Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 6

Chapter 65 wordsPublic domain

Τον δε νοέμβριον του αυτού έτους κατέβη εις την Πελοπόννησον ως ηγεμών αυτής ο Χουρσήδπασας, άνθρωπος μεγαλοπρεπής ως σουλτάνος, σκληροκάρδιος, πολυδάπανος ως ουδείς άλλος των ηγεμόνων της Πελοποννήσου και τρόμον τοις υπ' αυτόν εμπνέων (β)· διέπρεψε δε και επί των λαμπροτέρων υπουργιών του οθωμανικού κράτους και υπηρέτησε και ως μέγας βεζίρης· εστάλη δε εις την Πελοπόννησον κυρίως προς παρατήρησιν της πολιτικής καταστάσεως του τόπου και του πνεύματος των κατοίκων, και διετάχθη, αν εύρισκεν αφορμήν να υποπτεύση ότι εμελετάτο τι κατά του κράτους, να ενεργήση τρία τινά· την αφόπλισιν των Χριστιανών, την μετάπεμψιν εις Τριπολιτσάν των αρχιερέων και προεστώτων και την εισαγωγήν εις την Πελοπόννησον στρατευμάτων προς ενίσχυσιν της εξουσίας. Πολλά εθρυλλούντο κατά των Χριστιανών ότε έφθασεν ο Χουρσήδης εις την Πελοπόννησον· αλλ' αυτός ούτε πίστιν ούτε προσοχήν πολλήν έδωκε· και εκ τούτου φαίνεται, ότι η Πύλη είχε μέχρι τούδε απλάς μόνον υποψίας, αποδίδουσα ίσως και αύτη την φαινομένην ανησυχίαν και κίνησιν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας του αποστάτου Αλήπασα. Αλλ' ο άγριος χαρακτήρ του νέου τούτου ηγεμόνος, η αιμοβόρος διάθεσίς του και η δραστηριότης του διέσπειραν τόσον φόβον, ώστε η Πελοπόννησος ή δεν θα εκινείτο καθ' όλην την διάρκειαν της ηγεμονίας του, ή, αν εκινείτο, θ' απετύγχανεν αφεύκτως παρόντος αυτού. Αλλ' η Πύλη, δυσαρεστηθείσα επί τη διαγωγή του αρχηγού της κατά του Αλή εκστρατείας, ανέθεσε την αρχιστρατηγίαν εκείνην εις τον Χουρσήδην, όστις εξήλθε της Πελοποννήσου ολίγας εβδομάδας αφ' ού εισήλθεν. Εκλήθη εις την ηγεμονίαν ο οικείος του Κιοσέ Μεχμέτπασας, αλλά και αυτός συνηκολούθησε τον Χουρσήδην, ώστε η ηγεμονεία έμεινεν υπό διοίκησιν ανθηγεμόνος, του Μεχμέτ - Σαλήχαγα, μήτε πολλήν ικανότητα έχοντος, μήτε την προσήκουσαν συστολήν εμπνέοντος. Τόσον δε ανύποπτοι ήσαν προς όσα συνέβησαν μετ' ολίγον εν Πελοποννήσω και ο Χουρσήδης και ο Μεχμέτης, ώστε αμφότεροι αφήκαν εν Τριπολιτσά και τας γυναίκας και τα πλούτη των ως εν τόπω ασφαλεί και ησύχω· θέλοντες δε να καθησυχάσωσι τα πνεύματα των εντοπίων Τούρκων, υποπτευόντων και φοβουμένων, απέστειλαν εις Πελοπόννησον μετά την έξοδόν των χιλίους στρατιώτας προς ενίσχυσιν της εξουσίας και ματαίωσιν ενδεχομένου ανιαρού συναντήματος. Τοιουτοτρόπως η Πελοπόννησος ηλευθερώθη του Χουρσήδη, και οι Χριστιανοί ανέπνευσαν. Αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι ήσαν πάντοτε έμφοβοι, σχεδιάζοντες πώς να ματαιώσωσι τας βουλάς των Ελλήνων· εφοβούντο δε προ παντός άλλου τους λεγομένους κλέπτας, ων εσώζοντο λείψανα εν Πελοποννήσω· διά τούτο ηξεύροντες, ότι ο ποτέ κλέπτης Αναγνωσταράς είχεν εισέλθει πρό τινος καιρού κρυφίως εις Πελοπόννησον, και ότι υπενήργει τι εν ταις μεσσηνιακαίς επαρχίαις, βουλήν έβαλαν ή να τον συλλάβωσιν ή να τον φέρωσιν εις Τριπολιτσάν διά φιλικών τρόπων, αλλ' απέτυχαν. Βουλήν έβαλαν να συλλάβωσι και τους τήδε κακείσε ολίγους άλλους καπητάνους, ως τους Κουμανιώτας και τους Πετμεζάδας· και διαδόσαντες επιτηδείως και πανούργως ότι τινές των αγάδων του Λάλα, απειθήσαντες εις τας διαταγάς της εξουσίας, εξωπλίσθησαν, διέταξαν τους ρηθέντας να επιστρατεύσωσιν επί μισθώ, σκοπόν έχοντες να τους συλλάβωσιν απροφυλάκτους ή να τους δολοφονήσωσιν. Αλλ' οι επιβουλευόμενοι δεν επαγιδεύθησαν. Η απείθεια και η προφύλαξις των Ελλήνων ανησύχαζαν έτι μάλλον τους Τούρκους· αλλ' ό,τι υπερηύξησε την ανησυχίαν των ήτο το εξής.

