Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β
Part 11
Προθέμενος ο Μαυροκορδάτος να συστήση την κεντρικήν Αρχήν της Αιτωλοακαρνανίας, προέθετο εν ταυτώ να συσφίγξη έτι μάλλον και τον ενυπάρχοντα συμμαχικόν δεσμόν των Ελλήνων και των αληπασιζόντων Αλβανών. Προς ανακούφισιν της Ελλάδος επάναγκες ήτο να παραταθή, όσον δυνατόν μακρότερον η της Πύλης και του Αλή αλληλομαχία. Εις επίτευξιν δε τούτου ώφειλεν η Ελλάς να υποστηρίξη τον αδυνατώτερον, και αδυνατώτερος ήτον ο Αλής· ώστε η των αληπασιζόντων Αλβανών και Ελλήνων συμμαχία εις παράτασιν της αλληλομαχίας ήτον υγιής πολιτική. Δύο δε αίτια ήσαν ικανά να ενώσωσι τους αλληλομαχούντας Τούρκους κατά των Ελλήνων, το μεν θρησκευτικόν, το δε πολιτικόν. Άριστα υπέκρυψαν οι Έλληνες κατ' αρχάς ον έτρεφαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους σκοπόν, και οι Αλβανοί τυφλώττοντες ηγνόουν τα εν Ελλάδι· επεκράτει δε και ιδέα ότι ο Αλής υπεκίνει τας ταραχάς. Αλλ' αφ' ού ήκουσαν όσα οι μετά την εκπολιόρκησιν της Τριπολιτσάς ομόφυλοί των, επανελθόντες εις τα ίδια, τοις διηγήθησαν, δεν αμφίβαλλαν περί του αληθούς σκοπού των Ελλήνων· δεν εθεώρησαν όμως συμφέρον να λύσωσι τον συμμαχικόν δεσμόν, σκοπούντες πάντοτε την λύτρωσιν του κινδυνεύοντος Αλή και μη προσδοκούντες αυτήν ειμή διά της συνδρομής των Χριστιανών· εκλήθησαν δε ως συμπράκτορες προς τον σκοπόν τούτον και οι Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγοί και επροθυμήθησαν. Αλλά θέλοντες την λύτρωσιν του Αλή οι Αλβανοί δεν ήθελαν την επίτευξιν του εθνικού των Ελλήνων σκοπού. Οι δε προσκληθέντες Αιτωλοακαρνάνες ήθελαν μεν την παράτασιν της τουρκοαλβανικής αλληλομαχίας ως συμφέρουσαν προς τον εθνικόν σκοπόν, αλλά δεν ήθελαν και την λύτρωσιν του Αλή, καλώς γινώσκοντες τον χαρακτήρα και την πολιτικήν του· ώστε η συμμαχία αύτη, ειλικρινής κατ' αρχάς, κατήντησεν επί τέλους αλληλαπάτη, και ως τοιαύτη δεν ήτο δυνατόν να διαρκέση. Υπό τοιαύτην συμμαχίαν εσχεδιάσθη κοινή εκστρατεία κατά της Άρτης εις αντιπερισπασμόν των πολιορκούντων τον Αλήν βασιλικών στρατευμάτων.
Ο δε Μαυροκορδάτος, αφ' ού εξέδωκεν εγκυκλίους συγκαλών εις Μεσολόγγι τους πληρεξουσίους των επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας προς σύστασιν κεντρικής Αρχής, απέστειλε τον Πραΐδην προς τον εν τη επαρχία της Άρτης διατρίβοντα Μάρκον Μπότσαρην παραγγείλας αυτώ και δι' αυτού τοις λοιποίς Σουλιώταις να θεωρώσι πάντοτε την παράτασιν του αλβανοτουρκικού αγώνος ως λίαν ωφέλιμον, αλλά την απελευθέρωσιν του Αλή ως ολεθρίαν. Ο Πραΐδης απήντησε τον Μάρκον εν τω χωρίω του Πέτα, όπου υπήγε να συνδιαλλαγή μετά του θανασίμου εχθρού του, Γώγου, του άλλοτε φονεύσαντος τον πατέρα του· διότι, προκειμένης συνεκστρατείας, η συνδιαλλαγή εθεωρήθη αναγκαία. Εγένετο δε η συνέντευξις αύτη επί παρουσία πολλών. Ο Μάρκος εκάλεσε τον Γώγον, πατέρα, ο δε Γώγος τον Μάρκον υιόν και τον εδέχθη πεσόντα εις τας αγκάλας του· εφίλησεν ο πατήρ το πρόσωπον του υιού και ο υιός την χείρα του πατρός λησμονήσας διά την αγάπην της πατρίδος εν ποίω αίματι η χειρ εκείνη εβάφη. Εις εμπέδωσιν δε της συνδιαλλαγής έτι μάλλον αδιάσειστον ηρραβωνίσθηκαν ο εικοσαετής υιός του Γώγου Ντούλας (Κωνσταντίνος) την τετραετή θυγατέρα του Μάρκου Βασιλικήν (δ).
