Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 22
Οι δε πολιορκούμενοι Τούρκοι του Ναυπλίου, στενοχωρούμενοι εις άκρον δι' έλλειψιν τροφής, απεφάσισαν να παραδοθώσι· συνήργησεν εις τούτο καί τις Οθωμανός Ισούφ - τσαούσης, πεσών εις χείρας των Ελλήνων εν ώ απεστέλλετο παρά των πολιορκουμένων εις Κωνσταντινούπολιν, και γράψας προς αυτούς επιστολήν επί τη προτροπή των Ελλήνων, αλλ' εκληφθείσαν ως ταληθή λέγουσαν, δι' ης τους απήλπιζε πάσης έξωθεν αντιλήψεως, και τους παρεκίνει να συμβιβασθώσι. Και άλλοτε ήλθαν οι πολιορκούμενοι εις λόγους συμβιβασμού μετά των πολιορκητών· και ο Πετρόμπεης, όστις κατέβη εκείνας τας ημέρας εις την Αργολίδα, αντιφερόμενος προς την κυβέρνησιν και πεποιθώς επί την επιρροήν του, έστειλε προς τους πολιορκουμένους τον αιχμάλωτον καδήν της επαρχίας του αγίου Πέτρου επί συμβιβασμώ μετ' αυτού ή δι' αυτού· αλλ' η αποστολή αύτη εματαιώθη συλληφθέντος του καδή· επί τη παρούση όμως περιστάσει αι συμβιβαστικοί λόγος ετελεσφόρησαν, και την 18 υπεγράφη σύμβασις λέγουσα, οι μεν Τούρκοι να παραδώσωσι τα φρούρια και παντός είδους όπλα δημόσια και ιδιωτικά και τα δυο τρίτα της κινητής περιουσίας των μετά λεπτομερή καταγραφήν, οι δε Έλληνες να μετακομίσωσι τους Τούρκους εις τα παράλια της Ασίας και να τοις δίδωσι τακτικώς μετά την υπογραφήν της συμβάσεως την καθημερινήν τροφήν μέχρι του εις τα ρηθέντα παράλια κατάπλου. Εις εκπλήρωσιν δε των όρων εισήλθαν την αυτήν ημέραν εις Ναύπλιον οι πληρεξούσιοι των Ελλήνων εν συνοδία 100 οπλοφόρων υπό αναπεπταμένην σημαίαν. Εις ασφάλειαν δε αυτών παρέδωκαν οι Τούρκοι τη ελληνική κυβερνήσει ομήρους εκ των σημαντικωτέρων οικογενειών· παρέδωκαν και τον θαλασσόπυργον, εις ον εισήλθαν 50 Έλληνες εκ των ανωτέρω 100, οι δ' άλλοι έμειναν εν Ναυπλίω φρουροί των συνεισελθόντων πληρεξουσίων. Η είδησις της εγγιζούσης πτώσεως του Ναυπλίου, όπου ενομίζετο ότι ήσαν θησαυροί αποτεταμιευμένοι, διασπαρείσα εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, έφερε κατά δυστυχίαν μεγάλα προσκόμματα εις την προσχεδιασθείσαν κατά του εχθρού εκστρατείαν εκτός της Πελοποννήσου, διότι είλκυσεν εις Αργολίδα πανταχόθεν πλήθη οπλοφόρων. Η δε συρροή τούτων επέφερεν αταξίας και φόνους των εξερχομένων υπό την σύμβασιν Τούρκων και προσβολάς και ύβρεις και κατ' αυτής της κυβερνήσεως, ήτις φοβηθείσα δικαίως μη κακοποιηθώσιν ή αρπαγώσιν οι δοθέντες αυτή όμηροι, τους επεβίβασεν εις ελληνικόν πλοίον διαμένον έμπροσθεν των Μύλων. Όσον δε συμφέρον είχαν οι Έλληνες να επιταχύνωσι την παράδοσιν του φρουρίου διά την προσεγγίζουσαν