Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 15

Chapter 1539 wordsPublic domain

Πλοίον λεγόμενον ελληνικόν υπό σημαίαν μη αναγνωριζομένην και ουδαμού δεκτήν αποκλείεται των Ιονίων λιμένων. Δεν οφείλει η αυτού εξοχότης να συζητήση μετά Δυνάμεως μη αναγνωριζομένης ό,τι κρίνει εύλογον να πράξη· λέγει όμως ότι το νησίδιον του Μούρτου εξαρτάται από του Ιονίου κράτους, και ότι ο βασιλεύς της Αγγλίας είναι ο μόνος προστάτης του. Η αυτού εξοχότης θεωρεί προς τούτοις όλον τον μεταξύ Μούρτου και Κασιωπίας πορθμόν των Κορυφών ως πραγματικώς λιμένα των Κορυφών. Η Ιόνιος κυβέρνησις, ορμωμένη εκ των αρχών της αυτής ουδετερότητος, ην πάντοτε διετήρησεν ως προς τους αλληλομαχούντας, ελεεινολογεί την μωράν αλαζονείαν των ωθησάντων τα πράγματα εις την τωρινήν κατάστασιν. Η αυτού εξοχότης αξιοί ο εν τω λιμένι τούτω άνθρωπος ν' αναχωρήση εν ακαρεί.»

* * *

Διά της επιστολής ταύτης ο μέγας αρμοστής απηγόρευεν εις τα ελληνικά πλοία τον μεταξύ Κορυφών και ηπειρωτικής παραλίας διάπλουν και την εφόρμησιν αυτών επί τα εν τω λιμένι του Μούρτου τουρκικά, διότι τον μεν πορθμόν εθεώρει ως πραγματικώς λιμένα των Κορυφών, το δε νησίδιον του Μούρτου ως υπό την μοναδικήν προστασίαν της Αγγλίας. Παλαιαί συνθήκαι μεταξύ Βενετίας και Τουρκίας απηγόρευαν τω όντι τον εις τον πορθμόν πλουν τουρκικών πολεμικών πλοίων καθώς και την ανέγερσιν οχυρωμάτων επί της τουρκικής του πορθμού παραλίας. Αλλ' ο σκοπός, δι' ον ωρίσθη άλλοτε τούτο, απέβλεπεν, ως είναι πασιφανές, εις την ασφάλειαν της νήσου των Κορυφών από ενδεχομένης τουρκικής αποβάσεως· αφ' ού δε μετέπεσεν η Αρχή των νήσων από των Βενετών εις άλλους, εθεωρείτο ο όρος ως μη υπάρχων. Αλλά, αν ήθελεν ο μέγας αρμοστής να τον εφαρμόση, διατί κατά παράβασιν αυτού άφησε τα τουρκικά πλοία να εισπλεύσωσι τον απηγορευμένον πορθμόν και ν' ασφαλισθώσιν εντός αυτού; αν δ' επροφασίζετο ότι τα εδέχθη επί της αποστασίας του Αλή, διατί τα διετήρει και μετά την καταστροφήν αυτού παρά την προκήρυξίν του; δεν έλεγε δι' αυτής ότι πλοία είτε τουρκικά είτε ελληνικά δεν ήσαν δεκτά εντός των Ιονίων λιμένων; δεν εχρεώστει να αποδιώξει και τα τουρκικά αφ' ού δεν εδέχετο τα ελληνικά; η μεροληψία του μεγάλου αρμοστού επί βλάβη της Ελλάδος ήτο τόσον μάλλον αξιόμεμπτος καθ' όσον ήθελε να την κρύπτη πάντοτε υπό το όνομα αυστηράς ουδετερότητος. Το δε ύφος της επιστολής, ανάξιον ανδρός κατέχοντος τόσον υψηλήν θέσιν, αρκεί αυτό και μόνον να δείξη το προς τον ελληνικόν αγώνα πάθος αυτού.

