Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 23
Οπλαρχηγός του τμήματος της Άρτης, εις 1 ανήκε το χωρίον του Πέτα, ήτον ο Γώγος, ούτινος τα λαμπρά εν τω χωρίω εκείνω και εν Μακρυνόρει κατορθώματα αρχομένου του αγώνος διηγήθημεν. Κατ' εκείνας τας ημέρας εστρατοπέδευεν ο ανήρ ούτος εν τω ρηθέντι χωρίω. Αν και το πρώτον έτος της επαναστάσεως επολέμησε φανερά τους Τούρκους και έφθειρε πολλούς και εματαίωσε και τα κατά της Αιτωλοακαρνανίας σχέδιά των, οι Τούρκοι, θεωρούντες τον ως δυνατόν και ως έχοντα πολλήν και δικαίαν φήμην, τον άφησαν ανενόχλητον οπλαρχηγόν του τμήματός του υποκρινόμενον έκτοτε τον φίλον των· αλλ' ούτε εκείνοι επίστευαν αυτόν, ούτε αυτός εκείνους· δι' ο και ασυνέντευκτοι ήσαν, και συνενοούντο μόνον διά γραμμάτων εξαγοραζόμενοι αμοιβαίως τον καιρόν. Ο οπλαρχηγός ούτος, διατηρών φανεράς σχέσεις προς τους Τούρκους, διετήρει επίσης φανεράς και προς τους Έλληνας· και τοις μεν έλεγεν ότι το εθνικόν συμφέρον απήτει να πολιτεύεται τους Τούρκους, τοις δε ότι η φρόνησις απήτει να πολιτεύεται τους Έλληνας. Αφ' ού δε οι Έλληνες εστρατοπέδευσαν εν Κομποτίω, οι Τούρκοι, αναλογιζόμενοι την παρελθούσαν διαγωγήν του, τον υπώπτευσαν υπεράλλοτε και τω έγραψαν ότι καιρός ήτο να προσβάλωσιν εκ συμφώνου τους κλέπτας· ούτος δε τοις απεκρίθη, ότι έτοιμος ήτον, αλλ' ενόμιζε καλόν να μη βιασθώσι· τους εζήτει δε τροφάς και πολεμεφόδια διά τους στρατιώτας του. Οι Τούρκοι και την περί αναβολής γνώμην του ήκουσαν, και όσα εζήτησε τω έστειλαν, εξ ών άλλα μεν εχάρισε τοις ομοπίστοις του, αλλά δε τοις επώλησεν εις μισθοδοσίαν των στρατιωτών του· δεν τοις απέκρυψε δε ουδ' ό,τι τω έγραφαν εσχάτως οι Τούρκοι, ουδ' ό,τι αυτός απεκρίθη. Τοιούτος ήτον ο Γώγος.
Εις εκτέλεσιν δε του σχεδίου της ελληνικής εκστρατείας υπέρ της Κιάφας ο μεν Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Βλαχόπουλος, ο Καρατάσος, και ο Γάτσος εκίνησαν την εσπέραν της 21 μετά χιλίων διακοσίων προς την Κιάφαν οι δε τακτικοί, οι φιλέλληνες, οι Επταννήσιοι, ο Γρίβας, ο Γενναίος και ο Γιατράκος μετέβησαν την επαύριον εις του Πέτα, όπου ηύραν τον Γώγον και άλλους οπλαρχηγούς· έμειναν δε εν Κομποτίω τινές Μεσολογγίται, Ανατολικιώται και Ζυγιώται υπό τον Παναγιώτην Ντόβαν, τον Σπύρον Πεταλούδην και τον Κωνσταντίνον Γκολφίνον. Ο δε Μαυροκορδάτος, ακολουθούμενος υπό τινων Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών, μετέβη αυθημερόν εις Λαγκάδαν επί προμηθεία των αναγκαίων του στρατού. Την αυτήν δε ημέραν συνέβη το εξής δυστύχημα της εκστρατείας, πρόδρομος δεινοτέρων δυστυχημάτων.