Μετ' ολίγας δε ημέρας εγένετο η κατά της Άρτης εκστρατεία, και οι συνεκστρατεύσαντες Αλβανοί, Σουλιώται και Ακαρνάνες επάτησαν πολεμούντες την πόλιν, την εκυρίευσαν, την ελεηλάτησαν και ηνάγκασαν τους εν αυτή εχθρούς να συσσωρευθώσιν εντός τινων δυνατών κτιρίων και ολίγων υπό την ακρόπολιν οικιών.
Εν τούτοις, συνήλθαν εις Μεσολόγγι οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών της Αιτωλοακαρνανίας, και υπό την προεδρίαν και οδηγίαν του Μαυροκορδάτου συνεκρότησαν συνέλευσιν καλέσαντες αυτήν «Συνέλευσιν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος», διότι η στερεά Ελλάς, η κυρίως αρκτική Ελλάς, διηρέθη εις δύο κατά το σχέδιον του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη· και το μεν σύνολον των επαρχιών των προς δυσμάς της επαρχίας των Σαλώνων εκλήθη Δ υ τ ι κ ή - Ε λ λ ά ς, το δε των προς ανατολάς εμπεριεχομένης και της επαρχίας των Σαλώνων, Α ν α τ ο λ ι κ ή - Ε λ λ ά ς.
Νοέμβριος Η συνέλευσις ήρχισε τας τακτικάς εργασίας της την 4 και τας ετελείωσε την 9 νοεμβρίου· έπραξε δε ό,τι επέτρεπεν η περίστασις και απήτει το εθνικόν συμφέρον· δεν εσύστησεν ειμή τοπικήν και προσωρινήν Αρχήν εις διατήρησιν της κοινής ασφαλείας και ησυχίας, εις τακτοποίησιν και ενίσχυσιν του πολέμου, εις κοινωφελή χρήσιν των δημοσίων εισοδημάτων και εις προπαρασκευήν εθνικής κυβερνήσεως. Εκλήθη δε η τοπική αύτη Αρχή Γερουσία, συγκειμένη εκ τόσων μελών, ενιαυσίως εκλεγομένων, όσαι ήσαν και αι αντιπροσωπευόμεναι παρά τη συνελεύσει επαρχίαι, ων αι Αρχαί ετέθησαν υπό τας διαταγάς της· ώφειλε δε αύτη λόγον των πράξεών της τη εθνική συνελεύσει. Πρόεδρος της γερουσίας ταύτης ανεδείχθη ο Μαυροκορδάτος.
