Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 2
Αδιαφιλονείκητος α υ θ έ ν τ η ς - τ ο υ - τ ό π ο υ εθεωρείτο εκτός της Πελοποννήσου ο Υψηλάντης ως ανεφέραμεν. Αν δε και ο ατυχής αδελφός του Αλέξανδρος μετά τα αλλεπάλληλα παθήματά του είχε φυλακισθή, εφημίζετο πανταχόθεν και επιστεύετο, ότι παντού κατετρόπωσε τους εχθρούς, ότι εκίνησεν εις επανάστασιν τους λαούς Σερβίας και Βουλγαρίας, ότι επέρασε τον Δούναβιν, ότι εκυρίευσε την Αδριανούπολιν και ότι ήτο προ των θυρών της Κωνσταντινουπόλεως μετά μυριάδων. Η ψευδής αύτη αλλά σωτήριος κατ' εκείνας τας περιστάσεις φήμη και τον αγώνα εις άκρον ενίσχυε, και το Υψηλαντικόν όνομα υπερεμεγάλυνε. Διά τους λόγους τούτους έσπευσαν οι Αθηναίοι να στείλωσι προς τον Δημήτριον Υψηλάντην πρέσβεις προσφέροντες αυτώ την υπόκλισίν των και αιτούμενοι αντιπρόσωπόν του ως διοικητήν του τόπου. Ο διορισμός εν εκείνοις τοις καιροίς διοικητού ήτο τόσον αναγκαιότερος, καθ' όσον ανεφύησαν μεταξύ των Αθηναίων και του Χατσή - Μελέτη τοιαύτης φύσεως έριδες και διαιρέσεις, ώστε κίνδυνος ήτο μη επέφεραν εγχώριον σύγκρουσιν. Η εκλογή του Υψηλάντου έπεσεν επί τον Λιβέριον Λιβερόπουλον, όστις αναχωρήσας εκ Τρικόρφων ως πληρεξούσιος του πληρεξουσίου του γενικού επιτρόπου της υπερτάτης Αρχής, έφθασε την 29 εις Πειραιά όπου κατέβησαν προς υποδοχήν του και οι πολίται και τα στρατεύματα και τον συνώδευσαν εις την πόλιν φορούντα την ιερολοχιτικήν στολήν, ην εφόρουν ο Υψηλάντης και όλοι οι οπαδοί του. Τοιαύτη δε ήτον η τότε εν ονόματι του Υψηλάντου ενεργουμένη εξουσία εκτός της Πελοποννήσου, ώστε ο Χατσή - Μελέτης, ο προ μιας ημέρας απειλών να θύση και απολέση, άμα έλαβε την διαταγήν του Λιβερίου, εξεστράτευσεν ευπειθέστατος εις Θήβας προς αντίκρουσιν του προς την Αττικήν προχωρούντος εχθρού.
Δίμηνον μόλις παρήλθεν αφ' ού απεκλείσθησαν οι Τούρκοι εν τη ακροπόλει, και η τροφή και η πόσις, αι εισκομισθείσαι αρξαμένου του αποκλεισμού, εξέλειψαν. Μη έχοντες δε κοινωνίαν μετά των έξω, και ακούοντες τους Έλληνας μεγαλορρημονούντας εφοβούντο ξένων επέμβασιν και ήσαν εις άκρον περίλυποι. Τόσον δε υπώπτευαν ότι ο αγών των Ελλήνων εστηρίζετο υπό των ευρωπαίων, ώστε, βλέποντες μεταξύ των πολιορκητών πολλούς φραγκοφορούντας, δις ηρώτησαν τους εν τη πόλει προξένους, αν οι Φράγκοι Βασιλείς εκήρυξαν πόλεμον κατά της Τουρκίας· εξ αιτίας δε του αποκλεισμού των ούτε τας εν τη γειτονεία προόδους των ομοπίστων αυτών εγίνωσκαν.
