Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 21
Η κυβέρνησις, η κατ' εκείνας τας ημέρας εις το Άργος μεταβάσα επί λόγω μεν υγείας διά το νοσώδες της Κορίνθου, επί σκοπώ δε ασφαλείας διά την επαπειλουμένην από της στερεάς Ελλάδος εις Πελοπόννησον εχθρικήν εισβολήν και διά την εγγίζουσαν πτώσιν του Ναυπλίου, ιδούσα πόσον εξυβρίσθη επί τη μιαιοφονία ταύτη, ωργίσθη εις άκρον, και την 3 Ιουνίου εξέδωκε διάταγμα δι' ου εκάθηρε τον Οδυσσέα ως εξυβρίσαντα την κυβέρνησιν, καταπατήσαντα τους νόμους και βάψαντα τας χείρας του εις αθώον αίμα· τον εκήρυξε δε και άξιον θανάτου, και επεκήρυξε και γρόσια 5000. Μη αρκεσθείσα δε εις ταύτα, διέταξε την υστεραίαν τους εγχωρίους της επαρχίας Λεβαδείας, εξ ών συνίστατο κυρίως το στρατόπεδον του Οδυσσέως, να τον συλλάβωσι ζώντα ή να τον θανατώσωσιν· έβαλε δε υπό αυστηράς ποινάς και τους μη εγκαταλείποντας αυτόν και εθεώρησε συνενόχους και της αυτής ποινής αξίους και όλους τους συγγενείς των. Την αυτήν ημέραν ο επίσκοπος Ανδρούσης, Ιωσήφ, υπουργός των εκκλησιαστικών, έρριψε κατά της κεφαλής του Οδυσσέως και των υπ' αυτόν, αν δεν τον εγκατέλειπαν, τους κεραυνούς του αφορισμού και τους εξεκκλησίασεν· αλλ' ουδείς εκινήθη κατά του Οδυσσέως· και οι πρόθυμοι να προκαλέσωσι διά του Αρείου πάγου και κατ' ευθείαν τας αυστηράς διαταγάς της κυβερνήσεως κατ' αυτού οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος δεν εφάνησαν πρόθυμοι και να τας εκτελέσωσιν· ο δε Οδυσσεύς μαινόμενος και φοβούμενος κατέφυγεν εις το επί του Παρνασσού σπήλαιον (α), το Κωρύκιον, το πλησίον του Πατρατσικίου στρατόπεδον διελύθη, αναρχία και αταξία επήλθαν παντού, και ουδεμία προφυλάξις υπήρχεν εν ώ επέκειτο η εισβολή του εχθρού· επέφερε δε ταύτα πάντα η άκαιρος η απολίτευτος και η υπέρμετρος αυστηρότης του Αρείου πάγου καθ' ενός των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών του μέρους εκείνου υπαγορευθείσα υπό θερμού μάλλον ή έμφρονος πατριωτισμού.
Πριν αποστρέψωμεν το πρόσωπον από της λυπηράς σκηνής της Δρακοσπηλιάς, οφείλομεν να στηλιτεύσωμεν ως ψευδή και ανυπόστατον την διαδοθείσαν τότε φήμην της ενοχής του Υψηλάντου εις τον άδικον φόνον του Νούτσου και του Παλάσκα· ο Υψηλάντης επεθύμει αναμφιβόλως την ανατροπήν των καθεστώτων και την είσαξιν του συστήματός του, ό εστι της προσωπικής Αρχής του· και έχοντες υπ' όψιν την μετά την εγκατάστασιν εθνικής κυβερνήσεως ανέγερσιν της σημαίας και του φοίνικός του καθ' ην ημέραν εξήρχετο του ισθμού, δεν αμφιβάλλομεν ότι αι προς τον Οδυσσέα και άλλους σχέσεις του απέβλεπαν και προς τον σκοπόν τούτον αλλ' επίσης δεν αμφιβάλλομεν, ότι ουδαμώς ενείχετο εις την μιαράν πράξιν της Δρακοσπηλιάς· αποχρώσα δε απόδειξις της αθωότητός του είναι η πανθομολόγητος τιμιότης του.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'.
&Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.&
ΕΡΡΕΘΗ ήδη, ότι, αναχωρήσαντος εξ Αθηνών του Βρυώνη, οι Έλληνες εκυρίευσαν την πόλιν και επολιόρκουν εκ δευτέρου την ακρόπολιν. Αλλά, πριν αναχωρήση, οι εντόπιοι Τούρκοι εισεκόμισαν πολλάς τροφάς εις την ακρόπολιν, ώστε δεν εφοβούντο να πεινάσωσιν ειμή μετά μακράν πολιορκίαν· πηγήν όμως νερού δεν είχαν· ήσαν πολλαί δεξαμεναί, αλλά δύο μόνον ήσαν αι εύχρηστοι· και επειδή τότε ήτο χειμών, μηδ' αυτάς εφρόντισαν να γεμίσωσιν απεδεχόμενοι το βροχερόν νερόν. Εντός του παρατειχίσματος της ακροπόλεως (Σερπεντσέ) ήσαν, ως είπαμεν, τρία πηγάδια, εξ ών μόνον το έν είχε νερόν πόσιμον. Το παρατείχισμα τούτο απεφάσισαν οι Έλληνες να κυριεύσωσι, αν και το επιχείρημα ήτο λίαν επικίνδυνον εξ αιτίας των φυλασσόντων αυτό Αλβανών και της υπό την βολήν των υπεράνω αυτού θέσεώς του. Την 13 νοεμβρίου ανέβησαν όρθρου βαθέως οι Έλληνες το παρατείχισμα, επόρθησαν τον έσω τεκέν, επάτησαν το καφενείον και εγένοντο κύριοι όλου του παρατειχίσματος, όπου ηύραν τρόφιμα και άλλα είδη· 40 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· επληγώθη και ο οπλαρχηγός Δημήτρης Λέκκας· διεκρίθη δε επ' ανδραγαθία ο Σαλαμίνιος Γεώργης Γλύτσης· πληγωθείς ούτος βαρέως και αποθνήσκων ηρώτησεν «εμβήκαμεν;» ακούσας δε ό,τι επεθύμει, εξεψύχησε φαιδρός· εφονεύθησαν και 15 Τούρκοι· οι δε λοιποί φύλακες του παρατειχίσματος, οι μη παθόντες, ως 30, εκρύβησαν εν τοις υπό την ακρόπολιν σπηλαίοις. Ημέρας δε γενομένης, ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εκρέμασαν επίμηκες κιβώτιον, άνωθεν ασκεπές και όλον έσωθεν βαθύστρωτον, και εν αυτώ κατακλινομένους τους ανεβίβασαν όλους ένα προς ένα τουφεκιζομένους κάτωθεν αλλά μη βλαπτομένους. Ενθουσιώντες οι Έλληνες ώρμησαν την αυτήν ημέραν και εις αυτήν την ακρόπολιν, εκυρίευσαν την πρώτην και δευτέραν πύλην και εισέδυσαν εις το εντός αυτής κτίριον, το κοινώς μεχτέπι. Διά της κυριεύσεως του παρατειχίσματος εστέρησαν οι Έλληνες τους εχθρούς του νερού των πηγαδίων επί σκοπώ δε να αποκαταστήσωσι τα πηγάδια ταύτα άχρηστα, και αν απεδιώκοντο, ενέρριψαν τα πτώματα των φονευθέντων Τούρκων, ώστε, αν επεκράτει ανομβρία, θα παρεδίδοντο οι εν τη ακροπόλει δι' έλλειψιν νερού. Ησθάνοντο εκάτειοι πόσον αναγκαία ήτον η κατοχή του παρατειχίσματος και ηγωνίζοντο