εισβολήν των εχθρών, τόσον είχαν οι Τούρκοι να την αναβάλλωσιν. Η πείνα εβίασε τούτους να συμβιβασθώσιν, αλλά λαμβάνοντες κατά την σύμβασιν την καθημερινήν τροφήν, ανάγκην δεν είχαν να επιταχύνωσι την παράδοσιν των μη ειδότες τι τέξεται υπέρ αυτών η επιούσα. Οι Έλληνες, ασκέπτως και μικρολόγως φερόμενοι, επέβαλαν όρον την λ ε π τ ο μ ε ρ ή καταγραφήν όλης της κινητής των πολιορκουμένων περιουσίας και την μετά ταύτα ακριβή διανομήν της· την δ' αποπεράτωσιν της εργασίας ταύτης παρέτεινεν έτι μάλλον η κακή πίστις των Τούρκων κρυπτόντων τα πολυτιμότερα των είδη. Οι επί παραλαβή του φρουρίου εισελθόντες Έλληνες είδαν μετ' ολίγον πόσον δυσπλήρωτος ήτον ο περί ου ο λόγος όρος, και συναινέσει και των Τούρκων εζήτησαν και έλαβαν την άδειαν να μετατρέψωσι τον όρον τούτον εις ρητήν ποσότητα πληρωτέαν εις είδη επί εκτιμήσει, αν δεν ήτο δυνατόν εις χρήματα· αλλά και ταύτης της δυσκολίας αρθείσης, ουδέ και τότε ο μέγας σκοπός επληρούτο, διότι εχρειάζοντο επί χείρας χρήματα εις κίνησιν των πλοίων διά την διαβίβασιν των πολιορκουμένων, και η κυβέρνησις ούτε είχεν ούτ' εύρισκε, και επροσπάθει να κινήση πλοία επί τω προσδοκωμένω μεριδίω της εν Ναυπλίω περιουσίας. Διά τα αίτια ταύτα παρετείνετο η τόσον αναγκαία παράδοσις του φρουρίου.
Περί δε τα τέλη του μαΐου, η Πελοποννησιακή γερουσία ανεκάλυψεν, ότι ενήργουν τινές εν αγνοία ων εγκατέστησεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις Αρχών, να τεθή η Πελοπόννησος υπό την προστασίαν των Άγγλων, και διεπραγματεύοντο περί τούτου μετά των Αρχών των ιονίων νήσων. Όργανα δε της διαπραγματεύσεως ταύτης εφωράθησαν οι δύο αδελφοί Ζαριφόπουλοι εξ Ανδριτσαίνης, ων συνέλαβε και εφυλάκισεν η γερουσία τον ένα ευρεθέντα εν Τριπολιτσά· ηύρε δε και έγγραφα δι' ων απεδεικνύοντο τα περί της αγγλικής προστασίας υπενεργούμενα. Το νομοτελεστικόν, μαθόν ταύτα, κατέκρινεν αποτόμως την διαπραγμάτευσιν· αλλ' οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου εν γένει δεν εφάνησαν δυσαρεστηθέντες· μάλιστά τινες των εν Άργει ευρεθέντων τότε, θέλοντες ν' ανιχνεύσωσι την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως, απέστειλαν υπό άλλην πρόφασιν εις Ζάκυνθον τον επίσκοπον Ρέοντος και Πραστού, Διονύσιον, όστις διά του πρωτοπαπά της νήσου εκείνης, Γαρζώνη, ελθόντος εις λόγους μετά του διοικητού περί του σκοπού της αποστολής ταύτης, ειδοποιήθη, ότι έδιδεν απάντησιν η αγγλική κυβέρνησις, αν η περί προστασίας πρότασις εστέλλετο εις Λονδίνον έγγραφος παρά των προκρίτων της Πελοποννήσου. Και η μεν διαπραγμάτευσις αύτη διεκόπη.
