Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 20
Εφθόνουν τινές των οπλαρχηγών εξ αρχής τον Μελιδόνην, ον ο λαός ετίμα υπέρ πάντα άλλον διά τον θερμόν πατριωτισμόν του και την ανδρίαν του· η δε τελευταία ευτυχής επιδρομή του όσον εκίνησε τον έπαινον του κοινού, τόσον εκορύφωσε τον φθόνον των εναντίων του και επέφερε μετά τινα λογομαχίαν και τον φόνον του διά χειρός του Ρούσου προφασισθέντος ότι επί της κινδυνώδους ταύτης επιδρομής δεν προειδοποιήθη ως γενικός αρχηγός· ωργίσθη επί τω φόνω ο Αφεντούλης και εκάθηρε τον φονέα, αλλ' έχασεν ένεκα τούτου την εύνοιαν των Σφακιανών. Το μέγα δε τούτο ανοσιούργημα διέλυσε το στρατόπεδον.
Την δε 20 του αυτού μηνός απέβη εις Λουτρόν ο Βαλέστος μετά τινων ευρωπαίων αξιωματικών και οπλοφόρων Σαμίων και μετέβη εις το εν τη επαρχία των Χανιών χωρίον, Άιγεώργην, όπου έδρευεν ο Αφεντούλης. Τα προτερήματα του Βαλέστου εθάρρυναν και τους Κρήτας και τον διοικητήν, αδίκως υποπτεύσαντα κατ' αρχάς ότι εστάλη κατάσκοπος των πράξεών του, να θέσωσι το προς την Ρεθύμνην στρατόπεδον υπό τας διαταγάς αυτού. Νοήμων ούτος και εμπειροπόλεμος, είδεν εκ πρώτης όψεως, ότι ατελεσφόρητα ήσαν τα κατορθώματα των Κρητών εν όσω δεν κατείχαν οχυράν τινα πόλιν, διότι και η Αρχή του τόπου επλανάτο τήδε κακείσε, και κέντρον πολεμικόν ήτο το απόκεντρον Λουτρόν, και καταφύγιον δεν είχεν ο αγών εν καιρώ ανάγκης. Διά τους λόγους τούτους έβαλε κατά νουν την άλωσιν της Ρεθύμνης, και κατεγίνετο μετά των εν τοις πράγμασιν εις πολυπληθή στρατολογίαν. Επισκεφθείς δε τους παρά τα Χανιά εστρατοπεδευμένους, μετέβη την 28 εις το κατά την Ρεθύμνην στρατόπεδον, όπου ηύρε 800 μόνον μαχητάς. Αυξηθέντος δε του αριθμού μετά δύο ημέρας εις 1200, κατέλαβε το χωρίον Καστέλλον, δύο ώρας απέχον της Ρεθύμνης, και τα πλησίον χωρία, επάνω Μαλάκι και κάτω Μαλάκι.
Απρίλιος Την 8 απριλίου εξεστράτευσαν οι Ρεθύμνιοι προς το Κάστελλον και έπεσαν εις την πεδιάδα· αλλά σφοδρώς πολεμηθέντες ανεχώρησαν. Είκοσι Τούρκοι εφονεύθησαν, πλειότεροι επληγώθησαν, και δύο σημαίαι έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Εμψυχωθέντες ούτοι επί τη νίκη ταύτη ητοιμάζοντο εις γενικήν εφώρμησιν.