Ο δε Κολοκοτρώνης, αν και εμποδίσθη του να εκστρατεύση μετά την πτώσιν της Τριπολιτσάς εις Πάτρας, ανεδείχθη μετά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν κοινή, γνώμη αρχηγός της πολιορκίας και έδειξεν επί των ετοιμασιών της εκστρατείας του άκραν δραστηριότητα. Ανέβη εν πρώτοις εις Τριπολιτσάν, όθεν απέστειλεν εν ονόματι της κυβερνήσεως τας περί στρατολογίας διαταγάς του εις πολλάς επαρχίας της Πελοποννήσου, και αφήσας τον υιόν του Πάνον ως πολιτάρχην, μετέβη εις Καρύταιναν και εκείθεν εις Γαστούνην όπου διέτριψεν ημέρας τινάς προπαρασκευάζων τα του πολέμου.

Το σχίσμα μεταξύ των προεστώτων της Πελοποννήσου και των οπλαρχηγών ουδαμού ήτο τόσον επαισθητόν ή τόσον βλαπτικόν, όσον εν τη επαρχία της Καρυταίνης, διότι αλλού μεν υπερίσχυε τα εν τη το άλλο κόμμα, εν δε τη επαρχία ταύτη οι Δηληγιάνναι και οι Κολοκοτρώναι, οι αντιφερόμενοι, ήσαν ισοδύναμοι. Εις μάτην επροσπάθησαν οι εν Επιδαύρω να τους συμβιβάσωσι· φιλοτιμίαι, αντιζηλίαι και συμφέροντα απέκρουαν πάντα συμβιβασμόν. Οι μεν Δηληγιάνναι ήθελαν να διατηρήσωσιν ην είχαν υπεροχήν προ της επαναστάσεως εν τη επαρχία των, ο δε Κολοκοτρώνης ήθελε να κινή αυτός όλα τα όπλα της. Αλλ' εν τη παρούση περιστάσει, επειδή και τα δύο μέρη είχαν περί πολλού την εκστρατείαν, εσυμβιβάσθησαν ώστε να στρατολογήση, έκαστον κόμμα τους ιδίους, και οι υπό τον Δηληγιάννην να μη στρατοπεδεύσωσιν όπου οι υπό τον Κολοκοτρώνην. Αφ' ού δε τα διάφορα σώματα εξεστράτευσαν εκ των διαφόρων επαρχιών προς τας Πάτρας, 1500 Καρυτινοί υπό τον Πλαπούταν, 800 Γαστουναίοι υπό τον Κωνσταντίνον Πετμεζάν και άλλοι τόσοι Τριπολιτσιώται, Φαναρίται και Πύργιοι υπό τον Γενναίον και άλλους οπλαρχηγούς, ετοποθετήθησαν κατ' αρχάς εν τω χωρίω του Αλή - τσελεπή 8 ώρας μακράν των Πατρών μετ' ολίγας δε ημέρας μετετόπισαν εις το πλησιέστερον χωρίον Αχαϊάν 4 ώρας μακράν των Πατρών. Οι δε Καλαβρυτινοί ως 1000 υπό τον Ζαήμην και άλλους, και οι Πατρείς ως 500 υπό τους Κουμανιώτας, ετοποθετήθησαν εν πρώτοις κατά τα Νεζερά, και μετ' ολίγον κατέλαβαν και την Χαλανδρίτσαν. Συνηνώθησαν και οι μετά ταύτα φθάσαντες Καρυτινοί ως 800 υπό τον Κανέλλον Δηλιγιάννην, και ως 600 Τριπολιτσιώται υπό τον Σέκερην, τον Λεβιδιώτην, και άλλους. Κατείχαν δε και τα Σελά ως 300 υπό τον Λόντον. Ο δε Κολοκοτρώνης εστρατοπέδευσεν εν τω χωρίω του Αλή - τσελεπή· όλοι δε οι εκστρατεύσαντες συνηριθμούντο αρχομένου του μαρτίου εις 6300.

Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι, ενισχυθέντες υπό των εσχάτως εκεί αποβάντων, ήσαν ικανοί όχι μόνον εις άμυναν αλλά και εις επίθεσιν. Την 25 φεβρουαρίου εξεστράτευσαν πανστρατιά υπό την οδηγίαν του νεοελθόντος Μεχμέτπασα, και διενυκτέρευσαν εν τω χωρίω του Τσουκαλά. Την ακόλουθον ημέραν δισχίλιοι εκίνησαν κατά την Αχαϊάν, και ολιγαριθμότεροι κατά την Χαλανδρίτσαν. Απέχουν δε τα δυο ταύτα χωρία απ' αλλήλων τέσσαρας ήμισυ ώρας· και οι μεν κατέχοντες την Χαλανδρίτσαν Πατρείς ολίγοι όντες έφυγαν, και οι εχθροί έκαυσαν το χωρίον· οι δε υπό τον Πλαπούταν, τον Γενναίον και τον Πετμεζάν, ιδόντες την Χαλανδρίτσαν καιομένην και μαθόντες παρά της προφυλακής των ότι επήρχοντο οι Τούρκοι, εκίνησαν άφοβοι εις απάντησίν των. Ήτον αύτη η πρώτη φορά καθ' ην οι Πελοποννήσιοι ήρχοντο εις μάχην μετά των Ανατολιτών, ους εμπαίζοντες διά την ενδυμασίαν και τον τρόπον του πολεμείν ωνόμαζαν Κακλαμάνους, και τον Μεχμέτπασαν Κακλαμάμπασαν· αλλ' οι Κακλαμάνοι, αν και δεν ήσαν επιδέξιοι εις τουφεκοπόλεμον, δεν ήσαν άνανδροι· ήσαν δε και επιτήδειοι διαξιφισταί. Εν τη συμπλοκή, δε ταύτη τους έτρεψαν οι Έλληνες, τους κατεδίωξαν και τους περιώρισαν επί του λοφίσκου του Τσουκαλά. Η μάχη αύτη διήρκεσε σχεδόν μέχρι της εσπέρας· την δε νύκτα επανήλθαν οι μεν Τούρκοι εις Πάτρας, οι δε Έλληνες εις Αχαϊάν. Εφονεύθησαν δε εν τη μάχη, 4 Έλληνες και 30 Τούρκοι, εν οις και είς χιλίαρχος, όστις κυκλωθείς υπό του Αποστόλη Κολοκοτρώνη και τριών άλλων Ελλήνων και δις πληγωθείς, έκοψε πρώτον την κεφαλήν ενός των κυκλούντων αυτόν και έπειτα έπεσε νεκρός υπό τα τραύματα των άλλων.

Μετά δε την περί ης ο λόγος συμπλοκήν έφερεν ο Κολοκοτρώνης πλησιέστερον του εχθρού τα στρατεύματα, και αυτός μεν και τα υπό τον Πλαπούταν κατέλαβαν το Σαραβάλι, τα δε υπό τον Γενναίον και τον Τσαννέτον Χρηστόπουλον τον Παλαιόπυργον, τα δε υπό τον Πετμεζάν, τον Γιαννάκην Κολοκοτρώνην και τον Παπασταθόπουλον την Οβριάν· 700 δε Καλαβρυτινοί διετάχθησαν να καταλάβωσι το Γηροκομείον. Πριν δε κινήση όλον το σώμα των Καλαβρυτινών εις κατοχήν της θέσεως ταύτης επροπορεύθησαν ως 60 εξ αυτών. Εξήλθαν συγχρόνως των Πατρών καί τινες Τούρκοι εις κατάληψιν της αυτής θέσεως, αλλ' ηύραν αυτήν προκαταληφθείσαν υπό των 60 Ελλήνων. Εισήλθαν εις το Γηροκομείον και οι άλλοι Καλαβρυτινοί, και τούτου γενομένου εξεστράτευσαν δισχίλιοι Τούρκοι προς την θέσιν εκείνην. Τότε ο Κολοκοτρώνης απέστειλεν εις βοήθειαν των εν Γηροκομείω τον μεν Γενναίον δεξιόθεν άνωθεν του Κυνηγού, τον δε Πλαπούταν διά της πεδιάδος. Το σχέδιον τούτο ευδοκίμησε, και οι Έλληνες έτρεψαν τους Τούρκους και εισήλθαν καταδιώκοντές τους και εις αυτήν την πόλιν φονεύσαντες 30. Ηρίστευσε δε υπέρ πάντα άλλον ο σημαιοφόρος Καραχάλιος, όστις, πληγωθείς εις την κεφαλήν επί της πρώτης κατά των εχθρών ορμής των υπό τον Πλαπούταν, εσκοτίσθη και έπεσεν, αλλ' αναστάς μετ' ολίγον έδραξε την σημαίαν και επροπορεύετο όλου του στρατεύματος.

