Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 14
Τριακόσιοι επίλεκτοι Τούρκοι ηυλίζοντο ταις ημέραις εκείναις εν Στούροις, όπου ήσαν και αι σιτοθήκαι. Πριν επιπέσωσιν οι Έλληνες, εσχεδίασαν οι δύο αρχηγοί των να στείλωσιν ανά 150 εις κατάληψιν του Διακοφτίου, στενού μεταξύ Στούρων και Καρύστου, επί σκοπώ να εμποδισθή πάσα εκ Καρύστου βοήθεια, και την 11 εξεστράτευσαν και αυτοί εκ Μεσοχωρίων και κατέλαβαν δυο μικρά χωρία, ημιώριον μακράν των Στούρων το έν, και τέταρτον ώρας το άλλο· και εν μεν τω πλησιεστέρω ετοποθετήθη ο Βάσσος, εν δε τω απωτέρω ο Ηλίας. Την δε 12, πρωίας γενομένης, εφάνησαν έξωθεν των Στούρων οι Τούρκοι προκαλούντες κατά τον ομηρικόν τρόπον τους Έλληνας εις μάχην. Αν και δεν απεστάλησαν οι 300, ως εσχεδιάσθη, εις κατάληψιν του στενού, εφώρμησαν οι περί τον Βάσσον μηδέ τους περί τον Ηλίαν αναμείναντες· αλλ' αρξαμένης της μάχης επεβοήθησαν ούτοι, και συμπολεμήσαντες γενναίως απώθησαν τους εχθρούς εις το χωρίον, και πατήσαντές το τους απέκλεισαν περί την μεσημβρίαν εντός ολίγων οχυρών οικιών. Τούτου δε γενομένου, παραλαβόντες ο Βάσσος και ο Κυριακούλης τινάς υπήγαν να καταλάβωσιν αυτοί το στενόν του Διακοφτίου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν, κατέβαινεν εκείθεν ο Ομέρμπεης ειδοποιηθείς αφ' εσπέρας περί των εχθρικών κινημάτων. Αδυνατώτεροι οι περί τον Βάσσον και τον Κυριακούλην ωπισθοδρόμησαν και απεχωρίσθησαν των αποκλειόντων τους εχθρούς εν Στούροις, οίτινες μηδέν υποπτεύοντες έξωθεν, διότι υπέθεταν το στενόν προκατειλημμένον, εξεφάντοναν· αλλά μαθόντες αίφνης ότι ήρχετο ο Ομέρμπεης, ακούσαντες και τον τουφεκισμόν, ετράπησαν οι μεν προς τα πλοία οι δε προς τα μακρυνά χωρία. Εξήλθε τότε του χωρίου και ο Ηλίας έχων 7 μόνον συντρόφους υπεραγαπώντας αυτόν και πάντοτε παρακολουθούντας, και καταλαβών ανεμόμυλόν τινα ασκεπή επί λόφου, κοινώς λεγόμενον Κοκκινόμυλον, παρεκίνει εκείθεν τους λοιπούς να εγκαρτερήσωσιν· αλλ' εις μάτην αι πατριωτικαί προτροπαί του. Αφ' ού δε επλησίασεν ο Ομέρμπεης εις Στούρα, εξήλθαν οι εντός των οχυρών οικιών Τούρκοι, και καταδιώκοντες οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν τους Έλληνας φεύγοντας, κατήντησαν εις τον Κοκκινόμυλον, όπου συνεσωρεύθησαν όλοι πολεμούντες. Τότε ο Ηλίας και οι περί αυτόν, βλέποντες ότι απελείφθησαν μόνοι, επεχείρησαν να εξορμήσωσι ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών· αλλ', εκτός δύο διασωθέντων, όλοι απέθαναν εν οις και ο χαριέστατος και φιλότιμος Ηλίας ευκλεώς βιώσας και ευκλεέστερον αποβιώσας. Ο δε Ομέρμπεης, μαθών ότι είς των φονευθέντων ήτον ο επίσημος ούτος νέος, έκοψε την κεφαλήν του και την έστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν.