Την 14 συνήθροισεν όλους ο Βαλέστος εις Κάστελλον (ήσαν δε την ημέραν εκείνην ως τετρακισχίλιοι) και τοις επρόβαλε να εφορμήσωσί τινες επί χιλίους πεντακοσίους εχθρούς κατέχοντας έξωθεν της πόλεως δύο υψηλάς θέσεις, εξ ών η μία είχε και κανόνια, και να τους προκαλέσωσιν εις μάχην· της μάχης δε αρξαμένης να υποχωρήσωσιν ώστε οι εχθροί να τους καταδιώξωσιν· επί δε τη καταδιώξει να επιπέσωσιν άλλοι όπισθεν των καταδιωκόντων· και τούτου γενομένου, να λάβωσι καιρόν οι λοιποί και χυθώσιν, εξάρχοντος του αρχηγού, εις την πόλιν ευάλωτον ούσαν ως έξωθεν αυτής εσκηνωμένων των ανδρειοτέρων και πλειοτέρων της φρουράς της· να πλησιάσωσι δε και τα περιπλέοντα κάσσια πλοία και να κανονοβολήσωσι και ταύτα την πόλιν ταυτοχρόνως· επρότεινε δε ημέραν της εφόδου την επαύριον. Επικίνδυνον και δυσκατόρθωτον εθεωρήθη το σχέδιον, καθ' όσον μάλιστα είχαν ήδη έλθει εις βοήθειαν των Ρεθυμνίων και παρεστρατοπέδευαν υπερδισχίλιοι Καστρινοί, πλην δεν απερρίφθη, αλλ' εξ ανάγκης ανεβλήθη, μαθόντος του αρχηγού ότι εσπάνιζε το στρατόπεδον πολεμεφοδίων, και αποστείλαντος εν ακαρεί άνδρας εις Λουτρόν, όπου αι αποθήκαι, και εις Αρμυρόν, όπου έδρευε τότε ο Αφεντούλης, εις πορισμόν αυτών και τροφών· αλλ' οι Ρεθύμνιοι προλαβόντες κατέβησαν αυθημερόν εις την πεδιάδα, και υπό την προστασίαν του πυροβολικού ώρμησαν επί τους Έλληνας. Μέχρι τινός εφαίνετο η μάχη αμφιρρεπής· αλλ' αίφνης πανικός φόβος κατέλαβε τούτους, και όλοι κακήν κακώς διεσκορπίσθησαν. Εις μάτην ηγωνίζετο ο Βαλέστος να τους εμψυχώση· άρρωστος και σωματώδης εκινδύνευσε και αυτός να πιασθή ως μη δυνάμενος να τρέξη· δύο δε Σφακιανοί των υπό τον Δεληγιαννάκην τον ενωτόφεραν διαδεχόμενοι αλλήλους· αλλά βλέποντες τους εχθρούς προσερχομένους και φοβηθέντες μη πιασθώσι και αυτοί, τον απέθεσαν έν τινι μυρσινοδαφνώδει ρευματιά, και έφυγαν επ' ελπίδι, επανελθόντες την νύκτα, να τον διασώσωσιν. Οι Τούρκοι περιφερόμενοι εις σύλληψιν αιχμαλώτων επλησίασαν και εις την ρευματιάν και κόψαντες την κεφαλήν και την δεξιάν του Βαλέστου τας έφεραν εις το φρούριον· συνέλαβαν δε παρ' αυτώ καί τινα αξιωματικόν του τακτικού Χίον, Κόκκινον ονόματι, μη θέλοντα διά την προς αυτόν αφοσίωσίν του να τον εγκαταλείψη.
Ούτως ετελείωσε το πολεμικόν του στάδιον ο πολυωφελής και πλήρης ευγενών αισθημάτων Βαλέστος εν τω τριακοστώ δευτέρω έτει της ηλικίας του, άξιος της αγάπης, της υπολήψεως και της παντοτεινής μνήμης των Ελλήνων.