Η δε μεταξύ των πολιτικών και πολεμικών της Πελοποννήσου επικρατούσα αντιζηλία εκορυφώθη επί τη εις τας επαρχίας προς στρατολογίαν και εκστρατείαν διασπορά των προκρίτων. Ο Κολοκοτρώνης διετήρει καλώς την πολιορκίαν των Πατρών· αλλ' οι πρόκριτοι των Καλαβρύτων, της Καρυταίνης, και άλλων μερών υφήρπασαν τους επαρχιώτας των από του στρατοπέδου αυτού διά την εκστρατείαν των, ίσως και θέλοντες ν' αδυνατίσωσι τον δυνατόν τούτον αντίπαλον, όστις, ιδών την υφαρπαγήν και εναπολειφθείς μετ' ολίγων, έλυσε πλήρης οργής την πολιορκίαν και ανέβη εις Τριπολιτσάν, κηρύττων όθεν διέβαινεν ασυδοσίαν προς έλκυσιν του λαού και ετοιμαζόμενος να καταβή εκείθεν εις Αργολίδα, ίνα κριθή, ως έλεγε, μετά των εναντίων του, αλλά διανοούμενος κυρίως ν' ανατρέψη τα καθεστώτα και ν' αντικαταστήση στρατοκρατίαν. Τοιουτοτρόπως ο πομπώδης κατάλογος της στρατολογίας έμεινεν ανενέργητος, και η εις τας επαρχίας πολύκροτος διασπορά των προκρίτων επί σωτηρία της κινδυνευούσης πατρίδος έφερε κακόν αντί καλού, διότι έλυσε την πολιορκίαν των Πατρών χωρίς να κινήση δυνάμεις ούτε εις την στερεάν Ελλάδα ούτε καν επ' ασφαλεία του ισθμού. Και ταύτα συνέβαιναν καθ' ην ώραν οι μεν εχθροί ήσαν έτοιμοι να περάσωσιν εν πολλή δυνάμει τον Σπερχειόν, ουδεμία δε δύναμις, εξ αιτίας των κατά τον Οδυσσέα, υπήρχεν εντεύθεν του ποταμού εις αντίκρουσιν.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.
&Εκστρατεία Αλβανών εις Σούλι. — Πτώσις αυτού και αποκλεισμός Κιάφας — Εκστρατεία υπό τον Μαυροκορδάτον πέραν του Μακρυνόρους. Φθορά τις υπό τον Πασάνον μικράς ναυτικής δυνάμεως εν τω αμβρακικώ κόλπω, — Μάχαι Κομποτίου, Πλάκας, Φαναρίου, και θάνατος Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. — Μάχη του Πέτα.&
ΜΕΤΑ δε την καταστροφήν του Αλή, όλη η Ήπειρος επροσκύνησεν, ως είρηται, τον Χουρσήδην· αλλ' οι Σουλιώται δεν έκλιναν τον αυχένα. Ο λαός ούτος, ο πολεμήσας έως τότε υπέρ του Αλή, απεφάσισεν ομοθυμαδόν να πολεμήση του λοιπού υπέρ του έθνους του· επί σκοπώ δε να πολεμήση ευτυχώς και να φέρη προσκόμματα εις την ήδη έτοιμον κατά της αποστατησάσης Ελλάδος εκστρατείαν των Αλβανών επρόβαλε τη ελληνική κυβερνήσει να στείλη κατ' εκείνα τα μέρη πλοία, τα μεν προς μεταφοράν των γυναικών και τέκνων αυτών εις Πελοπόννησον, τα δε προς φόβον των εχθρών και εμψύχωσιν των γειτόνων Χριστιανών· να τοις στείλη, δε και τροφάς και