Διά του Πασάνου, διοικούντος τας δύο μικράς κανονοφόρους, είχαν ήδη καταλάβει οι Έλληνες τον αμβρακικόν κόλπον. Οι Τούρκοι, θέλοντες να τον ανακτήσωσιν, ητοίμασαν εν Πρεβέζη και μετέφεραν εις τον κόλπον τρεις μεγάλας κανονοφόρους. Άνισος ήτον η πάλη, και ο Πασάνος επροσπάθησε να ρίψη εις την ξηράν τας κανονοφόρους του, αίτινες ευρέθησαν ανυπόπτως πλέουσαι επί τω είσπλω των εχθρικών· αλλ' η επικρατούσα νηνεμία εματαίωσε τας προσπαθείας του. Απελπισθείς δε του να τας λυτρώση, εμβήκεν εις το εφόλκιόν του και ηγωνίζετο διά της κωπηλασίας να σωθή καν αυτός επί της αρκτικής άκρας του κόλπου· αλλ' εύστοχος κανονία εβύθισε το εφόλκιον, και ούτως οι εχθροί, συλλαβόντες τας κανονοφόρους και τα πληρώματα, συνέλαβαν και αυτόν φερόμενον επί των κυμάτων, τον απεκόμισαν σιδηροδέσμιον εις Άρταν και τον εφυλάκισαν (α), τους δ' αθλίους ναύτας εσούβλισαν εν Πρεβέζη. Τοιουτοτρόπως οι Τούρκοι γενόμενοι κύριοι όλου του αμβρακικού κόλπου διέκοψαν την διά θαλάσσης κοινωνίαν του ελληνικού στρατοπέδου και της Ακαρνανίας.
Οι δε περί τον Βαρνακιώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς, αναχωρήσαντες εκ Κομποτίου, απήντησαν μεγάλα εμπόδια εις την προς την Κιάφαν πορείαν των περιφερόμενοι τήδε κακείσε, διώκοντες και διωκόμενοι, έως ού πάμπολλοι Τούρκοι επέπεσαν το πρωί της 29 κατά την Πλάκαν, χωρίον επί όρους υψηλού και απέχον της μεν Κιάφας 10 ώρας, του δε Κομποτίου 4. Η μάχη διήρκεσεν ισοπαλής μέχρι της μεσημβρίας, καθ' ην, ελθούσης νέας και ακουράστου προς τους εχθρούς επιβοηθείας, ετράπησαν οι Έλληνες απηυδηκότες εξ αιτίας της μάχης της αυγής και κατέφυγαν διωκόμενοι εις την ακρώρειαν. Οι δ' εχθροί εκυρίευσαν την θέσιν των, επήραν όλην την πολεμικήν αποσκευήν των και τας ολίγας τροφάς των, και εφόνευσαν και επλήγωσαν υπέρ τους 100. Οι Σουλιώται έστειλαν 500 εις επικουρίαν, ως προϋπεσχέθησαν, αλλ' απαντήσαντες ούτοι πολλάς δυσκολίας καθ' οδόν δεν έφθασαν πλησίον της Πλάκας ειμή την ακόλουθον ημέραν της μάχης, καθ' ην μαθόντες την επί της προτεραίας φυγήν των Ελλήνων επανήλθαν εις τα ίδια· οι δε καταφυγόντες εις την ακρώρειαν Έλληνες, απελπισθέντες του να χρησιμεύσωσι πλέον προς τον σκοπόν δι' ον εξεστράτευσαν, κατέβησαν την νύκτα όπισθεν του όρους και έφθασαν εις Πέτα κακώς έχοντες την 1 Ιουλίου, και ούτως εματαιώθη το δι' εκείνου του μέρους υπέρ της Κιάφας σχέδιον.
