Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 13
Η συνέλευσις, θεωρήσασα το σχέδιον του οργανικού νόμου της επιτροπής της, εις ούτινος την σύνταξιν καθώς και εις τον μετά ταύτα οργανισμόν των γραμματειών εχρησίμευσε τα μέγιστα ο ειδήμων Ιταλός Γαλλίνας, παρεδέχθη τελείαν ανεξιθρησκείαν και ισοτέλειαν προηγουμένου νόμου περί εισπράξεως των τελών· εκήρυξεν όλους τους Έλληνας ίσους ενώπιον των νόμων και δεκτούς εν πάση υπηρεσία του κράτους· εξησφάλισε την ζωήν, την τιμήν και την ιδιοκτησίαν εκάστου υπό την προστασίαν των νόμων· κατήργησε την δουλείαν, τα βασανιστήρια και την δήμευσιν· διέταξε πας φυλακιζόμενος να ειδοποιήται εντός 24 ωρών περί της αιτίας της φυλακίσεώς του, και να δικάζεται εντός τριών ημερών· εψήφισε στρατιωτικόν οργανισμόν· εχάρισε προνόμια τοις Επιδαυρίοις, εγκατέστησε κυβέρνησιν εκ δύο σωμάτων, βουλευτικού ή αντιπροσωπικού και νομοτελεστικού· διέταξεν ο αριθμός των μελών του βουλευτικού και ο τρόπος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι να ορισθώσι μετά ταύτα· επέτρεψε να προβάλη πας βουλευτής διά του προέδρου νομοσχέδια· παρήγγειλε δημοσίας τας τακτικάς και εκτάκτους συνεδριάσεις του βουλευτικού, μυστικάς δε μόνον επί τη αιτήσει πέντε βουλευτών· προσδιώρισεν εις πέντε τον αριθμόν των μελών του νομοτελεστικού εκλεγομένων υπό του βουλευτικού εκτός των μελών αυτού· έδωκε τω νομοτελεστικώ εξουσίαν να κινή τας κατά ξηράν και κατά θάλασσαν δυνάμεις· να εισάγη εις το βουλευτικόν νομοσχέδια· να το συγκαλή εις έκτακτον συνεδρίασιν· να εκτελή τους νόμους· να φροντίζη περί της γενικής ασφαλείας· να ενεργή εκτάκτως τα δέοντα εις ανακάλυψιν προδοσίας, αλλά να δικαιολογή την πράξιν του παρά τω βουλευτικώ εντός δύο ημερών· να φέρη ενώπιον αυτού νομοσχέδιον περί συστάσεως παρασήμων, και περί στολής και μισθοδοσίας των πολιτικών και πολεμικών υπαλλήλων· να διορίζη οκτώ γραμματείς οφείλοντας να ενεργώσι τα καθήκοντά των επί τη ιδία αυτών ευθύνη, ήγουν τον αρχιγραμματέα της επικρατείας, τον και επί των εξωτερικών, τον επί των εσωτερικών, τον επί των οικονομικών, τον επί του δικαίου, τον επί των στρατιωτικών, τον επί των ναυτικών, τον επί της θρησκείας και τον επί της αστυνομίας· ώρισε την διάρκειαν των δύο σωμάτων ενιαύσιον· εκανόνισε τα καθήκοντά των, τας προς άλληλα σχέσεις των και την εις την νομοθεσίαν συνδρομήν των· ενέδυσεν αμφότερα δύναμιν του κηρύττειν πόλεμον και συνάπτειν ειρήνην, μόνον δε το νομοτελεστικόν την του συνδέειν ολιγοημέρους