πολεμεφόδια, και να τοις δώση την άδειαν να συννοηθώσι μετά των Χριστιανών ή και των Μωαμεθανών της Αλβανίας. Η κυβέρνησις έδωκεν εκ του προχείρου την ζητηθείσαν άδειαν· εσκόπευε δε να εκτελέση, βραδύτερον και τας άλλας των αιτήσεις όπως εδύνατο· οι Αλβανοί εν τοσούτω, και κυρίως οι γείτονες των Σουλιωτών Τσάμιδες, δεν έκριναν συνετόν να στρατεύσωσιν επί την αποστατήσασαν Ελλάδα και απομακρυνθώσι των εστιών αυτών πριν ειρηνεύσωσιν οι Σουλιώται, διότι άλλως εκινδύνευαν αι οικογένειαί των, δι' ο παρεκάλεσαν τον Χουρσήδην να φροντίση περί τούτου. Ούτος και διά την αιτίαν ταύτην, και μη θέλων ν' αφήση οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθή, έγραψε τοις Σουλιώταις, ότι δίκαιον ίσως είχαν άλλοτε να οπλισθώσι, διότι ο προκάτοχός του, παραβάς το βασιλικόν φιρμάνι, όχι μόνον δεν τοις απέδωκε την πατρίδα των και τα υποστατικά των, αλλά και τους επεβουλεύθη· ότι η Πύλη δεν εμνησικάκει, αλλ' εξ εναντίας τους εσυγχώρει και τοις απέδιδε τον τόπον των, τα υποστατικά των και τα αρχαία των προνόμια και ότι ήτον έτοιμος και αυτός να τοις δώση ό,τι άλλο εύλογον εζήτουν· τους παρεκίνει δε να στείλωσι προς αυτόν πληρεξουσίους όσον τάχιστα, διότι εβιάζετο να εκστρατεύση. Οι Σουλιώται, ευχαριστήσαντές τον διά την προς αυτούς εύνοιάν του, απήντησαν ότι, επειδή η αποστασία των Ελλήνων επήγασεν εκ των ραδιουργιών του Αλή, δίκαιον εφαίνετο, να μη εκστρατεύση ο Χουρσήδης κατ' αυτών πεσόντος εκείνου, αλλά να τοις δώση αμνηστείαν, και αν εκείνοι την εδέχοντο, την εδέχοντο και ούτοι· άλλως επρόκριναν ν' αποθάνωσι παρά ν' αμαυρώσωσι το όνομά των δι' απιστίας, αποχωριζόμενοι ομοθρήσκων συμπολεμιστών. Η παρακοή αύτη της προσταγής και το ύφος της απαντήσεως των Σουλιωτών εκίνησαν εις αγανάκτησιν τον αλαζόνα Χουρσήδην, όστις, έτοιμος να στείλη τας δυνάμεις του εις Ακαρνανίαν, απεφάσισε να τας κινήση πρώτον όλας εις εξολόθρευσίν των. Η είδησις διεσπάρη, και οι Σουλιώται, απόφασιν έχοντες ν' ανθέξωσι, διέταξαν τους κατοικούντας τα απώτερα χωρία των Χριστιανούς να μετακομισθώσι και μετακομίσωσι τα κτήνη των εις τα εντός του τμήματος του Σουλίου προς ασφάλειαν· αλλά, πριν κινηθώσιν οι εχθροί κατ' εκείνων των μερών, οι πρόκριτοι των Αλβανών, λαβόντες τας περί εκστρατείας διαταγάς του Χουρσήδη, και βλέποντες ότι ηνοίγετο στάδιον επικινδύνου πολέμου και ανωφελούς διά τους λαφυροφίλους τούτους