Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 18

Chapter 1837 wordsPublic domain

Την δε 30, ήτοι την μεγάλην πέμπτην, εφάνη έξωθεν της Χίου ο στόλος υπό τον καπητάμπασαν, Καρά - Αλήν, εκ 46 πλοίων, εξ ών 6 δίκροτα και 9 φρεγάται και κορβέτται, τα δε λοιπά βρίκια, και βομβάρδαι· έφερε δε και επτακισχιλίους οπλοφόρους. Φανέντος του στόλου, τα προστατεύοντα τον λιμένα ολίγα ψαριανά πλοία έφυγαν· ο δε καπητάμπασας εφέρετο κατ' αρχάς προσεκτικώς και ουδέ την σημαίαν του ύψωσε, διότι ούτε της πόλεως, ίσως ούτε του φρουρίου την κατάστασιν καλώς εγίνωσκεν· αλλ' αρχομένης της νυκτός μαθών ότι οι επί της ξηράς Έλληνες εφόνευσαν το πλήρωμα μικρού τινος τουρκικού πλοίου πεσόντος εις τα ρηχά πλησίον της γης, ήρχισε να κανονοβολή και να βομβοβολή την πόλιν, και εν τη ακμή του κανονοβομβολισμού απεβίβασε τους επτακισχιλίους οπλοφόρους. Εξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω ξιφήρεις, και ώρμησαν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους Σαμίους· και ούτοι μεν έφυγαν όλοι εκ της πόλεως, οι δε Τούρκοι εισήλθαν, την έκαυσαν, έκαυσαν και τα πλησίον της πόλεως χωρία, Βασιλιόνικον και Νεοχώρι, και εδόθησαν εις σφαγήν, εις αρπαγήν, και εις αιχμαλωσίαν. Την επαύριον εφάνησαν άπειρα πλοιάρια μεταφέροντα Τούρκους εκ της αντικρύ ξηράς. Επειδή επί της εισβολής των εχθρών οι πλείστοι των εν τη πόλει Χριστιανών απεμακρύνθησαν εις τα ενδότερα της νήσου προς αποφυγήν του κινδύνου, πολλοί δε κατέφυγαν εις τα προξενεία, δεν εχύθη πολύ αίμα, διότι οι Τούρκοι, αν και τόσον πολλοί, δεν επροχώρησαν ευθύς ενδότερον προς καταδίωξιν των Χριστιανών και κατεγίνοντο κυρίως λεηλατούντες την πόλιν.

Απρίλιος Την δε κυριακήν του Πάσχα (2 απριλίου) εξεστράτευσαν κατά του μοναστηρίου του αγίου Μηνά μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως. Το μοναστήριον τούτο ήτον ευρύχωρον και περιτετειχισμένον· εντός δε του περιτειχίσματος κατέφυγαν 3000 Χίοι ως εις ασφαλές μέρος. Οι επελθόντες τοις επρόβαλαν να παραδοθώσιν· αλλ' ούτοι ήξευραν ότι θα παρεδίδοντο εις χείρας ληστών, και φονέων, και δεν υπήκουσαν, αν και δεν είχαν ελπίδα ευτυχούς αντιστάσεως. Τότε οι Τούρκοι, πεσόντες πανταχόθεν επί το περιτείχισμα και σπάσαντες αυτό, εισέδυσαν ξιφήρεις μετά τινα αντίστασιν, κατέκαυσαν το μοναστήριον, και τους εγκλείστους εκτός ολίγων εξωλόθρευσαν τους μεν διά σιδήρου τους δε διά πυρός. Την δε ακόλουθον ημέραν εξεστράτευσαν κατά του χωρίου του αγίου Γεωργίου. Εντός αυτού ήσαν ικανοί ένοπλοι Σάμιοι, εν οις και ο Λυκούργος, μεταβάντες εκεί επί της φυγής των επ' ελπίδι αντιστάσεως· αντέστησαν κατ' αρχάς, αλλ' επί τέλους έφυγαν· οι δε Τούρκοι κυριεύσαντες το χωρίον παρέδωκαν όλους τους εν αυτώ τους μεν εις σφαγήν τους δε εις αιχμαλωσίαν. Γενναίοι εφάνησαν επελθόντων των εχθρών οι Βοντισιανοί, οι Ερυθραίοι καί τινες αποχωρήσαντες εις τα χωρία αυτών Σάμιοι, αλλά και ούτοι διεσκορπίσθησαν. Μετά τας προσβολάς ταύτας εγκατέλειψαν οι περί τον Λυκούργον όλην την νήσον, έπλευσαν εις Ψαρά, και εκείθεν επανήλθαν αβλαβείς εις τα ίδια, αφήσαντες τους δυστυχείς Χίους εις την γνωστήν απανθρωπίαν εχθρών, ους οι φεύγοντες ώπλισαν κατ' αυτών (δ).