ανακωχάς· ανέθεσεν εις μεν το νομοτελεστικόν τα περί στρατιωτικών προβιβασμών και αμοιβών διά τας προς την πατρίδα υπηρεσίας υπό την έγκρισιν του βουλευτικού, εις δε το βουλευτικόν την καθ' εκάστην αρχιετίαν ψήφισιν του προϋπολογισμού των εσόδων και εξόδων εισαγομένου παρά του νομοτελεστικού, και την επιψήφισιν του απολογισμού καθ' εκάστην ληξιετίαν, εξαιρέσασα μόνον το πρώτον έτος καθ' ό ώφειλαν το μεν βουλευτικόν να χορηγή τα δέοντα άνευ προϋπολογισμού και μηδεμιάς αναβολής, το δε νομοτελεστικόν να δώση λόγον της διαχειρίσεως το τέλος του έτους· επέτρεψε τω νομοτελεστικώ να κόπτη νόμισμα αφ' ού διατάξη και όπως διατάξη το βουλευτικόν, να δανείζεται και να εκποιή εθνικά κτήματα συναινέσει του βουλευτικού, και απηγόρευσεν εις αμφότερα τα σώματα οποιανδήποτε πράξιν σκοπόν έχουσαν την κατάργησιν της πολιτικής υπάρξεως του έθνους. Αν δέ ποτε κατηγορείτο βουλευτής επί πολιτικώ εγκλήματι, διέταξε να διορίζεται επταμελής επιτροπή του βουλευτικού εις εξέτασιν αν ήτο δεκτή η κατηγορία και εις έγγραφον κοινοποίησιν της γνώμης αυτής εις το βουλευτικόν· και αν διά των δύο τρίτων των ψήφων αυτού κατεγινώσκετο ο κατηγορούμενος, εκηρύττετο έκπτωτος και παρεπέμπετο ως απλούς πολίτης εις το ανώτατον δικαστήριον της Ελλάδος προς δίκην και τιμωρίαν κατά τους νόμους, μη φυλακιζόμενος όμως προ της εκπτώσεώς του. Κατά τον αυτόν τρόπον ελέγχοντο και εκρίνοντο και οι γραμματείς, αν έπιπταν εις το αυτό έγκλημα· τα δε μέλη του νομοτελεστικού κατηγορούντο και αυτά ενώπιον του βουλευτικού επί τοιαύτη ενοχή, αλλ' ελεγχόμενα υπό εννεαμελούς επιτροπής και αν μετά τον έλεγχον κατεγινώσκοντο διά των τέσσαρων πέμπτων των ψήφων του βουλευτικού, εγίνοντο έκπτωτα και παρεπέμποντο, ως και οι βουλευταί και οι γραμματείς, εις το ανώτατον δικαστήριον της Ελλάδος, αλλά μηδ' αυτά εφυλακίζοντο προ της εκπτώσεώς των. Αν δε όλον το νομοτελεστικόν εσυνθηκοποίει εις κατάργησιν της πολιτικής υπάρξεως του έθνους, ή έπιπτεν εις άλλο έγκλημα παρανομίας, τότε, αφ' ού απεδεικνύετο το έγκλημα, εγίνετο εν πρώτοις ο πρόεδρος έκπτωτος, και μετά την αντικατάστασιν αυτού κατηγορούντο τα μέλη έν προς έν, καθ' όν τρόπον ερρέθη, και ελεγχόμενα επαιδεύοντο. Η δε κυβέρνησις ώφειλε, καθ' ό διέταξεν η συνέλευσις, να περιθάλπη τας χήρας και τα ορφανά των φονευομένων και τους υπέρ πατρίδος δυστυχούντας, να βραβεύη τους ανδραγαθούντας και τους καλώς υπηρετούντας, και ν' ανταμείβη τους εις θεραπείαν των αναγκών του έθνους συνεισφέροντας.
