Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 12
Εν τοσούτω, πάμπολλοι οπλοφόροι συνέρρευσαν έξωθεν του Ναυπλίου, κατέπλευσαν και 15 υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία, και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια φέροντα 600 πολεμιστάς διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος μελετωμένην έφοδον· συνηνώθησαν διά τον αυτόν σκοπόν καί τινες των έξωθεν του Ναυπλίου. Απεφασίσθη δε να κινηθώσιν όλοι πανταχόθεν εκ συνθήματος την νύκτα της 3 δεκεμβρίου β' ώραν μετά το μεσονύκτιον. Ελθούσης της ώρας, οι εις την έφοδον προετοιμασθέντες εκινήθησαν· αλλ' οι προπορευόμενοι έρριψαν κατά γης τας κλίμακας και έγιναν άφαντοι· απέμεινε δε μετ' ολίγων ο αρχηγός των προπορευόμενων Νικήτας. Ανέβη κατά το σχέδιον και ο Κολοκοτρώνης μετά πολλών προς το Παλαμίδι, εν οις καί τινες τακτικοί. Δοθέντος δε του σημείου, ήρχισεν η μάχη· αλλ' εξ αιτίας της αντιπνοίας ολίγα πλοία επλησίασαν και εκανονοβόλησαν τον θαλασσόπυργον, τα δε φέροντα τους εις απόβασιν μαχητάς τρεχαντήρια δεν ημπόρεσαν να πλησιάσωσιν, ώστε ούτε καν απόπειρα έγεινε της επί του παραθαλασσίου προσχεδιασθείσης αποβάσεως. Τρεις ώρας επέμεναν γενναίως μαχόμενοι και πυροβολούμενοι οι φιλέλληνες, οι τακτικοί καί τινες των άλλων επ' ελπίδι να εισπλεύση μετ' ολίγον ο στολίσκος υπό την συνήθη απόγειον αύραν και αποβιβάση τους Κρανιδιώτας και λοιπούς εις το παραθαλάσσιον. Αλλ', αφ' ού πάσα περί αποβάσεως ελπίς διά την πάντοτε επικρατούσαν αντίπνοιαν εψεύσθη, εσήμανεν η ανάκλησις, και οι μαχόμενοι καταλιπόντες τας κλίμακας απεχώρησαν. 20 εσκοτώθησαν, εν οις και ο σημαιοφόρος φιλέλλην Δοράτος και ο λοχαγός Λίχιγκ αποκοπέντων των δύο ποδών του, και 40 επληγώθησαν, εν οις και ο Γουβερνάτης, ο Περσάτης καί τις Πελοποννήσιος υποπλαρχηγός Γκελμπερής, όστις κοπέντος του ποδός του, απεκομίσθη εις το φρούριον, και παραδοθείς είς τινας Εβραίους απέθανε βασανιζόμενος· οι πλείστοι δε των φονευθέντων και πληγωθέντων ήσαν τακτικοί και φιλέλληνες. Μετά την αποτυχίαν ταύτην επανήλθαν οι περί τον Υψηλάντην εις Άργος, το δε Ναύπλιον επολιορκείτο ως και πρότερον.
