Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 9
Αλλ' ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων, ο δώσας άλλοτε δείγματα της εις την υψηλήν Πύλην αφοσιώσεώς του, αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του, ας διάφοροι κακότροποι και αναίσθητοι, παρασυρόμενοι υπό χιμερικών και διαβολικών ελπίδων, διήγειραν· και χρέος του ήτο να διδάξη τους απλούς, ότι το τόλμημα ήτο μάταιον και ατελεσφόρητον· διότι τα κακά διαβούλια δεν είναι δυνατόν ποτε να ευδοκιμήσωσι κατά της μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας, αίτινες έλαβαν ύπαρξιν θεόθεν προ υπερχιλίων ετών, και θα διατηρηθούν μέχρι της συντελείας του αιώνος καθώς μας βεβαιούν αι αποκαλύψεις και τα θαύματα· αλλ' εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνον δεν ειδοποίησεν ουδ' επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ ε ν α ήτο και αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως, και αδύνατον να μη αφανισθή και πέση εις την οργήν του Θεού όλον σχεδόν το έθνος των Ελλήνων, αν και εν αυτώ είναι και πολλοί αθώοι.
Καθ' ον καιρόν εγνώσθη η αποστασία, η υψηλή Πύλη, συμπάθειαν λαβούσα προς τους αθλίους ραγιάδας της, ησχολήθη να επαναφέρη τους πλανηθέντας διά της γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και επί τω σκοπώ τούτω εξέδωκε πρόσταγμα διατάττουσα και συμβουλεύουσα τον πατριάρχην τα δέοντα, και προσκαλούσα αυτόν ν' αφορίση όλους τους αποστατήσαντας ραγιάδας όπου και αν ήσαν αλλ', αντί να δαμάση τους αποστάτας και δώση πρώτος το παράδειγμα της εις τα καθήκοντα επιστροφής των, ο άπιστος ούτος έγεινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών ταραχών. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη εν Πελοποννήσω, και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι ο αίτιος του θεία βοηθεία επικειμένου παντελούς αφανισμού των αποπλανηθέντων ραγιάδων.
Επειδή πανταχόθεν εβεβαιώθημεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον αυτού του έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης, και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».
Δύο αιτίαι της καταδίκης του πατριάρχου αναφέρονται εν τω εγγράφω τούτω· η μεν «ότι δεν εκίνησε τα πνευματικά του όπλα κατά των αποστατών»· η δε «ότι και αυτός ήτο συμμέτοχος της αποστασίας».
Ολίγον ανωτέρω διηγήθημεν, ότι επί τη προτάσει της Πύλης και τους αρχιαποστάτας ο πατριάρχης αφώρισε και ανεθεμάτισε, και τους υπό την ποιμαντορίαν του λαούς εις την προτέραν των προς τον σουλτάνον υποταγήν ανεκάλεσε, και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου απέλυσε. Σώζονται δε και τα περί ων ο λόγος συνοδικά έγγραφα, ώστε η αιτία αύτη στηλιτεύεται εξ αυτών των πραγμάτων πάντη ψευδής. Πάντη αναπόδεικτος και ανυπόστατος είναι και η άλλη αιτία, δηλαδή, ότι ο πατριάρχης ήτο συμμέτοχος της αποστασίας. Τρία τινά επιφέρει το έγγραφον εις απόδειξιν της αιτίας ταύτης, «ότι ο καταδικασθείς εις θάνατον ήτο καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ ε ν α μυστικός συμμέτοχος της αποστασίας, ότι η Πύλη π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η περί της ενοχής του, και ότι ε γ ε ν ν ή θ η - εν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω όπου κατά πρώτον εξερράγη η επανάστασις».
