Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Β

Part 10

Chapter 108 wordsPublic domain

Εν τω μεταξύ δε τούτω οι εμφωλεύοντες εν τη Ανατολική Ελλάδι πασάδες, Μεχμέτης και Βρυώνης, ιδόντες ότι η εκστρατεία, μεθ' ης θα συνέπρατταν, εματαιώθη εν τη μάχη των Βασιλικών, και ότι ηλώθη η Τριπολιτσά, ης η λύτρωσις ήτον ο πρώτος της εκστρατείας σκοπός, απεφάσισαν ν' αναχωρήσωσιν εις τα ίδια. Συνέτρεξε δε εις την απόφασιν ταύτην και η κατ' εκείνας τας ημέρας μετάπεμψις του Βρυώνη εις Ιωάννινα, θέλοντος του Χουρσήδη να μεταχειρισθή την επιρροήν του ανδρός τούτου εις προσέλευσιν των αληπασιζόντων Αλβανών. Διά τους λόγους τούτους (α) ο μεν Βρυώνης ανεχώρησεν εξ Αθηνών την 28 σεπτεμβρίου μετά του πλείστου μέρους του στρατεύματός του, ο δε δελήμπασής του μετά των λοιπών κατόπιν· ηνώθησαν δε εν Θήβαις οι δύο πασάδες, ηκροβολίσθησαν μετά της κατά τα Μέγαρα ελληνικής προφυλακής, και παραλαβόντες την οθωμανικήν φρουράν της Λεβαδείας, μετέβησαν διά της οδού του Ταλαντίου, της μόνης ανοικτής, ως κατεχομένων των άλλων υπό των Ελλήνων, εις Θεσσαλίαν και εκείθεν εις Ιωάννινα.

Διαρκούσης δε της εν Αθήναις διατριβής του Βρυώνη, οι Τούρκοι διετέλεσαν ανεπηρέαστοι κύριοι όλης της Αττικής. Δις μόνον απήντησαν εν τη περιφορά των Χριστιανούς εισδύσαντας εις Δραγομάνον, και κτυπήσαντές τους αντεκρούσθησαν· εν τελευταία δε συγκρούσει παρήν και ο πασάς, ον Αθηναίος τις Δήμος Ρομπέσης επιστόλισε και ολίγον έλειψε να φονεύση· αλλ' εφονεύθη αυτός· συνεφονεύθησαν και δύο άλλοι και ηχμαλωτίσθησαν τρεις· εφονεύθησαν δε και Τούρκοι, και ευρέθη καταγής πολύτιμος σπάθη, ήτις ελέγετο ότι ήτον η του πασά.

Αναχωρήσαντος δε του Βρυώνη εξ Αθηνών, η πόλις και η ακρόπολις έμειναν υπό την φύλαξιν των εγχωρίων Τούρκων και των εκεί προϋπαρχόντων ολίγων Αλβανών, πλήθουσαι τροφών. Οι Χριστιανοί, διεσπαρμένοι εις τας πλησιοχώρους νήσους, συνήλθαν προς απολύτρωσιν της πατρίδος των και εισέβαλαν παμπληθεί εις την Αττικήν.