Όσον δε δεινόν ήτο το κατά την Ρεθύμνην πάθημα των Χριστιανών, τόσον ο κατά τα άλλα μέρη αγών αυτών ευδοκίμει. Τελευτώντος του απριλίου εισέβαλαν οι Χριστιανοί εις τας επαρχίας, Αυλοπόταμον και Άμαρι, και καταδιώξαντες τους εχθρούς, διεσπαρμένους εις τα χωρία, τους απώθησαν κακώς έχοντας εις το Μεγάλον Κάστρον, και μετέφεραν τροφάς εις τας πεινώσας οικογενείας των· αλλά μαθόντες ότι υπερτριακόσιοι Καστρινοί, εξορμήσαντες του φρουρίου, κατέλαβαν οχυρόν τινα πύργον εν τω χωρίω, Επισκοπή, επανήλθαν, και τούτους μεν απέκλεισαν, άλλους δέ τινας παρακολουθήσαντας εις επικουρίαν διεσκόρπισαν. Απελπισθέντες επί τούτοις οι έγκλειστοι και λειψυδρεύοντες έστερξαν να εγκαταλείψωσι τον πύργον και να επανέλθωσιν εις το φρούριον ασφαλείς και άοπλοι· αλλ' υποπτεύσαντες επιβουλήν απεποιήθησαν ν' αφοπλισθώσιν επί τη εξόδω και ολίγοι εξ αυτών ελθόντων εις χείρας ένεκα τούτου διεσώθησαν εις το φρούριον. Εν ώ δε ταύτα ενηργούντο κατ' εκείνα τα μέρη, φονική μάχη συνέβη παρά τα Χανιά, καθ' ην κατείχαν θέσεις οι μεν Τούρκοι από του προαστείου μέχρι του χωρίου Μακροτοίχου, οι δε Χριστιανοί απέναντι του ποταμού Κλαδισσού· ήσαν δε και υπό το πυρ ούτοι μεν του φρουρίου, εκείνοι δε έξ κασσίων πλοίων υπό τον Κανταρτσήν. 100 Τούρκοι, εν οις και ονομαστός τις Καραγκιουλές, και 40 Χριστιανοί εφονεύθησαν και επληγώθησαν εν τη μάχη ταύτη, μεθ' ην οι Τούρκοι εγκαταλείψαντες τας θέσεις των εισήλθαν εις το φρούριον κατησχυμένοι· αλλά την επαύριον καθ' ην ώραν ευθύμουν οι Κάσσιοι ψάλλοντες τα νικητήρια και εκανονοβόλουν, αφήρπασεν ο θάνατος τον ευκλεώς και ενθουσιωδώς αγωνιζόμενον Κανταρτσήν, θλασθέντος ενός των κανονίων της ναυαρχίδος και θανασίμως τρώσαντος αυτόν. Επεχείρησαν οι Χριστιανοί την 12 μαΐου να καταστρέψωσι διά πυρός και τους εν τω πύργω των Κουνουπιδινών τω παρά το φρούριον των Χανιών και εν πρώτοις μεν πολλά έπαθαν, αλλ' επικουρήσαντος του Σήφακα οι μεν εχθροί κατέφυγαν εις τα Χανιά καταδιωκόμενοι, οι δε Χριστιανοί ανέτρεψαν τον πύργον.
1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'.
&Τα μεταξύ Αρείου πάγου και Οδυσσέως. — Φόνος Νούτσου και Παλάσκα. — Ανάκλησις Υψηλάντου. — Οργή της κυβερνήσεως κατά του Οδυσσέως.&
ΑΙ προϋπάρχουσαι διχόνοιαι του Αρείου πάγου και του Υψηλάντου και Οδυσσέως εκορυφώθησαν μετά την αποτυχίαν της εις Ζητούνι εκστρατείας. Τινές των Αρειοπαγιτών, μη αναλογιζόμενοι τας έξεις των στρατιωτικών ή τας περιστάσεις, δεν έπαυαν αποδίδοντες την αποτυχίαν της εκστρατείας εις την διαγωγήν του Οδυσσέως, εγκαλούντες αυτόν αναφανδόν ως επίβουλον και θεωρούντες τον αξιόποινον. Η κατακραυγή αύτη ήτον άδικος κατά την γνώμην των συνεκστρατευσάντων οπλαρχηγών, διότι κοινή γνώμη και όχι μόνη θελήσει του Οδυσσέως το στράτευμα ανεχώρησεν εκ της αγίας Μαρίνας.