Προς Θεού! οι λόγοι ούτοι «κ α θ' ό λ α - τ α - φ α ι ν ό μ εν α, —π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η,—ε γ ε ν ν ή θ η - ε ν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω», είναι λόγοι σπουδαίοι; είναι αποδείξεις; δικαιούν τοιούτον τόλμημα; Αν είχεν η Πύλη αποδείξεις της ενοχής του θύματός της, ως διετείνετο, διατί δεν τας εδημοσίευε; διατί δεν τας εκοινοποίει ταις πρεσβείαις κατά την ρητήν αξίωσιν του παρ' αυτή πρέσβεως του αυτοκράτορος της Ρωσσίας εις δικαιολογίαν της και αποτροπήν τόσων δεινών εξ ων περιεστοιχίζετο; Οι λόγοι ούτοι δεν αποδεικνύουν μάλλον το μέγα ανόμημα του τιμωρήσαντος ή το μέγα έγκλημα του τιμωρηθέντος; Ο πατριάρχης εγνώριζεν αναμφιβόλως τα της Εταιρίας, ουδ' ήτο δυνατόν ν' αγνοή ο πνευματικός πατήρ όλων των Ελλήνων ό,τι πλήθη πάσης τάξεως εγνώριζαν· αλλ' εταίρος, ό εστι συνωμότης κατά της τουρκικής εξουσίας, δεν ήτο· και όχι μόνον ουδόλως εθάρρυνε την ελληνικήν εθνεγερσίαν, αλλά και πάντοτε απέτρεπε τους προς ους διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών εθνοφθόρον το τοιούτον τόλμημα, και τον προς ον έτεινε σκοπόν ανεπίτευκτον. Μάρτυρες των λεγομένων είναι οι αυτήκοοι των λόγων του αγίου ανδρός, ων την αξιόπιστον μαρτυρίαν παρελάβαμεν και ημείς εκ του στόματος αυτών, και παραδίδομεν όπως την παρελάβαμεν εις την ιστορίαν· δεν κατεμήνυσε δε όσα πνευματικώ τω τρόπω εγνώριζε, διότι εθεώρησεν αναμφιβόλως την καταμήνυσιν και αναξίαν του χαρακτήρος του, και εναντίαν του πνευματικού καθήκοντός του, και ικανήν να προκαλέση τον όλεθρον των ομογενών του ενόχων και μη.
Επί ταύταις ταις αιτίαις εξετελέσθη η καταπλήξασα και καταταράξασα τον χριστιανικόν όλον κόσμον μιαιοφονία του αρχηγού της Ανατολικής Εκκλησίας το εβδομηκοστόν έτος διανύοντος.
Τούτου δε γενομένου, ανεχώρησαν εκ των πατριαρχείων ο μέγας διερμηνεύς, ο γραμματεύς και οι λοιποί. Το δε δειλινόν της αυτής ημέρας ο Μπεντερλή - Αλήπασας, ο προ ολίγου διορισθείς αρχιβεζίρης (στ), διέβη διά του Φαναρίου μεθ' ενός μόνου υπασπιστού, και εκάθησε πέντ' έξ λεπτά αντικρύ του κρεμαμένου πατριάρχου, θεωρών αυτόν και λαλών προς τον υπασπιστήν του. Διέβη εκείθεν μετά μίαν ώραν παρενδεδυμένος και ο σουλτάνος και έρριψε και αυτός το βλέμμα επί τον πατριάρχην. Τρεις ημέρας έμεινε το λείψανον κρεμάμενον· την δε τετάρτην το καθείλεν ο αγχονιστής επί σκοπώ να το ρίψη εις την θάλασσαν, διότι οι κατά διαταγήν της εξουσίας κρεμάμενοι ή αποκεφαλιζόμενοι δεν αξιούνται ταφής. Ήλθαν τότε προς τον αγχονιστήν Εβραίοι και λαβόντες την άδειάν του, κατά τινας δε και φιλοδωρήσαντες αυτόν, έδεσαν τους πόδας του λειψάνου, το έσυραν από των πατριαρχείων μέχρι του αιγιαλού του Φαναρίου χλευάζοντες και βλασφημούντες, και το έρριψαν εις την θάλασσαν εγχειρίσαντες το σχοινίον τω αγχονιστή, αναμένοντι εν πλοιαρίω. Απομακρυνθείς ούτος της ξηράς σύρων και το επί της θαλάσσης