Οι δε εν Πέτα φιλέλληνες, και κατ' εξοχήν ο αρχηγός αυτών Δανίας, ακούσαντες επί της εκεί αφίξεώς των, ότι 800 των εν Άρτη Αλβανών εξήλθαν εις τας πλησιοχώρους κώμας απεφάσισαν να επιστρατεύσωσι. Τόσον δε ακράτητος ήτον η τόλμη του Δανίου και τόσον θερμή η επιθυμία του να διαπρέψη, ώστε παρήκουσε και αυτόν τον αρχηγόν των επιτελών Νορμάννον, υφ' ον διετέλουν οι τακτικοί και οι φιλέλληνες, μη εγκρίνοντα την επικίνδυνον ταύτην περιπλάνησιν. Επειδή οι φιλέλληνες ούτε τόπον ούτε γλώσσαν εγνώριζαν, παρέλαβάν τινας των οπαδών του Γώγου ως οδηγούς. Καθ' ην δε ημέραν εξεστράτευσαν (25 ιουνίου), συνεξεστράτευσαν και οι Επταννήσιοι υπό τον Πανάν, και όλοι κατέβησαν εν πρώτοις προς την όχθην του ποταμού της Άρτης, και μέχρι τινός παραποταμοπορούντες ανέβησαν την νύκτα εις Πλάκαν, όπου δεν ηύραν ψυχήν, διότι διαβάντες εκείθεν την προτεραίαν οι Αλβανοί τόσον ητάκτησαν, ώστε οι κάτοικοι όλοι κατέφυγαν εις τα όρη και τα δάση· είδαν όμως επί τινων ορέων πέραν του ποταμού πολλά πυρά, και εντεύθεν συμπεράναντες ότι εκεί ήσαν οι εχθροί, εκίνησαν κατ' εκείνο το μέρος την ακόλουθον αυγήν, επέρασαν προς μεσημβρίαν τον ποταμόν, και την εσπέραν έφθασαν εις το ορεινόν χωρίον Βρόντσαν, όπου εφαίνοντο τα πυρά την παρελθούσαν νύκτα, αλλά δεν ηύραν ειμή μίαν και μόνην γυναίκα και έμαθαν, ότι προ ολίγου έφυγαν οι Αλβανοί εκείθεν εν βία· η δε εν βία φυγή φαίνεται ότι προήλθεν έκ τινων τουφεκιών, ας έρριψαν οι δοθέντες παρά του Γώγου οδηγοί, εν ώ επλησίαζαν προς την Βρόντσαν, είτε κατά την επικρατούσαν συνήθειαν των οπλοφόρων Ελλήνων τουφεκιζόντων ασκέπτως και ασκόπως, είτε ώς τινες των φιλελλήνων υπώπτευσαν εις προειδοποίησιν και προφύλαξιν των εχθρών. Επειδή το χωρίον εκείνο κείται άνωθεν της μεταξύ Άρτης και Ιωαννίνων διερχομένης διά τινος αυλώνος οδού, ο Δανίας απεφάσισε να ενδιαμείνωσιν οι περί αυτόν εις ένεδραν μηδαμώς υποπτευόντων των Τούρκων ότι παρήσαν εχθροί· και επειδή έφαγαν τας ολίγας τροφάς των, παρεκάλεσαν τον Γώγον να τοις στείλη άλλας, ως προϋπεσχέθη· εν τούτοις συνέλαβάν τινας Τούρκους διαβαίνοντας. Τόσον δε ήσαν άφοβοι, ώστε 40 απεκόπησαν την νύκτα και έτρεξαν πολλάς ώρας μακράν των άλλων προς τα Πέντε - Πηγάδια, διότι ήρχετο εκείθεν βαθύς και κωφός ήχος τουφεκισμών· αλλ' επειδή ο ήχος, όστις μόνος τους ωδήγει, έπαυσε προϊούσης της νυκτός, επανήλθαν εις Βρόντσαν έπεσαν δε επί της επανόδου των εξαίφνης είς τινα εχθρικήν φρουράν μιαν ώραν μακράν των Πηγαδιών και τους μεν εσκότωσαν, τους δε διεσκόρπισαν. Ο Δανίας είχε διάθεσιν να διατρίψη εκεί ημέρας τινάς μετά του μικρού του στρατού· αλλ' η στέρησις των τροφών και η μη αποστολή άλλων παρά του Γώγου, έτι δε και κατεπείγουσα περί επανόδου διαταγή του Νορμάννου, μαθόντος ότι οι εν Άρτη Τούρκοι εμελέτων εντός ολίγου να εκστρατεύσωσιν, ηνάγκασαν τους περιπλανωμένους τούτους να επανέλθωσιν εις Πέτα, όπου έφθασαν την 1 ιουλίου.