Μετά το δυστύχημα τούτο συνήχθησαν οι πρόκριτοι πολιτικοί και πολεμικοί εις Αλιβέρι προσπαθούντες να διατηρηθή το στρατόπεδον· εν ώ δε εσκέπτοντο περί δευτέρου κινήματος, έφθασεν ο Οδυσσεύς έχων 300 και τους εθάρρυνεν· εκίνησαν δε περί τα τέλη του Ιανουαρίου όλοι προς την Κάρυστον, όπου συνεσωρεύθησαν και όλοι οι Τούρκοι εν οις και οι κατέχοντες επί της προτέρας μάχης τα Στούρα· και ο μεν Οδυσσεύς μετά των 300 κατέλαβε την θέσιν Π λ α κ ω τ ά και έκοψε το εις το φρούριον ρέον νερόν· ο δε Κυριακούλης, ο Κριεζώτης και ο Βάσσος κατέλαβαν τους κήπους περιορίσαντες τους Τούρκους εντός του φρουρίου, και ακροβολιζόμενοι καθ' ημέραν. Εξ αιτίας δε του κανονοβολισμού έπεσε πεπαλαιωμένον τι μέρος του φρουρίου, και οι Τούρκοι υποπτεύοντες μη δι' αυτού τους πατήσωσιν οι Έλληνες αίφνης, σπανίως έκτοτε εξήρχοντο. Εν ώ δε η πολιορκία εφαίνετο προκύπτουσα, ο Οδυσσεύς έφυγεν αίφνης μετά των οπαδών του εν πολλή βία εις Μελισσώνα, δύο ώρας μακράν της Καρύστου. Φυγόντος αυτού, οι εχθροί έπεσαν αμέσως επί τους απομείναντας και τους κατεδίωξαν μίαν ήμισυ ώραν μακράν μέχρι του Κατσερονίου, όπου και πρότερον ήσαν οι Έλληνες, και ήδη διενυκτέρευσαν. Το δε πρωί οι αρχηγοί, απορούντες δικαίως επί τη αιφνιδίω φυγή του Οδυσσέως, έστειλαν έφιππον φέροντα γράμματα προς αυτόν, δι' ων ηρώτων την αιτίαν της απροσδοκήτου φυγής του και εζήτουν γνώμην περί του πρακτέου. Ο γραμματοφόρος, απαντήσας τον Οδυσσέα φεύγοντα κατά τα Στούρα και απολιπόντα εν Μελισσώνι και τους αρρώστους και τας τροφάς, τω έδωκε τα γράμματα, αλλ' απάντησιν δεν έλαβε. Φθάσας ο Οδυσσεύς εις τα Στούρα το εσπέρας ηύρεν εκεί τον επίσκοπον και τους προκρίτους των χωρίων, και ερωτηθείς περί της φυγής του ανέβαλε την απάντησιν εις την αύριον εν τούτοις διέταξε το στράτευμά του να υπάγη εις Βρυσάκια και να περάση, εις την αντικρύ ξηράν όπου και επέρασεν· αυτός δε μηδόλως αιτιολογήσας την φυγήν του διεπορθμεύθη εκ του λιμένος των Στούρων μετά 50 αντικρύ και εκείθεν μετέβη εις Λεβαδείαν. Η διαγωγή αύτη του Οδυσσέως υπελήφθη ως επιβουλή. Ενίσχυσαν δε την υπόνοιαν ταύτην και δώρα καπνού και ταμβάκου σταλέντα προς αυτόν παρά του Ομέρμπεη ολίγον προ της φυγής του. Η ιδέα της επιβουλής δεν εξηλείφθη εισέτι, στηριζομένη μάλιστα επί τη μετά ταύτα διαγωγή του. Άλλοι δε συγκαταβατικώτεροι απέδωκαν την φυγήν του εις την κατ' εκείνας