Οι δε αρχηγοί των Αχαιών, αφού εμπόδισαν την εις Πάτρας κατάβασιν του Κολοκοτρώνη, επεχείρησαν αυτοί την άλωσιν της πόλεως θεωρήσαντες τον καιρόν αρμόδιον διά τα εν αυτή μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς συμβάντα· στρατολογήσαντες δε υπερτρισχιλίους κατέλαβαν εν πρώτοις το Γηροκομείον· την δε 21 Οκτωβρίου περί τα χαράγματα έπεσαν πολλαχόθεν εις την πόλιν και εβίασαν τους κατέχοντας αυτήν να καταφύγουν εις την ακρόπολιν μετά μακράν αντίστασιν και ολίγην αιματοχυσίαν. Οι Έλληνες διέμειναν εν τη πόλει όλην την ημέραν πολεμούντες τους εν τη ακροπόλει και τους κατέχοντας ολίγας υπ' αυτήν οικίας. Τόσον δε εφοβήθησαν οι Λαλιώται, ώστε ήλθαν και εις λόγους συμβιβασμού. Αλλ' οι στρατιώται, εν αγνοία των αρχηγών των διανυκτερευόντων εν Γηροκομείω, εγκατέλειψαν την νύκτα την πόλιν και διεσπάρησαν εις τα χωρία προς μετακομιδήν των λαφύρων· επειδή όμως αφήκαν φώτα εν ταις κατοικίαι των, οι Λαλιώται δεν ενόησαν την νυκτερινήν αναχώρησίν των και δεν κατέβησαν να κυριεύσωσι την πόλιν. Οι δε εν Γηροκομείω αρχηγοί των, μαθόντες το γεγονός, εσύναξαν όσους εκ του προχείρου εδυνήθησαν, και παραλαβόντες και το προ ολίγων ωρών φθάσαν εκεί σώμα του Ανδρέου Λόντου εκ 300 εισήλθαν την αυτήν νύκτα εις την πόλιν και κατέλαβαν την ενορίαν του αγίου Γεωργίου· αλλ' ο καθήμενος εν τω Ρίω Ισούφης έστειλεν εν πρώτοις έν σώμα και έδιωξε τους κατέχοντας την θέσιν του τελωνείου εχθρούς του· έστειλε και άλλο και κατέλαβε τα υψηλά Αλώνια· αυτός δε μετά 400 ιππέων και πεζών εισέβαλεν εις την πόλιν την 22 νοεμβρίου μεσούσης της ημέρας· εξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω και έπεσαν οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν επί τους κατέχοντας την πόλιν Έλληνας, οίτινες, μη προσδοκούντες την αιφνίδιον ταύτην επίθεσιν και θορυβηθέντες, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν και πολλοί αυτών απώλεσαν και τα πράγματά των. Οι δε εχθροί απέκαυσαν την πόλιν ίνα μη εισερχόμενοι οι Έλληνες ευρίσκωσι προμαχώνας.
Εκείναις ταις ημέραις εγνώσθη, ότι ο Αντώνης Οικονόμου, ο πρό τινων μηνών φυλακισθείς εν τη μονή του Φονιά, εδραπέτευσε και μετέβαινεν εις Ύδραν διά του Άργους. Άστατον είναι το μίσος του λαού, καθώς και η αγάπη προς τους προστάτας του, και πολλάκις αγαπά απόντα ον αποστρέφεται παρόντα. Μετεμελήθη και ο λαός της Ύδρας ότι εγκατέλειψε τον προστάτην του επί της καταδρομής του· επεθύμει δε να τον ίδη πάλιν εις το μέσον του. Ο Οικονόμου, εξ όσων έπαθεν, έπνεε και αυτός εκδίκησιν. Διά τους λόγους τούτους οι πρόκριτοι της Ύδρας ήσαν όλοι άνω κάτω και έβλεπαν κινδυνεύουσαν και αυτήν την ύπαρξίν των. Μεταξύ των εις Άργος συνελθόντων πληρεξουσίων ήσαν και οι της νήσου ταύτης, οίτινες εταράχθησαν επί τω ακούσματι προβλέποντες και αυτοί μεγάλα δυστυχήματα επί της καθόδου του Οικονόμου εις την πατρίδα των· κατ' αίτησιν δε αυτών εστάλη εξ Άργους στρατιωτική δύναμις υπό τον Ξύδην, υποπλαρχηγόν του Λόντου, εις σύλληψιν του Οικονόμου, και εις φυλάκισίν του εν τω μεγάλω Σπηλαίω· παρηγγέλθη δε ο Ξύδης να μεταχειρισθή κατ' αυτού και όπλα, αν παρήκουε και ανθίστατο. Την 16 δεκεμβρίου συνήντησεν η σταλείσα δύναμις έξωθεν του Κουτσοποδίου τον Οικονόμου έφιππον και συνοδευόμενον υπό τινων συμπατριωτών του· προσκληθέντα δε να παραδοθή και μη παραδοθέντα, τον επυροβόλησε και τον εφόνευσε κατά την θέσιν Κατσικάνι· οι δε συνοδοιπόροι του ήλθαν αβλαβείς και ανενόχλητοι εις Άργος και εκείθεν διέβησαν εις την πατρίδα των, όπου ουδεμία συνέβη ταραχή, διότι την επρόλαβεν ο φόνος του αρχηγού των. Τοιούτον έλαβε τέλος ο Αντώνης Οικονόμου, ο διά της μεγαλοτολμίας του ανυψωθείς υπεράνω της παντοδυνάμου αριστοκρατίας της πατρίδος του, και πρώτος μεγαλοφρόνως και φιλοκινδύνως οδηγήσας εις τον αγώνα της ελευθερίας και της δόξης λαόν, όστις διά των κατορθωμάτων του ανεκαίνισε τα προπατορικά τρόπαια της Σαλαμίνος και της Μυκάλης.
