Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 19

Chapter 1940 wordsPublic domain

Η δε Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος, η ευπειθεστέρα των κεντρικών Αρχών, είχε την έδραν της εν Μεσολογγίω, και ενήργει εντός της περιφερείας της όπως εδύνατο. Ο δε Άρειος πάγος είχε μοναδικόν χαρακτήρα· ήτο περιπατητική Αρχή και μετέβαινεν από επαρχίας εις επαρχίαν. Επειδή δε αι νήσοι δεν είχαν κεντρικήν Αρχήν, εστάλησαν εις οργανισμόν αυτών αρμοσταί. Η δε κυβέρνησις, προθεμένη την καθ' όλα τα μέρη της Ελλάδος εισαγωγήν ομοιομόρφου οργανισμού, εξέδωκε νόμον, δι' ου διήρει την ελληνικήν χώραν εις επαρχίας, τας επαρχίας εις αντεπαρχίας πρώτης και δευτέρας τάξεως, και ταύτας εις κοινότητας, ορίζουσα τα καθήκοντα εκάστης υπαλλήλου Αρχής και τας προς αλλήλας και προς την κυβέρνησιν σχέσεις των. Πάντα δε ταύτα ενηργούντο κοινή γνώμη του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, διατελούντων εν αρμονία, καθώς εν αρμονία διετέλεσαν οι συγκροτούντες ταύτα και κατά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν. Μόνος ο πρόεδρος του βουλευτικού Υψηλάντης αντεφρόνει, αλλά φανερά δεν αντεπολιτεύετο. Η δοθείσα αυτώ πολιτική θέσις ούτε αυτόν ευχαρίστει, ούτε την πατρίδα ωφέλει. Ο Υψηλάντης ήτον άνθρωπος του πολέμου μάλλον ή της πολιτικής· ήτο γενναιόκαρδος, καρτερικός, και ηγαπάτο υπό του στρατιωτικού διά τον πολεμικόν του χαρακτήρα· είδε και αυτός, ότι η θέσις, ην κατείχε, δεν ήτον η πρέπουσα αυτώ, και επειδή θέατρον του προσεχούς και κινδυνώδους πολέμου εφαίνετο η στερεά Ελλάς, επεθύμει να εκστρατεύση εκεί. Οι δε αντιπολιτευόμενοι αυτόν νομοτελεσταί καί τινες βουλευταί, επιθυμούντες να τον απομακρύνωσι της έδρας της κυβερνήσεως, εδείχθησαν επίσης πρόθυμοι· και κατ' αρχάς μεν απεφασίσθη να εκστρατεύση εις Δυτικήν Ελλάδα, μετ' ολίγας δε ημέρας εις Ανατολικήν· αλλ' ο Άρειος πάγος, ούτινος πολλά μέλη ήρχισαν, ως είδαμεν, ν' αντιφέρωνται προς τον Υψηλάντην αφ' ότου είδαν τούτον εν Τρικόρφοις, δεν τον ήθελεν όπου ηγεμόνευεν, αλλ' ήθελεν εκστρατείαν Πελοποννησίων άνευ αυτού, διότι υπώπτευε μη σχετισθή προς ους ο Άρειος πάγος αντεπολιτεύετο· τον υπέβλεπε δε και ως δυνάμενον να σφετερισθή την κεντρικήν εξουσίαν· διά τούτο αντέτεινεν εις την προς εκείνο το μέρος εκστρατείαν του ανδρός τούτου. Το δε νομοτελεστικόν ενέκρινε τους λόγους του Αρείου πάγου και επέμενεν εις το να εκστρατεύση ο Υψηλάντης εις Δυτικήν Ελλάδα, ως προαπεφασίσθη· αλλ' ενέδωκεν επί τέλους εις την γνώμην του βουλευτικού και εις την επιμονήν αυτού του Υψηλάντου, όστις ανεχώρησεν εκ Κορίνθου την 20 φεβρουαρίου εις την Ανατολικήν Ελλάδα. Εξελέχθη δε αντιπρόεδρος της βουλής ίνα ενεργή τα της προεδρίας εν τη απουσία αυτού, ο Χαραλάμπης. Τρισχίλιοι Πελοποννήσιοι απεφασίσθη να συνεκστρατεύσωσιν υπό τας διαταγάς του, αλλά μόλις 700 εξήλθαν του Ισθμού υπό τον Νικήταν και τον Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον. Εκστρατεύσας ο Υψηλάντης ύψωσε την σημαίαν της Εταιρίας παρά τους νόμους του έθνους, ους παρεδέχθη και καθ' ους πρόεδρος της βουλής κατέστη και εις την παρούσαν εκστρατείαν απεστάλη. Η πράξις αύτη, μεμπτή και ασυντελής προς τους σκοπούς του, έδωκε δικαίαν αφορμήν να είπη και να γράψη ο Άρειος πάγος τα μύρια κατ' αυτού ως ανατροπέως των καθεστώτων. Η κυβέρνησις έδειξε πατριωτισμόν και φρόνησιν περιορισθείσα κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν εις το να τον επιπλήξη και συμβουλεύση τα δέοντα. Ο Υψηλάντης εδέχθη την εθνικήν σημαίαν αντί της άλλης· αλλά μόλις επάτησε την γην της Ανατολικής Ελλάδος και έδωκε νέαν αιτίαν διενέξεων· έστειλε κατ' ευθείαν διαταγάς προς τους εφόρους των επαρχιών, οφείλων κατά τον ενυπάρχοντα οργανισμόν ν' αναφέρεται εις τον Άρειον πάγον. Νέα και δίκαια παράπονα απεύθυνεν εις την κυβέρνησιν ο Άρειος πάγος κατ' αυτού. Η κυβέρνησις έγραψε τοις αντιφερομένοις να συμβιβασθώσιν έστειλε και τον Γρηγόριον Κωνσταντάν, όστις τους καθησύχασεν, αλλά δεν τους εφιλίωσεν.