τας ημέρας μετάβασιν του Υψηλάντου και του Νικήτα εις την Ανατολικήν Ελλάδα, προς ους έχων στενάς σχέσεις ήθελε να ευρεθή εν τη Λεβαδεία επί της εκεί αφίξεώς των. Αλλ' όσον μεν περί της μετά ταύτα διαγωγής του Οδυσσέως εις εξήγησιν της προτέρας, σφάλλει όστις θέλει να εύρη πάντοτε εκ προθέσεως μίαν και την αυτήν σειράν πολιτεύματος των σημαντικών ανθρώπων καθ' όλον το στάδιόν των επί επαναστάσεως. Αι επαναστάσεις διά της σφοδράς ροπής των αλλοιούν τα υπάρχοντα, παρεκτρέπονται πολλάκις του σκοπού ον προέθεντο εξ αρχής, και υπό των πολιτικών και πολεμικών περιπετειών παρασυρόμεναι συμπαρασύρουν συνήθως και τους ανθρώπους και τροποποιούν τα φρονήματά των παριστάμεναι υπό διαφόρους φάσεις. Ο Οδυσσεύς, μέγας και πολύς μετά την εν Γραβιά μάχην, και ο σημαντικώτερος και ισχυρότερος των οπλαρχηγών της Ανατολικής Ελλάδος επί της φυγής του ουδεμίαν είχεν αφορμήν τότε εις επιβουλήν. Αλλ' ημείς, διερχόμενοι σωζόμενά τινα έγγραφα του Αρείου πάγου, ηύραμεν επιστολήν του Οδυσσέως δι' ης αποδεικνύεται ότι διετάχθη παρά της Αρχής εκείνης να επανακάμψη. Την επιστολήν ταύτην, αν και μη δικαιολογούσαν τον τρόπον της φυγής του εν αγνοία των συμπολεμιστών του, εκδίδομεν ενταύθα.
«Αρεοπαγίται προσκυνώ.
Κατά την προσταγήν σας δεν έλειψα αμέσως αφ' ού έλαβα το έξοχον γράμμα σας και ερίχθηκα εις το εδώθε μέρος. Εμποδίσθηκα όμως εδώ εξ αιτίας του καιρού οπού δεν επέρασαν όλοι οι άνθρωποι και τους προσμένω κατ' αυτάς· αν όμως και είναι καμμία ανάγκη, γράψετέ μου διά να προφθάσω αμέσως χωρίς αργοπορίαν, και είμαι έτοιμος εις την προσταγήν σας. Μένω. 1822, Φεβρουαρίου 15. Ορδί Καπανδρίτι».
Μετά δε την από Καρυστίας φυγήν του Οδυσσέως εθεώρησαν οι λοιποί οπλαρχηγοί την περαιτέρω εκεί διατριβήν των πάντη άχρηστον· όθεν, εκτός του ιθαγενούς Κριεζώτου εναπομείναντος και περιφερομένου εις τα βουνά Ερετρίας και Κούμης, όλοι, εν οις και ο επίσκοπος, ανεχώρησαν, και ετελείωσεν η εις απελευθέρωσιν της Καρύστου δευτέρα εκστρατεία χείρων της πρώτης. Διέμεινε δε ως και πρότερον το άλλο ευβοϊκόν στρατόπεδον εν Βρυσακίοις, αλλά και αυτό έπαθε μετ' ολίγον δεινόν πάθημα, φονευθέντων έν τινι συμπλοκή κατά την Καστέλλαν τον μάρτιον μήνα του αρίστου αρχηγού του Αγγελή Γοβρίνα, του αδελφού του Αναγνώστη, και του Κότση. Μετά το δυστύχημα τούτο ανεδείχθη αρχηγός του στρατοπέδου ο Τομαράς.