Ο δε καπητάμπασας, έχων κατά νουν, ως εκ των έργων εδείχθη, τον παντελή αφανισμόν των Χίων, και ζητών μόνον τον συντελεστικώτερον τρόπον, εκάλεσε μετά τα συμβάντα ταύτα τους προξένους· και αφ' ού τοις εκοινοποίησεν ότι κατά διαταγήν ανωτέραν εχάριζε γενικήν αμνηστείαν, τους παρεκάλεσε να περιέλθωσι την νήσον φέροντες τα αμνηστήρια, και να προτρέψωσι τους κατοίκους εις υποταγήν. Ο πρόξενος της Αυστρίας Στιεπεβίχος, και ο αντιπροσωπεύων τον προ ολίγου αποδημήσαντα υποπρόξενον της Γαλλίας Δεγιών, συμπαραλαβόντες και δύο εντοπίους Χριστιανούς, ανεδέχθησαν την αποστολήν, πιστεύοντες όσα ήκουσαν ειλικρινή· βαστώντες δε κλάδους ελαίας διήλθαν τα χωρία φέροντες, εκτός των αμνηστηρίων, και γράμματα της αυτής εννοίας προς όλους τους Χίους παρά του αρχιερέως και των ομηρευόντων προκρίτων, και εγγυώμενοι και αυτοί καλή πίστει την ασφάλειάν των. Οι Χίοι ούτε εις τα αμνηστήρια, ως ύπουλα, ούτε εις τα προς αυτούς γράμματα του αρχιερέως και των προκρίτων, ως υπό τουρκικήν μάχαιραν γεγραμμένα, επίστευσαν· αλλ' επίστευσαν εις την εγγύησιν των προξένων, και παραδώσαντες όσα όπλα τοις εναπέμειναν, οι μεν επανήλθαν συν γυναιξί και τέκνοις εις την πόλιν και εις τας εξοχάς, οι δε έμειναν ήσυχοι και ευπειθείς εν τοις χωρίοις· απέστειλαν και 70 προς τον καπητάμπασαν εις έκφρασιν της κοινής ευγνωμοσύνης διά την δοθείσαν αμνηστείαν· αλλά πολλοί δυσπιστούντες έφυγαν από της νήσου, ευρεθέντων καλή τύχη πολλών πλοιαρίων εν τοις παραλίοις καί τινων πλοίων ψαριανών, σταλέντων μετά τον εμφανισμόν του στόλου προς διάσωσιν των επί της νήσου περιπλανωμένων Χριστιανών. Οι Τούρκοι, αφ' ού εβεβαιώθησαν ότι δεν είχαν τι να φοβηθώσι και βλέποντες ότι οι ταλαίπωροι Χίοι, δεχθέντες την αμνηστείαν και πιστεύοντες, ήρχοντο προς αυτούς ανύποπτοι, διεσπάρησαν εις την νήσον και ήρχισαν αδεία των αρχηγών γενικήν σφαγήν και αιχμαλωσίαν.