Ιούλιος Εστερημένοι τροφών και ειδήσεων εξήλθαν την νύκτα της 2 Ιουλίου επί αρπαγή τροφών και επί αιχμαλωσία τινός εις γνώσιν των πραγμάτων, και έπεσαν εν πρώτοις επί τους κατέχοντας το αντικρύ του θεάτρου του Βάκχου κανονοστάσιον Κείους, μετά ταύτα επί τους Αιγινήτας και τελευταίον επί τους άνωθεν του λόφου του Μουσείου Υδραίους. Και οι μεν Κείοι διεσκορπίσθησαν, έχασαν την σημαίαν των και μετέβησαν εις Κερατιάν αντικρύ της πατρίδος των· έπαθαν και οι Αιγινήται, και έχασαν και αυτοί την σημαίαν των, αλλά την ανέκτησαν και διετήρησαν την θέσιν των. Μόνοι οι Υδραίοι υπερίσχυσαν και απώθησαν τους εχθρούς. Κατά δε την έξοδον ταύτην εφονεύθη ανδρείος τις και ορμητικός άραψ, ούτινος την κεφαλήν έκοψαν οι Έλληνες κατά την βάρβαρον τουρκικήν συνήθειαν και ανεστήλωσαν επί του Μουσείου χαίροντες· αλλ' η χαρά ετράπη εις λύπην· διότι οι εν τη ακροπόλει Τούρκοι, αγανακτήσαντες επί τω θεάματι, ανεβίβασαν από της φυλακής την αυτήν ώραν τους 10 Χριστιανούς, ους άλλοτε απήγαγαν εις το φρούριον, έκοψαν τας κεφαλάς των και τας ανεστήλωσαν κατέναντι των Ελλήνων. Οι Έλληνες εμάνησαν ιδόντες το γεγονός, και μη δυνάμενοι ν' αποκεφαλίσωσι τους αποκεφαλιστάς των συγγενών και φίλων ώρμησαν εις την οικίαν του αυστριακού προξένου, Γροπίου, ούτινος η φιλανθρωπία διεφύλαττεν αβλαβείς 15 Τούρκους άνδρας και γυναίκας παραδοθέντας αυτώ επί της εισβολής των Ελλήνων παρά των προεστώτων των Αθηνών. Αντέστη ο γενναίος και συνετός πρόξενος (β), έφθασεν εν καιρώ και ο Λιβέριος, και το πλήθος καθησύχασε βεβαιωθέν ότι οι προεστώτες, οι άλλοτε εις το φρούριον αναβιβασθέντες, δεν ήσαν μεταξύ των αποκεφαλισθέντων.
Η βδελυρά πράξις του αποκεφαλισμού και η βδελυρωτέρα της θεατρικής επιδείξεως της αποκοπείσης κεφαλής επροξένησαν τον άδικον και απρομελέτητον αποκεφαλισμόν 10 Ελλήνων· παρ' ολίγον δε και πολλών άλλων αθώων.