Κατά τον αυτόν καιρόν, ακμάζοντος του χειμώνος, η Πύλη ητοίμασε, παρά την επικρατούσαν συνήθειάν της, ναυτικήν και στρατιωτικήν δύναμιν κατά της Πελοποννήσου. Η ναυτική δύναμις υπό την οδηγίαν του καπητανάμπεη, έχοντος υπό τας διαταγάς του και τον υποναύαρχον της Αιγύπτου Γιβραλτάρην καί τινα πλοία Αλγερινά, Τουνεζινά και Τριπολινά, συνίστατο εκ 3 φρεγατών, 4 κορβετών και 8 δικατάρτων· συνέπλεαν δε και πολλά φορταγωγά φέροντα εις απόβασιν έως 4000 στρατιώτας ασιανούς υπό τον Καρά - Μεχμέτπασαν (α) τον άλλοτε αρχιπυροβολιστήν, και παντός είδους πολεμικάς αποσκευάς. Η θαλάσσιος δε αύτη δύναμις εφάνη έξωθεν της Ύδρας την 27 Ιανουαρίου όπου εστάθη και ύψωσέ τινα σημεία. Η εμφάνισις των σημείων τούτων έδωκε νέαν αφορμήν να θεωρηθή πραγματική η περί ης ανεφέραμεν προ ολίγου επίβουλή, αλλ' απάντησις δεν εφάνη δοθείσα, και ο στόλος έπλευσεν εις Μοθώνην, την επεσίτισε, και μαθών ότι το Νεόκαστρον ήτο σχεδόν αφρούρητον ητοιμάσθη να το προσβάλη εξ απροόπτου, και μία φρεγάτα φέρουσα την σημαίαν του Γιβραλτάρη, μία κορβέττα και έν δικάταρτον τω επλησίασαν την 30 Ιανουαρίου· ήλθαν δε και διά ξηράς Τούρκοι εκ Μοθώνης. Έτυχαν εν αυτώ ως 40 φιλέλληνες υπό την οδηγίαν του στρατηγού Νορμάννου καταπλεύσαντες προ ολίγου εκ Μασσαλίας. Οι φιλοπόλεμοι ούτοι και έμπειροι κανονοβολισταί, συνεργούς έχοντες και τους εναπομείναντας Έλληνας, διότι επί τω εμφανισμώ της εχθρικής δυνάμεως οι πλείστοι των εν τω φρουρίω έφυγαν, αντεκανονοβόλησαν ευτυχώς τα κανονοβολούντα εχθρικά πλοία και τα ηνάγκασαν ν' απομακρυνθώσιν άπρακτα· επληγώθησαν δε τρεις εκ των εν τω φρουρίω, και εσκοτώθησαν και επληγώθησαν καί τινες Οθωμανοί.
Φεβρουάριος Μετά την αποτυχίαν ταύτην ο στόλος απέπλευσεν όλος και ελλιμένισε την 2 φεβρουαρίου έμπροσθεν της Ζακύνθου, όπου η ουδετέρα κυβέρνησις τον υπεδέχθη ευμενώς, εν ώ απέπεμψεν, ως είδαμεν, δυσμενώς το εμβάν εις τον λιμένα εκείνον πρό τινος καιρού ελληνικόν πλοίον χωρίς να το αφήση μήτε καν ν' αράξη. Εξ αιτίας δε των εναντίων ανέμων ο στόλος ούτος ενδιέμεινε μέχρι της 13, καθ' ην ανήχθη, και μηδέν καθ' όλον τον πλουν του εμπόδιον απαντήσας κατέπλευσεν εις Πάτρας, όπου απεβιβάσθησαν αι πολεμικαί αποσκευαί, εν αις και 20 πεδινά κανόνια, οι τετρακισχίλιοι στρατιώται και ο αρχηγός αυτών Μεχμέτπασας.