Νοέμβριος Την 3 νοεμβρίου εξελθόντες οι Τούρκοι έπεσαν επί τινας Έλληνας, απροφυλάκτως περιφερομένους εν τω προς τον Μαραθώνα ελαιώνι, και συνέλαβαν γυναίκας και τρεις άνδρας, και τας μεν εκράτησαν, τους δε απεκεφάλισαν· εξήλθαν πάλιν και την 4, και συνήντησαν Έλληνας κατά το Χαλάνδρι, όπου, συγκρούσεως γενομένης, οι Έλληνες έτρεψαν τους Τούρκους και τους κατεδίωξαν μέχρι των τειχών της πόλεως σκοτώσαντες 22. Εσκότωσαν και οι Τούρκοι ένα και συνέλαβαν ζώντα τον Αναστάσην Λέκαν, ον ανηλεώς βασανίσαντες εθανάτωσαν. Οι Έλληνες, ηξεύροντες ότι οι εχθροί την μεν νύκτα ανέβαιναν όλοι εις την ακρόπολιν, την δε ημέραν κατέβαιναν εις την πόλιν, και ότι είχαν δι' όλης της ημέρας ανοικτήν την πύλην της ακροπόλεως διά την αναγκαίαν συγκοινωνίαν, διενοήθησαν να εισέλθωσι την νύκτα εις την πόλιν, έρημον ούσαν, και να παραφυλάξωσιν υπό την ακρόπολιν μέχρι της αυγής, επί σκοπώ να ορμήσωσι τότε αίφνης και κυριεύσωσι την πύλην, ανοιγομένην κατά το σύνηθες την ώραν εκείνην. Τολμηρόν ήτο το μελετηθέν, αλλ' όχι και ακατόρθωτον διά την γνωστήν νωθρότητα και απροσεξίαν των Τούρκων. Εις εκτέλεσιν δε αυτού επλησίασαν ησύχως προς την πόλιν την νύκτα της 4, επήδησάν τινες έσω του τείχους αφανείς, και ανοίξαντες την πύλην της πόλεως εισήγαγαν τους άλλους. Αλλ' οι Τούρκοι ήκουσαν γαυγίσματα εν τη πόλει παρά το σύνηθες, και, υποπτεύσαντες, δεν ήνοιξαν ημέρας γενομένης την πύλην της ακροπόλεως, και τοιουτοτρόπως εματαιώθη το σκοπούμενον. Οι δε Έλληνες έμειναν εν τη πόλει, απέκλεισαν τους εχθρούς και ήρχισαν δευτέραν πολιορκίαν της ακροπόλεως.

Κατά την επί της ελεύσεως του Υψηλάντου γενομένην απόφασιν των Ελλήνων η γερουσία της Πελοποννήσου επρόκειτο να διατηρηθή μέχρι της εκπολιορκήσεως της Τριπολιτσάς, και μετά ταύτα να συνέλθωσιν οι Έλληνες εις σύστασιν τακτικωτέρας και εθνικωτέρας κυβερνήσεως. Επειδή δε ο όρος ούτος επληρώθη ήδη, και η περί τούτου ανάγκη ήτον επαισθητή, και η κατάστασις της Πελοποννήσου αρμοδία, ενεκρίθη να συγκροτηθή όσον τάχιον η εθνική συνέλευσις. Η κατάστασις των νήσων του Αιγαίου και της εντός των σημερινών ορίων στερεάς Ελλάδος ήτον έτι μάλλον αρμοδία. Αι νήσοι διέμειναν επί της επαναστάσεως παντάπασιν ανενόχλητοι υπό των εχθρών εκτός της Σάμου, αλλά και αύτη πολεμηθείσα υπερίσχυσε. Το δυτικόν μέρος της στερεάς Ελλάδος διέμενε διόλου ανεπηρέαστον υπό του εχθρού μετά την μάχην του Μακρυνόρους, το δε ανατολικόν απηλλάγη εσχάτως και αυτό, ώστε επί της στερεάς Ελλάδος από Μακρυνόρους μέχρι Θερμοπυλών δεν υπήρχε μεσούντος του Οκτωβρίου εχθρός, ειμή εν Βονίτση, Ναυπάκτω, Αντιρρίω και Αθήναις· αλλ' αι φρουραί αύται μόλις ήσαν ικαναί ν' ανθέξωσιν εις τας προσβολάς των Ελλήνων. Προκειμένης δε της συγκαλέσεως των πληρεξουσίων, ο Υψηλάντης απέστειλεν εις τας επαρχίας προσαγγελείς, και εξέδωκεν εγκυκλίους, εν αις εθεώρει εαυτόν μεν εθνάρχην και πρόμαχον της ευνομίας, τους δε προεστώτας ομοίους των Τούρκων και αξίους του μίσους του πάσχοντος λαού. Τόσον βαρεία προσβολή εξηγρίωσε τους προεστώτας και υπερηύξησε την κατ' αυτού αντιπολίτευσίν των.

Προτού δε εκλεχθώσιν οπωσούν τακτικώς οι πληρεξούσιοι, εχρειάζετο να οργανισθή ο τόπος.