Όταν αυτοί οι αρχηγοί προκαλώσιν εις αθεμιτουργίας βάρβαρον και φανατικόν στρατόν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας φρικτάς παραφοράς του στρατού. Εύκολον να φαντασθή, αν και δύσκολον να περιγράψη τις και τα φρικτά κακά όσα υπέφερεν ο άοπλος της Χίου λαός, αφεθείς έκτοτε όλως εις την μαχαιροφόρον χείρα 30,000 ανθρωπομόρφων θηρίων, πεσόντων εις την νήσον επί σκοπώ να σφάζωσι, να λεηλατήσωσι, και να αιχμαλωτίσωσι. Πιστοί, άπιστοι εις τον σουλτάνον, όλοι τότε εξίσου εθεωρούντο, και όλοι παρεδίδοντο εις σφαγήν ή εις αιχμαλωσίαν· ματαία ήτο πάσα αντίστασις και απώλεια πάσα υποταγή· άσυλον οι καταδιωκόμενοι παντού εζήτουν, και άσυλον ουδαμού εύρισκαν. Μοναστήρια ανδρών και γυναικών κατεπατήθησαν και διηρπάγησαν, και οι εν αυτοίς οι μεν εθανατώθησαν, οι δε εδουλαγωγήθησαν· ολόκληρα χωρία, ως ο Αναβατός και τα Θυμιανά, κατεστράφησαν· τα δε λοιπά, εκτός των Μαστιχοφόρων των υπό την ιδιαιτέραν προστασίαν των σουλτάνων, κατηρημώθησαν· και αυτοί οι εν τω νοσοκομείω και λωβοκομείω νοσηλευόμενοι όλοι εξωλοθρεύθησαν· ολόκληροι οικογένειαι επετειχίζοντο εντός υπογείων ή κατωγείων άσιτοι και άποτοι, και υπό το σκότος της νυκτός υπεξήρχετό τις αυτών ριψοκινδύνως εις πορισμόν ολίγης πόσεως και τροφής· ούτε τα όρη ή τα σπήλαια, όπου οι πολυπαθείς Χίοι κατέφευγαν, ήσαν ασφαλής καταφυγή, ούτε τα παραθαλάσσια, όπου κατέβαιναν, παρείχαν βεβαίαν ελπίδα σωτηρίας· πολλάκις ατενίζοντες εις την θάλασσαν εξελάμβαναν τους αφρούς των κυμάτων πλοία ερχόμενα εις διάσωσίν των· χιλιάδες ανδρών και γυναικών συσσωρευθέντων είς τινα άκραν αντικρύ των Ψαρών επ' ελπίδι απόπλου έπεσαν εις χείρας δημίων, και τόσον αίμα εχύθη ώστε εκοκκίνισεν η παράκτιος θάλασσα· η μάχαιρα, το πυροβόλον, η αγχόνη, το οζώδες ρόπαλον δεν ήρκουν εις χορτασμόν των αιμοδίψων· επενόησαν νέον είδος θανάτου οι αλιτήριοι· άναπταν τα ενδύματα των τρισαθλίων γυναικών και βασανίζοντές τας απανθρώπως, τας έκαιαν· αδυσώπητοι εφάνησαν προς πάσαν φωνήν ελέους και κωφοί προς πάσαν φωνήν αιδούς· εγέμισαν τας αγοράς των μεγάλων πόλεων αιχμαλώτων ως ποίμνια ελαυνομένων και παρ' ενός ανδροκαπήλου εις άλλον μεταπωλουμένων· μετέβαλαν τα λαμπρά της πόλεως κτίρια εις σωρούς ερειπίων, την βιβλιοθήκην της εις στάκτην, και τους ευανθείς και υγιεινούς αγρούς της εις γην δυσωδίας και λοιμικής νόσου. Μόνοι οι του δυτικού δόγματος δεν εκακοποιήθησαν, και μόνα τα προξενεία δεν επατήθησαν, και οι εις αυτά καταφυγόντες μόνοι των εν τη νήσω απομεινάντων διεσώθησαν, αλλά και τούτων οι πλείστοι υπό των διασωσάντων αυτούς απεγυμνώθησαν. Του θηριώδους δε τούτου ενόπλου όχλου θηριωδέστεροι εδείχθησαν οι αρχηγοί. Την νύκτα της 22 ο καπητάμπασας εκρέμασεν επί των καταρτίων των πλοίων ως κακούργους τους υπό αμνηστείαν προσελθόντας 70 αθώους χωρικούς· την δε υστεραίαν μετέφερεν εκ του φρουρίου και εκρέμασεν επί της ναυαρχίδας 8 των εν αυτώ κρατουμένων ομήρων, τους δε λοιπούς εκρέμασεν όλους ο φρούραρχος την αυτήν ημέραν επί του Βουνακίου, εν οις και τον σεβάσμιον και πεπαιδευμένον αρχιερέα Πλάτωνα, και κόψας και εκδείρας τας κεφαλάς των εγέμισεν αχύρων τας δοράς και τας έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν προς τον κυριάρχην του ως τρόπαια, τα δε πτώματα έρριψεν όλα διά χειρός των Εβραίων εις την θάλασσαν· δεν έπαυαν δε οι Τούρκοι επί πολλάς ημέρας φονεύοντες, ανδραποδίζοντες, λεηλατούντες, καταστρέφοντες και ανορύττοντες και αυτήν την γην εις ανεύρεσιν πραγμάτων. Εκατόν δεκατρείς χιλιάδες ηριθμούντο οι καθ' όλην την νήσον Χριστιανοί την 30 μαρτίου· 1800 εναπέμειναν τον αύγουστον· εν τω μεταξύ δε τούτω 23,000 εφονεύθησαν, 47000 κατά το κατάστιχον του τελώνου ηνδραποδίσθησαν, οι δε λοιποί τήδε κακείσε κακώς διεσώθησαν (ε). Τοιουτοτρόπως η περίφημος Χίος, η νήσος της τρυφής, του πλούτου και της πολυανθρωπίας, έγεινε τόπος ερημώσεως και δακρύων· η δε φρικτή καταστροφή της, καταστροφή καταστροφών, είναι η τρανωτέρα και αψευδεστέρα απόδειξις της μανιώδους θηριωδίας των Τούρκων όχι κατά ενόπλων, ή πολεμίων, ή αποστατών, αλλά κατά της χριστιανωσύνης και της ανθρωπότητος.