Εν ώ δε ο εχθρικός στόλος έπλεε την ελληνικήν θάλασσαν, αι τρεις ναυτικαί νήσοι ητοίμαζαν τα πλοία των. Εικοσιεπτά υδραϊκά υπό τον Μιαούλην διαδεχθέντα τον ναύαρχον Γιακουμάκην Τομπάζην παραιτηθέντα, είκοσι σπετσιωτικά υπό τον Γκίκαν Τσούπαν, δεκαέξ ψαριανά υπό τον Νικολήν Αποστόλην και δύο πυρπολικά συνηνώθησαν έξωθεν της Ύδρας, ανήχθησαν την 8, και ηγκυροβόλησαν την 16 έξωθεν του Μεσολογγίου· την δε 17 και 18 έπλευσαν προς τας Πάτρας, αλλ' επόδισαν εξ αιτίας σφοδράς αντιπνοίας· ανήχθησαν την 20 εκ νέου τρίτην ώραν πριν εξημερώση, υπό εναντίον πάντοτε άνεμον· ανήχθησαν και τα εν τω λιμένι των Πατρών εχθρικά. Ηγωνίζοντο δε οι δύο στόλοι ο μεν τουρκικός να εκπλεύση αμαχητί, ο δε ελληνικός να βλάψη τον τουρκικόν εκπλέοντα. Μέχρι τούδε ο ελληνικός, οσάκις απήντα τον εχθρικόν παρεφύλαττε μάλλον τα κινήματά του ή εφώρμα, προσπαθών να τον βλάψη διά μόνων των πυρπολικών· αλλ' ο νέος ναύαρχος, ο μεγαλότολμος Μιαούλης, ήλλαξε τον τρόπον του πολεμείν, έδωκε το σημείον της εκ συστάδην μάχης, και πρώτος, αν και ο επικρατών αντίπλους άνεμος έγεινε σφοδρότερος, ώρμησεν εις το μέσον δύο φρεγατών εκπλήξας και αυτόν τον εχθρόν διά της τόσης τόλμης. Κατόπιν ήλθαν εις το μέσον ο Μανώλης Τομπάζης, ο Σαχτούρης, ο Αντώνης Κριεζής, ο Γκίκας Τσούπας, ο ναύαρχος των Ψαρών, ο Κωνσταντίνος Κοτσιάς, ο Κοσμάς και ο Λάμπρος, και έφεραν άνω κάτω όλον τον εχθρικόν στόλον. Πέντε περίπου ώρας διήρκεσεν η ναυμαχία επικρατούσης σχεδόν τρικυμίας. Τρεις Έλληνες εσκοτώθησαν, δέκα επληγώθησαν, και τα ελληνικά πλοία μεγάλως εβλάφθησαν. Άδηλος η ζημία του εχθρικού στόλου, αλλ' ο τρόμος του κατάδηλος· διότι, αφ' ού διεχωρίσθησαν οι στόλοι περί την εσπέραν, κατέφυγεν ούτος ως εις άσυλον εις τον φιλικόν του λιμένα της Ζακύνθου τόσον ατάκτως, ώστε δύο πλοία του έπεσαν την νύκτα εις τα ρηχά προς το λοιμοκαθαρτήριον· εκινδύνευσαν δε να πάθωσι και τα λοιπά υπό των φίλων χειρότερα παρ' όσα έπαθαν υπό των εχθρών, διότι τα ευρεθέντα εν τω λιμένι της Ζακύνθου πολεμικά αγγλικά και αυστριακά τόσον εφοβήθησαν μήπως τα ατάκτως εισπλέοντα υπό το σκότος πέσωσιν επ' αυτά, ώστε τα εκανονοβόλησαν την νύκτα ως εχθρικά. Τόσον δε τα τουρκικά εφοβούντο τα παραφυλάττοντα έξωθεν του λιμένος ελληνικά, ώστε έτοιμα ήσαν να κανονοβολήσωσιν εν τη απελπισία των την πόλιν αν εξελαύνοντο. Αφ' ού ο ελληνικός στόλος περιέπλευσε δύο ημέρας έξωθεν της Ζακύνθου κατέπλευσεν εις το Κατάκωλον προς ύδρευσιν.