Μάρτιος Λήγοντος δε του μαρτίου συνήχθησαν εις πολεμικόν συμβούλιον οι σημαντικώτεροι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Υψηλάντου εις Πράλον επί των ορίων της Δωρίδος, όπου προθέμενοι να ενισχύσωσι την επανάστασιν κατά τας αρκτικωτέρας επαρχίας, εσχεδίασαν τρεις συγχρόνους εκστρατείας, την μεν εις Πατρατσίκι, την δε εις Ζητούνι, την δε προς διακοπήν πάσης συγκοινωνίας των κατεχόντων το Πατρατσίκι και το Ζητούνι εχθρών εβουλεύθησαν δε, ο μεν Οδυσσεύς, ο Δυοβουνιώτης, ο Νικήτας και ο Ζαφειρόπουλος, έχοντες 3000, να περάσωσιν εις την αγίαν Μαρίναν, την εν τω Μαλιακώ κόλπω, και να προχωρήσωσιν εκείθεν εις άλωσιν του φρουρίου του Ζητουνίου, ο δε Μήτσος Κοντογιάννης, ο Σκαλτσάς και τα επαρχιακά σώματα των Κραββάρων, του Καρπενησίου και του Αποκούρου, όλοι 2500, να κτυπήσωσι το Πατρατσίκι· ο δε Νάκος Πανουργιάς μετά 1500 να τοποθετηθή εν Κομποτάδαις.