Την δε 9 έμαθαν οι Έλληνες, ότι οι εχθροί εξεστράτευσαν εις Αθήνας. Επί τη ειδήσει ταύτη άνδρες, γυναίκες, παιδία εσκέπασαν την προς τον Πειραιά οδόν καταφυγόντες εις τρία εν τω λιμένι εμπορικά πλοία υπό σημαίαν ολλανδικήν, και εις έν υπό ελληνικήν, και αποκομισθέντες οι μεν εις Σαλαμίνα, οι δε εις Αίγιναν. Οι Υδραίοι μετέφεραν και ούτοι επί του πλοίου των το επί του Μουσείου κανόνι και ουδείς είχε διάθεσιν ν' αντισταθή. Οι δε εν τη ακροπόλει πεινώντες και διψώντες Τούρκοι έβλεπαν την κίνησιν, αλλ' ηγνόουν την μέλλουσαν ευτυχίαν των· εφοβούντο δε και αν ήρχετο έξωθεν βοήθεια, μη δεν τους επρόφθανε ζώντας· διά τούτο ηθέλησαν να ωφεληθώσιν εκ της άνω κάτω κινήσεως των εχθρών, και την 14, δύο ώρας προ της μεσημβρίας, ήνοιξάν τινα πυλίδα και εξήλθαν προς το μέρος του Ιλισσού άνδρες, γυναίκες και παιδία επί αρπαγή τροφών· οι πλείστοι δε έπεσαν εις τα αλώνια προς τον ναόν του ολυμπίου Διός, όπου ήσαν αι θημωνιαί· και οι μεν επροχώρησαν είς τινα κήπον προς εκείνο το μέρος, τινές δε εισήλθαν και εις αυτήν την πόλιν. Οι Έλληνες, οίτινες ητοιμάζοντο να εγκαταλείψωσι την πόλιν, ιδόντες ότι οι Τούρκοι τους κατεφρόνουν και παρόντας, επέπεσαν φιλοτιμηθέντες, και τουφεκίζοντες τους ηνάγκασαν να καταφύγωσι πάλιν διά της αυτής πυλίδος εις την ακρόπολιν, όπου πολλοί μετέφεραν επί των ώμων γεννήματα και οπώρας. Οι Τούρκοι έκαυσαν συγχρόνως την υπό τον ναόν του Βάκχου εκκλησίαν του αγίου Γεωργίου, και συνέκαυσαν τους εν αυτή ολίγους Έλληνας φρουρούς προτιμήσαντας ν' αποθάνωσιν εν μέσω της φλογός ή να παραδοθώσιν· εφονεύθησαν δε την ημέραν εκείνην 30 Τούρκοι, εξ ών οι πλείστοι γυναίκες και παιδία και 7 Έλληνες· επληγώθη εις τον πόδα και ο Δήμος Βασιλείου μαχόμενος γενναίως· μετακομισθείς δε εις Αίγιναν προς θεραπείαν απέθανε.
Μετά δε την μάχην των Βρυσακίων ο Βρυώνης δεν ηθέλησε να χρονοτριβήση εν Ευβοία εξ αιτίας της δεινής θέσεως της ακροπόλεως των Αθηνών, και συμπαραλαβών τον Ομέρμπεην ελθόντα εις Χαλκίδα αφ' ού κατηρήμωσε την Κούμην, εξεστράτευσεν εις Αθήνας την επαύριον της μάχης των Βρυσακίων και έφθασε την 17 εις Λιάτανι 8 ώρας μακράν των Αθηνών, όπου και διενυκτέρευσεν· η δε προσέγγισίς του απεδίωξε τους εις αντίστασιν προκαταλαβόντας την θέσιν εκείνην Έλληνας. Την αυτήν ημέραν επήραν οι Αιγινήται το κανόνι των και ανεχώρησαν εις τα ίδια. Την δε 19 η πόλις εγκατελείφθη παρά πάντων εκτός τινων δυστυχών γερόντων και γραιών, μη δυναμένων διά την προβεβηκυίαν ηλικίαν των να μετατοπίσωσι. Τη 20 οι Τούρκοι εστρατοπέδευσαν εν τη παρά την πόλιν θέσει των Πατησίων, και έστειλαν ιππείς προς κατασκόπευσιν της πόλεως, υπό την οδηγίαν των πρό τινος καιρού επί βοηθεία μεταβάντων από της ακροπόλεως εις Εύβοιαν Αθηναίων Τούρκων. Κατόπιν αυτών εισήλθαν εις την πόλιν και ο πασάς και ο μπέης και όλα τα στοχεύματα, άτινα διόλου αχαλίνωτα έκαιαν υπό τους οφθαλμούς των αρχηγών, ελαφυραγώγουν, έσφαζαν και ουδ' αυτά τα προξενεία εσέβοντο, αν και επ' αυτών εκυμάτιζεν η σημαία των βασιλέων των.
