Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 8

Chapter 824 wordsPublic domain

Ο δε Κολοκοτρώνης, ο καθήμενος και καιροφυλακτών εν τη Μάνη, εθεωρείτο δικαίως ως έν των στοιχείων της πελοποννησιακής επαναστάσεως διά την πολεμικήν εμπειρίαν και φήμην του. Ούτος συνώδευσε τους Μανιάτας κατελθόντας εις Καλαμάταν· εκείθεν, λαβών υπό την οδηγίαν του 300 εξ αυτών, εστράτευσε την 24 προς την Σκάλαν, 4 ώρας απέχουσαν της Καλαμάτας. Ο ενθουσιασμός των Χριστιανών επί της πορείας αυτού ήτο μέγας. Άνδρες και γυναίκες τον υπεδέχοντο διαβαίνοντα ευφημούντες· οι δε ιερείς τον προϋπήντων φέροντες εικόνας και θυμιάματα και ψάλλοντες το «Δ ό ξ α - ε ν - υ ψ ί σ τ ο ι ς - Θ ε ώ». Ο Κολοκοτρώνης φθάσας το εσπέρας εις Σκάλαν έμαθεν, ότι οι Καρυτινοί Τούρκοι και ο διοικητής των Εμβλακίκων Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθησαν εν τω παλαιοφρουρίω της κώμης εκείνης εκτός ολίγων απομεινάντων εν τη κώμη. Προχωρήσας εκείθεν, διεγείρων παντού τον λαόν, βαρρύνων αυτόν κατά των Τούρκων, και στρατολογών εκ των συμπατριωτών του Καρυτινών, έφθασε την επαύριον εις Τετέμπεη, χωρίον μεταξύ Λεονταρίου και Καρυταίνης, όπου τω εδόθη γράμμα ευρεθέν παρά τινι πεζώ στελλομένω παρά των Φαναριτών Τούρκων προς τους Καρυτινούς και συλληφθέντι. Το γράμμα τούτο έλεγεν, ότι οι Φαναρίται θα διέβαιναν την επαύριον διά της Καρυταίνης, και ότι ήλπιζαν να εύρωσιν έτοιμους και τους εκεί Τούρκους προς ασφαλή συμπορείαν εις Τριπολιτσάν, διότι ο Κολοκοτρώνης εστράτευσε μετά πολλών χιλιάδων Μανιατών επί σκοπώ να τους κτυπήση, καθ' οδόν. Επί τη ειδήσει ταύτη ο Κολοκοτρώνης κατέλαβε την επιούσαν την δίοδον· αλλά, μη φανέντων των εχθρών, επορεύθη προς την Καρύταιναν, εξ ης οι εναπομείναντες ολίγοι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν ερχόμενον, έφυγαν ησύχως και εκλείσθησαν και αυτοί εν τω παλαιοφρουρίω των.

Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης, αφήσας ολίγους συντρόφους του εν τη κώμην, μετέβη τα χαράγματα εις το προς τον άγιον Αθανάσιον στενόν, παραφυλάττων τους αναμενομένους εχθρούς. Οι εχθροί εφάνησαν μετ' ολίγον ερχόμενοι και αποτελούντες μακράν γραμμήν εξ αιτίας του πλήθους των φορτωμάτων και της στενοτοπίας. Ιδόντες δε μακρόθεν ότι οι Έλληνες προκατέλαβαν την δίοδον, ήλθαν έμπροσθεν όλοι οι ένοπλοι, και πλησιάσαντες εμάχοντο έξ ώρας. Αύτη ήτον η πρώτη εν τάξει μάχη της πελοποννησιακής επαναστάσεως μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, και συνεκροτήθη κατά τύχην υπό τον πολέμαρχον της Πελοποννήσου, Κολοκοτρώνην. Οι Τούρκοι επολέμησαν γενναίως εις σωτηρίαν των γυναικών και τέκνων, και εις διαφύλαξιν της περιουσίας των. Οι Μανιάται διέπρεψαν επίσης πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς· μέχρι δε της μεσημβρίας εσκοτώθησαν 15 Τούρκοι και 6 Μανιάται· επληγώθησαν και εκ των αρχηγών αυτών ο Βοϊδής, και ο Δουράκης Οι Μανιάται καταναλώσαντες περί την μεσημβρίαν τα φυσέκιά των, αφήκαν ην έως τότε κατείχαν θέσιν και απεσύρθησαν είς τι παρακείμενον πετρώδες ύψωμα παρά την γέφυραν του ποταμού· τινές δε αυτών ανεχώρησαν συνοδεύοντες τους πληγωθέντας εις τα ίδια. Οι Τούρκοι διέβησαν την εγκαταλειφθείσαν θέσιν, και συναχθέντες όλοι εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί, επροχώρουν εις την γέφυραν· αλλ' οι επί του υψώματος ολίγοι Έλληνες, προμηθευθέντες πολεμοφοδίων, δεν τους αφήκαν να περάσωσι τουφεκίζοντές τους. Τότε οι Τούρκοι ωπισθοδρόμησαν, επανήλθον εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί, επί σκοπώ να περάσωσι διά τον προς του Χαλούλαγα καλοκαιρινού πόρου· αλλ' έφθασαν οι αδελφοί Πλαπούται, Γεωργάκης και Δημήτρης, μετά 400 και τους εκτύπησαν· τους εκτύπησαν τότε ενωθέντες μετά των περί τους Πλαπούτας αναφανδόν και οι υπό τον Νικολόν Ζαριφόπουλον και Τσανέτον Χριστόπουλον Φαναρίται, συνακολουθούντες εξ αρχής μακρόθεν τους συμπατριώτας των Τούρκους υπό πρόσχημα φίλων κατ' αίτησιν αυτών δι' ασφάλειάν των επί της πορείας. Επειδή δε μόνη σωτηρίας οδός ήτο η ποταμοπορία, ερρίφθησαν εις τον πόρον εν πρώτοις όλοι οι άοπλοι, αι γυναίκες και τα παιδία, άλλοι έφιπποι και άλλοι πεζοί· ερρίφθησαν και τα πλείστα των φορτηγών ζώων, οι δε οπλοφόροι έμειναν όπισθεν μαχόμενοι και υπερασπίζοντες την περαίωσιν. Εν ώ δε εποταμοπόρουν τουφεκιζόμενοι και φονευόμενοι, κατέβησαν οι εντόπιοι Τούρκοι άνωθεν του παλαιοφρουρίου, απεδίωξαν τους απομείναντας εν τη κώμη ολίγους Έλληνας, και ήλθαν παρά τας όχθας του ποταμού προστατεύοντες τους συναδέλφους των. Υπό τοιαύτας περιστάσεις διεπέρασαν οι δυστυχείς Φαναρίται τον Ρουφιάν. Εκατόν σχεδόν εσκοτώθησαν, πλειότεροι επνίγησαν, μάλιστα γυναίκες, παιδία και γέροντες, και πολλά ζώα εζωγρήθησαν. Επειδή δε δεν τους εχώρει όλους το παλαιοφρούριον, διέμειναν οι πλείστοι έξω συσσωρευτοί.

Το δε εσπέρας της αυτής ημέρας έφθασεν ο Ηλίας Μαυρομιχάλης μετά διακοσίων· έφθασε την επαύριον και ο Κανέλλος Δηληγιάννης μετ' άλλων τόσων· έφθασαν κατόπιν αυτών και άλλοι και πλήθη χωρικών· ώστε την 29 ήσαν έξωθεν της Καρυταίνης εξακισχίλιοι οπλοφόροι εκ διαφόρων επαρχιών. Και οι μεν Τούρκοι, φοβούμενοι να μείνωσι πλέον εν τη κώμη, κατέφυγαν όλοι περί το παλαιοφρούριον, όπου ούτε τροφή ούτε πόσις σχεδόν ήτον· οι δε Έλληνες κυκλώσαντες αυτούς ανέμεναν ώρα τη ώρα την παράδοσίν των. Τόσον δε τους εστενοχώρησαν και τους απήλπισαν, ώστε τους ηνάγκασαν να έλθωσιν εις συνθηκολογίαν.