Απεφασίσθη δε το διά την αγίαν Μαρίναν στράτευμα να διαπλεύση τον κόλπον την εσπέραν της μεγάλης πέμπτης, την δε μεγάλην παρασκευήν να επιπέση. Το σχέδιον τούτο υπεγράφη την 26 υπό των παρευρεθέντων εν τω πολεμικώ συμβουλίω· αλλ', αντί της νυκτός της μεγάλης πέμπτης, τα στρατεύματα διέπλευσαν τον κόλπον την νύκτα της μεγάλης παρασκευής· Απρίλιος το πρωί δε του μεγάλου σαββάτου, ήτοι την 1 απριλίου, ο μεν Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας απέβησαν εις Αχινόν, ίνα μεταβώσι διά ξηράς εις Στηλίδαν, ο δε Οδυσσεύς εις αγίαν Μαρίναν. Προχωρούντες δε υπό τον Δυοβουνιώτην και Νικήταν προς την Στηλίδαν, απήντησαν τους εκεί Τούρκους επερχομένους· και εν πρώτοις μεν ωπισθοδρόμησαν διωκόμενοι, έπειτα δε εφορμήσαντες τους έτρεψαν, εμβήκαν εις Στηλίδαν, εσκότωσαν και επλήγωσαν υπέρ τους 50 και έκαυσαν καί τινας οικίας. Ήλθαν μετ' ολίγον άλλοι Τούρκοι εκ Ζητουνίου επιβοηθοί, αλλά και ούτοι έπαθαν και απεκρούσθησαν· διεκρίθησαν δε εν ταις συμπλοκαίς ταύταις οι Πελοποννήσιοι διά την ευτολμίαν των· την δε επελθούσαν νύκτα εγκατέλειψαν οι Έλληνες την Στηλίδαν και καταβάντες εις τον αιγιαλόν μετέβησαν εις αγίαν Μαρίναν, όπου συνηνώθησαν μετά των υπό τον Οδυσσέα. Οι Τούρκοι ήλθαν και εκεί την αυτήν ημέραν κατά των συνηνωμένων Ελλήνων συνηνωμένοι και αυτοί και επολέμησαν. Αλλ', εν ώ εκινήθησαν οι προς τούτο το μέρος, δεν εκινήθησαν την αυτήν ημέραν και οι προς τα άλλα μέρη, ως προεσχεδιάσθη, αναμένοντες τον Μήτσον Κοντογιάννην· τούτου δε μη φαινομένου, εξεστράτευσεν ο εν Κομποτάδαις Πανουργιάς μετά των υπ' αυτόν ενήμερα του Πάσχα, ήτοι την 2, εις Πατρατσίκι· συνεξεστράτευσαν και ο Σκαλτσάς και ο Σαφάκας, οι κατέχοντες το επάνω μέρος της πόλεως· ήλθεν εν τούτοις και ο Κοντογιάννης και ούτως επάτησαν την πόλιν πολεμούντες και πολεμούμενοι. Εφονεύθησαν 11 Έλληνες και επληγώθησαν 3· εφονεύθησαν και πλειότεροι Τούρκοι· όλαι δε αι οικίαι των Μπογομύλων και πολλαί της πόλεως εκάησαν. Έξ ημέρας διέμειναν οι Έλληνες εν τη πόλει, την δε εβδόμην ανεχώρησαν μη κατορθώσαντες τον σκοπόν δι' ον εισέβαλαν.

