλθαν όλοι σχεδόν σώοι. Παρέβλεψαν δε ως φαίνεται και οι Τούρκοι, ως έχοντες πρώτιστον σκοπόν την διαρπαγήν των πραγμάτων. Ο δε πρώτος στήσας επί της ακροπόλεως την σημαίαν Καρίγιαννης έτυχε κοιμώμενος την ώραν της εξόδου. Εξυπνήσας δε, και ιδών απροσδοκήτως εαυτόν εν μέσω των εχθρών καταγινομένων να λαφυραγωγώσιν ό,τι εύρισκαν, διότι πολίται τινες του Άργους είχαν τω όντι αποθέσει εν τη ακροπόλει προς ασφάλειαν επί του διασκορπισμού των τα έπιπλά των, έδραξε και αυτός εκ του προχείρου κακάβιον, έχωσεν εν αυτώ όλην την κεφαλήν του ώστε να μη φαίνεται τα πρόσωπόν του, και χειροκρατών ουτιδανά σκεύη εξήλθε της ακροπόλεως την ημέραν, τραγωδών και σκιρτών, διά μέσου των εχθρών, υπολαβόντων αυτόν ως ένα των εισελθόντων Τούρκων μεταφέροντα εις την πόλιν του Άργους τα λάφυρά του.

Εν τω μεταξύ δε τούτω εστάλη εκ νέου πρεσβεία εις Ζάκυνθον επί τη προτάσει του στρατιωτικού της Πελοποννήσου, επικαλουμένη δι' εγγράφου την προστασίαν των Άγγλων· αλλά δεν ενεκρίθη το έγγραφον όπως ήτο συντεταγμένον, και ο πρεσβευτής Πονηρόπουλος επανήλθεν εις Πελοπόννησον προς καταλληλοτέραν αυτού σύνταξιν.

Μετά δε την εις Αργολίδα εισβολήν του οθωμανικού στρατού και την εις Ναύπλιον είσοδον του Αλή ως φρουράρχου, η περί παραδόσεως συνθήκη ελύθη, και οι ακολουθήσαντες την εισελθούσαν εις Ναύπλιον επί καταγραφή, των πραγμάτων επιτροπήν, ένοπλοι έως τότε, αφωπλίσθησαν. Αλλά τα εντός του φρουρίου ευρεθέντα μέλη της επιτροπής ούτε εκακοποιήθησαν, ούτε εις τον Δράμαλην ζητούντα αυτά παρεδόθησαν, διότι οι εν Ναυπλίω Τούρκοι εφοβούντο μη δώσωσι δικαίαν αφορμήν και αντικακοποιήσωσιν οι Έλληνες τους παρ' αυτοίς ομηρεύοντας οικείους των· διέμεινε δε και ο θαλασσόπυργος υποχείριος των Ελλήνων. Ο Δράμαλης επροσπάθησεν εν πρώτοις να διαφθείρη την φρουράν του· αφ' ού δε απέτυχε, διέταξε τους εν Ναυπλίω να τον κανονοβολήσωσι, τοις έστειλε κανονοβολιστάς, και ούτω το πρωί της 21 ήρχισε σφοδρότατος κανονοβολισμός· κατέλαβε δε και το έξωθεν του τείχους χωρίον Αρίαν. Η φρουρά του κανονοβολουμένου οχυρώματος συνίστατο τότε έκ τινων Κρανιδιωτών, αλλ' εισήλθαν εις ενίσχυσιν και εις ευστοχωτέραν χρήσιν των κανονίων οι φιλέλληνες Χάστιγξ, Χάνης, Ανεμάτος και Γέρβης υπό τον Ιορδάνην, ον διέταξεν η κυβέρνησις να καύση την πόλιν του Ναυπλίου, δι' ης επηγγέλλετο πυροτεχνίας· αλλ' ο αρχηγός ούτος έγεινεν άφαντος ελθούσης της ειδήσεως ότι εισέπλεεν ο εχθρικός στόλος, διέμειναν όμως οι άλλοι Έλληνες και φιλέλληνες κανονοβολούντες και κανονοβολούμενοι. Ο πόλεμος δε ούτος, συχνώς και σφοδρώς από της ημέρας εκείνης επαναλαμβανόμενος, δεν έπαυσεν ειμή την 25 επί τη εκτενεί αιτήσει των Ναυπλιέων, οίτινες βλέποντες φθειρομένας τας οικίας των εδικαιολογούντο προς τους Έλληνας, ότι κατά διαταγήν του Δράμαλη και όχι κατ' ιδίαν θέλησιν ήρχισαν τας εχθροπραξίας. Εν τω διαστήματι όμως τούτω έπαθαν τα τείχη του θαλασσοπύργου, και κατεστάθησαν άχρηστα καί τινα των κανονίων του, αλλ' ουδείς των υπερασπιστών του εφονεύθη· δύο μόνον Κρανιδιώται επληγώθησαν.