πολεμιστάς, ήλθαν εις λόγους συμβιβασμού μετά των Σουλιωτών εν Δερβιζιάνοις, χωρίω τέσσαρας ώρας μακράν του Σουλίου. Οι λόγοι των Αλβανών απέβλεπαν ν' αποσπάσωσι τους Σουλιώτας των λοιπών Ελλήνων· αλλ' ούτοι επέμεναν εις όσα έγραψαν τω Χουρσήδη, και ούτως οι Αλβανοί και οι Σουλιώται διεχωρίσθησαν άπρακτοι την πρώτην ημέραν· ανωφελώς επανελήφθησαν τα αυτά και την ακόλουθον· πολλού δε λόγου γενομένου περί της αφεύκτου καταστροφής του Σουλίου, και του ανδραποδισμού των γυναικών και τέκνων των Σουλιωτών, αν δεν εσυμβιβάζοντο, ο Δαγκλής απεκρίθη, «ότι ποτέ δεν θα ηνδραποδίζοντο· διότι, αν εκυριεύετο ο τόπος των, θα εφονεύοντο παρ' αυτών των Σουλιωτών». Μετά δε την συνέντευξιν ταύτην οι Αλβανοί απηλπίσθησαν παντός συμβιβασμού, ο δε Χουρσήδης, εις άρσιν του προσκόμματος του να εκστρατεύση εις Αιτωλοακαρνανίαν, εκίνησε κατά του Σουλίου όλας του τας δυνάμεις διά μιας, ως δεκατέσσαρας χιλιάδας. Εις άκρον ολιγάριθμοι όντες οι Σουλιώται και ολίγας μόνον θέσεις εδύναντο να καταλάβωσι, και ολίγους πολεμιστάς εν αυταίς να τοποθετήσωσι. Τω όντι, εναντίον των δεκατέσσαρων χιλιάδων αντέταξαν μόνον χίλιους, εξ ών τριακόσιοι κατέλαβαν την θέσιν του αγίου Νικολάου υπό τον Νότην Μπότσαρην, τετρακόσιοι την του Ζαβρούχου υπό τον Διαμαντήν Ζέρβαν και άλλους, και τριακόσιοι την του Μομάκου υπό τον Δράκον, τον Δαγκλήν και τον Γούσην. Οι εχθροί, φθάσαντες εις Βαριάδας, διηρέθησαν εις τρία σώματα, και το μεν εκ τρισχιλίων υπό τους δυο σιλιχτάρας, τον του Χουρσήδη και τον του Αλή, κατέλαβε την 15 μαΐου το σέλωμα του Ποπώβου, τρεις ήμισυ ώρας μακράν του Σουλίου προς βορράν· το δε άλλο εκ πεντακισχιλίων υπό τον Βρυώνην και τον Άγον Μουχουρδάρην διέβη την ακόλουθον ημέραν το υπερκείμενον του Σουλίου βουνόν, Βούτσι· το δε τρίτον υπό τον Κεσέρ - Αχμέτπασαν εστράτευσε προς δυσμάς του Σουλίου, κατά τους Μύλους. Τα τρία δε ταύτα πολυάριθμα σώματα έπεσαν την αυτήν ημέραν επί τα τρία ολιγάριθμα των Σουλιωτών και το μεν κατά τον άγιον Νικόλαον, μη δυνηθέν ως εκ της θέσεώς του ν' ανθέξη, ωπισθοδρόμησε και ετοποθετήθη κατά την υπερκειμένην της Κιάφας Στρέθιζαν, την και Στρούμπουλον· τα δε κατά το Ζαβρούχον και Μομάκον υπεράσπισαν ευτυχώς κατ' αρχάς τας θέσεις των, αλλ' επί τέλους τας εγκατέλειψαν. Οι εχθροί εισήλθαν εις το Σούλι, το εκυρίευσαν και ανέβησαν προς την άνωθεν αυτού ράχιν, Κούγκι. Επί της θέσεως