Δεκατριήμεροι διήρκεσαν αι κατά την αγίαν Μαρίναν συμπλοκαί και η εκστρατεία μετήλλαξεν έκτοτε μορφήν· σχεδιασθείσα παρά των Ελλήνων επιθετική, κατήντησεν, εξ αιτίας των εγκαίρως επελθόντων πολυαρίθμων εχθρών, αμυντική· διότι οι Τούρκοι δεν άφησαν τους Έλληνας να προχωρήσωσιν, αλλά κατέλαβαν το υπερκείμενον της αγίας Μαρίνας χωρίον, Αυλάκι, και στήσαντες εκεί 4 κανόνια τους έβλαπταν μεγάλως. Οι Έλληνες είδαν, ότι αδιατήρητος ήτον η θέσις των εν όσω οι Τούρκοι κατείχαν το Αυλάκι· και επειδή επάναγκες ήτον ή να τους αποδιώξωσιν ή ν' αναχωρήσωσιν, απεφάσισαν να επιπέσωσι την νύκτα. Ελθούσης δε της ώρας, ο μεν Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας εκίνησαν· ο δε Οδυσσεύς, αν και σύμφωνος προ του κινήματος, μετέβαλε γνώμην την στιγμήν εκείνην θεωρήσας την τροπήν των Ελλήνων βεβαίαν. Την γνώμην ταύτην του Οδυσσέως παρεδέχθησαν και ο Δυοβουνιώτης και ο Νικήτας, κοινοποιηθείσαν αυτοίς αφ' ού εκίνησαν, και επανήλθαν και ούτοι εις το στρατόπεδον. Επειδή δε το σκοπούμενον δεν επραγματοποιήθη, δεν έμεινεν εις σωτηρίαν του ελληνικού στρατοπέδου ειμή η αποχώρησις. Ήσαν εν τω λιμένι τα διαβιβάσαντα το στράτευμα διάφορα πλοία· εν δε τω του Βισβίζη, αρχηγού του στολίσκου, ήσαν ο αντιπρόεδρος του Αρείου πάγου, εδρεύοντος τότε εν Λιθάδα, χωρίω της Ευβοίας, και ο Αρειοπαγίτης Δρόσος Μανσόλας, μεταβάντες εκεί εις εποπτείαν των πράξεων των πολεμούντων και εις προμήθειαν των αναγκαίων. Οι οπλαρχηγοί ανήγγειλαν αυτοίς την απόφασιν της αποχωρήσεως και τους παρεκάλεσαν να διατάξωσι την διά των πλοίων αντίπεραν του κόλπου διαβίβασίν των· αλλ' η παράκλησις δεν εισηκούσθη, διότι οι Αρειοπαγίται εφρόνουν ότι αναγκαίον ήτο το στράτευμα να ενδιαμείνη. Τότε ο Οδυσσεύς, παραλαβών τον Νικήταν, υπήγεν εις το πλοίον όπου οι Αρειοπαγίται προς δικαιολογίαν της μελετωμένης αποχωρήσεως· αλλ' ουδ' αυτών οι λόγοι ίσχυσαν. Η εκστρατεία αύτη, χάρις εις τον ακάματον ζήλον του Αρείου πάγου, του πολλαχόθεν επ' ωφελεία της πατρίδος αργυρολογήσαντος, ήτο πολυέξοδος, διότι εις χρήσιν αυτής εμισθώθησαν 30 πλοία και επρομηθεύθησαν και όλα τα αναγκαία εν αφθονία· διά τούτο πικρόν εφαίνετο τοις Αρειοπαγίταις, και πικρόν τω όντι ήτον, όλοι οι αγώνες και όλη η μεγάλη δαπάνη της εκστρατείας ν' αποβώσιν εις μάτην. Οι επί του πλοίου Αρειοπαγίται ωμολόγουν και ούτοι, ότι ελπίς αλώσεως του φρουρίου του Ζητουνίου, δι' ην εγένετο κυρίως η εκστρατεία, δεν ήτον, αλλ' ήθελαν το στρατόπεδον να διατηρήση, ην κατείχε θέσιν εις αναθάρρησιν των κατά την Μακεδονίαν και τον Όλυμπον Χριστιανών ακουόντων ότι επί της θέσεως εκείνης ήτο στρατόπεδον. Ο σκοπός ήτον αναμφιβόλως κοινωφελής, αλλά δεν ήτο κατορθωτός· και ο Οδυσσεύς επέμενεν ευλόγως εν ονόματι και των άλλων οπλαρχηγών εις την εκτέλεσιν ων εβουλεύθησαν. Εν τούτοις έπεσαν εις σφοδράν λογομαχίαν, και ο Οδυσσεύς όλως εξημμένος εξεστόμισεν απρεπείς λόγους κατά του αγώνος· οι λόγοι ούτοι, ρηθέντες εις επήκοον πολλών των εν τω πλοίω, αν και λόγοι θυμού, εξαγρίωσαν το πλήρωμα όλον κατά του Οδυσσέως ως επιβούλου και προδότου, και μόλις το καθησύχασαν αι πατριωτικαί νουθεσίαι του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου. Διαρκούσης δε της λογομαχίας, ήρχισεν επί της ξηράς τουφεκισμός μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων· τότε αφήσαντες τας έριδας οι εν τω πλοίω ανέβησαν όλοι επί του καταστρώματος εις βοήθειαν των επί της ξηράς μαχομένων αδελφών· παρατηρήσαντες δε σωρόν εχθρών πεζών επί τινος υψώματος εντός βολής κανονίου και ένα χρυσοστόλιστον άνδρα καθήμενον επί αργυροστολίστου ίππου έμπροσθεν αυτών, βαστώντα ρόπαλον εν τη δεξιά και παρακελεύοντα τους πεζούς εις μάχην, εκανονοβόλησαν εις τον σωρόν και φονεύσαντες και πληγώσαντές τινας έρριψαν κατά γης και τον άγνωστον τούτον αναβάτην. Μετά την πτώσιν αυτού έπαυσεν η μάχη, και οι εχθροί άραντες τον νεκρόν ανεχώρησαν· ήτο δε ούτος, ως έγεινε γνωστόν μετά ταύτα, ο αρχηγός του εχθρικού εκείνου στρατού. Εν τοσούτω συγκατετέθησαν οι Αρειοπαγίται, εκόντες άκοντες, εις την πρότασιν του Οδυσσέως, και νυκτός γενομένης επέβη το στράτευμα εις τα πλοία και διεβιβάσθη αντικρύ καύσαν τον εν τω χωρίω λαμπρόν πύργον του Χαλήλμπεη. Τοιουτοτρόπως τα κατά την αγίαν Μαρίναν πολεμικά κινήματα λαβόντα αρχήν την 1 απριλίου παρετάθησαν μέχρι της 15, καθ' ό διάστημα εφονεύθησαν 50 Έλληνες και επληγώθησαν 90, οίτινες μετεκομίσθησαν επί θεραπεία εις Εύβοιαν, όπου απέθαναν εξ αυτών 15· πλειότεροι δε ήσαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι ως εφορμώντες απροφύλακτοι.