Η δε συνέλευσις του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος απεπεράτωσε και εκείνη τας εργασίας της την 20 υπό την προεδρίαν και οδηγίαν του Νέγρη και εγκατέστησε τοπικήν Αρχήν (ε). Αλλ' όσον η αδελφή της του δυτικού μέρους προσηλώθη εις τον κύριον σκοπόν, τόσον αύτη απεμακρύνθη. Ο οργανισμός της τοπικής Αρχής, κληθείς «νομική διάταξις», είναι πολιτικός πανδέκτης, αν όχι και πολιτικός κυκεών. Η συνέλευσις, μη αρκεσθείσα εις την άκαιρον συσσώρευσιν παντός είδους ορισμών και διατάξεων, νομοθετήσασα και την ανοχήν όλων των γλωσσών εντός της περιφερείας της, ως αν κατετρέχοντο αι γλώσσαι, καθώς άλλοτε άλλου αι θρησκείαι, και αναγνωρίσασα ως επικρατούσαν γλώσσαν την ελληνικήν, ως αν ήτο και τούτο αμφισβητήσιμον, εξέτεινε τα όρια της εξουσίας της τόσον, ώστε, αφ' ού ώρισε τας δυνάμεις και αυτής της μελλούσης εθνικής κυβερνήσεως, δεν εδίστασεν άλλας αυτών αυτεξουσίως να οικειοποιηθή, και άλλας κατά το δοκούν να περιορίση· έδωκε δε τη τοπική Αρχή, ην εσύστησε, και δύναμιν να φέρη εντός της Ελλάδος ξένα στρατεύματα άνευ της συγκαταθέσεως της εθνικής κυβερνήσεως· αλλ', αφ' ού απεπεράτωσε τας εργασίας της, παρήτησεν εν μέρει διά τινος παραρτήματος τους πολιτικούς σφετερισμούς της. Επειδή οι οπλαρχηγοί ήγαν και έφεραν το μέρος εκείνο της στερεάς Ελλάδος, οποία παραχώρησις και αν εγίνετο προς εκείνους υπέρ το δέον ήτο συγχωρητή διά τας περιστάσεις· αλλ' αι περί ων ο λόγος πολιτικαί παρεκτροπαί δεν επήγαζαν εκείθεν, ουδ' έτειναν προς τον σκοπόν εκείνον· διά τούτο δεν δύναταί τις να τας δικαιολογήση ουδέ καν ως έργα ανάγκης. Τόσην δε πεποίθησιν είχεν ο Νέγρης ότι το έργον του ήτον άριστον, ώστε μη τυχόν άλλος αντιποιηθεί την εντεύθεν δόξαν, εφρόντισε να παρενείρη εν τοις πρακτικοίς της συνελεύσεως, ότι η περί ης ο λόγος νομική διάταξις εισήχθη παρ' αυτού. Δεκατετραμελής ωρίσθη η τοπική Αρχή διαιρεθείσα εις δύο τμήματα, πολιτικόν και δικαστικόν· και των μεν μελών η διάρκεια ωρίσθη δωδεκάμηνος, η δε των προέδρων πεντηκονταδιήμερος· εξελέχθησαν δε πρόεδροι του μεν πολιτικού ο Νέγρης, του δε δικαστικού ο επίσκοπος Ταλαντίου· εκλήθη δε η Αρχή αύτη Ά ρ ε ι ο ς - Π ά γ ο ς, αν και αι πρώτισται αυτού εργασίαι ήσαν πολιτικαί (ζ). Αλλ' έπρεπεν ακατάλληλος οργανισμός να λάβη και ακατάλληλον κλήσιν.
Εν ώ δε ωργανίζετο η στερεά Ελλάς, εκινείτο προς τον αυτόν σκοπόν και η Πελοπόννησος. Η Τριπολιτσά, αν και εκενώθη στρατευμάτων, δεν ήτον επιτηδεία εις συνεδρίασιν των πληρεξουσίων του έθνους κατά την περίστασιν εκείνην διά τα επακόλουθα της πολιορκίας και αλώσεώς της. Μετέβησαν δε κατ' αυτάς εις Τριπολιτσάν και απεσταλμένοι των ναυτικών νήσων· προβάλλοντες να συγκαλεσθή η εθνική συνέλευσις εις παραθαλάσσιόν τι μέρος πλησίον Ύδρας και Σπετσών, και απεφασίσθη ομογνωμόνως το Άργος· εξεδόθησαν και συγκλητήρια· αλλ' επρόκειτο να συστηθή προ της εγκαταστάσεως της γενικής εθνικής κυβερνήσεως τοπική γερουσία και εν Πελοποννήσω, καθώς και εν στερεά Ελλάδι. Διά τον σκοπόν τούτον εξέλεξαν αι επαρχίαι της ανά έξ γενικούς εφόρους, και ένα των έξ ως μέλος της γερουσίας. Αλλά τα μέλη της μη εισέτι συγκεκροτημένης γερουσίας εκλήθησαν να γράψωσι και τον οργανισμόν αυτής, ό εστι να ορίσωσι τας ιδίας αυτών δυνάμεις. Εντεύθεν ενδεχόμενον ήτο να πηγάση μεγάλη κατάχρησις· αλλά καλή τύχη παρεδέχθησαν τον συνετόν οργανισμόν της γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος μετά τινων άλλων διατάξεων. Συστήσαντες δε οι Πελοποννήσιοι την γερουσίαν των επρόσφεραν την προεδρίαν τω Υψηλάντη θέλοντες όχι τόσον να τον τιμήσωσιν, όσον να τον απομακρύνωσιν ευσχήμως των γενικών πραγμάτων της εθνικής συνελεύσεως· αλλ' ο Υψηλάντης απεποιήθη την προσφοράν, και ανεδείχθη πρόεδρος ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος. Ήρχισαν δε τα της γερουσίας ταύτης εν Άργει την 1 δεκεμβρίου και απεπερατώθησαν και υπεγράφησαν εν Επιδαύρω την 27.