Αλλ' αν η πολυπαθής αύτη νήσος δεν ωφέλησε τον αγώνα ζώσα, τον ωφέλησε πεσούσα, διότι επί τη φρικτή πτώσει της, εξέστη και ηγανάκτησεν όλος ο χριστιανικός κόσμος και είδεν οφθαλμοφανώς, ότι οι Τούρκοι ώμοσαν την εξολόθρευσιν της ελληνικής φυλής, ότι η αμνηστεία των ήτον επιβουλή και η φιλανθρωπία των απάτη, και ότι ούτε αυτή η αθωότης, ούτε η προς τον σουλτάνον πίστις ίσχυαν να στομώσωσι το ακονισθέν ξίφος των.

Αν και ο κίνδυνος της Χίου ήτο και προ της καταστροφής της φανερός, εβράδυναν δι' έλλειψιν πόρων να εκπλεύσωσι τα ελληνικά πλοία εις υπεράσπισίν της και ματαίωσιν των περαιτέρω σχεδίων του εχθρικού στόλου. Μόλις την 27 ηνώθησαν 56, εν οις και 8 πυρπολικά, εν τω λιμένι των Ψαρών· και τα μεν των Σπετσών διετέλουν υπό τον Κολανδρούτσον, τα δε των Ψαρών υπό τον Αποστόλη, τα δε της Ύδρας υπό τον Μιαούλην υφ' όν διετέλει και όλος ο στόλος. Την 28 έπλευσεν ο στόλος ούτος προς τον Τσεσμέν, όπου, ως ελέγετο, ελλιμένιζεν ο εχθρικός· αλλά μη ευρών αυτόν περιέπλεε την Χίον παραλαμβάνων όσους εύρισκε περιπλανωμένους και κρυπτομένους δυστυχείς Χίους· εις εύρεσιν δε αυτών και ασφαλή συνοδίαν εις τα πλοία απεβιβάσθησαν και ναύται ένοπλοι.