Μετά δε την αποχώρησιν οι αποτυχόντες εν Πατρατσικίω έπεσαν πάλιν εις την πόλιν εκείνην ενωθέντος και του Νικήτα, και κατέλαβαν και έκαυσαν μέρος αυτής· αλλ' ηναγκάσθησαν πάλιν ν' απομακρυνθώσιν ηνδραγάθησαν δε και εφονεύθησαν ο κόμης Κουέλενος, Δανός και ο Εϋνέμανος, Πρώσσος. Τοιουτρόπως εματαιώθησαν αι εκστρατείαι αύται.

Εν τούτοις, μετά την έξοδον του Υψηλάντου, η εν Κορίνθω κυβέρνησις κατεγίνετο αδιακόπως στρατολογούσα εν Πελοποννήσου, διά την στερεάν Ελλάδα.

Επί της πτώσεως της Κορίνθου το τακτικόν ήτον εν τω διαλύεσθαι δι' έλλειψιν των αναγκαίων και διά την αποχώρησιν του αξίου αρχηγού του Βαλέστου σκοπεύοντος να μεταβή εις Κρήτην. Η κυβέρνησις, αισθανομένη την μεγάλην ωφέλειαν του σώματος τούτου, εφρόντισε συστηθείσα να το διατηρήση και αυξήση, και εξέδωκε νόμον κανονίζοντα τον οργανισμόν του και τα εις διατήρησιν και αύξησίν του· αναδείξασα δε αρχηγόν του τον φιλέλληνα Ιταλόν Ταρέλλαν, αξιόλογον άνδρα διά τας στρατιωτικάς του γνώσεις, την φρόνησίν του και την ανδρίαν του, διέταξε να ήναι δεκτοί και ξένοι αξιωματικοί και στρατιώται· επειδή δε συνήλθαν πολλαχόθεν πολλοί φιλέλληνες αξιωματικοί, και δεν εύρισκαν τόπον παρά τω στρατώ η κυβέρνησις εξέδωκεν άλλον νόμον, δι' ου όλοι ούτοι, οι μεν ως αξιωματικοί, οι δε ως απλοί στρατιώται, εσύστησαν ίδιον τάγμα ονομασθέν «τάγμα των φιλελλήνων» . Επρώτευε τούτο όλων των στρατιωτικών σωμάτων, και προς τιμήν αυτού εδέχθη ο πρόεδρος του νομοτελεστικού τον βαθμόν του επιτίμου συνταγματάρχου του· ετέθη δε υπό τον κατά την επί το Ναύπλιον έφοδον διακριθέντα διά την ευτολμίαν του Ιταλόν Δανίαν, συνταγματάρχην αναδειχθέντα. Διέταξεν η κυβέρνησις και στρατολογίαν κατά πάσαν επαρχίαν της Πελοπονήσου εις αύξησιν του τακτικού. Εν ώ δε ησχολείτο περί τα τοιαύτα, ήλθε πρεσβεία της Δυτικής Ελλάδος αιτούσα να μεταβή εκεί ως πολιτικός και πολεμικός αρχηγός ο πρόεδρος του νομοτελεστικού, Μαυροκορδάτος, ο ελκύσας, ως προείπαμεν, επί της εκεί διατριβής του την αγάπην και την υπόληψιν των Δυτικοελλαδιτών και διορισθείς παμψηφεί πρόεδρος της Γερουσίας των επί της διά των ενεργειών αυτού συστάσεώς της.