οι μεν ν' αποδιώξωσι τους κατόχους ρίπτοντες βόμβας επί τον θολοσκέπαστον τεκέ, υφ' ον εστεγάζοντο, οι δε να υποστηρίζωσιν εσωτερικώς τον θόλον. Οι Έλληνες έστησαν συγχρόνως επί του λόφου του Αρείου πάγου και έν κανόνι 11 λιτρών, Δεκέμβριος και την 3 δεκεμβρίου ευρόντες υπόγειον οπήν προς τα αριστερά των προπυλαίων επειράθησαν να παρεισδύσωσιν αλλά διά την ενδότερον σωρείαν λίθων και χωμάτων ωπισθοδρόμησαν. Μετά δύο δε ημέρας πειραθέντες να κυριεύσωσι και την τρίτην πύλην της ακροπόλεως, την έκαυσαν εν μέρει, ούσαν σιδηροσκεπή, αλλ', επισωρευθέντων όπισθεν αυτής χωμάτων, δεν την ανέτρεψαν και απεμακρύνθησαν φονεύσαντες τέσσαρας και πληγώσαντες πέντε (α). Ουδ' οι Τούρκοι εφάνησαν ευτυχέστεροι εξορμήσαντες την 16, και επανήλθαν φονεύσαντες δύο. Απελπισθέντες δε οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον, περιωρίσθησαν την εξής διμηνίαν εις διατήρησιν στενής πολιορκίας, καθ' ην ουδ' οι Τούρκοι επεχείρησαν έξοδον. Κανονίαι και τουφεκίαι έπιπταν εκ διαλειμμάτων, αλλά πάντοτε σχεδόν αβλαβείς, και οι Έλληνες τόσον εθαρρύνθησαν ώστε επεσκεύασαν τας εν τη πόλει οικίας και επανέφεραν τας γυναίκας και τα τέκνα των. Περί δε τα τέλη φεβρουαρίου υπώπτευσαν εξ όσων εφημίζοντο εχθρικήν εισβολήν, και εφοβήθησαν μη διά της μακράς παρατάσεως της πολιορκίας ματαιωθώσι και δεύτερον οι αγώνες των· διά τούτο εζήτησαν παρά της κυβερνήσεως και έλαβαν 2 βομβοβόλους και 200 βόμβας. Αι βομβοβόλοι ετέθησαν επί του λόφου του Αρείου πάγου 300 οργυιάς μακράν της ακροπόλεως υπό την διεύθυνσιν του Βουτιέρου, αρξαμένου την τελευταίαν ημέραν του φεβρουαρίου να βομβοβολή αυτήν αλλ' αβλαβώς. Συνήλθαν δε και στρατιώται ικανοί πολλαχόθεν, Αιγινήται, Σαλαμίνιοι, Κεφαλλήνες και 30 φιλέλληνες· ήλθε συγχρόνως και ο υπονομοποιός Κώστας Χορμόβας, όστις ήρχισε να υπονομεύη προς την τρίτην πύλην,
Απρίλιος και το πρωί της 18 απριλίου, ό εστι μετά 33 ημερών μόχθους, άναψε την υπόνομον, δι' ης έρριψε κάτω μέρος του προς την πύλην τείχους και εφόνευσε 10 Τούρκους φρουρούντας το μέρος εκείνο. Καθ' ην δε στιγμήν άναψεν η υπόνομος, ώρμησαν Έλληνες και φιλέλληνες, αλλ' απεκρούσθησαν. 4 Έλληνες, ο φιλέλλην Σκαλεμβέργης και 8 Τούρκοι εφονεύθησαν, και 12 Έλληνες και 3 φιλέλληνες επληγώθησαν. Ήρχισε δε ο υπονομοποιός ν' ανοίγη την 22 άλλην υπόνομον.