λείψανον, και φθάσας εν μέσω του κερατίου κόλπου μεταξύ Φαναρίου και ναυστάθμου απήρτησεν από του λειψάνου πέτραν εις καταποντισμόν του· αλλά το λείψανον δεν συγκατεποντίσθη, διότι δεν ήτο η πέτρα ικανώς βαρεία. Επέστρεψε τότε ο αγχονιστής εις την ξηράν, και λαβών άλλας δύο πέτρας επανήλθεν όπου εκυματίζετο το λείψανον, προσεπισυνέδεσε και αυτάς, το ελόγχευσε δις και τρις εις απορρόφησιν νερού, και ούτω κατεβυθίσθη. Μεθ' ικανάς δε ημέρας ανεφάνη προς τον Γαλατάν μεταξύ δύο πλοίων ελλιμενιζόντων έμπροσθεν του Καρακιοΐου, του μεν σλαβονικού του δε κεφαλληναίου. Πρώτος ο Σλαβόνος πλοίαρχος είδε το λείψανον, και το εσκέπασεν επιρρίψας ψάθαν, επί σκοπώ, όταν νυκτώση, να το ανελκύση και το θάψη ούτινος και αν ήτον ως φιλόχριστος. Γενομένης δε εσπέρας, επρόλαβεν ο άλλος πλοίαρχος, ο Κεφαλλήν, Σκλάβος ονόματι, και το ανείλκυσεν· ιδών δε εκ της γενειάδος και της αξυρίστου κεφαλής, ότι ήτο λείψανον ιερωμένου, έφερε την επαύριον εις το πλοίον τινας έξωθεν κρυφίως, και βεβαιωθείς ότι ήτο του πατριάρχου, το εσαβάνωσε, το μετεκόμισεν εις Οδησσόν, και το απέθεσεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω. Εξετασθέν δε αυτόθι και εκ δευτέρου κατά διαταγήν του διοικητού απεδείχθη και τότε ότι ήτο τω όντι το του πατριάρχου.
Δοθείσης δε της ειδήσεως εις Πετρούπολιν, εξεδόθη διάταγμα ίνα αποδοθώσιν εις τον νεκρόν δημοσίως όλαι αι προσήκουσαι τιμαί. Συνέδραμε και η ιερά σύνοδος της Ρωσσίας εις την εκκλησιαστικήν λαμπρότητα της κηδείας, και την 17 Ιουνίου συνήχθησαν εις το λοιμοκαθαρτήριον αι πολιτικαί και στρατιωτικαί Αρχαί του τόπου, οι δύο μητροπολίται ο Σιλιστρίας Κύριλλος και ο Ιεροπόλεως Γρηγόριος, ο επίσκοπος Μπεντερίου και Ακερμανίου Δημήτριος, ο κλήρος όλης της επαρχίας, οι δυστυχείς πρόσφυγες Έλληνες και μέγα πλήθος λαού, και υπό τον νεκρώσιμον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, των ψαλμωδιών, των πυροβόλων, της στρατιωτικής μουσικής, και υπό τας αδιαλείπτους εις τον Ύψιστον ευχάς, συνώδευσαν το ιερόν λείψανον αλώβητον και άοδμον εις την μητρόπολιν της Οδησσού, όπου διέμεινε τριήμερον μέχρι της 19, καθ' ην, αφ' ού εψάλη πάλιν η νεκρώσιμος ακολουθία, και εξεφωνήθη παρά του ιεροκήρυκος του οικουμενικού πατριαρχείου Κωνσταντίνου Οικονόμου κατανυκτικός λόγος, μετεκομίσθη εν μεγάλη και αύθις πομπή και παρατάξει εις την εκκλησίαν των Ελλήνων, και απετέθη εν μ ν ή μ α τ ι - κ α ι ν ώ εντός του αγίου βήματος προς την αρκτικήν πλευράν της αγίας τραπέζης ως λείψανον ιερομάρτυρος.
«Τοιουτοτρόπως», λέγει η ημιεπίσημος εφημερίς της Πετρουπόλεως, «απεδόθησαν, κατ' επιταγήν του ευλαβεστάτου αυτοκράτορος πασών των Ρωσσιών Αλεξάνδρου του α', αι νενομισμέναι τιμαί της πίστεως και της χριστιανικής αγάπης εις τον Γρηγόριον, τον άγιον πατριάρχην της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας των Ελλήνων, τον υπομείναντα τον θάνατον του μαρτυρίου».