Το Αιγαίον έμενε μετά την έναρξιν της επαναστάσεως ωργανισμένον όπως ήτο και προτού, και χρείαν νέου οργανισμού σχεδόν δεν είχεν. Αλλ' εν τη Πελοποννήσω και εν τη στερεά Ελλάδι, αφ' ού κατεστράφησαν αι τουρκικαί Αρχαί, επέζων μόνον αι εγχώριοι επιρροαί τινων Ελλήνων, κυβερνώντων τα των επαρχιών υπό το όνομα προεστώτων και καπητάνων· διότι συνειθισμένοι οι λαοί να βλέπωσι τούτους ανωτέρους των, τοις επρόσφεραν αυτοπροαιρέτως σέβας και υπακοήν. Πολλοί πολλά έγραψαν και είπαν κατά των δύο τούτων τάξεων. Αναμφιβόλως η των προεστώτων είχε συνήθως τα ελαττώματα, άτινα μεταδίδει διεφθαρμένη εξουσία τοις υπαλλήλοις της, και η των οπλαρχηγών είχε τας έξεις της μαχαίρας και της ανατροφής των· αλλ' ο αγών της Ελλάδος ως προς τον κατά ξηράν πόλεμον είναι κυρίως έργον των δύο τούτων κλάσεων, διότι αύται, άγουσαι και φέρουσαι τον λαόν όπως ήθελαν, μετεχειρίσθησαν, καλή τύχη, ως επί το πλείστον την δύναμίν των επ' αγαθώ της πατρίδος· είναι δε σήμερον αποδεδειγμένον, ότι όχι μόνον ουδείς επλούτησεν, αλλ' ολιγώτατοι και τα προς το ζην απέκτησαν, και πολλοί ευπορούντες απέμειναν σχεδόν άποροι· αι δε καταχρήσεις της δυνάμεώς των, δι' ας κατηγορούνται, και πολλάκις δικαίως, ήσαν εφήμεροι και ούτε όσον θεωρούνται κοινώς βαρείαι, εν ώ η διά της θερμής συνεργείας αυτών αποκτηθείσα εθνική ελευθερία είναι ανεκτίμητος και διαμένουσα.

Προτού δε προχωρήσωμεν εις την έκθεσιν του νέου οργανισμού, συμφέρει να παρατηρήσωμεν τα υπό την τουρκικήν εξουσίαν διοικητικά καθήκοντα των Ελλήνων, και ποίαι αι πρακτικαί και θεωρητικαί γνώσεις αυτών, αρχομένου του αγώνος.

Η Πελοπόννησος ήτον ωργανισμένη εις κοινά, ή δήμους· κατ' εκλογήν δε αυτών διωρίζοντο οι δημογέροντες κατά πόλεις, κώμας και χωρία. Ούτε διά τον εκλογέα ούτε διά τον εκλόγιμον υπήρχε τίμημα· ώστε όλοι οι κάτοικοι ήσαν εκλογείς και εκλόγιμοι, αλλ' επροτιμώντο πάντοτε ως εκλόγιμοι οι ευπορώτεροι, και ούτως επληρούτο η διάταξις του Σόλωνος η λέγουσα, οι μεν πτωχοί να εκλέγωσιν, οι δε πλούσιοι να εκλέγονται. Και οι μεν γενικοί δημογέροντες εκάστης επαρχίας, οι λεγόμενοι κοτσαμπασίδες ή προεστώτες, ελαμβάνοντο εκ των κατοίκων της πρωτευούσης της επαρχίας, οι δε δημογέροντες των λοιπών αυτής μερών συνήρχοντο εις την πρωτεύουσαν και συνέπρατταν μετά των κατοίκων της επί τη εκλογή των γενικών δημογερόντων. Αι δημαιρεσίαι ήσαν οριστικαί. Η δε τουρκική εξουσία του τόπου ειδοποιείτο απλώς περί αυτών και παρεδέχετο την ψήφον του κοινού. Ενιαύσιοι ήσαν αι αρχαιρεσίαι δικαιωματικώς, ανεβάλοντο δε καταχρηστικώς, και οι αυτοί προέστευαν πολυετώς ή και διά βίου· αλλ' ο ταμίας έδιδε κατ' έτος ευθύνας.