Ιούνιος Αρχομένου δε του Ιουνίου διόλου σχεδόν εξέλειψε το εν ταις δεξαμεναίς της ακροπόλεως νερόν· εταλαιπώρει δε τους πολιορκουμένους όχι ολίγον και η συνήθως επιπολάζουσα επί των πολιορκιών επιδημία· ουδ' η έξωθεν ετοιμαζομένη τουρκική εισβολή τοις ήτο καν γνωστή εις εμψύχωσίν των. Δι' όλα ταύτα, και μάλιστα διά την επί πολλούς μήνας επικρατούσαν εν Αθήναις ανομβρίαν, ην υπέλαβαν οι Τούρκοι θεομηνίαν, διότι έβλεπαν πίπτουσαν εκτός της πόλεως την βροχήν, δύο εξ αυτών ανέβησαν επί των επάλξεων (2 ιουνίου) και επρόβαλαν συνθήκας υπό την εγγύησιν των προξένων. Οι πρόξενοι δεν ανεδέχθησαν την ευθύνην· υπεσχέθησαν όμως να καταβάλωσι πάσαν δυνατήν φροντίδα εις διατήρησιν της συνθήκης. Διέτριβαν πρό τινων ημερών εν Αθήναις ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Αλέξανδρος Αξιώτης, ως αντιπρόσωποι ο μεν πρώτος της κυβερνήσεως ο δε άλλος του Αρείου πάγου, εις παραλαβήν του κινδυνεύοντος φρουρίου και καταγραφήν των εν αυτώ πραγμάτων. Η παρουσία τούτων εθάρρυνε τους δικαίως φοβουμένους την παρασπόνδησιν Τούρκους· τους εθάρρυνε και όρκος δοθείς παρά των ισχυόντων Ελλήνων επί του Ευαγγελίου ενώπιον του μητροπολίτου· και ούτως υπεγράφη συνθήκη την 9 εν τω αυστριακώ προξενείω και κατά ρητήν αίτησιν των Τούρκων ενώπιον των προξένων, αλλ' όχι και υπό την εγγύησίν των. Οι όροι δε της συνθήκης ήσαν η παραδόσις του φρουρίου και παντός όπλου δημοσίου ή ιδιαιτέρου, η ασφάλεια της ζωής και της τιμής των Τούρκων, η άδεια να κατοικήσωσιν εν τη πόλει ή να διαβιβασθώσιν εις Ασίαν υπό ουδετέραν σημαίαν ανεξόδως, η μεταξύ αυτών και των Ελλήνων ισομοιρία παντός αργυρού, χρυσού και πολυτίμου είδους, η τελεία απόδοσις πάσης περιουσίας ελληνικής, και η μεταβίβασις πάσης ακινήτου τουρκικής εις την κυριότητα της ελληνικής κυβερνήσεως (β). Γενομένης δε της συνθήκης, ανέβησαν εις το φρούριον την επαύριον, α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι πρόκριτοι του τόπου και το στράτευμα υπό τον Παναγήν Χτενάν, προπορευομένου του μητροπολίτου· εξήλθαν εις προϋπάντησιν οι έγκλειστοι Τούρκοι, και παραδώσαντος του φρουράρχου τας κλεις και ειπόντος «α ύ τ η - ή τ ο ν - η – θ έ λ η σ ι ς - τ ο υ - Υ ψ ί σ τ ο υ » κατέβησαν όλοι αυθήμερον εις την πόλιν, όπου τοις εδόθησαν κατοικίαι· ήσαν δε ψυχαί 1160, εξ ών το έκτον μόλις ικανόν να φέρη όπλα· όλοι δε εξ αιτίας της κακουχίας έπασχαν, και 60 εντός ολίγων ημερών απέθαναν. Οι Έλληνες ύψωσαν επί του φρουρίου την σημαίαν των υπό τον κρότον των κανονίων αλλά την πάνδημον ταύτην χαράν συνεσκίασεν ευθύς λύπη, διότι εν μέσω του κανονοβολισμού επυρσοκρότησεν απροσδοκήτως έν κανόνι και ετίναξε τον εφιστάμενον αγαθόν πολίτην και γενναίον πολεμιστήν Παναγήν Χτενάν τον και φρούραρχον έξωθεν του φρουρίου.