Τοιουτοτρόπως οι κατοικούντες τας ατειχίστους πόλεις και τα χωρία της Πελοποννήσου Τούρκοι, κυριευθέντες υπό πανικού φόβου, εγκατέλειψαν τας εστίας των και συνεσωρεύθησαν εντός των φρουρίων εν διαστήματι τριών εβδομάδων, αφ' ού τρεις τέσσαρες οπλοφόροι Καλαβρυτινοί έστησαν ενέδραν. Μόνοι δε οι Λαλιώται, μέγα φρονούντες επί τη ανδρία των, διέμειναν τρεις μήνας εν τη κωμοπόλει των πλήρεις θάρρους και ελπίδων, λεηλατούντες και καταστρέφοντες τα περίχωρα.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'

&Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.&

Μάρτιος Η ΠΥΛΗ είχεν από τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας ιδέας περί της Εταιρίας και απέδιδεν ίσως την φαινομένην ανησυχίαν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας του αποστάτου Αλή· αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του Υψηλάντου, ων κομισταί ήσαν ο Ύππατρος και ο Αριστείδης, δεν αφήκαν αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του επαναστατικού κινήματος. Αλλά τόση ήτον η απάθειά της, ώστε, αν και τα περί ων ο λόγος γράμματα συνελήφθησαν περί τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, δεν έδωκε σημεία της συνήθους θηριώδους πολιτικής της ειμή αρχομένου του μαρτίου. Ό,τι δε, ως φαίνεται, την κατετάραξε και την ηρέθισεν υπέρμετρα ήτον η ανακάλυψις του σχεδίου των Φιλικών εις καταστροφήν της Κωνσταντινουπόλεως. Εξ αιτίας της ανακαλύψεως ταύτης εδόθη προσταγή να φύγωσιν εκείθεν όσοι των Ελλήνων δεν ήσαν εγκάτοικοι· έγειναν δε και κατ' οίκους έρευναι εις εύρεσιν κρυπτομένων, ως υπώπτευεν η Αρχή, όπλων και πολεμοφοδίων· παρετηρήθησαν και διάφορα μέρη της πόλεως, όπου εψιθυρίζετο ότι υπεσκάφθησαν υπόνομοι, εν οις άνθρωποι εκρύπτοντο, και όπλα απεταμιεύθησαν εις χρήσιν, δοθέντος του σημείου· τόσος φόβος και τρόμος κατέλαβε την Πύλην και εντεύθεν, φαίνεται, προήλθε κυρίως η άπληστος αιμάτων παραφροσύνη της. Το πρωί της 1 μαρτίου έφθασεν εκ Μολδαυίας έκτακτος ταχυδρόμος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της Ρωσσίας, όστις εκοινοποίησε τη Πύλη αυθημερόν τα κατά την 22 φεβρουαρίου εν τη ηγεμονεία εκείνη συμβάντα· αυθεσπερί δε τη εδόθη διά των τακτικών ταχυδρόμων η αυτή είδησις και κατ' ευθείαν. Την επαύριον έφυγαν κρυφίως συν γυναιξί και τέκνοις εις Οδησσόν οι επίτροποι του αυθέντου της Μολδαυίας, Νικόλαος Σούτσος αδελφός του και Ιωάννης Σχινάς εξ αδελφής γαμβρός του καί τινες άλλοι. Την 3 ανέγνωσεν ο μέγας διερμηνεύς εν τω οικουμενικώ πατριαρχείω φιρμάνι διελαμβάνον, ότι η υψηλή Πύλη, μαθούσα την κατά την Μολδαυίαν στάσιν τινών απονενοημένων τους ελυπείτο και παρεκίνει την Μεγάλην εκκλησίαν να συμβουλεύση τους υπό την ποιμαντορίαν της πιστούς υπηκόους της κραταιάς βασιλείας να μη αποπλανηθώσι και πέσωσιν εις την δικαίαν και αδυσώπητον αγανάκτησιν και αυτής και των πιστών Οθωμανών. Κατά την βασιλικήν ταύτην διαταγήν εξέδωκεν η Μεγάλη εκκλησία συνοδικά και πατριαρχικά έγγραφα (α) καταρωμένη και αφορίζουσα τον Υψηλάντην και τον Σούτσον ονομαστί, και παραινούσα πατρικώς τους λοιπούς Χριστιανούς όπως