Απρίλιος Την αυτήν δε κυριακήν του Πάσχα εκρέμασεν η Πύλη και τρεις των φυλακισθέντων αρχιερέων, τον Εφέσου, τον Αγχιάλου και τον Νικομηδείας. Ο τελευταίος ούτος, υπέργηρως ων, πριν φθάση εις τον τόπον της ποινής, πεσών κατά γης εξεψύχησεν, αλλά και νεκρός εκρεμάσθη· τόσον δε ελύσσων οι Τούρκοι, κατ' εκείνας τας ημέρας, ώστε όχι μόνον εφόνευαν σωρηδόν αυθαιρέτως και αφόβως όσους απήντων Έλληνας, αλλά και, ως αν δεν ήρκουν εις χορτασμόν τα αίματα των ζώντων, επιστόλιζαν, περιφερόμενοι αχαλινώτως, και αυτούς τους κρεμαμένους, και διεμέλιζαν και τους επί γης νεκρούς. Περιήρχοντο δε τας οδούς καί τινες ζητούντες αντιμισθίαν εις απαγωγήν των εν αυταίς πτωμάτων. Ουδαμού δε της πόλεως ετόλμα Χριστιανός να φανή, ή των παραθύρων να προκύψη. Η Κωνσταντινούπολις εφαίνετο μάλλον καταγώγιον ληστών και αιμοβόρων θηρίων, ή καθέδρα βασιλέως και διαμονή ευρωπαίων πρέσβεων. Πολλοί των Ελλήνων εδραπέτευαν και κατέφευγαν υπό την γενναίαν και φιλόχριστον περίθαλψιν της Ρωσσίας εις ξένην γην αφανείς και γυμνοί οι πρώην επιφανείς και βαθύπλουτοι.
Ο μανιώδης όχλος της Κωνσταντινουπόλεως εξεμάνη και κατ' αυτών των ιερών ναών των Χριστιανών. Την 22 συνήχθησαν προς τα χαράγματα νεανίαι Τούρκοι κατά το Εδρηνέκαπη, ηνώθησαν καί τινες ηλικιωμένοι, και εισήλθαν όλοι εις την εκεί εκκλησίαν διά της βίας, εσύντριψαν τα στασίδια και ήρπασαν τα ασημικά, τα σκεύη της και τα άμφια των εφημερίων της. Παρεκάθητο φυλακή και τους είδεν, αλλ' ούτε τους επέπληξεν, ούτε τους εμπόδισεν. Θαρρυνθέντες οι άτακτοι, συμπαραλαβόντες και άλλους ομοίους των, και φέροντες επί δοκαρίων εν είδει σημαιών τα φελώνια, τα επιτραχήλια, και άλλα ιερά άμφια, αλαλάζοντες και χλευάζοντες υπήγαν εις την εκκλησίαν του Εγρίκαπη, όπου εσύντριψαν τους πολυελαίους, έρριψαν κατά γης τα εικονοστάσια, έσπασαν τας εικόνας, εποδοπάτησαν τα ιερά σκεύη, και ήρπασαν τα ασημικά· εκείθεν μετέβησαν εις τας εκκλησίας της Παναγίας του Μουχλιού, της Ξυλόπορτας, του πατριαρχείου του αγίου Τάφου και του αγίου Ιωάννου του Μπαλατά αθεμιτουργούντες· εκείθεν εκίνησαν προς την του οικουμενικού πατριαρχείου, όπου φθάσαντες ηύραν τας πύλας κλειστάς και δεν ηδυνήθησαν να τας ανοίξωσιν ούσας σιδηράς· δύο δε εφημερίους, παρευρεθέντας εν τη αυλή του πατριαρχείου, οι μανιώδεις ούτοι εσκότωσαν. Το συμβάν τούτο ιδούσαι γυναίκες εκ των πέριξ οικιών ήρχισαν να ολολύζωσιν υποθέσασαι, ότι η Πύλη απεφάσισε γενικήν σφαγήν, ως εψιθυρίζετο· γενικός δε