Μάρτιος Μετά την μάχην ταύτην, συμβάσαν την 2 Μαρτίου, οι Έλληνες επανήλθαν εις τας θέσεις των καθά διέταξεν ο Κολοκοτρώνης μη εγκρίνας να μείνωσιν εν τη πόλει. Την δε επαύριον κατέβησαν εκ Νεζερών και οι λοιποί Έλληνες, και κατέλαβαν οι μεν υπό τον Σέκερην Τριπολιτσιώται τον λινόν του Σαήταγα, οι δε Πατρείς υπό τους Κουμανιώτας την θέσιν του Κυνηγού παρά το Γηροκομείον· ετοποθετήθησαν δε και οι υπό τον Δηληγιάννην κατά το Πουρναρόκαστρον, ο δε Ζαήμης μετά τινων Καλαβρυτινών εν τω μοναστηρίω του Ομπλού.

Ο δε Μεχμέτπασας, αφ' ού απέτυχε και εν τη πρώτη και εν τη δευτέρα εκδρομή και είδεν εισελθόντας τους εχθρούς και εις αυτήν την πόλιν, εταπείνωσε την οφρύν του, συνενοήθη μετά του εν Ρίω καθημένου Ισούφη, ον ωλιγώρει έως τότε, και εζήτησε την σύμπραξιν των εκεί και των εν τω Αντιρρίω. Επί τη αιτήσει ταύτη συνήχθησαν εις Πάτρας ως 8000, και την 9 εξεστράτευσαν όλοι υπό την οδηγίαν των δύο πασάδων, και πεσόντες εν πρώτοις εις του Κυνηγού έτρεψαν τους υπό τους Κουμανιώτας κατέχοντας την θέσιν εκείνην Πατρείς, εσκότωσαν τον σημαιοφόρον και επήραν την σημαίαν των. Πολλοί Έλληνες των εν τω Γηροκομείω και τω λινώ του Σαήταγα εξήλθαν εις βοήθειαν των καταδιωκομένων, αλλά και ούτοι ετράπησαν, και μηδέ να επανέλθωσιν εις τας θέσεις των εδυνήθησαν. Ο δε Κολοκοτρώνης έβαλεν εις κίνησιν τα υπό τον Πλαπούταν, τον Γενναίον, τον Δηληγιάννην, τον Τσαννέτον Χρηστόπουλον και τον Πετμεζάν σώματα· αλλ' οι Τούρκοι έτρεψαν και ταύτα και επολιόρκησαν και το Γηροκομείον. Εν τω μεταξύ δε τούτω ο Γενναίος εισήλθε μετ' ολίγων εις τον λινόν του Σαήταγα όπου ηύρε πολλά ολίγους Τριπολιτσιώτας και τον αρχηγόν αυτών Σέκερην, διότι οι πλείστοι των εναπομεινάντων έφυγαν ιδόντες τα γινόμενα. Εν ενί λόγω οι Τούρκοι έτρεψαν όλους τους Έλληνας, και τους ηνάγκασαν καταδιώκοντές τους να καταφύγωσιν εις τα όρη, εκτός των εν Γηροκομείω και τω λινώ, ους απέκλεισαν και επολέμουν, και των υπό τον Πλαπούταν εν τη πεδιάδι οχυρωθέντων. Επί της φυγής δε ταύτης εκινδύνευσε να συλληφθή και ο Ζαήμης. Ευρεθείς ούτος επί της εξόδου των εχθρών εν Ομπλώ εκίνησε μετά τινων στρατιωτών προς το Γηροκομείον, όπου ήσαν οι πλείστοι των Καλαβρυτινών, και πεσών καθ' οδόν, επί της τροπής των Ελλήνων, εις το μέσον των εχθρών και καταδιωχθείς, έφθασεν έφιππος εις το χείλος ρύακός τινος, όπου, αφηνιάσαντος του ίππου, επέζευσε και διαπεραιωθείς πεζός απέφυγε τας χείρας των εχθρών μεινάντων εντεύθεν του ρύακος.