Την δε 23 ήλθε προς αυτόν αγγλικόν πλοίον δικαιολογούν επί τη τρικυμία την μη αποβολήν του τουρκικού στόλου από του λιμένος της Ζακύνθου, και απαγορεύον αυστηρώς πάσαν σύγκρουσιν αυτού και του ελληνικού εντός της ιονίου θαλάσσης. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη επανέπλευσε την αυτήν ημέραν ο ελληνικός εις τον λιμένα του Μεσολογγίου, εξέπλευσε και ο εν Ζακύνθω τουρκικός προς το εσπέρας· αλλά την ακόλουθον αυγήν έγεινεν άφαντος, διότι, εν ώ υπεκρίθη αφ' εσπέρας ότι έπλεε προς τας Πάτρας, θέλων ν' αποκρύψη, ως απεδείχθη μετά ταύτα, τον αληθή σκοπόν του, και ν' αποφύγη τοιουτοτρόπως τας νέας προσβολάς των Ελλήνων, παρήλλαξε τον πλουν του υπό το σκότος της νυκτός και διεσώθη εις Αλεξάνδρειαν, όπου επισυμβάσης τρικυμίας εναυάγησε μία των φρεγατών του. Ο δε ελληνικός έπλευσε προς τας Πάτρας εις σύλληψιν των εκεί μεινάντων φορταγωγών· αλλά τα πλοία ταύτα, άμα φανείσης της ελληνικής σημαίας, έκοψαν τας αγκύρας και κατέφυγαν ενδότερον των φρουρίων του κορινθιακού κόλπου όπου ησφαλίσθησαν. Την δε 27 ανεχώρησεν ο ελληνικός στόλος εις τα ίδια· απέμειναν δε εν τω λιμένι του Μεσολογγίου οκτώ μόνον πλοία υπό τον Μιαούλην.
Διέμεναν εν Μούρτω εκ της άλλοτε αυτόθι καταπλευσάσης τουρκικής μοίρας μία φρεγάτα, μία κορβέττα και τέσσαρα δικάταρτα. Ο Μιαούλης, θέλων να κυριεύση ή καύση τα πλοία ταύτα, απέστειλεν εν πρώτοις τα επτά εις Ρινιάσαν αντικρύ της Αντιπάξου φρουρουμένην υπό Σουλιωτών, ίνα παραλάβωσιν εκείθεν 200 Σουλιώτας ως συναγωνιστάς επί της ξηράς προς ευόδωσιν του σκοπού· παρηκολούθησε δε και αυτός φέρων εκ Μεσολογγίου πολεμεφόδια εις χρήσιν των στρατιωτών.
Μάρτιος Την 6 μαρτίου ανήχθη ο εν Ρινιάση στολίσκος· εν ώ δε απείχε του Μούρτου δέκα μίλια, ήλθεν αγγλικόν πλοίον αναγγέλλον, ότι δεν εδίδετο άδεια να πλεύση εις το παρά την ηπειρωτικήν παραλίαν νησίδιον του Μούρτου ως κείμενον εν τω μεταξύ Κορυφών και Ηπείρου πορθμώ. Ο ναύαρχος Μιαούλης έστειλεν ευθύς την Τερψιχόρην, πλοίον του στολίσκου του, εις Κορυφούς προς τον μέγαν αρμοστήν, παραπονούμενος διά την απροσδόκητον ταύτην απαγόρευσιν, και επανέπλευσε μετά των λοιπών του πλοίων εις Μεσολόγγι αναμένων εκεί την απάντησιν. Την 9 έφθασεν η Τερψιχόρη έμπροσθεν των Κορυφών, ο δε πλοίαρχος, φέρων τα γράμματα, εισήλθεν επί της λέμβου του εις τον λιμένα αφήσας εκτός αυτού το πλοίον μετέωρον ως σκοπεύων να επανέλθη προς τον ναύαρχον άμα ελάμβανε τας απαντήσεις. Αλλ', απόντος του πλοιάρχου, η κυβέρνησις έφερεν εν αγνοία αυτού την Τερψιχόρην εις τον λιμένα και κατεβίβασε την σημαίαν της. Τούτου δε γενομένου, ειδοποίησε τον πλοίαρχον περί ων έπραξεν, ειπούσα, ότι δεν εκράτει το πλοίον ως εχθρικόν, αλλά διότι τα πληρώματα άλλων ελληνικών πλοίων επάτησαν την γην της αγίας Μαύρας και ήρπασαν πρόβατα, και διά τούτο το πλοίον έπρεπε να μείνη, εν τω λιμένι των Κορυφών έως ού εδίδετο η πρέπουσα ικανοποίησις διά την καταπάτησιν της υπό ουδετέραν σημαίαν γης, και η οφειλομένη αποζημίωσις διά την αρπαγήν των ζώων· διέταξε δε να λύσωσι και τα πανία του πλοίου. Ο πλοίαρχος, όστις άλλα επροσδόκα και άλλα ηύρεν, αντέτεινεν εις την λύσιν των πανίων και ηπείλησεν ότι, αν τον εβίαζαν, θα έρριπτε πυρ εις την πυριτοθήκην του πλοίου και θα έκαιε και αυτό αύτανδρον και τα εν τω λιμένι λοιπά πλοία· αλλά την επιούσαν επείσθη και τα έλυσεν.