Εν ρητή δε ώρα του έτους οι γενικοί δημογέροντες, ήτοι οι προεστώτες όλης της Πελοποννήσου, ανέβαιναν εις Τριπολιτσάν και συνεκρότουν γενικήν συνέλευσιν, καθ' ην συμπράξει και της τουρκικής εξουσίας ωρίζοντο τα ενιαύσια έξοδα της σατραπείας· αλλά μόνοι οι προεστώτες διένεμαν το ορισθέν των εξόδων ποσόν μεταξύ των διαφόρων επαρχιών, τηρούντές τινας κανόνας ως προς την διανομήν, ους αυτοί έθεσαν εκ συμφώνου επί τη βάσει του πληθυσμού της επαρχίας και των εισοδημάτων αυτής. Επανερχόμενοι δε εις τας επαρχίας των εκάλουν εις την πρωτεύουσαν εκάστης τους δημογέροντας των άλλων αυτής μερών, και αφ' ού έβαλλαν υπ' όψιν των το επιβάλλον τη επαρχία μέρος των γενικών εξόδων του έτους, συμπράξει και συναινέσει αυτών επρόσθεταν και τα επαρχιακά των και διένεμαν το σύνολον μεταξύ των δήμων της επαρχίας, τηρουμένων προς τούτο, ως και επί της γενικής διανομής, τινών κανόνων· επανερχόμενοι δε οι δημογέροντες εις τους δήμους των συμπαρελάμβαναν συμπράκτοράς των τους εγκριτωτέρους των συνδημοτών, και προσθέτοντες και τα ιδιαίτερα του δήμου των έξοδα διένεμαν τα της ολικής ετησίου δαπάνης μεταξύ των οικογενειών του δήμου των αναλόγως της καταστάσεως εκάστης, ην εγνώριζαν διά την μικρότητα των δήμων· ουδείς δε των πολιτών οποιασδήποτε τάξεως και οποιουδήποτε βαθμού έμενεν αφορολόγητος· οι αυτοί δε δημογέροντες εισέπρατταν τους φόρους. Τοιουτοτρόπως ο μεν γενικός φόρος ωρίζετο από κοινού παρά της τουρκικής εξουσίας και των εν τοις πράγμασιν Ελλήνων, ο δε εκάστης επαρχίας και εκάστου δήμου παρά μόνων των Ελλήνων. Μόνων των Ελλήνων ήσαν έργα και η επίθεσις, η διανομή και η είσπραξις όλων των περί ων ο λόγος φόρων, και πηγαί επομένως τοπικών γνώσεων.

Το σύστημα τούτο της Πελοποννήσου επεκράτει και κατά την στερεάν Ελλάδα, αλλά κατ' επαρχίας μόνον εν ελλείψει γενικού κέντρου. Πάσα δε επαρχία και της Πελοποννήσου (πλην της Μάνης) και της στερεάς Ελλάδος είχε διοικητήν Οθωμανόν· αλλ' η κοινότης ώριζε το ποσόν της εκτελεστικής δυνάμεως και διώριζε και τον αρχηγόν αυτής· ο δε διοικητής ώφειλε να μεταχειρίζεται την περί ης ο λόγος δύναμιν εις διατήρησιν της ευταξίας, εις ασφάλειαν των πολιτών, εις είσπραξιν των φόρων και εις εκτέλεσιν των δικαστικών αποφάσεων· δεν είχε δε εξουσίαν να την μεταχειρισθή προς άλλο τι άνευ αδείας της κοινότητος· ώστε οσάκις ο διοικητής υπερέβαινε τα όρια της νομίμου εξουσίας του, ο αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως δεν εχρεώστει υπακοήν. Πάσα επαρχία είχε καδήν αλλά πολλάκις οι αντιφερόμενοι εξισάζοντο διά του αρχιερέως, των δημοτικών Αρχών, ή και διαιτητών. Είναι αληθές ότι το τόσον αξιοζήλωτον και τόσον φιλελεύθερον τοπικόν τούτο σύστημα δεν εφυλάττετο αμόλυντον από της αυθαιρέτου παρεμβάσεως και παρεισπράξεως της οθωμανικής εξουσίας, ή και από της επιβλαβούς πολλάκις παρά τοις κρατούσιν επιρροής τινων των προεστώτων· αλλ' ουδέν ήττον οι Έλληνες, συνδιοικούντες τοιουτοτρόπως, εξησκούντο καθ' ημέραν εις τα τοπικά των και ενισχύοντο ενώπιον της τουρκικής Αρχής.

Αι δε νήσοι του Αιγαίου είχαν σύστημα έτι διδακτικώτερον και πλείονος ισχύος πάροχον, διότι ήτον αυτονομώτερον (β).