Η συνέλευσις, αφ' ού διέγραψε τα του βουλευτικού και νομοτελεστικού, εφρόντισε και περί του δικαστικού κλάδου και ώρισε να εγκατασταθώσι δικαστήρια, ανώτατον μεν όπου έδρευεν η κυβέρνησις, εφετεία δε εν ταις έδραις των κεντρικών διοικήσεων, εν εκάστη δε επαρχία πρωτοδικείον μη έχον εγκληματικήν δικαιοδοσίαν ανατεθείσαν εις μόνα τα εφετεία και το ανώτατον· διέταξε δε και εν πάση κοινότητι ή εν παντί χωρίω ειρηνοδικείον, και την εφαρμογήν διά μεν τα πολιτικά και εγκληματικά των βυζαντινών νόμων, διά δε τα εμπορικά των γαλλικών μέχρις ου συνταχθώσιν εθνικοί κώδηκες. Αφ' ού δε τοιουτοτρόπως ωργάνισε τα της προσωρινής κυβερνήσεως, έβαλεν υπό τας διαταγάς της τας δύο Γερουσίας και τον Άρειον πάγον, και κατήργησε τα σύμβολα και τας σημαίας της Φιλικής Εταιρίας· και ως χαρακτηριστικόν μεν της εθνικής σφραγίδος παρεδέχθη την Αθηνάν, ως σημαίαν δε εθνικήν την εξ εννέα οριζοντείων και εναλλάξ κειμένων κυανών και λευκών ταινιών. Αναγκαία ήτον η κατάργησις των συμβόλων της Εταιρίας. Οι Έλληνες επροσπάθουν να ελκύσωσι την συμπάθειαν των αυλών· αλλ' αι αυλαί, ως είδαμεν, απεστρέφοντο τας μυστικάς Εταιρίας ως συνωμοσίας κατ' αυτών. Αν δε και η Φιλική Εταιρία δεν είχε σχέσιν προς άλλας μυστικάς εταιρίας, η εν Λαϋβάχη διακήρυξις της ιεράς συμμαχίας την περιέπλεξεν εις την κατηγορίαν ταύτην· διά τούτο το συμφέρον της Ελλάδος απήτει να εξαλείψη ό,τι και κατ' επιφάνειαν την ενοχοποίει. Αλλ' ο Υψηλάντης κατεταράχθη και ωργίσθη ιδίως κατά του Μαυροκορδάτου, ον εθεώρει δικαίως ως υποβολέα της πράξεως ταύτης. Εντεύθεν ενισχύθη έτι μάλλον η διχόνοια των δύο τούτων ανδρών.
Τούτων ούτω διατεθέντων, ησχολήθη η συνέλευσις εις συγκρότησιν της νέας κυβερνήσεως, και εξελέξατο μέλη του νομοτελεστικού τον Μαυροκορδάτον τον και πρόεδρον, τον δημοκρατικώτερον των προυχόντων Κανακάρην τον και μετά ταύτα αντιπρόεδρον, τον Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον (Δηληγιάννην), τον Ιωάννην Ορλάνδον και τον Ιωάννην Λογοθέτην· και οι μεν πληρεξούσιοι της Πελοποννήσου και της στερεάς Ελλάδος, έχοντες όχι μόνον εντολήν να συγκροτήσωσι την συνέλευσιν, αλλά και δύναμιν ν' αποτελέσωσι μέρος της κυβερνήσεως, διέμειναν, όσοι δεν συμπεριελήφθησαν εις το νομοτελεστικόν, ως μέλη του βουλευτικού· οι δε των νήσων, εις ους δεν εδόθη η αυτή δύναμις, δεν μετεσχηματίσθησαν εις βουλευτάς· αλλά και αι νήσοι αύται και άλλαι έστειλαν μετ' ολίγον τους βουλευτάς των· διωρίσθη δε και προσωρινή έδρα της νέας κυβερνήσεως η Κόρινθος, και ούτω διελύθη η συνέλευσις την 15 Ιανουαρίου, εργασθείσα ησύχως και ευτάκτως καθ' όλην την διάρκειάν της, και κηρύξασα επί τέλους (α) ότι ο πόλεμος της Ελλάδος κατά των Τούρκων δεν εστηρίζετο επί δημαγωγικών, στασιωδών ή ιδιοτελών αρχών, αλλ' ότι σκοπόν είχε την απόσεισιν του σκληρού και ξένου ζυγού και την πολιτικήν εξομοίωσιν των Ελλήνων προς τους λοιπούς χριστιανικούς λαούς, ή εν αποτυχία την τελείαν εξόντωσίν των ως προτιμοτέραν της ζωής υπό τοιαύτην αισχράν δουλείαν. Το κήρυγμα τούτο ανέφερε και τας αιτίας δι' ας ανεβλήθη μέχρι τούδε ο εθνικός οργανισμός· και αφ' ού ανήγγειλεν εν συντόμω τα γενόμενα, εκάλει τους λαούς εις ομόνοιαν, εις διατήρησιν των νόμων και εις υποταγήν προς την κυβέρνησιν, ως τα μόνα συντελεστικά προς στερέωσιν της ανεξαρτησίας των.