φόβος κατέλαβεν όλην την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του Φαναρίου, ώστε δεν ηκούοντο ειμή ολολυγμοί Χριστιανών, και στασιώδεις και φονικαί κραυγαί υπερδιακοσίων Τούρκων. Οι Τούρκοι, μη δυνηθέντες να εισέλθωσιν εις την εκκλησίαν, ώρμησαν εις τα πατριαρχεία και τα εγύμνωσαν· οι δε ευρεθέντες εν αυτοίς καλόγηροι διεσκορπίσθησαν, και πολλοί ανέβησαν επί της στέγης καταφεύγοντες εις τας όπισθεν οθωμανικάς οικίας. Ο δε νεοχειροτόνητος πατριάρχης κατέφυγε προς το μέρος του κοινού του πατριαρχείου, όπου ευρόντες τον οι κακούργοι, οι μεν τον ύβριζαν και τον εφοβέριζαν, οι δε τον επροστάτευαν λέγοντες, ότι ήτο πιστός· τον συνώδευσαν δε και εις την αστυνομίαν του Φαναρίου όπου ηύρεν επί τέλους άσυλον. Αι σκηναί αύται ήρχισαν περί τον όρθρον, και μόλις έπαυσαν την δ' ώραν μετά μεσημβρίαν διά της ενόπλου επεμβάσεως του γενιτσάραγα. Την δ' επιούσαν η εξουσία έστειλεν εις το πατριαρχείον όσα των διαρπαγέντων εδυνήθη να διασώση.
Μαινόμενος ο όχλος κατηδάφισε και την εκκλησίαν της Παναγίας του Μπαλουκλή διαφερόντως τιμωμένην διά το εν αυτή αγίασμα.
Μάιος Η λύσσα δε της εξουσίας δεν ήτο μετριωτέρα της του όχλου. Αν και εφάνη ότι απεδοκίμαζε τας προϊστορηθείσας κατά των ιερών ναών του όχλου πράξεις, ούτε τινά των ατάκτων επαίδευσεν, ούτε αύτη έπαυσε χέουσα, ως και πρότερον, το αίμα του κλήρου και των κοσμικών. Εν ώ δε έφριττεν όλη η Ευρώπη δι' όσας προανεφέραμεν μιαιφόνους πράξεις της τουρκικής εξουσίας, ο σουλτάνος εκάθηρε τον αρχιβεζύρην Μπεντερλή - Αλήπασαν διότι, ως διελάμβανε το έγγραφον της καθαιρέσεως (ζ), ε φ ε ί δ ε τ ο - τ ο υ - α ί μ α τ ο ς - τ ω ν - Ε λ λ ή ν ω ν, και αντικατέστησε τον Σαλήχπασαν. Την τρίτην δε του Μαΐου, ό εστι, την ημέραν του διορισμού του νέου αρχιβεζύρη, και την δωδεκάτην αφ' ης εβεβηλώθησαν οι ναοί και εχλευάσθησαν πανδήμως τα ιερά, απεκεφάλισεν η Πύλη τον υπερεκατονταετή επίσκοπον Μυριουπόλεως, και τον εννεακαιδεκαετή υιόν του πρώτου άρχοντος της Ροδοστού. Την δε επαύριον διέταξε να κρεμασθώσι και οι λοιποί φυλακισθέντες αρχιερείς, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι ούτοι αρχιερείς, εν ώ μετεκομίζοντο εις τον τόπον της ποινής εντός ενός και του αυτού πλοιαρίου, προητοιμάσθησαν πλήρεις πίστεως και ευλαβείας εις αποβίωσιν, έψαλαν οι ίδιοι την νεκρώσιμον ακολουθίαν, ικέτευσαν τον Θεόν των πνευμάτων και πάσης σαρκός υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών, και ευλόγησαν αλλήλους