Όσοι δε των Ελλήνων επαιδεύοντο, εδιδάσκοντο κυρίως γραμματικά ή ιατρικά, ολίγοι δε φιλοσοφικά και ουδείς νομικά, διότι όπου εβασίλευε το κοράνιον και εδίκαζε καδής, η επιστήμη του δικαίου δεν εχρησίμευεν. Οι δε Έλληνες, οι λεγόμενοι Φαναριώται, εξ αιτίας της πολιτικής θέσεώς των προς την Πύλην και προς τας Βλαχομολδαυικάς ηγεμονείας, ας κατείχαν και ενέμοντο, κατεγίνοντο εις κτήσιν γενικωτέρων πολιτικών γνώσεων· αλλά και αι γνώσεις αυτών ήσαν ως επί το πλείστον όχι πολλά βαθείαι, διότι τοιαύται δεν εχρησίμευαν εν κράτει όπου τα κινούντα την πολιτικήν ήσαν η ραδιουργία, η αισχροκέρδεια και η επιρροή ενός καφοκεραστού, ή ενός κουρέως, και όπου οι διαπρέποντες είχαν πάντοτε υπ' όψιν τον βρόχον, την μάχαιραν, το κόνιον, την εξορίαν και την δήμευσιν.

Δύο των Φαναριωτών, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Θεόδωρος Νέγρης, εχρησίμευσαν εις τον προκείμενον του τόπου οργανισμόν.

Διέτριβεν εν Πίση της Τοσκάνης ο Μαυροκορδάτος ότ' εξερράγη η ελληνική επανάστασις, και ακούσας το γεγονός επεβίβασεν είς τι πλοίον εν τω ελευθέρω λιμένι της Λιβούρνου όπλα και πολεμεφόδια αγορασθέντα δι' ιδίων του χρημάτων και διά συνεισφοράς άλλων ομογενών, έπλευσεν εις Μασσαλίαν, προσεπεβίβασεν άλλα, παρέλαβε συμπλωτήρας Έλληνάς τινας και φιλέλληνας, και κατέπλευσεν ασφαλώς την 20 Ιουλίου εις Μεσολόγγι, όπου υπεδέχθη φιλοφρονέστατα διά το γνωστόν της οικογενείας του όνομα, δι' όσα έφερε βοηθήματα, και διότι οι λαοί της Ελλάδος, πιστεύοντες όσα διέσπειραν οι απόστολοι της Εταιρίας, επροσδόκουν την σωτηρίαν των εκ των ερχομένων έξωθεν· εκλήθη δε και εις την αρχηγίαν του μέρους εκείνου παντελώς ανοργανίστου και εν πλήρει αναρχία, αν και ο Υψηλάντης είχε στείλει προ ολίγου ως οργανιστήν τον Ίβον Ρήγαν, αγαθής ψυχής αλλ' ολίγης ικανότητος άνθρωπον, ον οι Αιτωλοακαρνάνες ούτε ετίμων ούτε ήκουαν. Ο Μαυροκορδάτος ούτ' απεποιήθη ούτ' εδέχθη την αρχηγίαν· ήθελε να γνωρίση εκ του πλησίον τα γενικά πράγματα και τους επισημοτέρους άνδρας της Ελλάδος, ιδίως δε τον Υψηλάντην· διά τούτα ανεχώρησε μετά τινας ημέρας εις Τρίκορφα, υποσχεθείς να επιστρέψη, μετ' ολίγον· απεβιβάσθη δε εις Μονοδένδρι επί της παραλίας των Πατρών.