οι μεν πιστοί εμμείνωσι και του λοιπού εις την προς τον σουλτάνον πίστιν, οι δε αποπλανηθέντες επανέλθωσιν εις την προτέραν υποταγήν· απέλυσε δε και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου. Τα κεραυνοφόρα δε ταύτα έγγραφα υπεγράφησαν εις πλειοτέραν φρίκην επί της αγίας Τραπέζης και εστάλησαν δι' εξάρχων εις τας επαρχίας· και εν μεν ταις ηγεμονείαις έφεραν αποτέλεσμα, αλλ' όχι και εν τη Ελλάδι· τοιαύτα έγγραφα εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των κ λ ε π τ ώ ν· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως· διά τούτο ούτε αι εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν. Τινές δε των εν Κωνσταντινουπόλει βλέποντες την διαγωγήν της Πύλης προείδαν τι τοις έμελε· και ότι η φυγή ήτον η σωτηρία των. Την 5 έφυγεν ο πρώην αυθέντης Αλέξανδρος Χαντσερής πανοικί και κατέφυγεν εις Οδησσόν. Πανοικί έφυγαν την 6 και κατέφυγαν εις τον αυτόν τόπον και ο Γεώργιος υιός του πρώην αυθέντου Καρατσά, ο έμπορος Γεώργιος Χρηστόπουλος και άλλοι. Την 8 ανεγνώσθη μυστικόν φιρμάνι καθ' όλα τα ζαμία της Κωνσταντινουπόλεως, δι' ου παρηγγέλλοντο όλοι οι πιστοί να ήναι διά παντός άγρυπνοι και έτοιμοι προς αντίκρουσιν των εν τοις κόλποις του κράτους εμφωλευόντων εχθρών, και οι μη έχοντες όπλα ν' αγοράσωσι πωλούντες και αυτά τα σκεπάσματά των, διότι ο κίνδυνος ήτο περί των όλων (β). Την 9 διετάχθη ο οικουμενικός πατριάρχης διά φιρμανίου να στείλη εις την Πύλην τινάς των εγκρίτων αρχιερέων, χωρίς να αιτιολογηθή η διαταγή αύτη· εστάλησαν δε ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος ο και Πρώιος, και ο Αγχιάλου Ευγένιος. Παρασταθέντες οι αρχιερείς ούτοι ενώπιον του ρεήζ - εφέντη απεστάλησαν εις οθωμανικήν τινα οικίαν υπό φύλαξιν, έχοντες μεν τας αναπαύσεις των, αλλ' όχι και την άδειαν να βλέπωσιν άλλους ειμή τους διακόνους των ως υπηρέτας. Συγχρόνως η εξουσία έφερεν εις την βασιλεύουσαν πλήθος Ασιανών στρατιωτών και την 14 διέταξε να οπλισθώσι και όλοι οι εν Κωνσταντινουπόλει Οθωμανοί. Αφ' ού δε έστησε παντού φυλακάς, εκίνησεν αμέσως χείρα βαρείαν καν μιαιοφόνον καθ' όλων των σημαντικών Ελλήνων ανεξετάστως και ακρίτως· αι οικίαι και οι γυναικωνίται των επατήθησαν, αι φυλακαί εγέμισαν υπόπτων, αιμοχαρείς Ασιανοί σείοντες γυμνάς τας ρομφαίας και φρυάττοντες περιέτρεχαν πληθηδόν τας οδούς και τας αγοράς θύοντες και απολύοντες όσους του κοινού λαού απήντων, άνευ αδείας της κυβερνήσεως, αλλά και άνευ κωλύματος· η πολιτική δε λύσσα συνώμοσε μετά του θρησκευτικού φανατισμού κατά των αποστατών και των απίστων. Άνευ αποδείξεων ή ενδείξεων αλλ' επί απλή υποψία είλκυαν κατά διαταγήν της εξουσίας τους γνωστούς Χριστιανούς εις σφαγήν και εις αγχόνην· άλλους έσφαζαν επί των οδών, άλλους εκρέμων από των παραθύρων των οικιών των και έμπροσθεν των συγγενών των, άλλους παρέδιδαν εις τα βασανιστήρια· εκκλησίας εμίαιναν και εγύμνοναν, οικίας κατηδάφιζαν, περιουσίας εδήμευαν, γυναίκας και κοράσια ήρπαζαν, πλοία υπό Ευρωπαϊκήν σημαίαν επεσκέπτοντο, και τους εις αυτά καταφυγόντας Έλληνας έσυραν εις την ξηράν υπό τους οφθαλμούς των πρέσβεων.