Εν τούτοις, συνήλθαν εις Άργος όλοι οι πληρεξούσιοι και ήρχισαν τας προκαταρκτικάς συνεδριάσεις των· αλλ' η συρροή τόσων στρατευμάτων εις Αργολίδα, αι συμβαίνουσαι καθ' ημέραν αταξίαι εν τη πόλει, αι παρά τινων υποκινήσεις του στρατιωτικού κατά των αρχόντων και διασπαρείς λόγος συνωμοσίας κατ' αυτών ηνάγκασαν τους πληρεξουσίους να ζητήσωσιν άλλον τόπον ησυχώτερον και ασφαλέστερον διά τας συνεδριάσεις των, και τοιούτος εκρίθη το παράλιον χωρίον της Πιάδας, όπου και μετέβησαν μετονομάσαντές το Επίδαυρον, ως παραπλήσιον της αρχαίας Επιδαύρου. Συνέτρεξε δε εις την εκεί μετάβασίν των και το εξής.
Οι πλείστοι των εν Άργει στρατιωτικών, εν οις και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης, μετέβησαν εκείναις ταις ημέραις εις Κόρινθον επ' ελπίδι κυριεύσεως του φρουρίου εκείνου. Μαθόντες οι εν Ναυπλίω Τούρκοι την από του Άργους απομάκρυνσιν των ελληνικών στρατευμάτων διά τινος αιχμαλώτου αποδράντος, και βεβαιωθέντες ότι ολίγοι ήσαν οι εναπομείναντες οπλοφόροι, βουλήν έβαλαν να πατήσωσιν εξ απρόοπτου την πόλιν, και επί τω σκοπώ τούτω εξήλθαν την 14 δεκεμβρίου 600 σύροντες δύο κανόνια, έτρεψαν εις φυγήν τους παρά τη οδώ καθημένους ολίγους οπλοφόρους Έλληνας και κατεφόβισαν τους εν τη πόλει του Άργους· αλλά, χάρις εις την τόλμην του Νικήτα καί τινων Ελλήνων και φιλελλήνων παρευρεθέντων, ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσι χωρίς να πατήσωσι την πόλιν. Επειδή δε το κίνημα τούτο απεδόθη εις την προδοσίαν του αποδράντος αιχμαλώτου, εθεωρήθησαν ως συνένοχοι υπό του όχλου οι εν Άργει ευρισκόμενοι αιχμάλωτοι και εθανατώθησαν· ήσαν δε ούτοι εκ των επί τη αλώσει της Τριπολιτσάς επιζησάντων.