Και άλλοθεν ίσως, αλλά βεβαίως εκ του εξής περιστατικού, οι εν Άρτη Τούρκοι ανεκάλυψαν κατ' εκείνας τας ημέρας την αδυναμίαν της ελληνικής εκστρατείας, δι' ην εφοβήθησαν κατ' αρχάς υποθέτοντές την πολλά σημαντικήν.
Οι Τούρκοι, εν ώ το ελληνικόν στρατόπεδον διέμενεν εν Κομποτίω, ενεδρεύοντες διά νυκτός πλησίον του χωρίου εκείνου, συνέλαβαν, τελευτώντος του ιουνίου, τον εκ του τάγματος των φιλελλήνων Ιταλόν Μονάλδην περιδιαβάζοντα και τον έφεραν εις Άρταν. Ούτος, περιποιηθείς και θαρρυνθείς υπό των εκεί διατριβόντων πασάδων, του Ισμαήλ - Πλιάσα και του Μεχμέτ - Ρεσίτη, του και Κιουταχή, ανεκάλυψεν αυτοίς και τας ενεστώσας δυνάμεις και τα μελετώμενα κινήματα και τας ελπίδας των Ελλήνων· αλλ' ο δυστυχής δεν εδυνήθη διά των ανακαλύψεών του ν' αποφύγη τον επαπειλούντα κίνδυνον. Οι άπιστοι πασάδες, μαθόντες όσα ήθελαν, τον απεκεφάλισαν και έστησαν την κεφαλήν του εις το μέσον της αγοράς της Άρτης. Οι Τούρκοι εθαρρύνθησαν μεγάλως ακούσαντες όσα ηγνόουν και τα εκοινοποίησαν τω γενικώ αρχηγώ των Βρυώνη, όστις μετά την αναχώρησιν του Χουρσήδη, αφ' ού διέθεσε πρεπόντως τα της πολιορκίας της Κιάφας, κατέλαβε τας Βαριάδας, κεντρικήν θέσιν μεταξύ Ιωαννίνων, Άρτης και Σουλίου.
Ιούλιος Αν και η κατοχή του Κομποτίου ήτον αναγκαιοτάτη, διότι το χωρίον τούτο κείται επί της μεταξύ του Πέτα και της Λαγκάδας οδού, δι' ης οι εν Πέτα ελάμβαναν τας τροφάς και τα πολεμεφόδια, μόνον 150 ήσαν οι εναπομείναντες. Οι δε εν Άρτη, ως χίλιοι, επέπεσαν αίφνης την 3, έκαυσαν τα άκρα του χωρίου και ανέβησαν εις την επί του υψώματος εκκλησίαν της Ευαγγελίστρας, όπου εκλείσθησαν οι ολίγοι Έλληνες και υπερασπίσθησαν ευτυχώς δύο ώρας έως ού, ακουσθέντος του τουφεκισμού, έφθασεν έγκαιρος βοήθεια από του Πέτα υπό τον Γρίβαν και τον Γενναίον, και από της Λαγκάδας υπό τον Ράγκον, και ούτως οι Τούρκοι, προσβληθέντες υπό των έξωθεν ελθόντων και φοβηθέντες ότι επήρχοντο και άλλοι, ανεχώρησαν, φονευθέντων τινών εξ αυτών· επληγώθησαν δε και 7 Έλληνες. Μετά την μάχην ταύτην ανεκλήθη ο Γενναίος εις Πελοπόννησον παρά του πατρός του.