Γενναίοι, ακάματοι, και καρτερικοί εφάνησαν οι Αθηναίοι Χριστιανοί καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας· διακόσιοι περίπου απέθαναν εξ αυτών εν τω διαστήματι τούτω· μεγάλη εφάνη και η καρτερία των Τούρκων κακουχουμένων και διψώντων εν καιρώ των θερινών καυμάτων· αλλ', αποφυγόντες ούτοι την αγωνίαν της δίψας, έπεσαν εις την μάχαιραν της απιστίας. Δεν έγεινε κατά δυστυχίαν εν καιρώ φροντίς ίνα ευρεθώσιν εν Πειραιεί επί της παραδόσεως τα αναγκαία εις μεταβίβασιν πλοία· εν τω μεταξύ δε τούτω, διασπαρείσης φήμης εχθρικής εισβολής, μέγας φόβος διεχύθη εις την πόλιν. Η κυβέρνησις υποπτεύσασα ό,τι μετ' ολίγον συνέβη, διέταξε και εναυλώθησαν την 25 δύο πλοία υπό ευρωπαϊκάς σημαίας ευρεθέντα εν Πειραιεί εις διαβίβασιν των παραδοθέντων· τα πλοία ταύτα θα τους παρελάμβαναν την 29· αλλ' εν τω μεταξύ τούτω επαναλαμβανόμεναι αι κακαί ειδήσεις της εισβολής των εχθρών και της εις Θήβας και Αθήνας επιστρατείας αυτών, ηύξησαν τόσον τον φόβον των Αθηναίων, ώστε κατέφυγαν εκ δευτέρου αι γυναίκες και τα παιδία των εις Σαλαμίνα· οι δε εν τη πόλει οπλοφόροι, εν οις και πάμπολλοι των καταστραφέντων τόπων, διψώντες εκδίκησιν διά τα προ ολίγου μεγάλα παθήματά των και εξαγριωθέντες ενώπιον νέων κινδύνων, ήραν αξιοκατακρίτως την 28, εν μέσω του θορύβου, της φυγής, της αναρχίας, και του επικρατούντος φόβου, μιαιφόνον χείρα επί τους υποσπόνδους Τούρκους παρά γνώμην των εφόρων και λοιπών προκρίτων της πόλεως. Τετρακόσιοι εφονεύθησαν, οι δε λοιποί κατέφυγαν εις τα προξενεία, όπου ηύραν υπεράσπισιν. Την δε 3 Ιουλίου εισέπλευσαν καλή τύχη εις Πειραιά δύο βασιλικά γαλλικά πλοία, έτρεξαν οι πλοίαρχοι εις αντίληψιν των αδίκως πασχόντων, τους επροστάτευσαν διά λόγων, δι' απειλών, και δι' επιδείξεως όπλων, και συνώδευσαν ασφαλώς επί των πλοίων 325 εξ αυτών και τους μετεκόμισαν εις Σμύρνην· έμειναν δε οι λοιποί εν τοις προξενείοις, και απεστάλησαν μετά ταύτα και άλλοι αυτών δι' ευρωπαϊκών πλοίων και εκ διαλειμμάτων εις τα παράλια της μικράς Ασίας ασφαλώς· ώστε όλοι οι εκ των παραδοθέντων μετακομισθέντες εκτός της Ελλάδος ήσαν 550· όσοι δε ούτε εφονεύθησαν ούτε μετεκομίσθησαν, οι μεν απέθαναν εξ αιτίας του επί της πολιορκίας επιδημικού μολυσμού, οι δε μείναντες εκουσίως εν Ελλάδι διεσπάρησαν τήδε κακείσε κακήν κακώς.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'.