Εκ των επιζησάντων ήτον, ως είδαμεν, και ο κορίνθιος Κιαμήλμπεης. Δι' αυτού, μετενεχθέντος εις Κόρινθον, επροσπάθησαν οι Έλληνες να πείσωσι τους εχθρούς εις παράδοσιν της Ακροκορίνθου. Αλλ' οι προς την μητέρα του, την γυναίκα του και λοιπούς πολιορκουμένους λόγοι του ανδρός τούτου κατ' εισήγησιν των Ελλήνων δεν εισηκούοντο, διότι οι πολιορκούμενοι, αν και ετίμων τας διαταγάς του, ήξευραν ότι παρήγγελλεν όσα τω υπηγόρευαν οι κατέχοντες αυτόν. Οι Έλληνες επέμεναν έτι μάλλον εις την κυρίευσιν της Ακροκορίνθου, διότι επίστευαν ότι ήσαν εναποτεταμιευμένοι οι θησαυροί του Κιαμήλμπεη, ον όλη η Ελλάς εθεώρει πολυτάλαντον. Οι δε φρουροί ήσαν εντόπιοι, Αλβανοί, καί τινες Λαλιώται, όλοι 600, πλήρεις ελπίδων ότι εντός ολίγου θα εισέβαλε και θα έλυε την πολιορκίαν των η εισέτι, ως ενόμιζαν, διατρίβουσα εν τη Ανατολική Ελλάδι οθωμανική δύναμις υπό τον Βρυώνην και τον Μεχμέτην. Εν τοσούτω πολιορκούντες και πολιορκούμενοι εκανονοβολούντο συνεχώς· και οι μεν πολιορκηταί, μετακομίσαντες εξ Ύδρας δύο κανόνια και αναβιβάσαντες αυτά εις Πεντεσκούφι (α) εμπόδιζαν δι' αυτών πάσαν έξοδον των πολιορκουμένων και τους ηνόχλουν και εντός των οικιών κανονοβολούντες· ούτοι δε, αν και ανεπιτήδειοι κατ' αρχάς περί την χρήσιν των κανονίων, εφάνησαν, καθ' ας ημέρας κατέβησαν εκεί ο Υψηλάντης και οι λοιποί, επιτηδειότεροι και βλαπτικώτεροι· και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες να υποπτεύσωσιν ότι ο Κιαμήλμπεης έστειλεν εκείναις ταις ημέραις εις την ακρόπολιν επιτήδειον κανονοβολιστήν υπό πρόσχημα απλού γραμματοφόρου. Αλλά το κακόν της πείνας ηύξανε και εταλαιπώρει τους εγκλείστους, ών τινες ηυτομόλουν προς τους Έλληνας· ηυτομόλησαν προς τον Κολοκοτρώνην επί τη προτάσει του και οι εν τω φρουρίω ολίγοι Λαλιώται και δεν εκακοποιήθησαν· ηυτομόλησε μετά ταύτα καί τις δερβίσης, όστις εκληφθείς ως κατάσκοπος ετιμωρήθη.
Αφ' ού δ' εβεβαιώθησαν οι έγκλειστοι, ότι πάσα ελπίς επικουρίας έξωθεν εματαιώθη, οι Αλβανοί πρόθυμοι, ως τους είδαμεν και άλλοτε, ν' αποχωρίζονται των ομοπίστων επ' ιδιοτελεία, απεχωρίσθησαν και εν τη παρούση περιστάσει, και τη συνεργεία του Πλαπούτα και τη μεσιτεία του γνωστού αυτοίς Πανουργιά, ευρεθέντος εν Κορίνθω, εσυμβιβάσθησαν μόνοι, και εξήλθαν 150 την 10 Ιανουαρίου, φέροντες τα όπλα, τας αποσκευάς των και ανά χίλια γρόσια· προσδιωρίσθη δε η ποσότης αύτη όχι διότι εμελέτων οι Έλληνες να κρατήσωσι τα περισσεύοντα της περιουσίας των, αλλ' ίνα μη ιδιοποιηθώσιν ούτοι τα των άλλων εγκλείστων· επέβησαν δε εις τέσσαρα ελληνικά πλοιάρια προς διαπόρθμευσιν· αλλά το ήμισυ μόλις διεσώθη, καταποντισθέντων ή φονευθέντων των άλλων παρασπόνδως. Απελπισθέντες δε οι εναπομείναντες Τούρκοι εσυμβιβάσθησαν και ούτοι μετά των επί τω σκοπώ τούτω σταλέντων παρά των εν Επιδαύρω υπό τους όρους να παραδώσωσι την ακρόπολιν, όλα τα όπλα, όλην την κινητήν περιουσίαν, εκτός δύο των πενιχροτέρων ενδυμασιών και μικράς τινος χρηματικής ποσότητος εις χρήσιν εκάστου, και να μετακομισθώσιν υπ' ουδέτερα σημαίαν εις την μικράν Ασίαν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον εισήλθε το υπό τον Βαλέστον τακτιτόν εις την ακρόπολιν την 14 υπό την ευλογίαν του παρευρεθέντος επισκόπου Δαμαλών.