Τας αυτάς δε ημέρας εκινήθησαν οι Τούρκοι επί τους περί τον Κυριακούλην εστρατοπεδευμένον παρά τον λιμένα του Φαναρίου. Σκοπός της εκεί αποβάσεως των Ελλήνων ήτο ν' ανοιχθή διά της συμπράξεως των Σουλιωτών η εις Κιάφαν άγουσα οδός επί εισαγωγή τροφών. Οι Σουλιώται, μαθόντες την απόβασιν, έσπευσαν να στείλωσι βοήθειαν· αλλ' οι Τούρκοι, ως τρισχίλιοι, επέπεσαν το πρωί της 4. Αντέστησαν οι Έλληνες γενναίως, φονεύσαντες ικανούς εκ των αλλεπαλλήλως εφορμώντων. Οι Τούρκοι, παθόντες πολλήν βλάβην ως απροφύλακτοι, ήρχισαν να υποχωρώσιν. Ο δε εν Βαλτετσίω νικητής Κυριακούλης διεκρίθη και εν τη περιστάσει ταύτη διά την συνήθη αφοβίαν του· αλλ', εν ώ έτρεχεν από προμαχώνος εις προμαχώνα προς εμψύχωσιν των στρατιωτών του, τον εκτύπησε κατάκαρδα τουφεκοβολή και τον έρριψε νεκρόν. Ο παρακολουθών αυτόν στρατιώτης, φοβηθείς μήπως η γνώσις του θανάτου του αρχηγού διαταράξη τους συμπολεμιστάς του, επέρριψε τον επενδύτην του και απέκρυψε τον θάνατόν του καθ' όλην την διάρκειαν της μάχης. Εφονεύθη και ο αρχηγός του εχθρικού στρατεύματος, όστις κατά την γνώμην τινών ήτο ο κατά το Βαλτέτσι στρατηγήσας κεχαγιάμπεης. Οι δε Έλληνες διετήρησαν όλην την ημέραν τας θέσεις των, την δε νύκτα αποφασίσαντες ν' αναχωρήσωσιν εξ αιτίας της προξενηθείσης αθυμίας και αταξίας εν τω στρατοπέδω επί τω θανάτω του καλού αρχηγού του, οι μεν Σουλιώται επανήλθαν εις τα ίδια, οι δε λοιποί επέβησαν εις τα εν τω λιμένι πλοία, και αποπλεύσαντες την επαύριον απεβιβάσθησαν εις Μεσολόγγι φέροντες τον νεκρόν του Κυριακούλη, ον εκήδευσεν η πόλις λαμπρώς. Αφ' ού δ' εματαιώθησαν τοιουτοτρόπως αι δύο εκστρατείαι του Φαναρίου και της Πλάκας και απέπλευσαν τα τέσσαρα ελληνικά πλοία, οι Σουλιώται απέβαλαν πάσαν ελπίδα εξωτερικής αντιλήψεως.
Το χωρίον του Πέτα κείται επί θέσεως ορεινής και οχυράς εν μέσω δύο σειρών βουνών, της μεν έμπροσθεν προς δυσμάς της δε όπισθεν. Αφ' ης ημέρας εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εν τω χωρίω τούτω, οι τακτικοί, οι φιλέλληνες και οι Επταννήσιοι κατέλαβαν την έμπροσθεν σειράν, την και επικινδυνοτέραν· την αυτήν κατέλαβαν και επανελθόντες από της περιπλανήσεώς των· οι δε λοιποί ετοποθετήθησαν εν τη όπισθεν του χωρίου, τη και επιμηκεστέρα· ήσαν δε όλοι οι εν Πέτα υπερδισχίλιοι. Επειδή οι τακτικοί και οι φιλέλληνες ωλιγώρουν τας συνήθεις εν Ελλάδι διά προμαχώνων προφυλάξεις εν καιρώ μάχης, οι οπλαρχηγοί των μη τακτικών επροσπάθησαν να τους πείσωσιν εις ανέγερσιν αυτών· αλλ' εκείνοι απεκρίθησαν, ο μεν Δανίας τω Γώγω «Ημείς έχομεν τα στήθη μας προμαχώνα», ο δε Ταρέλλας τω Βλαχοπούλω «Ηξεύρομεν και ημείς να πολεμώμεν »· ώστε επί μόνη, τη ανδρία των ερειδόμενοι δεν ηθέλησαν ν' ακούσωσι τας συμβουλάς των περί τας τοιαύτας μάχας εμπείρων. Ετοποθετήθησαν δε τα μεν δύο ελληνικά τάγματα προς το κέντρον έχοντα παρ' αυτοίς δύο κανόνια και δέκα κανονοβολιστάς υπό τον Ελβετόν Βράνδολην, ο δε λόχος των φιλελλήνων αριστερά, ό εστιν εν τη επικινδυνοτέρα όλων των θέσεων· το δε σώμα των Επταννησίων δεξιά, όλα δε πλησίον το έν του άλλου· οι δε μη τακτικοί, οι όπισθεν του χωρίου, ετοποθετήθησαν οι μεν προς το κέντρον υπό τον Βαρνακιώτην, οι δε αριστερά υπό τον Μπότσαρην, οι δε δεξιά υπό τον Γώγον και Βλαχόπουλον ο δε Ανδρέας Ίσκος και ο Γάτσος παρεφέδρευαν. Ανεδέχθη δε ο Γώγος να φρουρήση και το Μετεπιόν και τον παρακείμενον λόφον, και ανέθεσε την φρούρησιν τούτου εις τους εγχωρίους του Πέτα.