Μάιος Την δε 1 μαΐου κατέπλευσεν ο στόλος εις Ψαρά και έμαθεν ότι ο τουρκικός επανέπλευσε προ δύο ημερών εις Χίον, όπου ο καπητάμπασας, γαυριών επί τοις κατορθώμασί του, ετρύφα περιμένων άλλα πλοία εκ Κωνσταντινουπόλεως. Την 10 ήρχιζε το ραμαζάνι. Επειδή, διαρκούντος αυτού, οι Τούρκοι συνήθως ησυχάζουν, απεφάσισεν ο καπητάμπασας να μη εκπλεύση μέχρι του μπαϊραμίου· αλλ' οι αρχηγοί του ελληνικού στόλου, θεωρούντες ότι η επί ματαίω παρέλευσις ενός μηνός έβλαπτε, διότι εξηντλούντο οι ολίγοι πόροι του, απεφάσισαν να κτυπήσωσιν όσον τάχιον εντός του λιμένος της Χίου τον εχθρικόν στόλον. Επί τω σκοπώ τούτω ανήχθη ο ελληνικός την 8, αλλά δεν εισέπλευσε την ημέραν εκείνην τον πορθμόν· την δε 14 επλησίασάν τινα των πλοίων προς τα βόρεια στόμια του πορθμού, ηκροβολίσθησαν μετά τινων φρεγατών και κορβεττών, και δύσαντος του ηλίου επανέπλευσαν όπου ήσαν τα λοιπά. Την δε εσπέραν της 19 δεκαπέντε πλοία πολεμικά και τρία πυρπολικά υπό τον Μιαούλην, εισέπλευσαν τον πορθμόν διά του προς άρκτον είσπλου, τα δε λοιπά έμειναν έξω αποτελούντα γραμμήν αρχομένην από της αρκτικής άκρας της Χίου και παρατεινομένην μέχρι των παραλίων της Ασίας· τούτο ιδούσα εν καιρώ η επί του στομίου του πορθμού εχθρική προφυλακίς έδωκεν είδησιν κανονοβολήσασα, και αμέσως ανήχθη όλος ο τουρκικός στόλος, αλλ' εν τόση ταραχή και βία, ώστε πολλά πλοία άφησαν τας αγκύρας· αφ' ού δε επλησίασαν οι δύο στόλοι εντός βολής κανονίου, τέσσαρα ελληνικά πλοία, τα του Μιαούλη, του Σαχτούρη, του Σκούρτη, και του Τσαμαδού, έβαλαν εις το μέσον την εχθρικήν ναυαρχίδα και την επολέμουν· επερρίφθη και έν πυρπολικόν, αλλά δεν εκόλλησε. Μετά την αποτυχίαν ταύτην εξέπλευσαν τα ελληνικά και κατόπιν αυτών και τα τουρκικά διώκοντα τα ελληνικά και δι' όλης της νυκτός κανονοβολούντα, αλλ' επί ματαίω· οι στόλοι αντεκανονοβολήθησαν και την υστεραίαν εκτός του πορθμού αβλαβώς ως και την προτεραίαν, και τα μεν ελληνικά επανήλθαν εις Ψαρά, τα δε τουρκικά εις τον λιμένα της Χίου. Εν τοσούτω ήλθε νέα ναυτική δύναμις εκ Κωνσταντινουπόλεως προς τον καπητάμπασαν, και ανεμένετο και άλλη εξ Αιγύπτου. Οι Έλληνες διελογίζοντο πάντοτε πώς να βλάψωσι τον εχθρόν πριν δυναμωθή έτι μάλλον, και άλλον τρόπον δεν είχαν παρά την χρήσιν των πυρπολικών.