Μετά δε τα κατά την Άρταν συμβάντα αναγκαίον εθεώρησαν οι εισβαλόντες σύμμαχοι Ελληνοαλβανοί να στείλωσι τον Ταχήρ - Αμπάζην, ένα των αρχηγών των Αλβανών, προς τον Μαυροκορδάτον εις συνδιάλεξιν και συμμέθεξιν ων έφερεν ούτος βοηθημάτων προς ενίσχυσιν του αγώνος. Τω εδόθη δε και πληρεξούσιον ανοικτόν φέρον τα σφραγίσματα των συναδέλφων του Αλβανών ίνα απέλθη εις Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος αυτών παρά τη προκειμενική εθνική συνελεύσει, ή αντικαταστήση άλλον.
Αν και εγνώριζεν ο ανήρ ούτος εξ όσων έμαθε παρά των μετά την άλωσιν της Τριπολιτσάς επανελθόντων ομοφύλων του τις ο αληθής σκοπός των ενόπλων κινημάτων των Ελλήνων, κατεταράχθη ουδέν ήττον και ηγανάκτησεν ακούσας, εν ώ διήρχετο το μακρόν διάστημα από των κορυφών του Μακρυνόρους μέχρι της εσχατιάς του Μεσολογγίου, ύμνους εις την ελληνικήν ελευθερίαν και ύβρεις εις την τουρκοκρατίαν, και ιδών πολλαχού τα σύμβολα του ελληνικού εθνισμού εστημένα, τα υψιπύργια (μιναρέδας) των ομοπίστων του κατηδαφισμένα, και τους ευκτήριους οίκους μεμιασμένους· παρετήρησε και την ακαταστασίαν των πραγμάτων, και την απορίαν των αγωνιζομένων, προς ους εφημίζετο ότι εστάλησαν εσχάτως πλούσιαι δωρεαί· αλλ' υπεκρίθη και επολιτεύθη επιτηδείως, απέφυγε ν' απέλθη εις την εθνικήν συνέλευσιν ως εμελέτα, αντικατέστησε διά το ανύποπτον τον Μάρκον Δεσπότου γράψας επί του ανοικτού πληρεξουσίου τόνομά του, έλαβε πολεμεφόδια, και επανελθών εις τα ίδια ασφαλής και ανενόχλητος διηγήθη προς τους αληπασίζοντας συναδέλφους του όσα είδεν, ήκουσεν, εψηλάφησε και ησθάνθη (η). Ακούσαντες ούτοι τους λόγους αυτού και βλέποντες τους μεν βασιλικούς καθ' ημέραν κρατυνομένους, την δε καταστροφήν του Αλή άφευκτον και εγγύς, καλούμενοι δε υπό την βασιλικήν σημαίαν επί πλουσίαις αμοιβαίς παρά του ομοφύλου των Βρυώνη, του κατ' αρχάς και αυτού αληπασίζοντος και μετά ταύτα βασιλίσαντος, συνήλθαν εις συμβούλιον εν αγνοία των συμμάχων των Χριστιανών περί του πρακτέου· και αποφασίσαντες να προσκυνήσωσιν απέστειλαν μυστικήν πρεσβείαν προς τον Χουρσήδην, υποσχόμενοι να δικαιώσωσι την πολιτικήν μετάνοιάν των διά θερμής συμπράξεως, και κατά του αποστάτου Αλή και κατά των αποστατών Ελλήνων· επρόβαλαν δε συγχρόνως να σταλώσι στρατεύματα κατά μεν το κρυπτόμενον εις ανάκτησιν της Άρτης, κατά δε το φαινόμενον εις αναδούλωσιν της Αιτωλοακαρνανίας· διενοούντο δε διά της ψευδούς ταύτης φήμης ν' αναγκάσωσι, καθώς και ηνάγκασαν, τους εις Άρταν συνεκστρατεύσαντας Αιτωλοακαρνάνας ν' ανακάμψωσιν εις τας εστίας των προς υπεράσπισίν των. Προθύμως εδέχθη ο Χουρσήδης την υπόκλισιν των αληπασιζόντων Αλβανών, τοις επεδαψίλευσε την εύνοιάν του, και έστειλε και στρατεύματα κατά την πρότασίν των.