Προπορευόμενος δε ο Κολοκοτρώνης και βαστών ελληνικήν σημαίαν εσταύρωσε δι' αυτής την πύλην και την έστησεν επί των επάλξεων· αφωπλίσθησαν μετά ταύτα οι εν τω φρουρίω, παρέδωκαν τα πράγματά των, άτινα διηρπάγησαν, παρέδωκαν και τα χρήματα και τα πετράδια των χρησιμεύσαντα εις μίσθωσιν του ναυτικού, και κατέβησαν εις την πόλιν αναμένοντες το πλοίον εις διαβίβασίν των, αλλ' οι πλείστοι κατεστράφησαν μετά τινας ημέρας παρά τα συνομολογηθέντα, και οι λοιποί τήδε κακείσε διεσπάρησαν ή εδουλώθησαν· ο δε Κιαμήλ - μπεης, επί λόγω ότι δεν ήθελε ν' ανακαλύψη τα κατά την πάγκοινον γνώμην κρυπτόμενα πλούτη του, έπαθε πολλά κακά, αλλά δεν εθανατώθη επ' ελπίδι ότι θα τ' ανεκάλυπτε βραδύτερον.
1821-1822
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'
&Επιρροή των αρχόντων και των οπλαρχηγών εν ταις επαρχίαις και διενέξεις αυτών — Η εν Επιδαύρω πρώτη εθνική συνέλευσις — Πολιτικά συστήματα — Αντιπροσωπική κυβέρνησις και καθίδρυσις αυτής εν Κορίνθω.&
ΠΡΟ της επαναστάσεως μία τάξις ισχυρά υπήρχεν εν Πελοπόννησω, η των πολιτικών· τάξις δε πολεμικών δεν υπήρχεν· η τάξις αύτη προήχθη και εμεγαλύνθη επί της επαναστάσεως εξ αυτής της φύσεως των πραγμάτων. Εν δε τη στερεά Ελλάδι η τάξις των πολεμικών ούσα η μόνη ισχυρά προ της επαναστάσεως έγεινεν ισχυροτέρα αφ' ού η επανάστασις εξερράγη· η δε ανίσχυρος προ της επαναστάσεως πολιτική έγεινεν ανισχυροτέρα επί της επαναστάσεως, διότι εν τοις τοιούτοις καιροίς το όπλον υπερισχύει. Όπου δύο τάξεις αντίζηλοι, εκεί και διενέξεις· αι δε διενέξεις των τάξεων είναι εις άκρον βαρείαι ως τείνουσαι όχι μόνον εις αλλαγήν προσώπων, αλλά και εις ανατροπήν συστημάτων. Κατ' αρχάς της επαναστάσεως εγίνετο εν Πελοποννήσω ό,τι ήθελαν οι άρχοντες· αλλ' η ευτυχής έκβασις των πολεμικών κινημάτων έδωκε φυσικώ τω λόγω μετ' ολίγον ισχύν και τοις οπλαρχηγοίς· η δε διαίρεσις των πολιτικών της Πελοποννήσου και του Υψηλάντου, αφ' ης ημέρας έφθασεν εις το μέσον αυτών, του μεν οικειοποιουμένου των δε μη παραχωρούντων όλην την εξουσίαν, συνέτεινεν έτι μάλλον εις ενίσχυσιν των οπλαρχηγών. Πάντες ούτοι επεριποιούντο αυτόν ως αντιφερόμενον προς τους φυσικούς αντιζήλους των, αλλ' ολίγοι ήσαν οι επιθυμούντες την υπεροχήν του· και αυτός ο Κολοκοτρώνης εσχετίσθη μεν εξ αρχής προς αυτόν, διότι τον ωφέλει η σχέσις ανδρός έχοντος όνομα, αλλά δεν έγεινέ ποτε οπαδός του· μάλιστα επί των διενέξεων των αρχόντων και αυτού προ της πτώσεως της Τριπολιτσάς ως προς τον γενικόν οργανισμόν της Πελοποννήσου, ό εστι των περί εξουσίας, συνυπέγραψε μετά των αρχόντων κατά του σχεδίου αυτού· εν ενί λόγω ενίσχυεν ο Κολοκοτρώνης τον Υψηλάντην επιθυμών να ταπεινώση την οφρύν των πολιτικών, αλλά δεν τον ήθελεν α υ θ έ ν τ η ν του τόπου.