Τοιουτοτρόπως ελύθη η πρώτη πολιορκία των Αθηνών διαρκέσασα από της 25 απριλίου μέχρι της 20 Ιουλίου· και οι Αθηναίοι οι μεν κατέφυγαν εις Αίγιναν και Σαλαμίνα, οι δε μετέβησαν εις τα επί του Ισθμού στρατόπεδα.
Καθ' όν δε καιρόν διέτριβεν εν Αθήναις ο Ομέρμπεης, ο άοκνος επίσκοπος Νεόφυτος απέπλευσε του Γαβρειού εις κυρίευσιν της Καρύστου μεθ' ικανών ακολούθων προσορμηθείς δε εις Αλιβέρι, χωρίον επί του πορθμού μεταξύ Καρύστου και Χαλκίδος, ηνώθη μετά των εκεί συνηγμένων Κουμιωτών και άλλων· και αυτός μεν ανεχώρησεν εις το στρατόπεδον των Βρυσακίων προς σύσκεψιν, το δε στράτευμα διετάχθη να μεταβή εις Στούρα (Στύρα) και οχυρωθή, μέχρι της επιστροφή του. Αλλ' ο Ομέρμπεης, μαθών τα κινήματα ταύτα, μετέβη μετά 300 επιλέκτων εις Χαλκίδα και εκείθεν εις Κάρυστον. Η είδησις του ερχομού του διέλυσεν αύτη και μόνη το διά τόσων μόχθων του επισκόπου συναχθέν κατά τα Στούρα στράτευμα· και οι μεν νησιώται επέβησαν εις τα πλοία, οι δε λοιποί ανέβησαν εις τα όρη· αλλά φιλοτιμηθέντες ούτοι επανήλθαν μετ' ολίγον εις το πεδίον της μάχης, και οι εις άκρον προ μικρού δειλοί εφάνησαν υπέρ το δέον τολμηροί ένεκα της απειρίας των· ώστε, αντί να προφυλάττωνται πολεμούντες όπισθεν πετρών κατά την ελληνικήν συνήθεια, ώρμησαν κατά πρόσωπον του εχθρού ερχομένου τουφεκίζοντες και αλαλάζοντες. Οι εχθροί τους έτρεψαν, τους κατεδίωξαν, και τους ηνάγκασαν να ριφθώσιν εις την θάλασσαν και διασωθώσιν εις τα πλοία· 30 εξ αυτών εφονεύθησαν και επνίγησαν, 15 δε μόνοι Σλαβούνοι, οχυρωθέντες ως έπρεπεν, επέμειναν πολεμούντες και αβλαβείς μέχρι τέλους διέμειναν, χάρις εις τον εμπειροπόλεμον αυτών αρχηγόν, τον μονόφθαλμον Ράδον. Η τροπή αύτη αυτή των Ελλήνων συνέβη την 12 αυγούστου.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
&Συνάθροισις τουρκικών στρατευμάτων έξωθεν του Κουσαντασίου και παθήματα των Χριστιανών κατοίκων της πόλεως ταύτης και των πέριξ. — Πλους του τουρκικού στόλου επί την Σάμον και αποτυχούσα απόβασις. — Εμφανισμός του ελληνικού στόλου εν τω μεταξύ Σάμου και Ασίας πορθμώ, και εμπρησμός εννέα φορτηγών πλοίων τουρκικών. — Ματαίωσις της τουρκικής εκστρατείας — Πόλεμος Τουρκίας και Περσίας.&
Αι εις τα αντικρύ παράλια της Ασίας τολμηραί αποβάσεις των Σαμίων και αι εις τα ενδότερα ευτυχείς επιδρομαί των ηνάγκασαν την Πύλην να κινήση κατά της νήσου εκείνης δυνάμεις και διά ξηράς και διά θαλάσσης· διότι, εκτός των εις καθυπόταξίν της άλλων αιτιών, οι Ασιανοί Τούρκοι εδυσκολεύοντο να εκστρατεύσωσιν εις τα εν επαναστάσει απώτερα μέρη της Ελλάδος, αν δεν απηλλάττετο πρώτον ο τόπος των του προ των θυρών δεινού τούτου εχθρού, δεινοτέρου ημέρα τη ημέρα καθισταμένου. Προς τον σκοπόν τούτον κατέβαιναν αντικρύ της Σάμου πολλά στρατεύματα, και ανεμένετο και ο οθωμανικός στόλος.