Μάιος Η πρεσβεία εισηκούσθη, και εξεδόθη ψήφισμα την 11 μαΐου, δι' ου εδίδετο άδεια τω Μαυροκορδάτω διμήνου απουσίας, ίνα μεταβή εις Δυτικήν, χρείας δε τυχούσης και εις Ανατολικήν Ελλάδα, και τω ενεπιστεύετο η γενική διεύθυνσις των πολιτικών και πολεμικών πραγμάτων του μέρους εκείνου. Απεφασίσθη δε και πολλά στρατεύματα να συνεκστρατεύσωσι και ναυτική δύναμις να συνεκπλεύση εις μεταβίβασιν στρατευμάτων από τόπου εις τόπον και εις υποστήριξιν των επί της ξηράς πολεμικών κινημάτων. Την 17 ανεχώρησεν ο πρόεδρος εκ Κορίνθου και την 23 έφθασεν εις Μεσολόγγι· αλλά δεν είχεν ειμή 400 τακτικούς, 120 φιλέλληνας, άλλους τόσους Επταννησίους υπό τον Σπύρον Πανάν, και 400 Πελοποννησίους υπό τον Γιατράκον, Δηληγιάννην και Κυριακούλην. Συνηκολούθησε δε μετά 180 και ο Μάρκος Μπότσαρης, μεταβάς προ ολίγου εις Κόρινθον, ίνα επικαλεσθή την αντίληψιν της κυβερνήσεως υπέρ της κινδυνευούσης πατρίδος του, και φροντίση και περί της απελευθερώσεως των παρά τω Χουρσήδη συγγενών του. Είχε μεταβή εις την Δυτικήν Ελλάδα την 12 μαρτίου και ο Γενναίος μετά 250 πεμφθείς παρά του πατρός του επί της εις Πάτρας εκστρατείας του κατ' αίτησιν των Δυτικοελλαδιτών αποστειλάντων προς αυτόν περί τούτου πρεσβευτήν τον πρώην αρχιεπίσκοπον Άρτης Πορφύριον ώστε όλη η μεταβάσα από της Πελοποννήσου εις την Δυτικήν Ελλάδα δύναμις, τακτική και μη, συνηριθμείτο εις 1500. Είχαν δε καταπλεύσει την 8 μαΐου εις Μεσολόγγι και 8 ελληνικά πλοία.

Η άφιξις του Μαυροκορδάτου εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν ωμοίαζε την του Υψηλάντου εις την Ανατολικήν, διότι προς τούτον αντέπραττε παρρησία ο Άρειος πάγος και αντεφέρετο ευσχήμως και η κυβέρνησις· τον δε Μαυροκορδάτον υπήκουεν η γερουσία, και τω έδιδε προθύμως χείρα βοηθείας και η κυβέρνησις· διά τούτο, εν ώ ανυπέρβλητοι δυσκολίαι παρενέπεσαν εις την πρόοδον των κινημάτων του Υψηλάντου, ουδεμία τοιαύτη εδυσκόλευσε την ευόδωσιν της αποστολής του Μαυροκορδάτου.

Και ταύτα μεν τα κατά την Δυτικήν Ελλάδα τω καιρώ εκείνω.