Η επανάστασις της Ελλάδος δεν εξερράγη περί πολιτικών συστημάτων, αλλά προς απόσεισιν του οθωμανικού ζυγού και προς ανέγερσιν του ελληνικού εθνισμού· διά τούτο, ότε συνήλθαν οι Έλληνες εις Επίδαυρον, δεν έπεσαν εις σπουδαίας συζητήσεις περί αρχών.
Μεταξύ δε των τριών συστημάτων, του μοναρχικού, του ολιγαρχικού και του δημοκρατικού, το μοναρχικόν ήτον αναντιρρήτως το δημοφιλέστερον εν Ελλάδι. «Πότε θα μάς έλθει ο αφέντης;» ηρώτων οι Έλληνες από άκρου έως άκρου της Ελλάδος· αι δε ναυτικαί νήσοι εν τοις εγγράφοις των και η Ανατολική Ελλάς εν τη συνελεύσει της εθεώρησαν επισήμως και ομογνωμόνως την βασιλείαν ως το πλήρωμα των ευχών των. Εδύνατό τις των Ελλήνων, ωφελούμενος υπό της τοιαύτης διαθέσεως όλων των κλάσεων του ελληνικού λαού, να καθήση τότε μονοκράτωρ. Τοιούτος υπεδεικνύετο ο Υψηλάντης· αλλ' η υπερισχύουσα μερίς της εθνικής συνελεύσεως ήτον όλη εναντία του· διά τούτο κατεβιβάσθη μάλλον ή ανεβιβάσθη.
Εδύναντο ίσως και οι προύχοντες, όντες ισχυρότατοι εν τη συνελεύσει, να ενθρονίσωσι το ολιγαρχικόν σύστημα· αλλ' ούτε καν το επεχείρησαν. Ο κυριώτερος τούτων σκοπός ήτον η μη ανύψωσις του Υψηλάντου και η μη ενίσχυσις του στρατιωτικού· ανελογίζοντο δε ότι η οικειοποίησις της εθνικής εξουσίας αντέβαινε προς τον σκοπόν τούτον. Τω όντι τοιούτον σύστημα, απαρέσκον εν γένει, ήτον ικανόν ν' αποσπάση πολλούς πολιτικούς φίλους των και να τους οικειώση προς τους εναντίους των, να συνενώση δε κατ' αυτών και το μη έως τότε συνηνωμένον στρατιωτικόν της στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου. Συνέτρεξαν δε και οι εξής λόγοι κατά της συστάσεως της ολιγαρχίας.
Η Ελλάς, αναδεχθείσα τον δε δεινόν αγώνα, και ερειδομένη επί τη δικαιοσύνη και τη αγιότητί του, διότι πας αγών εθνικός κατά ξένης εξουσίας είναι δίκαιος και άγιος, ήλπιζεν έξωθεν βοήθειαν. Έξωθεν δε δύο συστήματα είχαν υπερασπιστάς, το μοναρχικόν και το δημοκρατικόν· το πρώτον είχε τας αυλάς, το δεύτερον τους λαούς· ώστε το ολιγαρχικόν θα έβλαπτε μάλλον ή θα ωφέλει εξωτερικώς την Ελλάδα ως απροστάτευτον υπό των αυλών, και ως μισούμενον υπό των λαών· αλλ' ημείς, γνωρίζοντες τους προύχοντας της Πελοποννήσου εκ του πλησίον και συνυπηρετήσαντες επί της επαναστάσεως, οφείλομεν ν' αποδώσωμεν αυτοίς εν πλήρει γνώσει την πρέπουσαν δικαιοσύνην ομολογούντες ότι, αν δεν έδειξάν ποτε διάθεσιν να ενθρονισθώσι δεσπόται της πατρίδος σφετεριζόμενοι την εθνικήν Αρχήν, δεν επηρρεάσθησαν εκ μόνης πολιτικής προνοίας, αλλά και εκ πατριωτικής και φιλελευθέρας προαιρέσεως. Όλα ταύτα τα αίτια συνέτρεξαν εις το να συστηθή εν Επιδαύρω δημοκρατική κυβέρνησις, εν ώ το δημοκρατικόν στοιχείον ήτο πάντη ανίσχυρον, διότι ολιγώτατοι μόνον νέοι, σπουδάσαντες εν Ευρώπη, ήσαν οι υπερασπισταί του. Ίνα δε μη καταθορυβηθή η τότε παντοδύναμος ιερά συμμαχία επί τη συστάσει δημοκρατικής κυβερνήσεως εκλήθη η κυβέρνησις προσωρινή και αφέθη η θύρα ανοικτή εις θεμελιώδεις πολιτικάς μετοβολάς.