Την 4 Ιουλίου, πέμπτη ώρα προ μεσημβρίας, εξήλθε της Άρτης το τουρκικόν στράτευμα· επροπορεύετο το ιππικόν και ηκολούθει το πεζικόν· τα όλον επτά ή οκτώ χιλιάδων. Διηρέθη δε εις δύο· και οι μεν πλείστοι προσέβαλαν κατά μέτωπον το χωρίον, όπου οι φιλέλληνες, οι τακτικοί και οι Επταννήσιοι, οι δε λοιποί επορεύθησαν δισχίλιοι μεν προς το δεξιόν κέρας των μη τακτικών, ίνα, διαβάντες τα Μετεπιόν και κυριεύσαντες τον λόφον, καταλάβωσι τα νώτα των Ελλήνων, ολιγαριθμότεροι δε προς το αριστερόν κατά τον Σταυρόν. Σφοδρός πυροβολισμός άναψεν εν πρώτοις κατά μέτωπον· οι Τούρκοι απεκρούσθησαν και πολλοί έπεσαν επί της πρώτης και δευτέρας προσβολής. Οι φιλέλληνες εφάνησαν άξιοι της πολεμικής φήμης των, και οι τακτικοί και οι Επταννήσιοι άξιοι μιμηταί των. Ο Γώγος άφησε την εμπροσθοφυλακήήν των εχθρών να διέλθη το Μετεπιόν ανεπηρέαστος· εσύγκειτο δε αύτη εξ 80, εν οις, κατά την συνήθειαν των μη τακτικών, ήσαν όλοι οι σημαιοφόροι, οι και ανδρειότεροι του στρατού. Αφ' ού δε οι παρακολουθούντες έφθασαν εντός βολής, τότε επέπεσαν οι περί τον Γώγον αίφνης και τους έτρεψαν· ο δε υιός αυτού και ο Δήμος Τσέλιος, οι παρασταθμεύοντες, τους κατεδίωξαν κακώς έχοντας· ώστε η νίκη των Ελλήνων εφαίνετο πανταχόθεν βεβαία· αλλά τυχαίον τι περιστατικόν ανέτρεψε τα πάντα. Οι προπορευθέντες 80 Τούρκοι, βλέποντες εαυτούς απομεμονωμένους και μη δυνάμενοι πλέον να ενωθώσι μετά των καταδιωκομένων και αμηχανούντες τι να πράξωσι προς σωτηρίαν των, ετύλιξαν τας σημαίας των και επροχώρησαν εξ ανάγκης ως απελπισμένοι προς τα άνω, ίσως εύρισκαν διέξοδον εκείθεν. Φθάσαντες δε εις τον παρά τω Μετεπιώ λόφον εθαύμασαν μη ευρόντες ειμή ένα ίππον, τον του Γώγου, και 8 μόνον στρατιώτας φυλάττοντας αυτόν, και θαρρυνθέντες εξετύλιξαν τας σημαίας των. Τότε τινές των μη τακτικών, ιδόντες αίφνης τουρκικάς σημαίας υπεράνω αυτών, και υποθέσαντες ότι ο Γώγος ενικήθη ή επρόδωκε, διεσκορπίσθησαν εν ροπή οφθαλμού, μετ' ολίγον δε και οι λοιποί όλοι. Οι δε κάτω μαχόμενοι Τούρκοι, εμψυχωθέντες επί τη θέα των σημαιών και συμπεράναντες εντεύθεν ότι οι συναγωνισταί των ενίκησαν και κατέλαβαν τας ακρωρείας, ώρμησαν θαρραλεώτεροι επί τους ευτυχώς