ειπόντες το «Μακαρία η οδός ή πορεύη σήμερον». Αφού δε προσώρμισε το φέρον αυτούς πλοιάριον εις το Αρναούτκιοϊ, ο αγχονιστής, συμπλωτήρ και αυτός, διέταξε τον Τυρνόβου ν' αποβή και να τον παρακολουθήση. Ο Τυρνόβου κλίνας την κεφαλήν απεχαιρέτισε τους εν τω πλοιαρίω συναδέλφους και συλλειτουργούς, τους ησπάσθη τον τελευταίον ασπασμόν, τοις είπεν εν συντριβή καρδίας «κ α λ ή - α ν τ ά μ ω σ ι ς - α δ ε λ φ ο ί - ε ι ς - τ η ν - ά λ λ η ν - ζ ω ή ν», και παρακολουθήσας τον αγχονιστήν εκρεμάσθη από του ανωφλίου της οικίας παρακειμένου τινός κουρείου. Ο δε μέλας την μορφήν καθώς και την καρδίαν αγχονιστής, επανελθών εις το πλοιάριον, μετέφερε τα εν αυτώ απολειφθέντα θύματα εις Μέγα-ρεύμα όπου εκρέμασε τον Αδριανουπόλεως· εκείθεν μετέβη εις Νεοχώρι όπου εκρέμασε τον Θεσσαλονίκης, κακείθεν εις Θεραπεία προς ποινήν του Δέρκων. Ο υπέργηρως ούτος αρχιερεύς, ο υπέρ πάντα άλλον τιμώμενος διά την εμβρίθειαν, την πολλήν ελευθεροστομίαν και την γενναιοκαρδίαν του, φθάσας εις τον πυλώνα της μητροπόλεως του όπου έμελλε να κρεμασθή, εζήτησεν άδειαν να προσευχηθή, προσευχήθη, παρεκάλεσε τον αγχονιστήν να μη του δέση τας χείρας, και λαβών ην εκράτει εκείνος θηλειάν, την ευλόγησε τρις σταυροειδώς εκφωνήσας το «ε ι ς - τ ο - ό ν ο μ α - τ ο υ - Π α τ ρ ό ς - κ α ι - τ ο υ - Υ ι ο ύ - κ α ι - τ ο υ - α γ ί ο υ - Π ν ε ύ μ α τ ο ς», και στραφείς προς τον αγχονιστήν, είπε βαρεία τη Φωνή, «ε κ τ έ λ ε σ ε - τ η ν - ε ν τ ο λ ή ν - τ ο υ - α σ ε β ο ύ ς - κ υ ρ ί ο υ - σ ο υ». Είπε, και η εντολή του ασεβούς εξετελέσθη.
Την αυτήν ημέραν εκρέμασεν η Πύλη και τον πιστόν αρχιδιάκονον του πατριάρχου Γρηγορίου, Νικηφόρον, καί τινας κοσμικούς· μαθούσα δε, ότι και οι εν τω στόλω υπηρετούντες Υδραίοι εβουλεύοντο τον εμπρησμόν του, τον μεν αρχηγόν αυτών Κωνσταντίνον Γκιούστον και τους συν αυτώ αδελφούς και συγγενείς του απεκεφάλισεν επί της δεξαμενής του ναυστάθμου, τους δε λοιπούς τους μεν εκρέμασε, τους δε έπνιξε. Μεληδόν κατέκοψεν επί της ακτής του ναυστάθμου μετά τινας ημέρας και τον διερμηνέα του στόλου, Νικόλαον Μουρούζην, νεώτερον αδελφόν του προαποκεφαλισθέντος μεγάλου διερμηνέως. Εν μέσω δε των μεγίστων τούτων κακών, πολλοί εξωρίζοντο, αλλά και εν τη εξορία κατέστρεψεν η Πύλη τινάς των επισημοτέρων εν οις και τον προ ολίγου αυθέντην της Βλαχίας αναδειχθέντα Σκαρλάτον Καλλιμάχην. Εγίνοντο δε και φόνοι, άλλοι αντ' άλλων, παρά την διαταγήν και εις εμπαιγμόν αυτής της Πύλης.