Διηγούμενοι δε τα κατά την Κρήτην είπαμεν ότι ο Αφεντούλης, αντιπρόσωπος του Υψηλάντου, έφθασεν εις Λουτρόν λήγοντος του οκτωβρίου· ηύρε δε τα πράγματα έχοντα ούτως. Η επανάστασις δεν είχεν εισέτι εξαπλωθή καθ' όλην την νήσον· εξετείνετο μόνον από της δυτικής εσχατιάς μέχρι της Ρεθύμνης. Δισχίλιοι τετρακόσιοι Κρήτες υπό τον Δασκαλάκην, Αναγνώστην Παναγιώτου, Πρωτοπαπαδάκην και Σήφακαν παρεφύλατταν τα Χανιά, τα στενά Σελίνου και Κισάμου, και τα προς την Σούδαν μέρη· τρισχίλιοι δε υπό τον Ρούσον και άλλους οπλαρχηγούς κατείχαν τας διόδους του πασαλικίου της Ρεθύμνης, εξαιρουμένης της παραθαλασσίου της από Ρεθύμνης εις το Μεγάλον Κάστρον αγούσης· ενέδρευε και ο Μελιδόνης παρά τους πρόποδας της Ίδης (Ψηλορίτου) μετά χιλίων· ώστε όλη η ένοπλος δύναμις των Κρητών εκείναις ταις ημέραις ήτον εξακισχίλιοι και πεντακόσιοι. Τετραπλάσιοι ήσαν οι οπλοφορούντες Τούρκοι και κατείχαν πολλά οχυρά μέρη και τας τρεις περιτετειχισμένας πόλεις, τα Χανιά, την Ρεθύμνην και το Μεγάλον Κάστρον· μη πολιορκούμενοι δε διά θαλάσσης ειμή εκ διαλειμμάτων υπό τινων πλοίων της Κάσσου, δεν έπασχαν έλλειψιν των αναγκαίων, κατετήκοντο όμως υπό της πρό τινος καιρού αναφανείσης εν μέσω αυτών και διαρκούσης πανώλους.

Δεκέμβριος Αρχομένου δε του δεκεμβρίου, 1500 υπό τον Δασκαλάκην και Αναγνώστην Παναγιώτου επάτησαν την επαρχίαν Σελίνου, εκυρίευσαν χωρία και ηνάγκασαν τους τήδε κακείσε επαρχιώτας Τούρκους να συγκεντρωθώσιν εις τους πύργους της πρωτευούσης των. Τινές τούτων κατέλαβαν ως προφυλακτήριον αυτής και το παρακείμενον χωρίον, Σταυρόν, όπου οι Χριστιανοί τους απέκλεισαν, και στερουμένους τροφών θα τους ηχμαλώτευαν μετά τινας ημέρας· αλλ' ο Δασκαλάκης μηδεμίαν ανεχόμενος αναβολήν εκάλεσε τους στρατιώτας του εις έφοδον προκινδυνεύων αυτός και αριστεύων· αλλ' ετουφεκοβολήθη θανατηφόρως ένδοθέν τινος οικίας καταλιπών αγαθήν μνήμην των υπέρ πατρίδος λαμπρών άθλων του και της γλυκείας συμπεριφοράς του, δι' ην επωνομάζετο Τ σ ε λ ε π ή ς. Τούτου αποθανόντος, εγκατέλειψαν τας θέσεις των οι συναγωνισταί του· διεδέχθη δε την αρχηγίαν του κατά την Μάλαξαν ο Σήφακας. Συγκρούσεις εγένοντο την 20 και έξωθεν των Χανιών, επανελήφθησαν δε σφοδρότερον και την 24, καθ' ας ηττήθησαν οι εχθροί και εφονεύθησαν κατά την τελευταίαν 35, και πλειότεροι επληγώθησαν· ηττηθέντες δε εξεθύμαναν κατά των εν τω φρουρίω Χριστιανών, φονεύσαντες 25 χωρικούς εισκομίσαντας έξωθεν ανυπόπτως έλαιον εις χρήσιν των κυρίων αυτών. Την δε 23 ιανουαρίου συνήφθη πεισματώδης μάχη έξωθεν της Ρεθύμνης, καθ' ην έτρεψαν και εκεί οι Έλληνες τους εχθρούς, παρευρεθέντος και του Μελιδόνη και αριστεύσαντος. Άλλη μάχη, επίσης πεισματώδης και ευτυχής, παρηκολούθησεν υπό τον Δεληγιαννάκην. Την δε 5 φεβρουαρίου ετοποθετήθησαν οι Έλληνες πλησιέστερον των δύο φρουρίων και απέκρουσαν τους επί μεταβάσει εις Ρεθύμνην δις εξελθόντας των Χανιών υπό την οδηγίαν αυτού του πασά. Τας επανειλημμένας δε ταύτας αποτυχίας των εχθρών διεδέχθη απείθεια και αναρχία εντός των Χανιών, και η φρουρά απέκλεισε τον πασάν εν τω παλατίω του και τον ηνάγκασε να πληρώση μέρος των μισθών της.