Απρίλιος Ο Οδυσσεύς ηγανάκτησεν εγκαλούμενος αδίκως και πικρώς, και έστειλε την 16 απριλίου εις τον Άρειον πάγον, εδρεύοντα εν Λιθάδα, έγγραφον παραίτησιν από πάσης υπηρεσίας της πατρίδος επί λόγω οικιακών περιστάσεων. Ο δε Άρειος πάγος, μη αναλογισθείς όσα η ώρα απήτει, και υποθέτων ειλικρινή την παραίτησιν, την εδέχθη, απήντησε προς τον Οδυσσέα υπερηφάνως, και διώρισε τρεις πεντακοσιάρχους να παραλάβωσι την χιλιαρχίαν του προσωρινώς· παρεκάλεσε δε δι' επιστολών του της 17 και 18 την κυβέρνησιν να στείλη τον πρότινος καιρού ενωθέντα μετά των αγωνιστών και διατρίβοντα εν Κορίνθω Χρήστον Παλάσκαν διάδοχον της χηρευούσης χιλιαρχίας. Η παραίτησις του Οδυσσέως ήτο πράξις οργής και υπουλότητος, και όχι ωρίμου σκέψεως και ειλικρινείας. Ο παραιτούμενος, αισθανόμενος την αξίαν του, ήθελε διά της πράξεως ταύτης να ερεθίση την κοινήν γνώμην κατά των αντιπολιτευομένων αυτόν μελών του Αρείου πάγου· διά τούτο διέμεινε και μετά την παραίτησίν του εν Δαδίω, όπου διέτριβε και προ της παραιτήσεώς του, συναναστρεφόμενος, συντρώγων και συμβουλευόμενος μετά του Υψηλάντου, διατρίβοντος και αυτού εκεί. Ο Άρειος πάγος, ο αντισταθείς, ως είδαμεν, εξ αυτής της αρχής εις την εις Ανατολικήν Ελλάδα έξοδον του Υψηλάντου, έλαβεν αφορμήν εκ των συμβάντων μετά την ατυχή εις Ζητούνι εκστρατείαν να οργισθή έτι μάλλον κατ' αυτού, διότι τον έβλεπε περιθάλποντα και εμψυχούντα τους εναντίους του, και να γράψη προς την κυβέρνησιν την 22 παραπονούμενος, ότι πολλάκις επρότεινε την ανάκλησίν του και δεν εισηκούσθη, ότι η εν Δαδίω διατριβή του, η μετά των οπλαρχηγών αλληλογραφία του, και η προς τον Οδυσσέα ευνοϊκή διάθεσίς του ανέτρεπαν όλα τα εις άλωσιν του Ζητουνίου σχέδια, ότι ο Οδυσσεύς επεβουλεύετο την πατρίδα και τα καθεστώτα, και επάναγκες ήτο να ανακληθή ο υπερευνοών αυτόν Υψηλάντης, να εκστρατεύση ο Γιατράκος, ν' αποσταλή ο Παλάσκας εις παραλαβήν της χηρευούσης χιλιαρχίας και ν' αποσπασθή του Οδυσσέως ο Νικήτας.
Η κυβέρνησις λαβούσα τας της 17 και 18 επιστολάς του Αρείου πάγου απέστειλεν εις την Ανατολικήν Ελλάδα τον Αλέξην Νούτσον και τον Παλάσκαν, όχι εις αντικατάστασιν του Οδυσσέως κατά την πρότασιν του αυστηρού Αρείου πάγου, αλλ' εις ειρήνευσιν των αντιφερομένων· ηλπίζετο δε η επιτυχία της αποστολής ταύτης και εκ της επιρροής του Νούτσου ως έχοντος παλαιάς σχέσεις προς τον Οδυσσέα, ον διά της πολλής παρά τω Αλή ευνοίας είχε λυτρώσει του θανάτου καθ' ην περίστασιν έπεσεν εις την οργήν του τυράννου εκείνου.