Οι δε πολιτικοί, αντιφερόμενοι προς τον Υψηλάντην, επροθυμήθησαν να εγκολπωθώσιν εξ αρχής τον Μαυροκορδάτον, θεωρούντες αυτόν ως αντίζηλον εκείνου και ως μη έχοντα τας περί υπεροχής αξιώσεις του, δι' ας ανησύχαζαν· επεθύμουν δε και να ωφεληθώσιν εκ των πολιτικών γνώσεων αυτού τόσον τω καιρώ εκείνω αναγκαίων όσον σπανίων. Οι δύο ούτοι άνδρες εδιχονόησαν κατ' αυτήν την εν Τρικόρφοις πρώτην, ως είδαμεν, συνέντευξιν. Ο Μαυροκορδάτος έλεγε τω Υψηλάντη, ότι η δοθείσα αυτώ πασά του γενικού πληρεξουσίου της Αρχής, πεσόντος ήδη, πληρεξουσιότης δεν ημπόρει να τω χρησιμεύση εις στήριξιν ης αντεποιείτο εν Ελλάδι εξουσίας, και ότι μόνη η εθνική θέλησις εδύνατο να δώση νόμιμον εξουσίαν· αλλ' ούτος διετείνετο ότι πάσα εξουσία έπρεπε να πηγάζη εκ της Αρχής, ήτις εκίνησε την επανάστασιν, και ότι δεν εδύνατο αυτός να καταστρέψη τα δίκαια του αδελφού του. Διχονοήσαντες δε εξ αυτής της αρχής και κλίνοντες ο μεν προς τους πολιτικούς, ο δε προς τους στρατιωτικούς, διέμειναν διχονοούντες και αντιπολιτευόμενοι μέχρι τέλους.
Επί δε της αρχομένης εθνικής συνελεύσεως το πολιτικόν κόμμα ήτον ασυγκρίτω λόγω το ισχυρότερον, διότι και το ισχυρόν σώμα των αρχιερέων και η ισχυροτάτη μερίς των τριών ναυτικών νήσων ήσαν υπέρ αυτού. Ο,τι δε ήθελαν αι ναυτικαί νήσοι ήθελεν είτε εκ προαιρέσεως είτε εξ ανάγκης και όλον το Αιγαίον· ενίσχυε και όλη η Δυτική Ελλάς το κόμμα τούτο, διατελούσα υπό την επιρροήν του οργανιστού της και προέδρου της γερουσίας της Μαυροκορδάτου· το προσενίσχυε και μέγα μέρος της Ανατολικής Ελλάδος. Οι δε οπλαρχηγοί της στερεάς Ελλάδος, αν και ισχυροί, ούτε μετ' αλλήλων ούτε μετά των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου συνενοούντο, και διά τούτο το στρατιωτικόν της Ελλάδος δεν είχε σχεδόν σύστημα. Διά τους λόγους τούτους το αποτέλεσμα της εθνικής συνελεύσεως ήτο πασίγνωστον εκ προοιμίων, ό εστιν οποίον το ήθελε το κόμμα των πολιτικών· αντεφέροντο δε οι πολιτικοί και οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου, διότι εκείνοι μεν ήθελαν να κινώσι τα όπλα των επαρχιών κατά του εχθρού μετά των οπλαρχηγών, ούτοι δε αντεποιούντο την κίνησιν των όπλων ως έργον μόνων αυτών· έργον δε εκείνων εθεώρουν την εις τας εκστρατείας προμήθειαν των αναγκαίων.