Η περί ης ο λόγος καταπάτησις της ουδετέρας γης και η αρπαγή των ζώων ήσαν αληθείς, και ο μέγας αρμοστής είχε δίκαιον ν' απαιτήση ικανοποίησιν και αποζημίωσιν· αλλά πώς εδύνατο να κρατήση αθώον πλοίον σταλέν προς αυτόν δι' άλλην υπόθεσιν καλή πίστει; Η αντικακοποίησις τότε είναι συγχωρητή, όταν ο κακοποιήσας αρνήται την οφειλομένην ικανοποίησιν· αλλά μήπως η ελληνική κυβέρνησις την ηρνείτο, ή εδύνατο ποτε να την αρνηθή; ή μήπως οι Τούρκοι δεν έπραξαν τα αυτά και χειρότερα κατά της αγγλικής σημαίας; Πρό τινος καιρού δεν είχαν αρπάσει έσωθεν πλοίου υπό αγγλοϊονικήν σημαίαν όχι πρόβατα, αλλά ανθρώπους και παρθένους, την οικογένειαν του εκ Πατρών Αποστόλη Περούκα; και όμως οι Άγγλοι ούτε πλοίον τουρκικόν εκράτησαν, ούτε την τουρκικήν σημαίαν ύβρισαν, αλλ' ηρκέσθησαν να ελευθερώσωσι τους συλληφθέντας, και τούτους σχεδόν γυμνούς. Και ταύτα πάντα έπραττεν ο μέγας αρμοστής εις ύβριν της ελληνικής σημαίας κατέμπροσθεν πλοίου της τουρκικής μοίρας ευρεθέντος ταις ημέραις εκείναις εν τω λιμένι των Κορυφών.
Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως εκρατήθη η Τερψιχόρη μέχρι της 21, απελύθη επί τη προτάσει του ναυάρχου Άγγλου ελθόντος κατ εκείνας τας ημέρας εις Κορυφούς και αποδοκιμάσαντος την διαγωγήν του Μεϊτλάνδου· κατήρε δε εις Μεσολόγγι την νύκτα της 22 όπου την ανέμενεν ο Μιαούλης, όστις, ιδών ότι δεν επετρέπετο η μελετωμένη κατά των εν Μούρτω εχθρικών πλοίων προσβολή, ανεχώρησε την 24 μεθ' όλων των πλοίων εις τα ίδια.
Εν τω μεταξύ δε τούτω, ο μέγας αρμοστής απέστειλεν εις Ύδραν την φρεγάταν Καμβρίαν υπό τον Χαμιλτώνα, και εν αυτή τον διερμηνέα της κυβερνήσεως Πετρίδην, και τη εγνωστοποίησεν, ότι απήτει τετρακόσια δίστηλα ως αποζημίωσιν της εν αγία Μαύρα αρπαγής των προβάτων, και ικανοποίησιν διά την καταπάτησιν της ουδετέρας γης της· ότι επί λόγω υγειονομικών προφυλάξεων απηγορεύετο να πλησιάζωσι τα υπό ελληνικήν σημαίαν πλοία τας ιονίους ακτάς εντός 4 μιλίων και να εισπλέωσι τον πορθμόν των Κορυφών ότι το νησίδιον του Μούοτου ανήκεν εις την Επτάννησον, και ως τοιούτον ήτον απρόσιτον, και ότι ώφειλε να προειδοποιή η ελληνική κυβέρνησις τον μέγαν αρμοστήν οσάκις ο ελληνικός στόλος εμελέτα να διαπλεύση την μεταξύ των Ιονίων νήσων και της ελληνικής παραλίας θάλασσαν.