Φθάσαντες εις Λεβαδείαν οι αποσταλέντες και συγκαλέσαντες τους οπλαρχηγούς εις συνέλευσιν, όπου παρευρέθησαν και δύο μέλη του Αρείου πάγου, είπαν εις επήκοον όλων όσα παρηγγέλθησαν προς ειρήνευσιν. Οι λόγοι τούτων και αι ειρηνικαί συμβουλαί των παρευρεθέντων οπλαρχηγών προς τους αντιφερομένους εφάνησαν ότι ίσχυσαν· Μάιος εκάλεσαν τότε οι αποσταλέντες εξ ονόματος της βουλής τον Υψηλάντην να επιστρέψη, εις Πελοπόννησον αλλ' επειδή η διαταγή αύτη δεν ήτο γραπτή, δεν εισηκούσθησαν και επανήλθαν εις Κόρινθον αρχομένου του μαΐου, αλλά δεν επρόφθασαν να ειδοποιήσωσι την κυβέρνησιν ότι ειρηνοποίησαν τους αντιφερομένους και ήλθαν προς αυτήν αναφοραί τινων δευτερευόντων οπλαρχηγών, υποκινηθείσαι αναμφιβόλως υπό των πολιτικών εχθρών του Υψηλάντου και του Οδυσσέως, λέγουσαι ότι δεν ήθελαν να υπηρετήσωσιν υπό τας διαταγάς ουδενός αυτών. Η κυβέρνησις, ιδούσα ότι πας τρόπος ειρηνεύσεως απέβαινε μάταιος, απέστειλεν εκ δευτέρου τον Νούτσον και τον Παλάσκαν, τούτον μεν ίνα παραλάβη την χιλιαρχίαν του Οδυσσέως, εκείνον δε ίνα επιστατήση μετά του Αρείου πάγου εις την πώλησιν των προσόδων και την εξαργύρωσιν εθνικών τινων ομολογιών, και εγκαταστήση τον Παλάσκαν έν τινι νέα του στρατιωτική Αρχή διά της επιρροής του παρά τοις ζηλοτύπως προς αυτόν διακειμένοις οπλαρχηγοίς. Ανεκλήθη δε εγγράφως παρά της βουλής και ο Υψηλάντης, και διετάχθη και ο Οδυσσεύς να εμφανισθή ενώπιον της κυβερνήσεως, και απολογηθή περί ων κατηγορείτο. Επί σκοπώ δε να ενεργηθή ευτυχώς η μεταβίβασις της χιλιαρχίας του Οδυσσέως εις τον Παλάσκαν, εκρίθη εύλογον να φυλαχθή η περί αυτής διαταγή μυστική· αλλ' ανεκαλύφθη μόλις υπεγράφη, και εν αγνοία και της κυβερνήσεως και των αποστελλομένων ανηγγέλθη το περιεχόμενον αυτής προς τον Οδυσσέα πριν μεταβώσιν ούτοι εις την Ανατολικήν Ελλάδα· ανηγγέλθη δε προς τον Οδυσσέα και ό,τι δεν ήτον αληθές, δηλαδή, ότι η κυβέρνησις διέταξε τους αποστελλομένους να τον φονεύσωσιν. Υπό τοιαύτας εντυπώσεις έμελλε να δεχθή τον Νούτσον και τον Παλάσκαν ο Οδυσσεύς, άνθρωπος ανατραφείς εν τη μιαρά αυλή των Ιωαννίνων, όπου ευδοκίμει και ετιμάτο μόνη η κακουργία, και όπου εθεωρείτο πολιτικόν και όσιον η επί απλή υποψία ανθρωποκτονία. Οι αποστελλόμενοι ανεχώρησαν εκ Κορίνθου την 14, και επορεύθησαν εις Βελίτσαν, όπου διέτριβε τότε ο Υψηλάντης, προς ον ενεχείρισαν τα ανακλητήριά του. Εκείναις ταις ημέραις το μεν γενικόν στρατόπεδον της Ανατολικής Ελλάδος διέμενεν εν Πατρατσικίω, οι δε υπό τον Οδυσσέα εν Δρακοσπηλιά. Οι απεσταλμένοι έκριναν εύλογον να υπάγωσιν εις το γενικόν στρατόπεδον, και παραλαβόντες τους εκεί οπλαρχηγούς και ικανήν δύναμιν, διότι ιδίαν συνοδίαν είχαν μόνον 50 στρατιώτας, ν' απέλθωσιν εις Δρακοσπηλιάν προς ανάγνωσιν των διαταγών της κυβερνήσεως εις επήκοον όλων περί της από της στρατιωτικής Αρχής παύσεως του Οδυσσέως, και της εις την καθέδραν της κυβερνήσεως μεταπέμψεώς του· αλλά τινές των φίλων των τους απέτρεψαν λέγοντες, ότι περιττόν ήτο να ενεργήσωσιν όσα διετάχθησαν τόσω προφυλακτικώς, διότι όλον το υπό τον Οδυσσέα στρατιωτικόν ήτον εις άκρον κατ' εκείνου ηγανακτισμένον και έτοιμον να τον παραδώση. Υπό τοιαύτας ελπίδας αναχωρήσαντες ο Νούτσος και ο Παλάσκας έφθασαν περί την μεσημβρίαν της 24 πλησίον του Δαδίου, και μαθόντες ότι εν αυτώ ήτον ο Οδυσσεύς δεν εισήλθαν, αλλ' εμεσήμβρισαν εκτός χωρίς να έλθωσιν εις λόγους μετ' αυτού. Ο Οδυσσεύς, ειδώς την αποστολήν των, ήρχετο να προλάβη διά του φόνου αυτών όσα επίστευεν ότι εμελέτων να πράξωσιν ούτοι κατ' αυτού· είχε δε 50 ακολούθους αφήσας τους λοιπούς υπέρ τους 1000 εν Δρακοσπηλιά. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, μαθόντες ότι ο Οδυσσεύς ήτο μακράν του στρατοπέδου του και μη υποπτεύοντες ότι ήξευρε τα της αποστολής των και επίστευε και όσα δεν ήσαν αληθινά, ακούσαντες δε και ότι υπήγαινεν εις Βελίτσαν προς έντευξιν του Υψηλάντου, εθεώρησαν αρμοδίαν την περίστασιν να πορευθώσιν απόντος αυτού εις το εν Δρακοσπηλιά στρατόπεδον, υπολαμβάνοντές το, εξ όσων ήκουσαν, πρόθυμον να εκτελέση ας έφεραν διαταγάς. Επί τω σκοπώ τούτω ήλλαξαν πορείαν, εξενύκτισαν εν Γλουνίτσα, και την επαύριον, ήγουν την 25, ώδευαν προς την Δρακοσπηλιάν. Ο Οδυσσεύς καραδοκών τα βήματά των εστράφη, και ήρχετο αφανής κατόπιν των. Εν ώ δε ο Νούτσος και ο Παλάσκας επορεύοντο προς την Δρακοσπηλιάν, ηκούσθη απροσδόκητος τουφεκισμός όπισθεν, μετά ταύτα δε και έμπροσθεν· και οι μεν τουφεκίσαντες όπισθεν ήσαν οι περί τον Οδυσσέα, οι δε έμπροσθεν οι του στρατοπέδου αυτού· διότι αναχωρών εκείθεν παρήγγειλε να τουφεκίσωσιν όταν ακούσωσιν αυτόν τουφεκίζοντα. Ο Νούτσος και ο Παλάσκας, νοήσαντες τότε ότι ο Οδυσσεύς εγνώριζε τα της αποστολής των, και ότι περιεπλέχθησαν και εκινδύνευαν, αλλά μη δυνάμενοι εξ αιτίας της θέσεως εις ην ευρίσκοντο ν' αλλάξωσι πορείαν, επροχώρησαν και μη θέλοντες προς το στρατόπεδον πάντοτε τουφεκιζόμενοι, και κατέφυγαν εις την έμπροσθεν των τυχούσαν ξυλόστεγον εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου, όπου και εκλείσθησαν· συνεκλείσθησαν δε και έξ σύντροφοι· οι δε άλλοι φοβηθέντες διεσκορπίσθησαν. Τότε οι υπό τον Οδυσσέα, κυκλώσαντες την εκκλησίαν, ετουφέκιζαν τους εν αυτή πανταχόθεν και έκαυσαν την στέγην και την θύραν αυτής. Παρών δε ο Οδυσσεύς τοις έλεγε να παραδοθώσι και τους εβεβαίονεν ότι δεν τους εκακοποίει. Ο Νούτσος δεν υπώπτευε τον Οδυσσέα πεποιθώς επί τας παλαιάς προς αυτόν σχέσεις του, και τας άλλοτε ευεργεσίας του· και συναινέσει του Παλάσκα εξήλθε πρώτος της εκκλησίας μετά του ψυχοϋιού του ελπίζων να σώση διά της μεσιτείας του και τον Παλάσκαν, ον ηχθρεύετο ο Οδυσσεύς ως ερχόμενον να λάβη την Αρχήν του. Ο Οδυσσεύς υπεδέχθη ευμενώς τον Νούτσον εν τη καλύβη του, τον εθάρρυνε, και δι' αυτού εθάρρυνε και τον Παλάσκαν να παραδοθή. Έβαλαν δε και οι έξωθεν εν καδίσκω πυρίτιδα επί σκοπώ να τον καταβιβάσωσιν άνωθεν της κεκαυμένης στέγης, και να καύσωσι τοιουτοτρόπως τους εν τη εκκλησία, αν δεν παρεδίδοντο. Οι έγκλειστοι παρεδόθησαν· ο δε Παλάσκας υπήγεν εις την καλύβην του Οδυσσέως όπου ήτο και ο Νούτσος. Τότε ο Οδυσσεύς διέταξε και ανεγνώσθησαν εις επήκοον όλων των στρατιωτών αι κατ' αυτού διαταγαί, ων ήσαν