Εξ όσων δε, διερχόμενοι τα της συνελεύσεως είπαμεν, απεδείχθη, ότι το στρατιωτικόν της Πελοποννήσου απέτυχε, διότι όλη η Αρχή εδόθη τοις αντιπάλοις του, και ότι ο Υψηλάντης ωλιγωρήθη· αλλ' ουδείς αντείπεν ουδ' αντέστη εις τας αποφάσεις της συνελεύσεως. Και αυτός ο Υψηλάντης, όστις δυσαρεστούμενος διέτριβε διαρκούσης της συνελεύσεως εν Κορίνθω, αφ' ού είδεν ότι ετάφη η Αρχή της Φιλικής Εταιρίας εν Επιδαύρω υπό το νέον σύμβολον, την Αθηνάν, και την δίχρουν σημαίαν, και συνετάφη και πάσα εκείθεν εξουσία, εδέχθη την προεδρίαν της βουλής δοθείσαν αυτώ ως δείγμα τιμής διά την προς αυτόν σωζομένην υπόληψιν του κοινού· αλλ' ουδέ και τότε μετέβη εις Επίδαυρον, όπου ενήργει τα της προεδρίας ο Πετρόμπεης, ως αντιπρόεδρος.
Το δε νομοτελεστικόν την αυτήν ημέραν, καθ' ην συνεκροτήθη, διώρισε τους υπουργούς, ους εκάλεσε Μινίστρους, τον Νέγρην επί της αρχιγραμματείας της επικρατείας, επί των εξωτερικών υποθέσεων και πρόεδρον του συμβουλίου των υπουργών, τον Ιωάννην Κωλέττην επί των εσωτερικών, τον Πανούτσον Νοταράν επί της οικονομίας, τον Νότην Μπότσαρην επί των στρατιωτικών, τριμελή επιτροπήν επί των ναυτικών, τον Θεόδωρον Βλάσην επί του δικαίου, τον επίσκοπον Ανδρούσης Ιωσήφ επί των θρησκευτικών, και τον Λάμπρον Νάκον επί της αστυνομίας, την δε επιούσαν εκήρυξε την έναρξιν των εργασιών του.
Πρώτη δε φροντίς της νέας κυβερνήσεως ήτον η εύρεσις πόρου εις σύστασιν και διατήρησιν των στρατοπέδων και εις κίνησιν του στόλου. Επί τω σκοπώ τούτω εψηφίσθησαν δάνεια και γενικαί συνεισφοραί· αλλά μικρά η ωφέλεια εξ αιτίας των περιστάσεων. Λόγος πολύς έγεινεν επί συνελεύσεως και περί πρεσβειών προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς· αλλ' η κυβέρνησις εις ην ανετέθη η φροντίς, δεν έκρινεν εύλογον να ενεργήση τι κατ' εκείνας τας περιστάσεις, διότι η καθ' ημών επικρατούσα διάθεσις των αυλών ήτο φανερά, και ως εκ της διαθέσεως ταύτης η αποβολή των πρέσβεων βεβαία. Τα δύο κυβερνητικά σώματα διέμειναν εργαζόμενα εν Επιδαύρω, το μεν βουλευτικόν μέχρι της 23, το δε νομοτελεστικόν μέχρι της 28· μετέβησαν δε μετά ταύτα εις Κόρινθον όπου επανέλαβαν τας διακοπείσας συνεδριάσεις των την 31, το μεν βουλευτικόν υπό την προεδρίαν του Υψηλάντου, το δε νομοτελεστικόν υπό την αντιπροεδρίαν του Κανακάρη, διότι ο πρόεδρος Μαυροκορδάτος μετέβη εξ Επιδαύρου εις Ύδραν προς έκπλουν του στόλου, και προς εξέτασιν ψιθυρίσματός τινος περί σκευωρουμένης εν τη νήσω επίβουλής εις υποδούλωσίν της· αλλ' η σκευωρία αύτη, αν τω όντι υπήρξε, διεσκεδάσθη αβλαβώς και αθορύβως.