Επί της τροπής δε ταύτης, ο Κολοκοτρώνης, όστις διέμενε κατά το Σαραβάλι εκινήθη μόνος κατά τον Παλαιόπυργον μηδ' αυτός ηξεύρων προς τι εκινείτο. Καθ' οδόν απήντησε τον Λεχωρίτην στελλόμενον προς αυτόν παρά του Ζαήμη αγγελιαφόρον, και τον συμπαρέλαβε· πλησιάσας δε προς τον Παλαιόπυργον είδεν επάνωθέν του μικράν ελληνικήν σημαίαν και 15 Έλληνας καθημένους και θεωρούντας τα γενόμενα. «Π ο ί ο ν - έ χ ε τ ε - α ρ χ η γ ό ν;» τους ηρώτησε. «Τ ο ν - Β α γ γ έ λ η - Κ ο υ μ α ν ι ώ τ η» απεκρίθησαν. «Ε μ έ ν α - μ ε - γ ν ω ρ ί ζ ε τ ε; τους ηρώτησε πάλιν ο Κολοκοτρώνης· «όχι», απεκρίθη ο Κουμανιώτης. «Ε γ ώ», επανέλαβεν, «ε ί μ α ι - ο - Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς, α κ ο λ ο υ θ ή τ ε - μ ε - κ α ι - έ χ ε ι - ο - Θ ε ό ς». Κατέβησαν οι 15, τον ηκολούθησαν και έγειναν όλοι 17· προχωρούντες έγειναν 50 και συμπαρέλαβαν καθ' οδόν και τον Παρασκευάν Πλαπούταν. «Σ τ ή σ ε - ε δ ώ - Β α γ γ έ λ η», είπε τότε ο Κολοκοτρώνης, «τ η ν - σ η μ α ί α ν - σ ο υ· κ α ι – σ υ - Π α ρ α σ κ ε υ ά - σ ύ ρ ε - κ α ι - π ι ά σ ε - τ ο – ε μ π ρ ό ς - τ η ς - σ η μ α ί α ς - τ ο υ - Β α γ γ έ λ η – α σ β ε σ τ ο κ ά μ ι ν ο». «Ε ί ν α ι - α ν ο ι χ τ ό ς - ο - τ ό π ο ς - κ α ι - χ α ν ό μ ε θ α», απεκρίθησαν οι περί τον Παρασκευάν· «μ η - φ ο β ά σ θ α ι», επανέλαβεν ο Κολοκοτρώνης, «ε γ ώ - δ ε ν - σ α ς - α φ ί ν ω - ν α χ α θ ή τ ε· σ α ς – σ τ έ λ ν ω - β ο ή θ ε ι α ν» . Το όνομα του Κολοκοτρώνη ήτο πύργος δυνάμεως· έγεινεν ως είπε, και κατελήφθη η κάμινος. Έμπροσθεν αυτής ήσαν 60 Τούρκοι έφιπποι και ώρμησαν επί τους Έλληνας· αλλ' οι Έλληνες αντέστησαν και διετήρησαν την θέσιν των. Ο δε Κολοκοτρώνης παρετήρησεν ότι το κέντρον του εχθρού ήτο δυνατόν και αδύνατοι αι πτέρυγές του· διά τούτο, αφ' ού εθάρρυνε το κατά την κάμινον μικρόν σώμα, μετέβη μετά του σημαιοφόρου του Καραχάλιου και του υπασπιστού του Φωτάκου προς το άλλο μέρος, το κρατούμενον υπό των Τούρκων μέχρι της μάνας του νερού, και εκραύγασεν αποτεινόμενος προς τους επί των βουνών Έλληνας· «κ ά τ ω - Έ λ λ η ν ε ς, κ ά τ ω, ε δ ώ – ε ί ν α ι - ο - Κ ο λ ο κ ο τ ρ ώ ν η ς» . Ακούσαντες οι εκεί την βροντώδη φωνήν του Κολοκοτρώνη και το όνομά του ήρχισαν να καταβαίνωσι προς το μέρος όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης και να μάχωνται· πολλοί δε υπήγαν και όπου ήσαν ο Βαγγέλης και ο Παρασκευάς ιδόντες ότι ήσαν και εκεί Έλληνες, και ούτως εξήφθη η μάχη. Εν τοσούτω επολέμουν αδιακόπως και οι εν τω Γηροκομείω και οι εν τω Λινώ και αντείχαν γενναίως, αν και εκανονοβολούντο και εβομβοβολούντο υπό των έξω· επίσης διεκρίνοντο και οι εν τη πεδιάδι μαχόμενοι υπό τον Πλαπούταν. Ο δε Κολοκοτρώνης μετεχειρίσθη ευτυχώς το ακόλουθον στρατήγημα. Ανέβη είς τινα υψηλήν θέσιν, και, αφ' ού εκύτταξε διά του τηλεσκοπίου του τους πολεμούντας εκατέρωθεν, εκρότησε τας χείρας και εκραύγασεν· «Ε τ σ ά κ ι σ α ν - ο ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι, - ε τ σ ά κ ι σ α ν - π ά ρ τ ε - τ ο υ ς - Έ λ λ η ν ε ς, - π ά ρ τ ε - τ ο υ ς ». Οι Τούρκοι δεν ετσάκισαν, αλλ' οι πολεμούντες προς το έν μέρος δεν έβλεπαν τι εγίνετο προς το άλλο· διά τούτο επίστευσαν και Τούρκοι και Έλληνες την φωνήν την λέγουσαν «ο ι - Τ ο ύ ρ κ ο ι - ε τ σ ά κ ι σ α ν», νομίζοντες οι του ενός μέρους ότι τω όντι ετσάκισαν οι του άλλου· ώστε επαλήθευσαν μετ' ολίγον όσα μη αληθώς είπεν ο Κολοκοτρώνης κατ' αρχάς. Και πανταχόθεν μεν εφώρμησαν οι Έλληνες, πανταχόθεν δε ετράπησαν οι Τούρκοι καταδιωκόμενοι μέχρι της πόλεως. Δεκαοκτώ εξ αυτών, εν οις και ο κεχαγιάς του Μεχμέτπασα, μη δυνηθέντες να καταφύγωσι και αυτοί εις την πόλιν, εκλείσθησαν έν τινι περιτειχίσματι, όπου εισπηδήσαντες ο Πλαπούτας καί τινες των περί αυτόν τους εφόνευσαν. Διακόσιοι υπελογίσθησαν όλοι οι επί της μάχης ταύτης φονευθέντες Τούρκοι· εφονεύθησαν και επληγώθησαν και είκοσιν Έλληνες. Τοιουτοτρόπως μετέβαλεν ο Κολοκοτρώνης την κατά την 9 μαρτίου ήτταν των Ελλήνων εις νίκην. Τούτου δε γενομένου ανεχώρησεν εις Κόρινθον αφήσας τοποτηρητήν τον Πλαπούταν, εις ον ανέθετε πάντοτε τα της στρατοπεδαρχίας εν τη απουσία του.