Ιούνιος Την νύκτα προ της ημέρας του μπαϊραμίου, ό εστι την της 6 Ιουνίου, συνήλθαν επί της τουρκικής ναυαρχίδος πολλοί των πλοιάρχων του τουρκικού στόλου εις συνεόρτασιν· σκοτεινή ήτον η νυξ εκείνη ούσα η τελευταία της σελήνης, και τα πλοία του στόλου εξ αιτίας του έτι επικρατούντος ραμαζανίου ήσαν ολόφωτα· διεκρίνοντο δε μεταξύ όλων τα δύο δίκροτα, ήτοι η ναυαρχίς και η υποναυαρχίς, διά την πλουσίαν φωτοχυσίαν των. Προ τριών ημερών δύο ελληνικά πυρπολικά, το μεν υπό τον Ανδρέαν Πιπίνον Υδραίον, το δε υπό τον Κωνσταντίνον Κανάρην Ψαριανόν, απέπλευσαν διά νυκτός εκ Ψαρών κατά το αρκτικόν μέρος της Χίου· αλλ' έπεσαν εις τριήμερον γαλήνην. Συναπέπλευσαν και τέσσαρα πολεμικά, δύο προς το νότειον και δύο προς το βόρειον μέρος του πορθμού επί σκοπώ να παραλάβωσι τα πληρώματα των πυρπολικών μετά τον εμπρησμόν αυτών. Την 6 ήρχισε να πνέη αρκτικός άνεμος, και προς την δύσιν του ηλίου τα δύο πυρπολικά παρέπλεαν υπό ξένην σημαίαν το Καραμπουρνού κρυπτόμενα υπό την ξηράν· αφ' ού δε ενύκτωσεν, εισήλθαν ησύχως και ανυπόπτως εις τον πορθμόν, διότι εξ αιτίας της εορτής του μπαϊραμίου ηγκυροβόλησε και η προφυλακίς, και έπλεαν εν μέσω του εχθρικού στόλου· τόσον δε επλησίασαν πρός τινα των πλοίων, ώστε ηναγκάσθησαν επί τη κραυγή των σκοπών ν' απομακρυνθώσι και να μη φαίνωνται. Μετά δε το μεσονύκτιον επανήλθαν πλησίστια εν μέσω του στόλου, και βοηθούμενα υπό της πνεούσης απογείου αύρας έπεσαν αίφνης το μεν Ψαριανόν εις την πρώραν της ναυαρχίδας, και περιπλεχθέν μετέδωκεν αμέσως τας φλόγας του, το δε υδραϊκόν εις την πρώραν της υποναυαρχίδος, όπου εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε προτού μεταδώση τας φλόγας του, και καιόμενον εκυμαίνετο τήδε κακείσε εν μέσω του στόλου ενσπείρον φόβον και ταραχήν. Οι δε γενναίοι πλοίαρχοι και ναύται των δύο πυρπολικών, όλοι 43, αφ' ού ετελείωσαν το έργον, εμβάντες εις τα εφόλκια, εξήλθαν του πορθμού διά του νοτίου στομίου εν μέσω των εχθρών αβλαβείς όλοι, διεσώθησαν εις τα εις σωτηρίαν των παραπλέοντα πλοία, και καταπλεύσαντες εις Ψαρά έτρεξαν εις την εκκλησίαν συνοδευόμενοι υπό του ευφημούντος λαού και εδοξολόγησαν τον θεόν τον ευλογήσαντα το κατά των εχθρών τόλμημα· είχαν δε απόφασιν να καώσιν όλοι, αν έβλεπαν ότι δεν εδύναντο ν' αποφύγωσι τας χείρας των εχθρών, και διά τον σκοπόν τούτον έφεραν εντός των δύο εφολκίων πυρίτιδα. Εντός δε της φλογισθείσης ναυαρχίδος ήσαν όχι μόνον Τούρκοι πολλοί και σημαντικοί, αλλά και Χριστιανοί αιχμάλωτοι· όλοι δε εκτός ολίγων εχάθησαν, διότι ανάψαντα τα κανόνια εμπόδιζαν διά τον επικείμενον κίνδυνον τας λέμβους των άλλων πλοίων να πλησιάσωσι. Δύο λέμβοι της ναυαρχίδος εβυθίσθησαν αύτανδροι διά το μέγα πλήθος των εν αυταίς συσσωρευθέντων. Εμβάντος δε και του καπητάμπασα εις την ιδιαιτέραν λέμβον του, επέπεσεν, εν ώ απεμακρύνετο, έν των καταρτίων της καιομένης ναυαρχίδος, και την μεν λέμβον εβύθισεν, αυτού δε την οσφύν έθλασεν· αλλά πεσόντες κολυμβηταί εις την θάλασσαν τον διέσωσαν φερόμενον επί των κυμάτων, και τον απεκόμισαν ημιθανή επί της ξηράς, όπου μετ' ολίγον εξεψύχισε. Βόσκον δε το πυρ εν τη ναυαρχίδι διεδόθη μετά μίαν σχεδόν ώραν εις την πυριτοθήκην· τότε υψώθη ουρανομήκης πύρινος στύλος φωτίζων εν μέσω της σκοτεινής εκείνης νυκτός πλατύν και μακρόν ορίζοντα. Την ακόλουθον ημέραν έθαψαν προ της μεσημβρίας εν τω φρουρίω τον καπητάμπασαν· αλλ' επί της κηδείας εξεμάνησαν εκ νέου οι επί της Χίου αιμοχαρείς Τούρκοι, και η θέα ενός καπητάμπασα γενομένου θύμα του πυρός των Ελλήνων τοις έδωκε νέαν αφορμήν να κινήσωσιν έως δωδεκακισχίλιοι την αυτήν ημέραν της κηδείας προς τα Μαστιχοχώρια, τα μη έως τότε παθόντα, επί προφάσει να παιδεύσωσιν όχι τους εγχωρίους, αλλά τους εξ άλλων χωρίων εκεί και κυρίως εις το Θολό Ποτάμι καταφυγόντας, αν και υπό την σκέπην της αμνηστείας. Εφρούρει τα χωρία ταύτα ο καλοκάγαθος Ελέζογλους, όστις, επί σκοπώ να τα προφυλάξη, παρέδωκε θέλων και μη τους εις αυτά καταφυγόντας κατοίκους των άλλων χωρίων· αλλά δεν εδυνήθη, ως ήλπιζε, διά της θυσίας των ολίγων να προφυλάξη τους πολλούς. Αφ' ού δε οι αιμοχαρείς παρέλαβαν όσους εζήτησαν και τους έσφαξαν αυθωρεί, επάτησαν αυθημερόν και αυτά τα χωρία ξιφήρεις σφάζοντες, αιχμαλωτίζοντες και καταστρέφοντες· η καταστροφή δε αύτη απετελείωσε την καταστροφήν όλης της νήσου.