Περί δε τα τέλη του απριλίου ο Γεώργιος Λογοθέτης, ο επί της επαναστάσεως μετονομασθείς Λυκούργος, προ επτά ετών διατριβών εν Σμύρνη, επανήλθεν εις την πατρίδα του την Σάμον. Άνθρωπος δραστήριος και επιχειρηματίας, έχων γνώσιν και γραμμάτων και πραγμάτων, ετέθη διά μιας υπεράνω των συμπατριωτών του και ησχολήθη να οργανίση το πολιτικόν και το στρατιωτικόν, καταστήσας εν μεν τοις χωρίοις εφόρους επέχοντας και τόπον ειρηνοδικών, εν δε τη πρωτευούση βουλήν εξ αντιπροσώπων παντός χωρίου και τρεις γενικούς εφόρους εκπληρούντας και τα καθήκοντα γενικού δικαστηρίου· ωργάνισε και τέσσαρας χιλιαρχίας. Επί σκοπώ δε να εκπλήξη τον λαόν και διεγείρη και άμιλλαν παρά τοις φιλοτιμοτέροις των Σαμίων, διέταξεν όλοι οι αξιωματικοί να φορώσι διακριτικά σημεία, οι δε χιλίαρχοι χρυσάς επωμίδας.
Εν τοσούτω συνήχθησαν κατά την δοθείσαν διαταγήν αντικρύ της Σάμου πάμπολλα στρατεύματα διά την μελετωμένην εκστρατείαν υπό τας διαταγάς του Ελέζογλου, διοικητού της παραλίου πόλεως του Κουσαντασίου και των περιχώρων, θέλουσα δε να εξάψη η Πύλη έτι μάλλον τον φανατισμόν των πιστών και ερεθίση την άπληστον πλεονεξίαν των και την αιμοχαρή δίψαν των εξέδωκεν, ως ελέγετο, προσταγήν να φονεύσωσιν όλους τους υπεροκταετείς άρρενας της Σάμου, και να τουφεκίσωσιν όλους τους εντός της ηλικίας ταύτης, τας δε γυναίκας όλας ν' ανδραποδίσωσιν· αλλ' εβράδυνε να φανή ο εις μεταβίβασιν τουρκικός στόλος· ο δε συναχθείς αχαλίνωτος όχλος έπραττεν εν τω μεταξύ τούτω τα πάνδεινα όπου συνηθροίσθη, αν και τα υπεξούσια της Πύλης εκείνα μέρη ήσαν ατάραχα.