Οι δε Σουλιώται, αν και εψιθυρίζετο η προς αυτούς απιστία των συμμάχων των Αλβανών, δεν την επίστευαν. Αφ' ού δε είδαν ότι τα εχθρικά στρατεύματα επλησίασαν την Άρταν, εξήλθαν της πόλεως διά νυκτός, φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι, και ετοποθετήθησαν επί το παρακείμενον όρος πεποιθότες, ότι θα παρηκολούθουν και οι σύμμαχοί των Αλβανοί κατά τα προ της εξόδου των συνομολογηθέντα· αλλ' ούτοι δεν παρακολούθησαν και τοις ανήγγειλαν την επαύριον, ότι ήσαν έως τότε υπηρέται του Αλή και σύμμαχοι αυτών επί σκοπώ να ελευθερώσωσι μεν εκείνον, αλλά να διαμείνωσιν όλοι πάντοτε υπό το σκήπτρον του σουλτάνου· βεβαιωθέντες όμως ότι και οι Σουλιώται και οι λοιποί ομόπιστοί των εμάχοντο υπέρ πίστεως και ελευθερίας έχοντες συμβοηθόν και τον Αλήν δι' ιδιαίτερα τέλη, έκριναν αναγκαίον να τους ειδοποιήσωσιν ότι ήσαν Μωαμεθανοί και πιστοί υπήκοοι του κραταιοτάτου βασιλέως των, και ότι εθεώρουν την συμμαχίαν των του λοιπού λελυμένην· τους εσυμβούλευσαν δε φιλικώς ν' αναχωρήσωσιν όσον τάχιον.
Ταύτα ακούσαντες παρ' ελπίδα οι Σουλιώται ανεχώρησαν αυθωρί εις τα ίδια· και ούτως η συμμαχία ελύθη διαρκέσασα έν έτος.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'.
&Ναύπλιον και ατυχής απόπειρα εφόδου. — Τα κατά τας Πάτρας συμβάντα. — Φόνος Αντώνη Οικονόμου — Μετάβασις των πληρεξουσίων εις Πιάδαν παρά την Επίδαυρον — Παράδοσις της Κορίνθου.&
ΠΡΟΣ τον μυχόν του αργολικού κόλπου, δεξιά του εισπλέοντος προέχει εις την θάλασσαν ογκώδης και στενή γλώσσα σχηματίζουσα προς άρκτον εντός του μεγάλου και πολυκυμάντου αργολικού κόλπου μικρόν και ακύμαντον υπόκολπον· εν τω στόματι δε τούτου κείται νησίδιον όλον πετρώδες, ολίγων οργυιών περιφέρειαν έχον και σχεδόν ισοθάλασσον, επ' αυτού δε πύργος, κοινώς λεγόμενος Μ π ο ύ ρ τ σ ι, εις φρούρησιν της εισόδου· η δε γλώσσα κόπτεται επί του ισθμού διά πλατείας και ξηράς τάφρου, και ζευγνύεται μετά της έξω γης διά κρεμαστής γεφύρας· είναι δε κρημνώδης και απρόσβατος προς την μεσημβρινήν πλευράν της, την προς την είσοδον του αργολικού κόλπου· προς δε την αρκτικήν εκτείνεται ολίγη επίπεδος γη, επί ταύτης δε και επί της κατωφερείας της αυτής πλευράς κείται η πόλις του Ναυπλίου· επί δε του υπεράνω της πλευράς ταύτης οροπεδίου η ακρόπολίς της, ήτοι η ακροναυπλία, κοινώς λεγομένη Ι τ σ κ α λ έ ς.