Απρίλιος Το ξίφος του σουλτάνου έπεσεν εν πρώτοις επί την κεφαλήν των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων την 22, καθ' ην απεκεφαλίσθησαν ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος πρώην διερμηνεύς του στόλου και γαμβρός του Σκαναβή, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέκος υιός του Φωτεινού αρχιάτρου του αυθέντου της Μολδαυίας. Τα πρώτα ταύτα σφάγια της σουλτανικής μανίας διεδέχθησαν άλλα την 26 και 27, ήγουν ο Λεβίδης ο και Τσαλίκης, ο Στεργιαννάκης Τσουρπατσόγλους, τρεις καλόγηροι, τρεις ταχυδρόμοι του αυθέντου της Μολδαυίας και οκτώ άλλοι ολίγον γνωστοί. Την 3 απριλίου έφθασε ταχυδρόμος εξ Αθηνών αναγγέλλων δι' ων έφερε γραμμάτων, ότι απεστάτησεν όλη η Πελοπόννησος. Παράφρων έτι μάλλον έγεινεν ο σουλτάνος επί τη ειδήσει ταύτη, και ήρχισε να φονεύη απονώτερον.

Μέγας διερμηνεύς τω καιρώ εκείνω ήτον ο Κωστάκης Μουρούζης, ούτινος ο φιλογενέστατος οίκος διηνεκές και προσφιλές έργον είχε τον φωτισμόν των ομογενών του. Ο ανήρ ούτος, αν και κατείχεν υψηλήν θέσιν και υπό την μάχαιραν έκειτο του δημίου, εις ουδέν τα καθ' εαυτόν ελογίσθη προκειμένης της αναστάσεως της πατρίδος. Εν ώ δε εισήρχετο μίαν των ημερών εις την Πύλην κατά το σύνηθες, τω εδόθη παρά πάσαν προσδοκίαν γράμμα του Υψηλάντου λέγον τα κατά τας ηγεμονείας συμβάντα, και θαρρύνον αυτόν, ως μεμυημένον τα της Εταιρίας, εις τον αγώνα. Ο Μουρούζης λαβών τα γράμμα παρ' αγνώστου και ενώπιον πολλών, και νομίσας ότι δεν έπρεπε να το αποκρύψη μήπως κινήση υποψίας, το εκοινοποίησε τω ρεήζ - εφέντη αποδίδων αυτό εις ραδιουργίαν, και επανήλθεν εις την οικίαν του ανενόχλητος· αλλά την 4 μεταπεμφθείς παρά τω ρεήζ - εφέντη και αποσταλείς παρ' αυτού εις τον αρχιβεζύρην απήχθη εκείθεν εις το Μπάμπι - Χουμαϊούν, και εκεί απεκεφαλίσθη φορών την στολήν του. Την αυτήν ημέραν απεκεφάλισεν η Πύλη και τον Αντωνάκην Τσιράν έμπροσθεν της οικίας του· εκρέμασε και άλλους οκτώ εν οις και τον τραπεζίτην του πρώην αυθέντου Αλεξάνδρου Σούτσου Δημήτριον Παπαρρηγόπουλον από του παραθύρου της οικίας του· την δε επαύριον απεκεφάλισε τον γαμβρόν του Παπαρρηγοπούλου (γ) Δημήτριον Σκαναβήν, τον Παναγιωτάκην Τσιγκήν και τον πρώην διερμηνέα του στόλου Μιχαλάκην Χαντσερήν· εκρέμασε δε και τον Γεώργιον Μαυροκορδάτον και αυτόν από του παραθύρου της οικίας του (δ). Την 8 απεκεφάλισε τρεις νεροκράτας ως μελετώντας δήθεν να φαρμακεύσωσι τα νερά της βασιλευούσης. Την δε 9, ήτοι το μέγα σάββατον, απεκεφάλισε δύο εφημερίους της Μεγάλης εκκλησίας φύλακας της δομνίτσης Ευφροσύνης Μουρούζη φυγούσης. Την δε εσπέραν της αυτής ημέρας διεσκορπίσθησαν καθ' όλην την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του Φαναρίου, πεντακισχίλιοι ωπλισμένοι γενίτσαροι μηδενός ειδότος την αιτίαν. Οι γενίτσαροι περιεφέροντο όλην την νύκτα εις τας οδούς του Φαναρίου μέχρι της ενορίας του αγίου Δημητρίου της Ξυλόπορτας και