Ο μέχρι θανάτου καταδιωκόμενος υπό της τουρκικής εξουσίας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, και καταφυγών προ πολλών ετών εις Επτάννησον, ήλθε την 6 Ιανουαρίου εις την Μάνην την γενναίως και φιλοφρόνως τους καταδιωκομένους ομογενείς και ομοπίστους αείποτε δεχομένην. Η είδησις του ερχομού του κατά τας περιστάσεις εκείνας εφάνη τρανόν προμήνυμα ταραχών, και η τουρκική εξουσία ηρώτησε τον Μαυρομιχάλην περί αυτού και τον παρεκίνησε να τον συλλάβη ή αποδιώξη ως κακεντρεχή και επικίνδυνον, αλλ' ουδέν κατώρθωσε, και ο Κολοκοτρώνης καθήμενος εκεί άφοβος μέχρις ου εξερράγη η επανάστασις δεν έπαυεν ανταποκρινόμενος μετά των εν Πελοποννήσω οικείων του, και προδιαθέτων αυτούς εις το να δράξωσι τα όπλα την 25 μαρτίου, καθ' ην, ως προεσχεδιάσθη, θα εκινείτο η Μάνη προ των άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου εις εμψύχωσιν και παράδειγμα αυτών. Αλλ' όσον παρήρχοντο αι ημέραι, τόσον το πράγμα εγίνετο σπουδαιότερον· δεν έλειπαν δε και περιστάσεις εις αύξησιν των υποψιών των Τούρκων, και η ακόλουθος όχι ολίγον τους ετάραξε.

Διάφοροι νερόμυλοι ήσαν προ πολλών ετών κατηδαφισμένοι εν Δημιτσάνη, κωμοπόλει της Καρυταίνης. Οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι ανήγειράν τινας, και φέροντες άλλοθεν ύλην ήρχισαν να κατασκευάζωσι κρυφίως πυρίτιδα. Ανεκάλυψε τούτο η τουρκική Αρχή της Καρυταίνης αρχομένου του Φεβρουαρίου, κατεταράχθη, επάτησε τα ύποπτα μέρη, εν οις, αν δεν ηύρε πυρίτιδα, ηύρε τα εις κατασκευήν της, και ανέφερε τα πάντα εις τον εν Τριπολιτσά ανθηγεμόνα, όστις διέταξε και κατεδαφίσθησαν οι ανεγερθέντες ύποπτοι μύλοι.