Η πόλις και η ακρόπολις περικλείονται εντός ενός και του αυτού τείχους· αλλ' η πόλις εκτείνεται και έξω των τειχών προς την θάλασσαν αρκτικώς. Το δε μεταξύ της πόλεως και του θαλασσοπύργου διάστημα είναι στενότερον κανονοβολής, και τα νερά βαθέα και πλώιμα, τα δε εκείθεν του θαλασσοπύργου ρηχά και άπλευστα· προς το επί της ξηράς δε χείλος της τάφρου ανυψούται κωνοειδώς, 750 πόδας υπεράνω της θαλάσσης, πετρώδες, ολόγυμνον και απότομον βουνόν, μόνον κατ' ανατολάς πατητόν· επί δε του ακροβουνίου κείται το Παλαμίδι, οχυρώτατον φρούριον, έχον, εκτός της προς ανατολάς κοινής και φυσικής ανόδου, δύο άλλας προς την πόλιν, την μεν λαξευτήν και θολοσκέπαστον, αλλά στενήν και δύσβατον, προς συγκοινωνίαν εν καιρώ πολέμου, την δε παράπλευρον εκείνης, αλλ' ασκεπή, εις χρήσιν εν καιρώ ειρήνης. Το μέγα δε τούτο φρούριον διά την υψηλήν θέσιν του εξουσιάζει και την πόλιν και την ακρόπολιν. Υπερτριακόσια ελογίζοντο αρχομένης της επαναστάσεως τα επί του Παλαμιδίου, της ακροναυπλίας, του θαλασσοπύργου και τα περί την πόλιν κανόνια παντός μεγέθους εύχρηστα και άχρηστα. Οι κάτοικοι προ της επαναστάσεως ήσαν όλοι σχεδόν Τούρκοι· επί δε της επαναστάσεως κατέφυγαν αυτόθι, ως είπαμεν, και οι Αργείοι, ώστε 6000 ελογίζοντο τον καιρόν εκείνον όλοι οι έγκλειστοι Τούρκοι, εντόπιοι και πρόσφυγες, εξ ών 1200 οπλοφόροι.
Είδαμεν, ότι εξ αρχής του αγώνος επολιορκήθη το Ναύπλιον, και ότι η πολιορκία ελύθη επί της ευτυχούς εισβολής εις Αργολίδα του κεχαγιάμπεη αναβαίνοντος εις Τριπολιτσάν. Έκτοτε οι Τούρκοι περιεφέροντο εις τας πέριξ πεδιάδας μηδενός εναντιουμένου· αλλ' επί της συγκομιδής των καρπών συνήλθαν εκ νέου Κρανιδιώται, Αργείοι, και άλλοι προς επανάληψιν της πολιορκίας και κατέλαβαν διαφόρους θέσεις· επεξήλθαν οι Τούρκοι σύροντες κανόνια και έπεσαν επί τινα πύργον κατεχόμενον υπό των περί τον Τσόκρην· ούτοι, αν και ολίγοι, αντέστησαν, και διά της συνδρομής και άλλων επιπεσόντων όπισθεν τους απέκρουσαν φονεύσαντες και πληγώσαντές τινας αυτών και απελευθερώσαντες ολίγους Χριστιανούς κρατουμένους εντός του Ναυπλίου και συμπαραληφθέντας υπό των εξελθόντων Τούρκων ως αχθοφόρα ζώα εις μετακόμισιν των καρπών. Έκτοτε οι έγκλειστοι εξήρχοντο μόνον πλησίον του φρουρίου εις συγκομιδήν όσων εύρισκαν εκεί αναγκαίων και ηκροβολίζοντο. Οι δε Έλληνες, μη έχοντες τα εις τειχομαχίαν, ανέμεναν η πείνα να τοις παραδώση το φρούριον· διά τούτο περιωρίζοντο εις στενήν διά θαλάσσης και ξηράς πολιορκίαν. Αλλ', εν ώ εφαίνετο η ώρα της πτώσεως εγγύς, διέφυγε την προσοχήν των διά θαλάσσης αποκλειστών, έν πλοίον μαλτεζικόν και έφερε προς τους πολιορκουμένους ικανάς τροφάς. Το συμβάν τούτο εματαίωσε τας προσδοκίας των Ελλήνων.