Μεταξύ δε των συναχθέντων τούτων οπλοφόρων πέριξ του Κουσαντασίου ήσαν και οι μετά την παύσιν των εν Σμύρνη δεινών εξωσθέντες εκείθεν κακούργοι. Ούτοι, ευρόντες ομόφρονας τους λοιπούς εκεί συναχθέντας, έπραξαν παντός είδους ανομήματα εν τοις έξω του Κουσαντασίου χωρίοις, σφάζοντες, ατιμάζοντες, λεηλατούντες και βιάζοντες όλους να θεωρώσι την φυγήν σωτηρίαν. Τα αυτά επεθύμουν να πράξωσι και εν πόλει, όπου εμβάντες ύβρισαν, έδειραν Χριστιανούς και εφόνευσαν ένα. Ο Ελέζογλους, άνθρωπος φιλοδίκαιος και δραστήριος, επαίδευσεν αμέσως διά κεφαλικής ποινής τον φονέα. Την δικαίαν ταύτην πράξιν εθεώρησαν ως άδικον οι μισούντες την δικαιοσύνην και ήγειραν γενικόν γογγυσμόν κατ' αυτού. Οι δε δυστυχείς Χριστιανοί, πάσχοντες καθ' ημέραν και βλέποντες αδύνατον να λάβωσι παρά του καλοκαγάθου αλλ' όχι και ισχυρού διοικητού την απαιτουμένην προστασίαν, οι μεν κατέφευγαν εις τας υπό ελληνικήν σημαίαν νήσους, οι δε οικούρουν. Εν ώ δε οι Τούρκοι ήσαν τόσον ηρεθισμένοι, και οι Χριστιανοί τόσον έμφοβοι, ετόλμησέ τις των Χριστιανών πεινών να εξέλθη της οικίας εις εύρεσιν τροφής· κατά κακήν του τύχην απήντησε τρεις Τούρκους, εξ ών ο είς αμέσως τον επιστόλισεν αλλά δεν τον έβλαψεν· επέπεσε τότε ο Χριστιανός, του ήρπασε την άλλην πιστόλαν και τον εσκότωσεν· οι δύο δε άλλοι Τούρκοι δειλιάσαντες έφυγαν· αλλά φεύγοντες εφώναζαν «ο ι - ά π ι σ τ ο ι - σ κ ο τ ό ν ο υ ν - τ ο υ ς - π ι σ τ ο ύ ς». Ακουσθείσης της φωνής ταύτης, φωνής ικανής να φέρη την καταστροφήν όλης της πόλεως, έσπασαν οι φιλάτακτοι τας θύρας οικιών και εργαστηρίων, ήρπασαν πράγματα, εφόνευσαν ανηλεώς όσους συνήντησαν, ανδραπόδισαν γυναίκας, έβαλαν πυρ εις την πόλιν και μόλις την διέσωσαν οι εντόπιοι Τούρκοι. Η δε Πύλη, μαθούσα τα δυστυχήματα της πόλεως εκείνης, κατέκρινε και μετέθεσε τον φιλοδίκαιον Ελέζογλουν ως ερεθίσαντα τους πιστούς διά της καταδίκης του φονέως.
Ιούλιος Την δε 3 ιουλίου ο τηλέγραφος της Σάμου εσήμανε τον εμφανισμόν του οθωμανικού στόλου πλέοντος προς την νήσον εκ πλοίων 36, εν οις 4 δίκροτα και 6 φρεγάται, υπό τον υποναύαρχον Καρά - Αλήν. Πλησιάσας ο στόλος συνέλαβε πλοιάριον σάμιον έχον τρεις ναύτας και τον κυβερνήτην· και τούτον μεν και ένα των ναυτών έστειλεν ο υποναύαρχος εις Σάμον προσκαλών διά γραμμάτων τους προεστώτας να έλθωσιν εις προσκύνησίν του, και δεχθώσιν αγάν και καδήν, αν ήθελαν να μη καταστραφή ο τόπος των· τους δε λοιπούς εκράτησε· την εσπέραν δε της αυτής ημέρας ο στόλος ελλιμένισεν έμπροσθεν της Χώρας. Ο λαός της Σάμου, ιδών κατά πρώτην φοράν εχθρικόν στόλον, εδειλίασε, και οι μεν ανέβησαν εις τα όρη, οι δε διεβιβάσθησαν εις τας πλησιοχώρους νήσους προς αποφυγήν του κινδύνου. Αλλ' αι Αρχαί του τόπου και ο Λυκούργος έδειξαν άκραν αφοβίαν, κατεβίβασαν το προοργανισθέν στράτευμα εις το παράλιον αντικρύ του στόλου και το ητοίμασαν εις αντίκρουσιν του εχθρού, αν επεχείρει απόβασιν.