Λήγοντος δε του απριλίου εξεστράτευσαν οι Τούρκοι, οι μεν προς το Γηροκομείον, οι δε προς το Σαραβάλι, αλλά πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν. Επέβησαν συγχρόνως καί τινες αυτών εις πλοιάριον και έπλευσαν προς τον ποταμόν της Αχαϊάς ίνα επιπέσωσιν όπισθεν των Ελλήνων, αλλά και ούτοι γενναίως αντικρουσθέντες, χάρις εις τον Νικολόν Μπούκουρην, ουδέ ν' αποβώσιν εδυνήθησαν. Εξεστράτευσαν και αύθις, αλλ' ουδέ και τότε ευδοκιμήσαντες έπαυσαν επιτιθέμενοι.

1821-1822

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'.

&Καταστροφή της Κασσάνδρας. — Υποταγή του αγίου Όρους — Καταστροφή της Ναούσης και του Ελληνικού αγώνος καθ' όλην την Μακεδονίαν.&

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ προς τα μέρη της Μακεδονίας δεν ευτύχει αλλά διετηρείτο· ούτε ο Ισούφμπεης είχε δυνάμεις ικανάς να υποτάξη τους Κασσανδρείς, ούτε οι Κασσανδρείς ήσαν ικανοί να περιορίσωσι τον Ισούφμπεην. Η Πύλη εις ενίσχυσιν των πολεμικών της κινημάτων απέστειλεν ηγεμόνα εις Θεσσαλονίκην φέροντα τίτλον γενικού αρχηγού Μακεδονίας και Θεσσαλίας τον Αβδουλαβούδπασαν, δραστήριον, εύτολμον και πολλής ικανότητος άνδρα, δεικνύοντα κατά τας περιστάσεις ποτέ μεν υπό την λεοντήν την ωμότητα της ψυχής του, ποτέ δε υπό την αλωπεκήν την υπουλότητα του χαρακτήρος του. Ο νέος ούτος στρατάρχης φθάσας εις Θεσσαλονίκην τον σεπτέμβριον εξέδωκε προκήρυξιν, δι' ης εξύμνει την προς τους ραγιάδας γενναιοφροσύνην του σουλτάνου, εμέμφετο την προς αυτόν αγνωμοσύνην των ονειροπολούντων την ανόρθωσιν της προγονικής των αυτοκρατορίας και διέταττε να οπλοφορήσωσιν όλοι οι επέκεινα του 16 μέχρι του 60 έτους Μουσουλμάνοι· και οι μεν εντός του 50 να τρέξωσιν εις τα πεδία της μάχης οδηγούμενοι υπό της χειρός του προφήτου, οι δε λοιποί να διατηρώσι την εσωτερικήν ευταξίαν. Μετά την προκήρυξιν ταύτην ο Αβδουλαβούδης εξεστράτευσεν αυτοπροσώπως εις Κασσάνδραν.

Είπαμεν ήδη, ότι 2700 ήσαν οι συνενωθέντες εν τη χερσονήσω εκείνη περί τα τέλη του παρελθόντος ιουνίου ένοπλοι· και ότι 400 Ολύμπιοι ήλθαν μετά ταύτα επιβοηθοί· αλλά καθ' όν καιρόν εξεστράτευσεν ο πασάς, μόλις ήσαν όλοι 600, διότι οι λοιποί διά την έλλειψιν των αναγκαίων, τας επισυμβάσας ασθενείας, και τας διχονοίας των εγκριτωτέρων ανεχώρησαν. Ο πασάς επροσπάθησε κατ' αρχάς διά μεγάλων και επανειλημμένων υποσχέσεων να πείση τους εν Κασσάνδρα να προσκυνήσωσιν· αλλ' ούτοι, αν και τόσον ολίγοι, απέρριψαν τας προτάσεις του. Γενομένης δε γνωστής αυτώ της διαθέσεως και της αδυναμίας των, απεφασίσθη η έφοδος. Την 30 Οκτωβρίου πριν εξημερώση εφώρμησαν ιππείς και πεζοί εφ' όλην την γραμμήν της τάφρου, και ευρόντες μέρος αυτής ολοτελώς εγκαταλειφθέν, το παρεγέμισαν ερρίψαντες ξύλα και άλλην ύλην, και πρώτοι οι ιππείς εισήλθαν δι' αυτού εις την χερσόνησον, μετ' αυτούς δε και οι πεζοί, έτρεψαν όλους τους κατέχοντας τα άλλα μέρη της τάφρου, πολλούς αυτών εφόνευσαν, επροχώρησαν εις τα ενδότερα μηδενός εναντιουμένου, έσφαξαν και ηνδραπόδισαν και αυτούς τους ησύχους κατοίκους, εξ ών μόνοι διεσώθησαν όσοι ευτύχησαν να επιβώσιν είς τινα παρευρεθέντα πλοία της Σκιάθου και της Σκοπέλου, και κατέκαυσαν όλα σχεδόν τα χωρία. Δεκακισχίλιοι υπελογίσθησαν οι φονευθέντες και ανδραποδισθέντες άνδρες και γυναίκες πάσης ηλικίας.