του Μπαλατά μηδένα ενοχλούντες. Πρός δε το μεσονύκτιον έκραξεν ο κράχτης της εκκλησίας, και οι Χριστιανοί, αν και έμφοβοι, συνήλθαν ακωλύτως και ανενοχλήτως διά μέσου του πλήθους των γενιτσάρων εις την εκκλησίαν του πατριαρχείου. Ελειτούργησεν ο πατριάρχης μετά των δώδεκα αρχιερέων κατά την συνήθειαν, και, απολύσεως γενομένης, ανεχώρησαν όλοι εις τα ίδια ως και άλλοτε ανενόχλητοι. Ανέβη και ο πατριάρχης εις τα πατριαρχεία εν ώ ήρχιζε να φωτίζη. Αλλά, μόλις ανέβη, και ειδοποιήθη ότι ο Σταυράκης Αριστάρχης, ο διαδεχθείς την προτεραίαν τον αποκεφαλισθέντα μέγαν διερμηνέα Μουρούζην, ήρχετο εις το πατριαρχείον (ε). Ο πατριάρχης διέταξε να τον εισάξωσιν εις το ιδιαίτερον δωμάτιόν του· αλλ' ο Αριστάρχης απεκρίθη, ότι επροτίμα να εισαχθή κατ' ευθείαν εις το συνοδικόν, όπου και εισήχθη. Εισήχθη μετ' ολίγην ώραν εις το συνοδικόν καί τις οθωμανός γραμματεύς του ρεήζ - εφέντη, και μετ' αυτόν εισήλθε και ο πατριάρχης εις έντευξίν των. Αφ' ού δ' εχαιρετήθησαν και εκάθησαν και οι τρεις, ο μέγας διερμηνεύς είπεν, ότι ο γραμματεύς έφερε φιρμάνι και είχε διαταγήν να το αναγνώση αυθωρεί επί παρουσία των αρχιερέων, των προυχόντων και των αρχηγών των συντεχνιών. Ο πατριάρχης διέταξε να συνέλθωσιν οι ρηθέντες και εις επήκοον των συνελθόντων ανεγνώσθη το φιρμάνι λέγον, «Επειδή ο πατριάρχης Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου, αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του, και τω προσδιορίζεται διαμονή το Καδδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής». Μετά δε την ανάγνωσιν συνοδευόμενος ο πατριάρχης υπό του Νικηφόρου του πιστού του αρχιδιακόνου, απήχθη, παρά την φράσιν του φιρμανίου και κατά διαταγήν ως φαίνεται μυστικήν, εις το δεσμωτήριον του Μποσταντσήμπαση. Εξελθόντος δε του πατριάρχου εκ του συνοδικού, ανεγνώσθη άλλο φιρμάνι έχον ούτως. «Επειδή η υψηλή Πύλη δεν επιθυμεί να στερήση τους πιστούς της υπηκόους της πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειαν». Επί τη διαταγή ταύτη ήρχισεν η συζήτησις περί εκλογής πατριάρχου, σιωπώντων και του διερμηνέως και του γραμματέως, και απεφασίσθη ν' ανακληθή εις τον πατριαρχικόν θρόνον ο εν Αδριανουπόλει διαμένων πρώην πατριάρχης Κύριλλος· αλλ' ο γραμματεύς ακούσας την εκλογήν είπεν ότι δεν ήτο δεκτή απόντος του εκλεχθέντος, διότι η υψηλή Πύλη δεν επεθύμει κατά τας παρούσας περιστάσεις μηδέ μίαν ώραν να μένη ο πατριαρχικός θρόνος κενός, και απήτει να εκλέξωσιν εκ των παρόντων οποίον ήθελαν. Διά τον λόγον τούτον μετά δευτέραν μακράν και επίσης ανεπηρέαστον συζήτησιν έπεσεν η ψήφος επί τον Πεισιδίας Ευγένιον, ον ο μέγας διερμηνεύς και ο γραμματεύς απέστειλαν αμέσως εις την Πύλην κατά την συνήθειαν· ούτοι δε απέμειναν εν τω πατριαρχείω καθώς και όλοι οι συνελθόντες αναμένοντες την επάνοδόν του. Μετά παρέλευσιν δέ τινων ωρών επανήλθεν ο νέος πατριάρχης υπό λαμπροτέραν παρά την συνήθη πομπήν.