Ο δε εκ Γενούης ίλαρχος Δανίας, ευτολμότατος φιλέλλην, επρότεινε τότε την εξ εφόδου άλωσιν του Ναυπλίου. Αν και ακατόρθωτον εθεωρήθη κατ' αρχάς το προτεινόμενον, ενεκρίθη επί τέλους, και ο Υψηλάντης, παραλαβών τον Κολοκοτρώνην και άλλους διατρίβοντας εν Άργει, μετέβη εις το στρατόπεδον του Ναυπλίου, όπου, συμβουλίου δευτέρου γενομένου, απεφασίσθη οριστικώς η έφοδος. Εφοδώτερα μέρη εκρίθησαν τα προς το παραθαλάσσιον και την γέφυραν· προς έλκυσιν δε της πολλής δυνάμεως των εχθρών εις άλλα μέρη, ώστε να εύρωσιν οι μέλλοντες να εισπηδήσωσιν ολιγωτέραν αντίστασιν, εθεωρήθη αναγκαίον ελληνικά πλοία να κανονοβολήσωσιν επί ρητή ώρα τον θαλασσόπυργον και το αντικρύ αυτού επί του τείχους της πόλεως κανονοστάσιον των πέντε αδελφών, στρατιωτικά δε σώματα υπό τον Κολοκοτρώνην να επιχειρήσωσι συγχρόνως πλαστήν έφοδον επί το Παλαμίδι τουφεκίζοντα, να έλθωσι δε και άλλα υδραϊκά και σπετσιωτικά πλοία και πολλά κρανιδιωτικά και καστριωτικά τρεχαντήρια και ικανοί πολεμισταί εξ εκείνων των μερών διά την επί το παραθαλάσσιον τείχος έφοδον· διά δε την επί το Παλαμίδι ητοιμάσθησαν 1700 εν οις και οι πλείστοι των τακτικών και οι ολίγοι φιλέλληνες.
Εν ώ δε ητοιμάζετο η έφοδος κατά τον ρηθέντα τρόπον, ο Βουτιέρος, αξιωματικός Γάλλος εν τη ελληνική υπηρεσία, παρετήρησεν ότι οι κατέχοντες τον θαλασσόπυργον ήσαν πάντοτε ολίγοι, ότι οι πλείστοι απήρχοντο το πρωί εις την πόλιν και επανήρχοντο το εσπέρας, ότι έμπροσθεν αυτού ελλιμένιζε το εισκομίσαν τας τροφάς μαλτεζικόν πλοίον, έχον ολίγους μόνον ναύτας· ταύτα παρατηρήσας εσχεδίασε να παραλάβη μεσούσης της νυκτός 70 ναύτας, στρατιώτας και φιλέλληνας, ν' αποπλεύση επί δύο πλοιαρίων από των αντικρύ του Ναυπλίου Μύλων, και να μεταβιβασθή απροσδοκήτως εις το έμπροσθεν του μικρού τούτου φρουρίου πλοίον· αφ' ού δε πειθαναγκάση τον πλοίαρχον και το πλήρωμα εις σιωπήν, να διανυκτερεύσωσιν αυτός και οι συν αυτώ επί του πλοίου αφανείς και ατάραχοι· πρωίας δε γενομένης, καθ' ην ώραν οι φρουροί απέβαιναν εις την πόλιν κατά το σύνηθες, τινές των περί αυτόν να φορέσωσι τα ενδύματα των ναυτών του πλοίου, ν' αποβώσιν εις την ξηράν ως οι ναύται αυτού, να κυριεύσωσι τον θαλασσόπυργον ανυπόπτως και ακινδύνως και να εμβάσωσι και τους επί του πλοίου λοιπούς συναδέλφους των. Το σχέδιον του Βουτιέρου ενεκρίθη, και ήτο τωόντι επιδέξιον και κατορθωτόν διά την περί τα τοιαύτα συνήθη απροσεξίαν των Τούρκων· αλλά δεν επέτυχε καθ' ην ώραν ενηργήθη· διότι, εν ώ τα υπό τον Βουτιέρον πλοιάρια ήλθαν εγγύς του πλοίου, δεν εφυλάχθη η πρέπουσα σιωπή και αταραξία παρά των πλεόντων, οίτινες ιδόντες φως επί του καταστρώματος του πλοίου, και νομίσαντες ότι τους ενόησαν προσερχομένους επανήλθαν εις τους Μύλους άπρακτοι.