ταύτης κείται ναός επ' ονόματι του αγίου Δονάτου, περιτετειχισμένος. Ο Δράκος, μεταβάς εκ της θέσεως του Μομάκου εις το Κούγκι, και ιδών αναβάντας τους εχθρούς εκλείσθη εντός του περιτειχίσματος του ναού μετά 52 πολεμιστών. Οι ολίγοι ούτοι επολέμησαν ευτυχώς δι' όλης της ημέρας και της πρώτης φυλακής της νυκτός. Περί δε το μεσονύκτιον οι Τούρκοι, επικρατούσης εντός του περιτειχίσματος βαθείας σιωπής, ώρμησαν να εισπηδήσωσιν υποθέσαντες ότι έφυγαν οι εν αυτώ κρυφίως. Ατάραχοι οι εντός δεν τους εκτύπησαν έως ού επλησίασαν, και τότε πυροβολήσαντες όλοι διά μιας εφόνευσαν και επλήγωσαν πολλούς και απώθησαν τους άλλους. Την αυτήν νύκτα ο γραμματεύς του Άγου Μουχουρδάρη εμήνυσε κρυφίως τοις εντός του περιτειχίσματος, ότι οι Τούρκοι εμελέτων να μη επανέλθωσι κατ' αυτών, αλλά να ερμήσωσιν επί την Κιάφαν. Η Κιάφα ήτο το τελευταίον καταφύγιον των Σουλιωτών. Εκεί ήσαν αι γυναίκες, τα τέκνα, και η κινητή περιουσία των· εκεί εκάθητο και η Αρχή του τόπου· εκεί συνεσωρεύθησαν και αι καταφυγούσαι εκ των μακρυνών χωρίων οικογένειαι των Χριστιανών και τα κτήνη αυτών· ώστε, αν εχάνετο η Κιάφα, εχάνετο το παν· διά τούτο επί τη κοινοποιήσει του γραμματέως, ην δεν υπώπτευσαν δολίαν, εγκατέλειψαν την θέσιν του αγίου Δονάτου. Μετά την πτώσιν δε του Σουλίου εγκατέλειψαν και οι άλλοι ας εκράτουν έως τότε θέσεις, ώστε κατείχαν όλοι τρεις, τας αναγκαιοτέρας, την Κιάφαν, τον Ναβαρίκον, απέχον της Κιάφας τρία τέταρτα της ώρας, και την Χώνιαν, όθεν ελάμβαναν οι εν τη Κιάφα το νερόν· οι πλείστοι δε των πολεμιστών ήσαν πάντοτε περί την Κιάφαν.
Οι Τούρκοι εκινήθησαν τω όντι, καθώς προανηγγέλθη παρά του γραμματέως, προς την Κιάφαν, έστησαν επάνωθεν αυτής βομβοβόλους και κανόνια, εκτύπουν το φρούριον και τας έξωθεν του φρουρίου οικογενείας των χωρικών, και επροξένουν πολλήν βλάβην. Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε και ο Χουρσήδης εις το στρατόπεδον μαθών την πτώσιν του Σουλίου, και συμβουλίου γενομένου απεφασίσθη να κινηθώσι συγχρόνως επί τον Ναβαρίκον, την Χώνιαν, και την Κιάφαν· και τα χαράγματα της 17 ιουνίου εκίνησαν ο μεν Βρυώνης και ο Άγος Μουχουρδάρης μετά εξακισχιλίων επί τον Ναβαρίκον, ο δε Ισμαήλ Πρόνιος, ο Ταήρ Τσαπάρης, και ο Μπάλιος Χούσας μετά τετρακισχιλίων επί την Χώνιαν· ο δε Σιλιχτάρης Μπότας μετά δισχιλίων επί την Κιάφαν. Τριακόσιοι Σουλιώται ήσαν κατά τον