μέχρι τούδε υπό την ελληνικήν σημαίαν πολεμούντας, οίτινες ιδόντες τα γενόμενα απηλπίσθησαν και υπεχώρησαν διά μέσου των εχθρών ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι. Οι πλείστοι δε των φιλελλήνων καί τινες τακτικοί φθάσαντες εις τον Σταυρόν δεν εδύναντο να προχωρήσωσι, διότι εκυκλώθησαν υπό σμήνους εχθρών και ευρέθησαν ηναγκασμένοι ή να παραδοθώσιν ή ν' αποθάνωσιν. Επροτίμησαν το ενδοξότερον, και συμπυκνωθέντες εις σχήμα πυργοειδές (en bataillon carré) έπεσαν όλοι ενδόξως φονεύοντες και φονευόμενοι. Οι δε λοιποί φιλέλληνες υποχωρήσαντες δι' άλλης οδού εκινδύνευσαν καταδιωκόμενοι ν' αφανισθώσι και εκείνοι όλοι· αλλ', αφ' ού κατήντησαν εις απότομόν τινα θέσιν κατά τον Σταυρόν, ευρέθη υπεράνω αυτής την ώραν εκείνην ο Γώγος μετά τινων των οπαδών του, και όλοι ούτοι ετουφέκισαν διά μιας τους καταδιώκοντας και ελύτρωσαν τους καταδιωκομένους. Μεγάλα τα παθήματα των υπέρ ελευθερίας αγωνισθέντων την ημέραν εκείνην· ο Ταρέλλας, ο Δανίας, το τρίτον σχεδόν του τακτικού, τα ήμισυ των Ιόνων και τα δύο τρίτα των φιλελλήνων, εν οις και οι δέκα κανονοβολισταί, και ο σημαιοφόρος εφονεύθησαν, οι εν τω χωρίω ασθενείς εσφάγησαν, ο Νορμάννος, ο Πανάς και εκ των μη τακτικών ο Δήμος Τσέλιος επληγώθησαν· ολίγοι ηχμαλωτίσθησαν, αλλά και ούτοι απεκεφαλίσθησαν εν Άρτη εκτός ενός φιλέλληνος Πρώσσου, ως γνώσεις έχοντος χειρουργικάς. Οι Τούρκοι έγειναν κύριοι του χωρίου, και επήραν όλα τα πολεμεφόδια, όλας τας τροφάς, δύο κανόνια και την σημαίαν των φιλελλήνων. Τοιούτος δε ήτον ο διασκορπισμός και τοιαύτη η περιπλάνησις των διασωθέντων, ώστε πολλοί μη παθόντες ούτε εφαίνοντο ούτε ηκούοντο πολλάς ημέρας· ήσαν δε καί τινες, ως ο Βλαχόπουλος, ο Γουβερνάτης και άλλοι, οίτινες θρηνούμενοι ως πεσόντες εν τη μάχη εξεφανερώθησαν παρ' ελπίδα ως αναστάντες εκ νεκρών. Εν ενί λόγω η συμφορά του Πέτα ήτο μάλλον καταστροφή ή ήττα.
Και οι μεν Τούρκοι αφήσαντες φρουράν εν τω χωρίω επανήλθαν εις Άρταν, όπου επανηγύρισαν λαμπρώς την νίκην των· οι διασκορπισθέντες οπλαρχηγοί και οπλοφόροι Έλληνες και φιλέλληνες συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις Λαγκάδαν, όπου διέμενεν ο Μαυροκορδάτος.