Διά την επικρατούσαν δε καθ' όλην την Ελλάδα αταξίαν, διά το νεοφανές του πράγματος και διά την εξ ανάγκης έλλειψιν οποιουδήποτε περί εκλογής νόμου, αι εκλογαί των αντιπροσώπων, λεγομένων τότε π α ρ α σ τ α τ ώ ν, δεν ήτο δυνατόν να γένωσι τακτικαί. Εκτός των τριών ναυτικών νήσων και της Κάσσου και Σκοπέλου, ουδεμία των του Αιγαίου έστειλεν εις την συνέλευσιν πληρεξουσίους. Μεταξύ δε των εκ των άλλων μερών συνελθόντων ουδεμία ως προς τον αριθμόν αναλογία εφυλάχθη. Εν ώ όλη η Πελοπόννησος έστειλεν 20 αντιπροσώπους, η Ανατολική Ελλάς έστειλεν αύτη μόνη 26, και μόνον το τρίτον σχεδόν αυτών η Δυτική. Ο,τι δε επλήθυνε τον αριθμόν των μελών της Ανατολικής Ελλάδος και διέκρινε την αντιπροσωπείαν εκείνου του μέρους ήτον η αλλόκοτος είσαξις εις την συνέλευσιν άλλων εκτός των παραστατών των επαρχιών της υπό το όνομα συνηγόρων, ισοδυνάμων μεν και ισοψήφων των επαρχιακών παραστατών, στελλομένων όμως όχι παρά των επαρχιών αλλά κατ' ευθείαν παρά του Αρείου πάγου. Όπως και αν έχη, η συνέλευσις εθεωρήθη νόμιμος καθ' όλην την Ελλάδα καθ' όλους τους καιρούς και παρ' όλων των τάξεων των πολιτών· ήρχισε δε τας εργασίας της υπό την προεδρίαν του Μαυροκορδάτου την 20 δεκεμβρίου, γράψασα εν πρώτοις τον κανονισμόν της, δι' ου διέταξε να μη γίνωνται αι συνεδριάσεις της εις επήκοον του κοινού, μηδέ να δημοσιεύωνται όσα λέγονται ειμή κατ' έγκρισιν αυτής· αν δε και οι πληρεξούσιοι ήσαν σύμφωνοι και αντεπροσώπευαν όλοι τον λαόν, διηρέθησαν εις τέσσαρας κλάσεις κατά τα τέσσαρα τμήματα της Ελλάδος, ήγουν την Πελοπόννησον, τας Νήσους, την Ανατολικήν Ελλάδα και την Δυτικήν, και διαιρημένοι τοιουτοτρόπως εκάθηντο, εψηφοφόρουν και υπέγραφαν καθ' ην έλαχαν αι κλάσεις διά κλήρου τάξιν· συνεδρίαζε δε, συνεψηφοφόρει και συνυπέγραφε και ο αντιπρόσωπος των Αλβανών, αν και η αλβανοελληνική συμμαχία ήτον ήδη λελυμένη.
Ιανουάριος Η συνέλευσις διώρισε δωδεκαμελή επιτροπήν, ήτοι τρία μέλη αφ' εκάστης των τεσσάρων κλάσεων, εις σύνταξιν οργανικού νόμου επί τη βάσει συστήματος δημοκρατικού και εξέδωκε την 1 Ιανουαρίου το ακόλουθον σύντομον και εμφαντικόν κήρυγμα.
«Εν ονόματι της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος.
Το Ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνηγμένων συνέλευσιν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν.»