κομισταί και εκτελεσταί ο Νούτσος και ο Παλάσκας· μετά δε την ανάγνωσιν ερεθίζων τους στρατιώτας είπεν, ότι ο μεν Νούτσος εστέλλετο ως βασιλεύς, ο δε Παλάσκας ως αρχιστράτηγος, ότι αυτός αδιαφόρει και διά την βασιλείαν του ενός και διά την αρχιστρατηγίαν του άλλου, διότι η επιθυμία του ήτο, καθώς και το έδειξε διά της παραιτήσεώς του, να επανέλθη εις Ιθάκην υπό ξένον κράτος, και να ζήση, αφανής και ήσυχος εν τοις κόλποις της οικογενείας του, αλλ' εις αυτούς απέκειτο να συλλογισθώσιν, αν ήτον έντιμον και ωφέλιμον, συντρίψαντες τον τουρκικόν ζυγόν, να δεχθώσιν άλλον· παρατηρήσας δε ότι οι στρατιώται υπερηρεθίσθησαν επί τοις λόγοις τούτοις, ηγέρθη και τους ηρώτησε μεγαλοφώνως «α υ τ ο ύ ς - θ έ λ ε τ ε - ή – ε μ έ;» «ε σ έ - θ έ λ ο μ ε ν - ε σ έ», εφώναξαν όλοι· «τ ι μ ω ρ ή σ α τ ε - λ ο ι π ό ν - τ ο υ ς - ε χ θ ρ ο ύ ς - σ α ς - κ α ι - ε χ θ ρ ο ύ ς - μ ο υ», επανέλαβε, και ανεχώρησεν εκ της καλύβης. Τότε οι στρατιώται απήγαγαν τον Νούτσον και τον Παλάσκαν όχι μακράν της καλύβης και τους εφόνευσαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας (25 μαΐου). Η μιαιοφονία αύτη, τρομερά αύτη καθ' εαυτήν, εφάνη τρομερωτέρα διά την δημόσιον αποστολήν των φονευθέντων και εφαίνετο προμηνύουσα άλλους φόνους κατά διαταγήν του Οδυσσέως διά τας επικρατούσας διχονοίας· διά τούτο φόβος μέγας κατέλαβεν όλους τους αντιπάλους αυτού τηδε κακείσε διασκορπισθέντας και άσυλον ζητούντας. Ο δε επανερχόμενος εις Πελοπόννησον Υψηλάντης εξ αιτίας της ανακλήσεώς του, έμαθε το κατά την 25 συμβάν εν Διστόμω. Εκεί ευρίσκοντο σημαντικαί οικογένειαι της Λεβαδείας, αίτινες καταφοβηθείσαι έδραμαν εις το παραθαλάσσιον και εμβήκαν εις τα πλοία· έλαβαν δε εν τη προς σωτηρίαν φυγή των πάσαν ειλικρινή συνδρομήν παρά του Υψηλάντου. Άφαντοι έγειναν και οι ευρεθέντες προς τα μέρη εκείνα Αρειοπαγίται.
Ο δε Άρειος πάγος, μαθών τα γενόμενα, έγραψε την 31 και έστειλε και έν των μελών του προς την κυβέρνησιν εις υποστήριξιν των εξής προτάσεων· α'. να διατάξη η κυβέρνησις τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Ελλάδος να συλλάβωσι και στείλωσι τον Οδυσσέα εις αυτήν προς ανακάλυψιν συνωμοσίας αυτού και του Υψηλάντου· επρόσθετε δε ότι, καθ' ας είχε πληροφορίας, οι οπλαρχηγοί όλοι εκείνου του μέρους, αγανακτήσαντες διά το ανοσιούργημα, έτοιμοι ήσαν να εκδικήσωσι διά της τιμωρίας του ανοσιουργήσαντος Οδυσσέως την τιμήν της κυβερνήσεως και ν' ασφαλίσωσι το συμφέρον της πατρίδος· β'. να μετατεθή ο Νικήτας εις την Δυτικήν Ελλάδα ή εις την Πελοπόννησον, ή να διαταχθή αυστηρώς να συμφωνήση μετά των άλλων οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος και να παύση υπερασπίζων φανερά τον Οδυσσέα· γ'. να παραλάβη ο Γκούρας το επαρχιακόν στράτευμα της Λεβαδείας· δ'. να μεταβή ο πρόεδρος του νομοτελεστικού από της Δυτικής Ελλάδος εις την Ανατολικήν διά το κατεπείγον της περιστάσεως.