Η δε κυβέρνησις, καθ' ας ημέρας ευρίσκετο εν Επιδαύρω, έσπευσε να ψηφίση και έκοψεν εν Κορίνθω μετάλλια φέροντα εφ' ενός μεν την εικόνα της Αθηνάς και γύρωθεν αυτής «Η - Ε λ λ ά ς – ε υ γ ν ω μ ο ν ο ύ σ α.» εφ' ετέρου δε «ε θ ν ι κ ή – σ υ ν έ λ ε υ σ ι ς - α ω κ β»· εκόπησαν δε τα μετάλλια ταύτα χάριν των ησύχως, ακινδύνως και εν ομονοία τον εν Επιδαύρω πολιτικόν οργανισμόν υπογραψάντων και των εις την σύνταξιν αυτού συνεργησάντων· αλλά της τιμής ταύτης δεν ηξιώθησαν οι κατά γην και θάλασσαν προκινδυνεύοντες. Τα μέλη της κυβερνήσεως ήσαν και μέλη της συνελεύσεως, ώστε απέδωκαν αυτοί εαυτοίς ως λυτρωταίς της πατρίδος τας τιμάς ταύτας, παρορώντες τους εν πολέμω αληθείς λυτρωτάς της.
1821-1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.
&Ατυχής εκστρατεία εις Καρυστίαν, και θάνατος Ηλίου Μαυρομιχάλη. — Έκπλους του οθωμανικού στόλου και απόβασις στρατευμάτων εις Πάτρας. — Ναυμαχία εν τω κόλπω των Πατρών. — Τα μεταξύ του μεγάλου αρμοστού των Ιονίων νήσων και του ελληνικού στόλου. — Εκστρατεία υπό τον Κολοκοτρώνην εις πολιορκίαν των Πατρών.&
ΚΑΘ' όν καιρόν συνέταττεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις τον θεμελιώδη νόμον, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μετέβη εις Αθήνας ως αρχηγός της πολιορκίας της ακροπόλεως επί τη προτάσει των εντοπίων συναινέσει και των εν Επιδαυρίω.
Η ατυχής πρώτη εις Κάρυστον εκστρατεία, περί ης άλλοτε ανεφέραμεν, δεν απήλπισε τους εις κυρίευσιν αυτής αγωνιζομένους. Απεδόθη η αποτυχία εις την επικρατούσαν τότε εν τω στρατοπέδω αναρχίαν, εις την απειρίαν των στρατιωτών και κυρίως εις την έλλειψιν αξίου και σέβας εμπνέοντος αρχηγού. Ο άοκνος επίσκοπος Καρύστου, ο την πρώτην εκστρατείαν συγκροτήσας, επεχείρησε και δευτέραν· μετέβη εις Ύδραν, εκείθεν εις Τρίκορφα, επανήλθεν εις Ύδραν, επεσκέφθη την Κέαν, παντού στρατολογών, χρηματολογών και ποριζόμενος πολεμεφόδια και τροφάς, και την 16 νοεμβρίου κατήντησεν εις Ερέτριαν όπου διέμεινε μέχρι τινός, διότι ο Ομέρμπεης περιεφέρετο εις τα περί την Κούμην χωρία συνάζων και αποταμιεύων τρόφιμα εν Στούροις. Απομακρυνθέντος δε τούτου, εκίνησεν ο επίσκοπος προς τα Βρυσάκια μετά 50 στρατιωτών, εις έντευξιν του Αγγελή Γοβρίνα· αλλά άμα έφθασεν εις το στρατόπεδον και εφάνησαν επερχόμενοι εκ Χαλκίδος εχθροί μαθόντες την διάβασίν του· ακροβολισμού δε γενομένου επί της πεδιάδος της Καστέλλας απέναντι του στρατοπέδου, έχασαν οι Τούρκοι δύο πολεμιστάς και επανήλθαν εις