Ναβαρίκον προ του κινήματος των εχθρών επί δε τη παρουσία τόσου πλήθους, 37 μόνον απέμειναν υπό τον αρχηγόν Δράκον, αλλά και τόσον ολίγοι αντεστάθησαν ευτυχώς έως ού ήλθεν ικανή βοήθεια εκ της Κιάφας, και τότε ηνάγκασαν τους εχθρούς να υποχωρήσωσι την νύκτα άπρακτοι. Αφ' ού δε εξημέρωσε, χίλιοι πεντακόσιοι, διαμείναντες εντός τινων πύργων εν αγνοία της υποχωρήσεως των συναδέλφων των, εζήτησαν άδειαν ίνα απέλθωσιν αβλαβείς. Οι δε Σουλιώται, υποπτεύσαντες μη επανέλθωσιν οι προαναχωρήσαντες εις λύτρωσιν των απομεινάντων τούτων, εισάκουσαν την αίτησίν των. Απέτυχαν επίσης και τα σύγχρονα κινήματα των Αλβανών κατά την Κιάφαν, όπου και αυταί αι γυναίκες τους επολέμησαν κυλίουσαι λίθους. Ευτύχησαν κατ' αρχάς τα κατά την Χώνιαν και εβίασαν οι εχθροί τους εκεί Σουλιώτας, εκατόν σχεδόν όντας, να υποχωρήσωσι προς τα άνω· αλλ' εν τω μεταξύ εφάνησαν απροσδοκήτως καταβαίνοντες από της κορυφής των βουνών πεντακόσιοι Χριστιανοί αλαλάζοντες και τουφεκίζοντες, εν οις και γυναίκες, αι μεν ένοπλοι αι δε ροπαλοφόροι. Τούτους ιδόντες οι Τούρκοι μακρόθεν ερχομένους ανεχώρησαν άπρακτοι και μετέβησαν εις τας πρώτας θέσεις των.
Αν η υπερέχουσα ανδρία των Σουλιωτούν δεν ήτον ήδη πολλαχόθεν γνωστή, τα περί ων ο λόγος κατορθώματα ήρκουν να την μαρτυρήσωσιν.
Εν τω μεταξύ δε τούτω οι εν Πρεβέζη και Άρτη διαμένοντες εχθροί επάτουν τα άκρα της Ακαρνανίας, ηκροβολίζοντο και επανήρχοντο εις τα ίδια. Εν μια δε των επί του έαρος επιδρομών ανέκτησαν τα τειχίδια του Τεκέ και της Πλαγιάς.
Ο δε Χουρσήδης, όλως αγανακτών διά την αποτυχίαν της εις άλωσιν της Κιάφας εκστρατείας του, διώρισε τον Βρυώνην αρχηγόν της πολιορκίας και όλων των κατά την Ήπειρον οθωμανικών δυνάμεων, και μετέβη εις Λάρισσαν προς κίνησιν άλλου πολυπληθούς στρατού ετοίμου ήδη να εισβάλη εις την Ανατολικήν Ελλάδα και την Πελοπόννησον.
Επειδή τόσα στρατεύματα έτοιμα να πέσωσιν εις Αιτωλοακαρνανίαν δεν εχρονοτρίβησαν ειμή διά την αντίστασιν της Κιάφας, μέγα συμφέρον είχεν η Ελλάς να διατηρηθή η θέσις εκείνη, φαινομένη το προπύργιον της Δυτικής Ελλάδος· μέγα συμφέρον είχε και να μεταφέρη το θέατρον του πολέμου υπερόριον, ό εστιν εις την Ήπειρον· διά τούτο, φθάσαντος του Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι, απεφασίσθη να σταλή όλη η δύναμις εις λύτρωσιν της κινδυνευούσης Κιάφας και εις σύστασιν στρατοπέδου πέραν του Μακρυνόρους.