Μετ' ολίγας δε ημέρας της αφίξεως του Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι κατέπλευσεν εις Νεόκαστρον ο εν Πίση διατριβών υιός του πρώην αυθέντου της Βλαχίας, Ιωάννου Καρατσά, Κωστάκης, και μετ' ολίγον κατέβη εις τα παράλια εκείνα ερχόμενος εκ Τρικόρφων και ο προ του Μαυροκορδάτου και του Καρατσά φθάσας εις Ελλάδα Θεόδωρος Νέγρης, ο ως αντιπρέσβυς της Πύλης παρά τη γαλλική κυβερνήσει εκ Κωνσταντινουπόλεως αποδημήσας, και καθ' οδόν προτιμήσας τον εθνικόν αγώνα· ήτο δε εις άκρον δυσηρεστημένος διά την ακαταστασίαν των πραγμάτων, διά τας έριδας Υψηλάντου και Πελοποννησίων, διά την διαίρεσιν οπλαρχηγών και προεστώτων, και διά την επιμονήν του Υψηλάντου να διοικήση την Ελλάδα εν ονόματι ανυπάρκτου Αρχής. Ούτος και ο Καρατσάς, μαθόντες τον εις Μεσολόγγι κατάπλουν του Μαυροκορδάτου, διεβιβάσθησαν εκεί εις έντευξίν του και εκείθεν εις Μονοδένδρι επ' ελπίδι να τον προφθάσωσιν. Ο Μαυροκορδάτος, όστις ανέβαινεν ήδη εις Τριπολιτσάν, επέστρεψεν επί τη προσκλήσει αυτών εις Μονοδένδρι, και, αφ' ού συνδιελέχθησαν, ώδευσαν και οι τρεις την εις Τριπολιτσάν οδόν και απήντησαν εν Καλαβρύτοις τον επίσκοπον Ταλαντίου Νεόφυτον και τον Κωνσταντίνον Σακελλίονα αναβαίνοντας εις την αυτήν πόλιν επί σκοπώ να ζητήσωσιν εξ ονόματος επαρχιών τινων της Ανατολικής Ελλάδος παρά του Υψηλάντου στρατεύματα, πολεμεφόδια και διοικητήν. Και ο μεν Νέγρης και ο Καρατσάς έμειναν καθ' οδόν εν Βυτίνη, ο δε Μαυροκορδάτος έφθασε την 14 αυγούστου εις Τρίκορφα, όπου συνδιαλεχθείς μετά του Υψηλάντου και ιδών ότι δεν ήθελεν ουδέ μετά την καταστροφήν του αδελφού του να παραιτηθή των επί της υπερτάτης Αρχής της Ελλάδος αξιώσεών του, ευρών δε και τον Καντακουζηνόν αντιφερόμενον προς τον Υψηλάντην και αγανακτούντα, ακούσας και τας των Πελοποννησίων προεστώτων και οπλαρχηγών έριδας, και επισκεφθείς εν τω αγίω Ιωάννη τους εκεί μεταβάντας τας ημέρας εκείνας προκρίτους της Ύδρας επ' ελπίδι συστάσεως εθνικής κυβερνήσεως, αλλά μηδέν δυναμένους να κατορθώσωσι διά τας περιστάσεις, επείσθη ότι πάντη ανωφελής ήτον η εν Τρικόρφοις διαμονή του.

Άλλα ήλπιζαν και άλλα ηύραν παρά τω Υψηλάντη και ο επίσκοπος Ταλαντίου και ο Σακελλίων ότε παρεστάθησαν ενώπιον του συμπαραλαβόντες και άλλους άλλων επαρχιών της στερεάς Ελλάδος. Ψευσθέντες των ελπίδων των απεφάσισαν να επανέλθωσιν εις την στερεάν Ελλάδα εν τη συνοδία του Μαυροκορδάτου, του Καντακουζηνού, του Νέγρη και του Καρατσά προς οργανισμόν αυτής, ως εσχεδιάσθη κατά την εν Καλαβρύτοις συνέντευξίν των· αλλά διά την επικρατούσαν παρά τω λαώ υπόληψιν του Υψηλάντου εχρειάζετο, τουλάχιστον κατ' επιφάνειαν, και η συγκατάθεσις αυτού· αλλ' αυτός απεστρέφετο και τους τέσσαρας τούτους άνδρας ως δυσμενώς προς αυτόν διακειμένους και ως επιβουλεύοντας ην αντεποιείτο εξουσίαν· διά τούτο, ότε οι ρηθέντες πληρεξούσιοι είπαν αυτώ, δ ο ς - μ α ς - α ρ χ η γ ό ν - τ ο ν – Μ α υ ρ ο κ ο ρ δ ά τ ο ν», απεκρίθη, δ ε ν - σ υ μ φ έ ρ ε ι· - δ ο ς - μ α ς - τ ο ν - Κ α ν τ α κ ο υ ζ η ν ό ν, ο ύ τ' – α υ τ ό ς - ε ί ν α ι - κ α λ ό ς· - α μ ή - ο – Κ α ρ α τ ζ ά ς; - κ α ι - α υ τ ό ς - ό μ ο ι ό ς - τ ω ν. Α ς - έ λ θ η - ο - Ν έ γ ρ η ς· α υ τ ό ς - ε ί ν α ι - ο – χ ε ι ρ ό τ ε ρ ο ς - ό λ ω ν» (γ). Τοιουτοτρόπως οι Στερεοελλαδίται, μηδέν ελπίζοντες παρά του Υψηλάντου επανήλθαν αγανακτούντες εις Βυτίνην, όπου διέμεναν ο Καρατσάς και ο Νέγρης, και όπου ήλθαν μετ' ολίγον και ο Καντακουζηνός και ο Μαυροκορδάτος. Συσκέψεως δε γενομένης, απεφάσισαν όλοι να φροντίσωσι περί του οργανισμού της στερεάς Ελλάδος, ολιγωρούντες εις το εξής ην αντεποιείτο εξουσίαν ο Υψηλάντης. Επ' αυτώ τούτω εξέδωκαν εκείθεν εγκυκλίους συγκαλούντες εις Σάλωνα τους πληρεξουσίους του ανατολικού μέρους της στερεάς Ελλάδος κατά την 14 σεπτεμβρίου προς σύστασιν τοπικής Αρχής· και ταύτα πράξαντες ανεχώρησαν εις Σάλωνα. Αύτη ήτον η πρώτη και καιρία πληγή της εξουσίας του Υψηλάντου επί της στερεάς Ελλάδος, όπου αυτού και μόνου ίσχυαν αι διαταγαί μέχρι τούδε.