Μετά την τελείαν καταστροφήν της Κασσάνδρας ο πασάς έστρεψε την προσοχήν του εις τον Άθωνα.

Διηγήθημεν άλλοτε, ότι πολλοί μοναχοί του αγίου Όρους εξεστράτευσαν υπό την σημαίαν του Σταυρού και την οδηγίαν του Εμμανουήλ Παπά, και αποκρουσθέντες και παθόντες επανήλθαν εις το Όρος.

Η χερσόνησος αύτη, η το πάλαι Ακτή, είναι η ανατολικωτέρα των κατά την χαλκιδικήν τριών παραλλήλων χερσονήσων, 35 μιλίων μήκος έχουσα από της επί του δύο μιλίων πλάτος έχοντος ισθμού διώρυγος του Ξέρξου μέχρι της μεσημβρινής της άκρας· περιέχει μοναστήρια οχυρά, και δεν εστερείτο επί της επαναστάσεως πυροβολικού, ψιλών όπλων, ή πολεμεφοδίων. Επειδή ο χαρακτήρ του πολέμου ήτον όχι πολιτικός αλλά και θρησκευτικός, μέγας ενθουσιασμός κατέλαβε τους μοναχούς, και υπερδισχίλιοι των νεωτέρων ωπλοφόρησαν· ήλθαν σύμμαχοι των έξωθεν και πολλοί λαϊκοί, ώστε τα πάντα εφαίνοντο πρόσφορα εις μακράν και ευτυχή αντίστασιν· αλλ' οι ηγούμενοι και προηγούμενοι διεφώνουν, και οι πλείστοι εζήτουν ασφάλειαν όπου δεν εδύναντο να εύρωσιν ειμή αφανισμόν, εν τη υποταγή. Τους εφόβισε δε και η καταστροφή της Κασσάνδρας, και αντί να τους ενοπλίση τους αφώπλισε· τους ηπάτησε και η υπουλότης του πασά, αν και είχαν υπ' όψιν τα έργα της θηριωδίας του. Αφ' ού δε υπερίσχυσεν η περί υποταγής γνώμη, πολλοί των πατέρων, αποδοκιμάζοντες πάντα συμβιβασμόν, απέπλευσαν, συνεπιφέροντες τα ιερά σκεύη τινών μοναστηριών και τα εν αυτοίς άγια λείψανα. Απέπλευσε και ο Εμμανουήλ Παπάς, και ασθενήσας κατά τον πλουν απεβίωσεν επί του πλοίου και ετάφη εν Ύδρα. Μετά δε την αποδημίαν τούτων επροσκύνησαν οι εν τω αγίω Όρει, αφοπλισθέντες, αμνηστευθέντες, δόσαντες ομήρους και γρόσια 2,500,000 και δεχθέντες τουρκικήν φρουράν επί υποσχέσει να την τρέφωσιν. Η φρουρά αύτη εκ τρισχιλίων κατέλαβε το Όρος την 15 δεκεμβρίου και έφερε δι' ων έπραξεν εις πικράν μετάνοιαν τους προτιμήσαντας της αντιστάσεως την υποταγήν Αγιορείτας, διαμείνασα παρ' αυτοίς εννέα έτη.