Αφ' ού δε διά της προθύμου συνδρομής όλων των Αρχών και όλων των δυνατών διέθεσεν ο Μαυροκορδάτος τα εσωτερικά της Δυτικής Ελλάδος, όπως η περίστασις απήτει, και ενήργησεν όσα αναγκαία εις προμήθειαν τροφών, απεστάλη ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης μετά πεντακοσίων Μανιατών και Καρυτινών επί τεσσάρων εκ των εν Μεσολογγίω τω καιρώ εκείνω ελλιμενιζόντων πλοίων εις Φανάρι, λιμένα 5 ώρας απέχοντα της Κιάφας· Ιούνιος ο δε Μαυροκορδάτος επιστράτευσε την 1 ιουνίου μετά των τακτικών, των φιλελλήνων, των επτανησίων, καί τινων Αιτολοακαρνάνων εις την πέραν του Αχελώου κοιλάδα, Λάσπην, υπό το χωρίον του Μαχαλά, όπου ενεκρίθη να συνέλθωσι πανταχόθεν τα στρατεύματα· ενδιατρίψας δε τρεις ημέρας επροχώρησεν εις Καρβασαράν επί της μεσημβρινής όχθης του αμβρακικού κόλπου, και ευρών δύο μικράς κανονοφόρους υπό τον Ιταλόν Πασάνον, τον άλλοτε εν υπηρεσία του Αλή, έστειλε δι' αυτών εις την επί της αρκτικής όχθης του κόλπου Κόπραιναν δύο ευκόμιστα κανόνια καί τινας άλλας πολεμικάς αποσκευάς προς μετακόμισιν των εις Κομπότι, χωρίον δύο ώρας απέχον της Άρτης επί υψηλής θέσεως· έστειλε δε και τα στρατεύματα διά Βάλτου και Μακρυνόρους εις τα αυτό χωρίον, όπου έφθασε και αυτός την 9. Αλλ' όλα τα εκεί συνελθόντα στρατεύματα, τακτικά και μη, μόλις ήσαν τρισχίλιοι, εν ώ τριπλάσια ήσαν τα εν Άρτη, Ιωαννίνοις και Πρεβέζη εχθρικά. Την δε ακόλουθον ημέραν, εξελθών ο Νορμάννος μετ' ολίγων ακολουθών εις παρατήρησιν των πέριξ του χωρίου θέσεων, απήντησεν αίφνης πεντακοσίους ιππείς υπό τον Ισμαήλ Πλιάσαν ερχομένους και αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ εξ Άρτης προς το Κομπότι, και οπισθοδρομήσας εις το χωρίον ειδοποίησε την επέλευσιν των εχθρών, και εν τω άμα οι εκεί Έλληνες και φιλέλληνες εφορμήσαντες τους έτρεψαν, και προπορευόμενοι οι φιλέλληνες και ακολουθούντες οι Έλληνες τους κατεδίωξαν σχεδόν ως την Άρταν φονεύσαντες ικανούς αναβάτας και αρπάσαντες τους ίππους των, εν οις καί τινες αξιωματικών και του κεχαγιά αργυροχαλίνωτοι. Εφονεύθησαν και ολίγοι Έλληνες τακτικοί.
Την δε επαύριον, εν ώ οι εν τω Κομποτίω εβουλεύοντο περί των περαιτέρω, ήλθαν προς αυτούς απεσταλμένοι των Σουλιωτών αναγγέλλοντες την επικίνδυνον στάσιν των και αιτούμενοι ταχείαν αντίληψιν· επρόσθεταν δε ότι, επειδή ήσαν πλειότεροι ή όσοι εχρειάζοντο οπλοφόροι εις φύλαξιν ων κατείχαν θέσεων έτοιμοι ήσαν να εξέλθωσί τινες εις υποστήριξιν των έξω κινημάτων άμα επλησίαζαν στρατεύματα. Επί τη αγγελία ταύτη απεφασίσθη άλλοι μεν του εν Κομποτίω στρατεύματος να πλησιάσωσιν όσον εδύναντο προς την Κιάφαν, άλλοι δε να μεταβώσιν εις το χωρίον του Πέτα ως εις θέσιν δυνατωτέραν επί μόνω τω σκοπώ να εμποδίσωσι τους εν Άρτη Τούρκους του να εκστρατεύσωσιν επί τους εις βοήθειαν της Κιάφας κινουμένους.