Μετά την μάχην του Πέτα συνέβη μεταξύ των Ελλήνων ό,τι συμβαίνει συνήθως μετά τας τροπάς· εμέμφοντο και ενοχοποίουν αλλήλους· αλλ' η γενική κατακραυγή έπεσεν επί τον Γώγον αναδεχθέντα να φρουρήση και μη φρουρήσαντα τον λόφον, εξ ης αιτίας προήλθεν η κρίσις της μάχης· διά τούτο οι φιλέλληνες τον ωνόμαζαν φανερά προδότην, αλλ' ούτε ο Μαυροκορδάτος ούτε οι μη τακτικοί αρχηγοί συνέφασκαν, αποδίδοντες δικαίως την μη φρούρησιν του λόφου εις την συνήθη απείθειαν των μη τακτικών. Ο δε Γώγος, πεποιθώς επί τη αθωότητί του, ήλθε και αυτός εις Λαγκάδαν· αλλ' ιδών εκ του πλησίον την αθλίαν κατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων επανήλθεν εις τα ίδια, εσυμβιβάσθη μετά των Τούρκων, και Τούρκος έκτοτε διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του.
Τα εν Ηπείρω αλλεπάλληλα κατορθώματα των εχθρών τοις ήνοιξαν τας διόδους της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, όθεν άλλοτε απεδιώχθησαν και απεκρούσθησαν κακώς έχοντες.
1822 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ.
&Εκστρατεία υπό των Μαχμούδπασαν Δράμαλην εις την Ανατολικήν Ελλάδα και την Πελοπόννησον και αποτυχία αυτής. — Τα κατά Εύβοιαν και Κρήτην.&
ΕΝ ώ η Ανατολική Ελλάς ήτον όλη απροφύλακτος και όλη άνω κάτω διά την του Αρείου πάγου και του Οδυσσέως αλληλομαχίαν, διά τον φόνον του Νούτσου και Παλάσκα και διά την οργήν της κυβερνήσεως κατά του φονέως, ο μεταβάς εξ Ηπείρου εις Θεσσαλίαν Χουρσήδης εκίνησε τα συναγμένα εκεί πολυάριθμα στρατεύματα· και αυτός μεν εκάθησεν εν Λαρίσση εις προμήθειαν τροφών και ενίσχυσιν της εκστρατείας δι' αποστολής νέων στρατευμάτων, εφορεύων εν ταυτώ και τα κατά της Δυτικής Ελλάδος προσχεδιασθέντα υπό τον Βρυώνην· εξεστράτευσε δε ως αρχιστράτηγος κατά διαταγήν της Πύλης ο εκ Δράμης της Μακεδονίας Μαχμούδπασας, ο και Δράμαλης, ο προ πολλού κατά των Ελλήνων αγωνιζόμενος, γνωστός διά την λαμπρότητα του γένους του και τα μεγάλα πλούτη του. Συνεξεστράτευσαν δε υπ' αυτόν ο άλλοτε αρχιβεζίρης Τοπάλ - Αλήπασας, ο άλλοτε υπουργός των εσωτερικών Eρήπ - Αχμέτπασας, ο Χασάμπασας Κασάμπασης, ο Τσαρκατσή - Αλήπασας, ο Αργείος Αλήπασας διορισθείς έκτοτε φρούραρχος Ναυπλίου, δύο άλλοι ολίγον γνωστοί πασάδες και πολλοί δερεμπεήδες της Μακεδονίας και της Θράκης, ων οι επισημότεροι ήσαν ο Εμήναγας Κιουπρουλής, ο εκ Καστορίας Μαχμέτμπεης, ο εκ Ξάνθης Εμήμμπεης, ο εκ Νεβροκόπου Ισούφμπεης και ο εκ Μαγνησίας Γιακούπαγας Καραοσμάνογλους. Την δε 29 Ιουνίου ο αρχιστράτηγος επέρασε τον Σπερχειόν. Επέκεινα των 30,000 ήσαν οι συνεκστρατεύοντες, αλλ' 24,000 οι πολεμισταί (α), εξ ών τα τρία τέταρτα έφιπποι, οι πλείστοι δε των πεζών Αλβανοί. Είχε δε η εκστρατεία αύτη εις χρήσιν της και 30,000 ημιόνους και 500 καμήλους.