&Έξοδος των προκρίτων της Πελοποννήσου εις τας επαρχίας επί στρατολογία — Σύστασις βουλευτικής επιτροπής. — Βάπτισις Μωαμεθανών. — Σύμβασις περί παραδόσεως Ναυπλίου — Ιδιαιτέρα και μυστική αίτησις αγγλικής προστασίας υπέρ της Πελοποννήσου — Λύσις πολιορκίας Πατρών.&
Η πάντοτε αναγκαία εκστρατεία των Πελοποννησίων εις την στερεάν Ελλάδα έγεινεν αναγκαιοτάτη μετά τα επί τη καταδιώξει του Οδυσσέως, διότι ταύτα επέφεραν την διάλυσιν των στρατευμάτων και αταξίαν και αναρχίαν κατά τα μέρη εκείνα. Επειδή δε αι περί τούτου αλλεπάλληλοι της κυβερνήσεως διαταγαί προς τας επαρχίας της Πελοποννήσου δεν εισηκούοντο, εκρίθη εύλογον να ενεργηθώσιν αι κατ' επαρχίαν στρατολογίαι, διά των εν αυταίς εχόντων επιρροήν· Ιούνιος και επειδή οι πλείστοι αντεπροσώπευαν τας επαρχίας των παρά τη κυβερνήσει ως μέλη της βουλής, εξεδόθη την 5 ιουνίου ψήφισμα, προεδρεύοντος του Υψηλάντου φθάσαντος εις Άργος την 1 και μετά δύο ημέρας αναλαβόντος τα της βουλευτικής του υπηρεσίας, λέγον, ότι εξ εκείνης της ημέρας επιτροπή εκ μελών της βουλής όχι ποτέ ολιγωτέρων των πέντε, επί μόνη δε θέσει νόμου δώδεκα, επείχε τόπον όλης της βουλής, και ότι αι αποφάσεις της είχαν όλην την ισχύν και το κύρος· ωρίσθη και η διάρκειά της μέχρι της επανόδου των δύο τρίτων των μελών της βουλής. Το σχέδιον δε ήτο να στρατολογήσωσι καθ' όλην την Πελοπόννησον αναλόγως 17,600, εξ ών να εκστρατεύσωσιν εις μεν την Δυτικήν Ελλάδα 6100, εις δε την Ανατολικήν 6350, και να μείνωσιν εν ταις πολιορκίαις των μεν Πατρών 3300, της δε Κορώνης 600, και της Μοθώνης 1000, εις φρούρησιν δε του Νεοκάστρου 150. Αφ' ού δε κατεστρώθη ο κατάλογος της στρατολογίας ανεχώρησαν οι εν Άργει πρόκριτοι την 8, συνανεχώρησε δε και ο αντιπρόεδρος της βουλής Χαραλάμπης, ον αντικατέστησεν ο Βασίλης Μπουτούρης.
Η ομόνοια μεταξύ της βουλής και του νομοτελεστικού ήτον η ισχύς της κυβερνήσεως κατά τας δεινάς εκείνας περιστάσεις, καθ' ας αύτη μεν εστερείτο παντός χρηματικού πόρου, η δε γερουσία της Πελοποννήσου έδιδε το σκανδαλώδες παράδειγμα φανεράς παρακοής εις τας διαταγάς αυτής. Αλλ' η ομόνοια αύτη έπαθε μετά την επάνοδον του Υψηλάντου, διότι, υποβλέπον αυτόν το νομοτελεστικόν δι' όσα συνέβησαν εν τη Ανατολική Ελλάδι επί της εκστρατείας του, δεν εκοινοποίει τη βουλή τα σχέδιά του ως πρότερον, όχι διότι εφοβείτο την επιρροήν αυτού, αλλά διότι δεν ήθελε να γνωρίζη εκείνος όσα εσχεδιάζοντο, και ενήργει έκτοτε πολλάκις εν αγνοία της βουλής. Η δε βουλή, συνειθισμένη να γνωρίζη τα πάντα και να σκέπτεται περί πάντων, δυσηρεστείτο διά το νεοφανές δείγμα της προς αυτήν ολίγης του νομοτελεστικού πίστεως.
Πρό τινων δε ημερών ανεφύη το εξής θρησκευτικόν ζήτημα.