το φρούριον. Μετά τρεις δε ημέρας επέστρεψεν ο επίσκοπος εις Ερέτριαν συμπαραλαβών, συναινέσει του Αγγελή, τον Κριεζώτην και τους υπό την οδηγίαν αυτού ως συναγωνιστάς εις απελευθέρωσιν της Καρύστου. Αρξαμένου δε του ραμαζανίου, ησύχασαν ο μεν Ομέρμπεης εν Καρύστω, οι δε λοιποί Τούρκοι εν Στούροις. Τότε οι πρόκριτοι των χωρίων, μείναντες ανενόχλητοι, συνήλθαν εις Αλιβέρι και συνευδόκησαν, πριν επιχειρήσωσί τι κατά της Καρύστου, να φέρωσιν έξωθεν σημαντικόν τινα και άξιον αρχηγόν έχοντα και ικανούς στρατιώτας εμπειροπολέμους· η σταλείσα δε εις εύρεσιν του αρχηγού τούτου επιτροπή, ης μέλος ήτο και ο επίσκοπος, ηύρε τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην εν Αθήναις φθάσαντα εκεί κατ' εκείνας τας ημέρας, τον έπεισε να μη αναδεχθή την πολιορκίαν της ακροπόλεως, τον εχειροτόνησεν αρχηγόν όλων των κατά της Καρύστου στρατευμάτων, και τω έδωκεν άδειαν να στρατολογήση επί μισθώ. Αλλ', εν ώ η επιτροπή έπραττε ταύτα, οι οπλαρχηγίσκοι του εν Ευβοία στρατοπέδου, συμπληρουμένου εξ εντοπίων και ξένων εις 700, αποδοκιμάζοντες την αποστολήν της επιτροπής, διώρισαν αρχηγόν τον Βάσσον Μαυροβουνιώτην ελθόντα κατά τον παρελθόντα αύγουστον εκ Σμύρνης εις Κούμην και διαδεχθέντα κοινή γνώμη των Κουμιωτών τον φονευθέντα αρχηγόν των Παπάν· ώστε αντί ενός το στρατόπεδον απέκτησε δύο αρχηγούς.
Ιανουάριος Την δε 3 Ιανουαρίου έφθασεν ο Ηλίας εις το απέναντι της Εύβοιας χωρίον της Αττικής, Κάλαμον, συνοδευόμενος υπό του θείου του Κυριακούλη και ακολουθούμενος υπό 600, και την 5 διεβιβάσθη πανστρατιά όπου το άλλο στρατόπεδον. Ήλθε συγχρόνως και γράμμα του Οδυσσέως προς τον επίσκοπον λέγον, ότι παρηκολούθει και αυτός μετά δισχιλίων.
Αφ' ότου έφθασεν ο Ηλίας, εστέλλοντο γράμματα συχνάκις εις το ελληνικόν στρατόπεδον παρά των Στουρέων παρακλητικά όπως τους ελευθερώσωσιν από των εμφωλευόντων και τυραννούντων αυτούς Τούρκων. Αι αλλεπάλληλοι παρακλήσεις ηνάγκασαν τον φιλότιμον Ηλίαν και τους λοιπούς να εκστρατεύσωσι προς τα Στούρα χωρίς ν' αναμείνωσι την προσδοκωμένην υπό τον Οδυσσέα δύναμιν και επί τω σκοπώ τούτω μετέβησαν όλοι εις Μεσοχώρια δύο ώρας μακράν των Στούρων και έμειναν εκεί συσκεπτόμενοι περί του μελετωμένου κινήματος. Εσυμβιβάσθησαν δε ο Ηλίας και ο Βάσσος, ίνα θεωρώνται και οι δύο ως αρχηγοί, ενηγκαλίσθησαν ως αδελφοί, και ωρκίσθησαν ενώπιον του επισκόπου επί του ιερού ευαγγελίου να συμβοηθώνται εν καιρώ ανάγκης, και να φυλάττεται ευταξία παρά τοις υπό την οδηγίαν των.