Διήρκει η περί ης ο λόγος τελετή, ότε εξήχθη της φυλακής ο Γρηγόριος, όστις νοήσας έκ τινων σημείων ότι ήγγιζεν η ώρα του θανάτου του, προητοιμάζετο αδιαλείπτως προσευχόμενος· εμβάς δε εις πλοιάριον απεβιβάσθη εις το παράλιον του Φαναρίου. Εκεί ατενίσας εις τον ουρανόν, όπου έμελλε ν' αναβή μετ' ολίγον, έκαμε τον σταυρόν του, εγονάτισε, και έκλινε την μιξότριχα κεφαλήν του υπό την μάχαιραν του δημίου· αλλ' ο δήμιος τον ανήγειρεν ειπών αυτώ να τον ακολουθήση, διότι δεν ήτον εκείνος ο τόπος της ποινής του. Οδεύοντες εκείθεν έφθασαν εις τα πατριαρχεία. Εκεί ο δήμιος τον εκρέμασε προσευχόμενον από του ανωφλίου της μεγάλης πύλης μετά την μεσημβρίαν της Κυριακής του Πάσχα· ώστε, καθ' ην ώραν εφήμιζαν άνωθεν του πατριαρχείου και επολυχρόνουν τον νέον πατριάρχην οι τρισάθλιοι Χριστιανοί ψάλλοντες το ε ι ς - π ο λ λ ά - έ τ η - δ έ σ π ο τ α, εκρεμάτο κάτωθεν ως ληστής και κακούργος ο προκάτοχος αυτού, όστις προ ολίγων ωρών, προσφέρων την αναίμακτον θυσίαν υπέρ των του λαού αγνοημάτων, ευλόγει τους πιστούς ασπαζομένους εν ευλαβεία και κατανύξει την εν τοις αγίοις των αγίων αγιασθείσαν και αγιάζουσαν δεξιάν του. Αι τελευταίαι στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν στιγμαί ακραιφνούς πίστεως και ανεξικακίας, οποίας προετοιμάζει ακηλίδωτος συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου ζωής και προσδοκία της μελλούσης. Το δε επί του λειψάνου έγγραφον της καταδίκης έλεγε τας αιτίας δι' ας εκρίθη άξιος θανάτου. Ιδού το έγγραφον, το τουρκιστί λεγόμενον «Γ ι α φ τ άς».

«Χρέος των αρχηγών των υπό την εξουσίαν μου διαφόρων λαών είναι να επαγρυπνώσι νύκτα και ημέραν τους υπό την οδηγίαν των, να παρατηρώσι την διαγωγήν των και ν' ανακαλύπτωσι και αναφέρωσιν εις την κυβέρνησίν μου τας αθεμίτους πράξεις των. Οι δε πατριάρχαι, ως αρχηγοί των ραγιάδων ζώντων εν ασφαλεία υπό την σκιάν της αυτοκρατορικής μου εξουσίας, οφείλουν να ήναι υπέρ πάντα άλλον ανεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί και ειλικρινείς. Έχοντες δε τας αρετάς ταύτας οφείλουν, οσάκις παρατηρήσουν κακάς κλίσεις του λαού των, να τας εμποδίζωσι δι' απειλών και συμβουλών, ή, αν αναγκαίον, και διά ποινών κατά τα έθιμα της θρησκείας των, και τοιουτοτρόπως να φαίνωνται ευγνώμονες εν μέρει προς την υψηλήν Πύλην δι' ας απολαμβάνουν χάριτας και ελευθερίας υπό την αγαθοποιόν σκιάν της.