Πολλοί Έλληνες ζήλω θρησκευτικώ κινούμενοι εβάπτιζαν εξ αρχής της επαναστάσεως πολλούς των αιχμαλώτων θέλοντας και μη θέλοντας. Η κυβέρνησις και η γερουσία της Πελοποννήσου, αφ' ού εσυστήθησαν, απηγόρευσαν την βάπτισιν ως έργον όχι προαιρέσεως αλλ' ανάγκης. Μετ' ολίγον η γερουσία ηθέλησε να την επιτρέψη ως έργον φιλανθρωπίας, διότι εν μέσω τόσων αιματοχυσιών, ας πας συνετός Έλλην απεστρέφετο, εθεώρησε τον τρόπον τούτον ως τον μόνον συντελεστικόν εις το να καταστήση τους Έλληνας φιλανθρωποτέρους προς τους διά της θείας βαπτίσεως αναγεννομένους Μωαμεθανούς. Επί τω σκοπώ τούτω επρότεινε προς την κυβέρνησιν αρχομένου του μαΐου να διατάξη διά του επί των εκκλησιαστικών υπουργείου τους αρχιερείς και ιερείς να βαπτίζωσι τους θέλοντας, προηγουμένης της απαιτουμένης κατηχήσεως. Ο τότε επί των εκκλησιαστικών υπουργός, επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, φιλάνθρωπος ως καί τις άλλος, απεδέχθη μεν τους λόγους δι' ους έγεινεν η πρότασις, αλλά μη εγκρίνων να προσφέρεται τοιουτοτρόπως η βάπτισις, εγνωμοδότησε να βαπτίζωνται μόνον οι εντός του δωδεκάτου έτους άρρενες, αλλά και ούτοι συναινέσει των γονέων· να βαπτίζωνται δε και αι νέαι γυναίκες όσαι προηρούντο. Αλλά το βουλευτικόν, προς ο εκοινοποιήθη η γνώμη του υπουργού, επρόβαλε να δέχεται η του Χριστού εκκλησία άπαντας τους μετά πίστεως και εκουσίως προσερχομένους άνδρας και γυναίκας πάσης ηλικίας, αφ' ού κατηχούντο, ως αν ήτον η πίστις επί των άκρων των χειλέων. Βέβαιον είναι ότι η βάπτισις εζητείτο παρά των Μωαμεθανών εις αποφυγήν των δεινών και όχι κατά συνείδησιν· δεν έπρεπε δε μήτε διά πολιτικούς λόγους να γίνωνται δεκτοί οι τοιούτοι ως έτυχε· διότι, όντες κρυφίως θανάσιμοι εχθροί και της πίστεως και της ελευθερίας των Ελλήνων, εδύναντο, εισχωρούντες εις την πολιτικήν ή στρατιωτικήν υπηρεσίαν του κράτους διά του καθ' υπόκρισιν Χριστιανισμού, να γενώσιν επικίνδυνοι· παράδειγμα πρόσφατον είχαν οι Έλληνες το προ ολίγου συμβάν εν Λεβαδεία, όπου πολλοί αιχμάλωτοι εβαπτίσθησαν· αλλ' αφ' ού εισέβαλαν εις την πόλιν εκείνην οι υπό τον Μεχμέτπασαν και τον Βρυώνην απέπτυσαν το βάπτισμα και εμάνησαν κατά των Χριστιανών έτι μάλλον ως βιασθέντες εξ όσων έπασχαν να εξομόσωσιν. Αι παρατηρήσεις του νομοτελεστικού, συνεταί και ως χριστιανικαί και ως πολιτικαί, υπερίσχυσαν μετά ικανήν λογομαχίαν αυτού και του βουλευτικού, και ενεκρίθη και εκανονίσθη ν' αναγεννώνται διά της θείας κολυμβήθρας μόνον οι εντός του δωδεκάτου έτους προσερχόμενοι άρρενες, αι δε γυναίκες πάσης ηλικίας, αλλ' ουδείς μη συναινούντων των γονέων.