Μαθούσα ταύτα η ελληνική κυβέρνησις έσπευσε να στείλη προς τον μέγαν αρμοστήν τον Σπανιωλάκην και τον διέταξεν, εγχειρίζων τα περί της αποστολής του γράμματα, να τω αναγγείλη, ότι η ελληνική κυβέρνησις ετοίμη ήτο να πληρώση τα απαιτούμενα τετρακόσια δίστηλα, ότι κατεγίνετο να εύρη τους ενόχους και να τους παιδεύση, ότι απόστασις των ελληνικών πλοίων από της Ιονίου ακτής ενός μιλίου εφαίνετο ως προς τον υγειονομικόν σκοπόν ισοδύναμος αποστάσεως τεσσάρων, ότι αν ο μέγας αρμοστής εθεώρει το νησίδιον του Μούρτου ως εξάρτημα της Επταννήσου και διά την αιτίαν ταύτην απέκλειε του λιμένος αυτού τα ελληνικά πλοία, ώφειλε κατά την επαγγελλομένην ουδετερότητα ν' απομακρύνη και τα οθωμανικά, και ότι η ελληνική κυβέρνησις, αν και εβλάπτοντο τα συμφέροντά της διά της ανακαλύψεως των σκοπών της, συγκατετίθετο να προειδοποιή τον μέγαν αρμοστήν περί του προκειμένου διάπλου, αφ' ού τα μέλλοντα να διαπλεύσωσι την ιόνιον θάλασσαν πλοία της έφθαναν εις Γλαρέντσαν.
Διά τοιούτων λογικών και συνδιαλλακτικών οδηγιών εφωδιασμένος ο Σπανιωλάκης ανεχώρησεν εκ Κορίνθου. Αλλά, μόλις το φέρον αυτόν πλοίον έφθασεν εις τον λιμένα των Κορυφών, ο μέγας αρμοστής διέταξε ν' αράξη εν μεμονωμένω τινί μέρει, και το περιεκύκλωσε διά φυλάκων και στρατιωτών επαγρυπνούντων αυστηρώς μη τυχόν οι εν αυτώ και οι κάτοικοι της πόλεως συγκοινωνήσωσι· τον δε απεσταλμένον της Ελλάδος περιώρισεν εν τω πλοίω, και την 16 απριλίου τω έστειλε την ακόλουθον απάντησιν υπογεγραμμένην, εν ονόματι και κατά διαταγήν αυτού, παρά του εξ απορρήτων του, Φρεδερίκου Χάνκη.
* * *
«Κύριε,
Ο λόρδος μέγας αρμοστής των ιονίων νήσων έλαβε τας επιστολάς λεγούσας ότι τας έστελλαν προς αυτόν τινές α υ τ ο ν ο μ α ζ ό μ ε ν ο ι - κ υ β έ ρ ν η σ ι ς - τ η ς – Ε λ λ ά δ ο ς διά τινος απεσταλμένου αυτής ευρισκομένου κατά το παρόν εν τούτω τω λιμένι και διατεταγμένου υπό της περί ης ο λόγος αυτωνομάστου κυβερνήσεως να έλθη εις λόγους μετά του λόρδου μεγάλου αρμοστού.
Η αυτού εξοχότης αγνοεί παντάπασιν, ότι υπάρχει προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος, διά τούτο δεν ημπορεί ν' αναγνωρίση τοιούτον απεσταλμένον· μόνη η ανάγκη να διατηρήση, καθώς πάντοτε διετήρησε, τας αρχάς αυστηροτάτης ουδετερότητος την παρακινεί να συγκατανεύση όπως λάβη υπ' όψιν τινά των εν ταις ανωτέρω επιστολαίς· ευδοκεί λοιπόν να διαδηλώση, ότι ουδεμίαν θέλει να έχη ανταπόκρισιν μετά κατ' όνομα Δυνάμεως, ην δεν γνωρίζει, και ότι η απόφασίς της είναι εν συνόψει η ακόλουθος.