Την δε υστεραίαν ο στόλος παρετάχθη έμπροσθεν των μεσημβρινών παραλίων της Σάμου και εκανονοβόλει σφοδρώς εις απομάκρυνσιν του στρατεύματος των Σαμίων. Το πρωτόπειρον στράτευμα φοβηθέν απεμακρύνθη και εκρύβη όπισθεν των παρακειμένων οικιών, και οι Τούρκοι, βλέποντες ότι οι εναντίοι των έγειναν άφαντοι, εκίνησαν προς την ξηράν επί των λέμβων· αλλ' ο Λυκούργος και οι χιλίαρχοι Σταμάτης Γεωργιάδης, Μανουήλ Μελαχρινός καί τινες άλλοι αξιωματικοί, απομείναντες επί της παραλίας, ίθυναν τόσον ευστόχως πέντε κανόνια, ώστε όλαι σχεδόν αι σφαίραι έπεσαν εντός των λέμβων και επροξένησαν πολύν φόνον. Οι ολίγοι ούτοι εδυνήθησαν διά τούτου και μόνου του τρόπου να εμποδίσωσι την ημέραν εκείνην την απόβασιν, διότι ο Καρά - Αλής υπώπτευεν ότι το φοβηθέν και απομακρυνθέν από της παραλίας ελληνικόν στράτευμα παρεφύλαττεν ίνα επιπέση. Ο παράλογος δε ούτος φόβος των Τούρκων εθάρρυνε το παραμερήσαν στράτευμα των Σαμίων να επανέλθη όπου ήσαν οι αρχηγοί του και ενδιαμείνη άφοβον, αν και ακαταπαύστως πλην αβλαβώς καθ' όλον το ημερονύκτιον υπό του στόλου κανονοβολούμενον. Την δε εφεξής ημέραν απέβησαν 300 Τούρκοι κατά την αγίαν Παρασκευήν, όπου ήσαν οκτώ Έλληνες μόνον εις σκοπήν, διότι δεν υπώπτευαν απόβασιν εις εκείνο το μέρος. Αλλ' ο χιλίαρχος Γεωργιάδης, μαθών το γεγονός, παρέλαβεν όσους ηύρε προθύμους, ώρμησε πρώτος αυτός μετά των ολίγων ακολούθων του, ώρμησαν κατόπιν και πολλοί άλλοι επί τους αποβάντες τόσον μανικοί, κατά το παράδειγμα του γενναίου αρχηγού των, ώστε ουδένα σχεδόν εχθρόν αφήκεν ζώντα. Εφάμιλλοι των Σαμίων εφάνησαν εν τη μάχη ταύτη καί τινες παρευρεθέντες Κρήτες, ων ο αρχηγός Χατσή Γεώργης Μουριώτης εφημίσθη διά τας ανδραγαθίας του. Εν τω μεταξύ δε τούτω επλησίασαν εις το αυτό παράλιον 40 λέμβοι φέρουσαι άλλους στρατιώτας· τόσον δε ευστόχως και τόσον σφοδρώς ετουφέκισαν και αυτούς οι Έλληνες, ώστε τους ηνάγκασαν να ποδίσωσι. Τότε ο τρισβάρβαρος και άνανδρος Καρά - Αλής, εκδίκησιν πνέων, επίσσωσε τους δύο δυστυχείς και αθώους ναύτας του συλληφθέντος σαμίου πλοιαρίου, τους εκρέμασεν επί της ναυαρχίδος του κατακέφαλα και τους έκαυσε κατέναντι των συγγενών και συμπατριωτών αυτών εις αιώνιον στίγμα της βδελυράς μνήμης του. Μετά την πράξιν ταύτην έστειλεν αντικρύ 9 φορτηγά πλοία επί μεταφορά άλλων στρατευμάτων την δε 6, 7 και 8, ο στόλος διέμεινεν άπρακτος έμπροσθεν της Σάμου αναμένων τον ανάπλουν των φορτηγών.