Φθάσαντες δε εις Καλάβρυτα απήντησαν τον Γεώργιον Πραΐδην και τον Χρήστον Κωλέττην στελλομένους προς τον Μαυροκορδάτον παρά των Αιτωλοακαρνάνων παρακαλούντων αυτόν να μεταβή εκεί ανυπερθέτως ως οργανιστής και αρχηγός. Διηρημένη η Αιτωλοακαρνανία εις ανεξάρτητα καπητανάτα, και υποκειμένη εξ αιτίας τούτου εις πολυαρχίαν, ή μάλλον ειπείν αναρχίαν, ησθάνετο υπεράλλοτε την ανάγκην ενός και μόνου αρχηγού, ασχέτου μεν προς αυτούς διά την προς αλλήλους αντιζηλίαν, έχοντος όμως ικανότητα και όνομα. Ο Μαυροκορδάτος δεν απεχωρίσθη των συνοδιτών του, και όλοι ομού καταβάντες εις Βοστίτσαν διέπλευσαν εις Γαλαξείδι και μετέβησαν εκείθεν εις Σάλωνα, όπου ηύραν τινας των πληρεξουσίων συνελθόντας κατά τας εγκυκλίους. Αλλ' έλειπεν ο Οδυσσεύς ως μη δυνάμενος ν' αφήση το στρατόπεδόν του· διά τούτο απεφασίσθη ο μεν Νέγρης και ο Καρατσάς να υπάγωσι προς αυτόν και λαλήσωσι και μετ' άλλων οπλαρχηγών περί του προκειμένου, ο δε Μαυροκορδάτος να μεταβή εις Μεσολόγγι κατ' επαναληφθείσαν αίτησιν των κατοίκων. Ηκολούθησε δε τον Μαυροκορδάτον και ο Καντακουζηνός· αλλά φθάσας εις Μεσολόγγι απήλθε μακράν της Ελλάδος· ήσαν δε αι ημέραι καθ' ας εφάνη ο εχθρικός στόλος εν τω κόλπω των Πατρών και κατέστρεψε το Γαλαξείδι.

Κατόπιν του Μαυροκορδάτου και του Καντακουζηνού ήλθαν εις Μεσολόγγι ο Νέγρης και ο Καρατσάς τεταραγμένοι διά τα παθήματα του Γαλαξειδίου, δι' ά οι εις Σάλωνα συνελθόντες διεσκορπίσθησαν. Αφ' ού δε ο εχθρικός στόλος απέπλευσε του κορινθιακού κόλπου, ο μεν Καρατσάς μετέβη εις Πάτρας, όπου μετέφερε και δύο μικρά κανόνια εις χρήσιν του εκεί στρατοπέδου, ο δε Μαυροκορδάτος απέμεινεν εν Αιτωλοακαρνανία, επανήλθε και ο Νέγρης εις Σάλωνα. Κύριος δε σκοπός του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη ήτο να φροντίσωσιν αμφότεροι περί συστάσεως δύο κεντρικών Αρχών καθ' όλην την στερεάν Ελλάδα, και περί εκλογής πληρεξουσίων διά την εν Πελοποννήσω συγκροτηθησομένην όσον ούπω εθνικήν συνέλευσιν.