Εκ των εξορισθέντων ήσαν και ο πρώην μέγας διερμηνεύς Γιάγκος Καλλιμάχης, ο Ευστάθιος Αγάς και ο Γεώργιος Βογορίδης. Η Πύλη διέταξε ν' αποκεφαλισθώσιν οι τρεις ούτοι. Φθάσας ο δήμιος εις Καισάρειαν, απεκεφάλισε τον Γιάγκον Καλλιμάχην· αλλά μη ευρών τους δύο άλλους, και οφείλων να φέρη τρεις κεφάλας εις Κωνσταντινούπολιν, συναπεκεφάλισε τους δύο υπηρέτας του Γιάγχου Καλλιμάχη, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν τας κεφαλάς αυτών, ως κεφαλάς του Άγα και του Βογορίδου. Και ο μεν Βογορίδης απέθανεν εν τη εξορία μετά ταύτα· ο δε Άγας, ο λογιζόμενος μεταξύ των νεκρών, εξεφανερώθη μετά την κάθοδον των εξορίστων εν μέσω των ζώντων, και εξετάσεως γενομένης, ανεκαλύφθη και απεδείχθη το ανοσιούργημα του δημίου.
Εν ώ δε οι φόνοι ήσαν αδιάλειπτοι εντός της βασιλευούσης, ουδένα Έλληνα άφινεν η εξουσία να φύγη εκείθεν. Επ' αυτώ τούτω ανεγνώσθη την 8 φιρμάνι εν τω πατριαρχείω διατάττον τον πατριάρχην να προσκαλέση πάντας τους ομοπίστους του ραγιάδας, και να λάβη εγγύησιν της μη φυγής των εκ Κωνσταντινουπόλεως· να τους υποχρεώση δε και να αλληλεγγυώνται πέντε συνάμα, ώστε, αν είς εκ των πέντε έφευγεν, οι λοιποί τέσσαρες να ήναι ένοχοι θανάτου. Τοιουτοτρόπως οι εν τη βασιλευούση δυστυχείς Έλληνες εκινδύνευαν πάντοτε· διότι ή εφονεύοντο αν δεν έφευγαν, ή αν έφευγεν είς εκινδύνευαν να φονευθώσι τέσσαρες αντ' αυτού.
Παύοντες την αιμοσταγή διήγησιν των τραγικών συμβάντων εν Κωνσταντινουπόλει, εν η και μόνη δεκαχισχίλιοι Χριστιανοί εθυσιάσθησαν, δεν δυνάμεθα να μη θαυμάσωμεν τον μέγαν χαρακτήρα, ον ο κλήρος, ο θείος τω όντι κλήρος, και οι άρχοντες επί της καταδιώξεώς των έδειξαν. Εν μέσω των δεσμών και των βασάνων, κατέμπροσθεν της επονειδίστου αγχόνης και υπό την ανθρωποκτόνον αξίνην, πολλοί εξ αυτών παρωρμώντο ν' αρνηθώσι τον Χριστόν προς διαφύλαξιν της ζωής και απόλαυσιν πολλών άλλων επιγείων αγαθών, αλλ' όλοι μέχρις ενός επροτίμησαν τας βασάνους και τον θάνατον.
Ότε εν τη βασιλική καθέδρα εχέετο ποταμηδόν και ανηλεώς το αίμα του ιερού κλήρου, των αρχόντων, των εμπόρων, των τεχνιτών και αυτού του όχλου· ότε διά μόνης της φυγής, και αυτής επί θανατική ποινή απηγορευμένης, οι μεν άνδρες ήλπιζαν ν' αποφύγωσι τας βασάνους και τον θάνατον, αι δε γυναίκες την ατιμίαν· ότε τα άγια των αγίων εμιαίνοντο, και ό,τι εσέβετο και επροσκύνει ο Χριστιανός εσυντρίβετο, εποδοπατείτο ή εχλευάζετο· ότε αι οικίαι επατούντο και αι ιδιοκτησίας ηρπάζοντο· ότε όλα ταύτα επράττοντο υπό τας όψεις των αντιπροσώπων των ευρωπαϊκών αυλών και τα πλείστα διά των διαταγών αυτού του σουλτάνου, εύκολον είναι να συμπεράνη τις τας αιματοχυσίας και τα παντός είδους παθήματα των δυστυχών Ελλήνων κατά τα άλλα μέρη της τουρκικής αυτοκρατορίας. Όπου Τούρκοι και Έλληνες, εκεί και σφαγαί και αρπαγαί και ατιμίαι· εκορυφούντο δε τα κακά ταύτα όπου τυχόν συνηθροίζοντο και στρατεύματα.