Μάρτιος Αρχομένου δε του μαρτίου, έκοψαν εκ δευτέρου οι Χριστιανοί το πρό τινων ημερών επιδιορθωθέν υδραγωγείον και απώθησαν 1200, εξελθόντας μετ' ολίγον, σκοτώσαντες 30.

Αλλ' όσον ευτύχουν τα κινήματα των έμπροσθεν των Χανιών και της Ρεθύμνης Ελλήνων, τόσον εδυστύχουν τα των προς τους πρόποδας της Ίδης. Οι Καστρινοί Τούρκοι ήσαν πολυαριθμότεροι των εν τοις άλλοις φρουρίοις· οι δε αντίπαλοι των ολιγαριθμότεροι των έμπροσθεν των Χανιών και της Ρεθύμνης, και διά τούτο δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι μέχρι πολλού την θέσιν των, και οι Καστρινοί εξελθόντες εστρατοπέδευσαν ανενόχλητοι εν Φουρφουρά, χωρίω της επαρχίας Αμαρίου, κατά τας δυτικάς υπωρείας της Ίδης. Προσήλθαν καί τινες άλλοθεν· συνηριθμούντο δε ως 4000 σκοπόν έχοντες να πατήσωσιν όλα τα γειτνιάζοντα ελεύθερα μέρη. Εις αντίκρουσιν δε αυτών μετεστρατοπέδευσαν εις τα χωρία της αυτής επαρχίας, Μοναστηράκι, Μέρωνα και Άμαρι, οι πλείστοι των παρά την Ρεθύμνην και οι εν ταις υπωρείαις της Ίδης, όλοι υπό την γενικήν αρχηγίαν του Ρούσου.

Την δεκάτην του μηνός επέρασαν οι Τούρκοι παμπληθεί τον μεταξύ των δύο στρατοπέδων ποταμόν, ώρμησαν επί τους Έλληνας και τους επολέμησαν επί σκοπώ να τους διασκορπήσωσιν, αλλ' απέτυχαν και ελθούσης της εσπέρας ανεστρατοπέδευσαν βλαφθέντες μάλλον ή βλάψαντες. Διετήρουν τας τροφάς και αποσκευάς των εν τω χωρίω της αυτής επαρχίας, Βαθυακώ, εντός του ζαμίου υπό φρουράν. Την τρίτην νύκτα μετά την μάχην ο Μελιδόνης καί τινες τολμηροί οπαδοί του επάτησαν αίφνης το χωρίον τούτο εν αγνοία των άλλων οπλαρχηγών, κατέστρεψαν την φρουράν, το ελαφυραγώγησαν και επανήλθαν ευτυχώς εις το ελληνικόν στρατόπεδον. Κατεταράχθησαν οι εν Φουρφουρά Τούρκοι μαθόντες το γεγονός, και υποπτεύσαντες ότι ήλθε και άλλη δύναμις όπισθεν αυτών, και ότι κατείχετο εισέτι και το χωρίον υπό των Ελλήνων, διέλυσαν το στρατόπεδον και επανήλθαν εις το φρούριον.