Την δε 8 ο τουρκικός στόλος απέπλευσε της Χίου και την 10 κατέπλευσεν εις Μιτυλήνην. Την αυτήν ημέραν απέπλευσε και ο ελληνικός εκ Ψαρών και κατέπλευσε την 10 εις Ερισόν· την δε 15, καθ' ην ητοίμαζαν οι Έλληνες δύο πυρπολικά κατά του εχθρικού στόλου, μετέπλευσεν ο στόλος ούτος εις Μοσχονήσια και εκείθεν εις Τένεδον· ο δε ελληνικός διέπλευσε την 17 τον πορθμόν της Χίου, εκανονοβόλησε το φρούριον και αντικανονοβοληθείς προσωρμίσθη την ακόλουθον ημέραν έξωθεν των Ψαρών· εκείθεν απέπλευσε την 23 και ελλιμένισε την αυτήν ημέραν αντικρύ της Χίου αγνοών τα κινήματα του εχθρικού στόλου (ζ). Μαθών δε την 24 τον εις Ελλήσποντον πλουν αυτού επανέπλευσεν εις τα ίδια, ευφημούμενος και θαυμαζόμενος διά τα κατά του εχθρικού στόλου τολμηρά και ευτυχή του κατορθώματα.

1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'.

&Περί των κεντρικών Αρχών της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, και των σχέσεων αυτών προς την κυβέρνησιν. — Εκστρατεία Υψηλάντου εις Ανατολικήν Ελλάδα. — Ατυχή κινήματα εις άλωσιν Ζητουνίου και Πατρατσικίου. — Εκστρατεία Μαυροκορδάτου εις Δυτικήν Ελλάδα. — Τα κατά την Κρήτην μετά την εκεί άφιξιν Αφεντούλη μέχρι μαΐου, και θάνατος Βαλέστου.&

ΕΙΔΑΜΕΝ, ότι η εν Επιδαύρω συνέλευσις, συστήσασα την εθνικήν κυβέρνησιν, διετήρησε τας κεντρικάς Αρχάς, ήγουν την γερουσίαν της Πελοποννήσου, την της Δυτικής Ελλάδος και τον Άρειον πάγον της Ανατολικής και έβαλε και τας τρεις υπό τας διαταγάς της κυβερνήσεως· αλλά κατά τους οργανισμούς αυτών ουδέν εδύνατο η κυβέρνησις να ενεργήση εν ταις επαρχίαις ειμή διά των Αρχών τούτων.

Η γερουσία της Πελοποννήσου έστησε την έδραν της εν Τριπολιτσά και ειργάζετο προθύμως και επιτυχώς· αλλ', αν και ώφειλεν υποταγήν εις τας βουλάς της κυβερνήσεως, δεν εβράδυνε ν' αντιτείνη εμποδίσασα δι' ικανόν καιρόν και αυτήν την νομοθετηθείσαν είσπραξιν ενός γροσίου τον άνθρωπον (το ψυχόγροσον), διότι αι διαταγαί της κυβερνήσεως απεστάλησαν κατ' ευθείαν εις τας επαρχίας· εξώκειλε δε μετά ταύτα και εις φανεράν αντιπολίτευσιν και αντίπραξιν. Η συνέλευσις έσφαλεν αφήσασα κράτη εν κράτει. Δύσκολον δεν ήτο να τα καταργήση, διότι ουδείς αντέστη εις όσα εβουλεύθη· αλλ' οι Έλληνες δεν είχαν εισέτι διδάσκαλον την πείραν.