Η τουρκική Αρχή, οσάκις συνελάμβανε πολιτικάς υποψίας συνείθιζε ν' ασφαλίζεται λαμβάνουσα ομήρους· εν τη παρούση όμως περιστάσει φοβηθείσα την παρακοήν των Χριστιανών ηρκέσθη εις την υπ' άλλην πρόφασιν κλήσιν εις Τριπολιτσάν εν πρώτοις μεν των προεστώτων, έπειτα δε και των αρχιερέων προσκαλουμένων συνήθως οσάκις ή πόλεμος εξωτερικός επέκειτο ή εσωτερικαί ταραχαί ανεφύοντο. Σκοπός δε της εξουσίας ήτο μηδενός να επιτρέψη την έξοδον και να ματαιώση τοιουτοτρόπως ό,τι ετεκταίνετο. Η συγκάλεσις αύτη κατεθορύβησεν όλους συνειδότας την ενοχήν και εικάζοντας την αιτίαν. Μέχρι τινός αμφίβαλλαν περί του πρακτέου· είχαν υπ' όψιν την απόφασιν της εν Βοστίτση συνελεύσεως του να μη υπάγωσιν εις Τριπολιτσάν προφασιζόμενοι άλλ' αντ' άλλων· αλλ' εσυλλογίζοντο εν ταυτώ ότι, αν παρήκουαν, έσχιζαν το προσωπείον, και ώφειλαν να οπλισθώσιν αμυνόμενοι, καί τοι ανέτοιμοι, ανεφοδίαστοι, διεσκορπισμένοι εν ταις επαρχίαις και μήτε καν να συννοηθώσι δυνάμενοι διά τους εις σύλληψιν αποστόλων ή γραμμάτων παραφυλάττοντας Τούρκους, διά τούτο νομίσαντες αδύνατον ή ολεθρίαν την αντίστασιν, απεφάσισαν να υπακούσωσιν, ελπίζοντες διά του εμφανισμού των να εμπνεύσωσι θάρρος και διασκεδάσωσι τας υποψίας. Ήγγιζε δε και το Πάσχα, καθ' ό επανήρχοντο συνήθως εις τα ίδια, ώστε ήλπιζαν και διά ταύτην την αιτίαν να μη μείνωσιν εν Τριπολιτσά ειμή ολίγας ημέρας. Οι Τούρκοι ηθέλησαν να λάβωσι τα πιστά και παρά της Μάνης, ην υπέρ πάσαν άλλην επαρχίαν υπώπτευαν αλλ' η Μάνη δεν εκρέματο από της τουρκικής Αρχής της Πελοποννήσου· διά τούτο ο Πετρόμπεης παρηγγέλθη περιποιητικώ τω τρόπω ν' αναβή και αυτός ως πιστός υπήκοος εις Τριπολιτσάν προς διασκέδασιν διά της παρουσίας του των προς βλάβην αυτού και του τόπου του φημιζομένων. Ο Πετρόμπεης απεποιήθη ευσχήμως ν' απέλθη, αλλ' έστειλε λήγοντος του φεβρουαρίου ένα των υιών του, τον Αναστάσην, και ένα των ανεψιών του, τον Πανάγον Πικουλάκην (β), ων η εν Τριπολιτσά παρουσία ενέπνευσε μέγα θάρρος. Το θάρρος τούτο ηύξησεν έτι μάλλον η κατόπιν αλληλοδιάδοχος είσοδος αρχιερέων και προεστώτων, υποκρινομένων όλων ότι τα πάντα ήσαν ραδιουργίαι του Καρά - Αλή.

Ουδεμία επαρχία ήτο τόσον τεταραγμένη όσον η των Πατρών. Τούρκοι και Χριστιανοί υπέβλεπαν και παρετήρουν αλλήλους. Λόγοι απειλητικοί παρ' εκείνων και ύποπτοι παρά τούτων ελέγοντο συχνάκις, και το παν προεμήνυε ταχείαν και βαρείαν ρήξιν· και άλλοι μεν των Πατρίων Χριστιανών μετέφεραν τα φίλτατά των εις τα χωρία, άλλοι δε τα διεβίβαζαν εις την Επτάννησον. Οι δε Τούρκοι, περιφερόμενοι ένοπλοι, τους εμπόδιζαν, και εντεύθεν συνέβαιναν λογοτριβαί και συγχύσεις. Ανίκανος ο Π. Πατρών να καθησυχάση τους τεταραγμένους Τούρκους, και φοβούμενος ρήξιν ανετοίμων των Ελλήνων έτι όντων, εκάλεσε τον εν Βοστίτση φίλον του Λόντον εις σύσκεψιν και την επαύριον της αφίξεώς του επεσκέφθησαν αμφότεροι τον διοικητήν των Πατρών Σεκήραγαν, εντόπιον, και ηύραν παρ' αυτώ πλήρη συνέλευσιν των εντοπίων αγάδων σκεπτομένων περί των πραγμάτων. Ο Λόντος ενόησεν ότι οι Τούρκοι ήσαν μάλλον φοβισμένοι ή ωργισμένοι· διά τούτο τοις ελάλησε θαρραλέως. «Αγάδες», τοις είπεν, «επανάστασις των ραγιάδων δεν γίνεται χωρίς να θέλωμεν ημείς, οι πρόκριτοι· και ημείς, χάρις εις τον μεγαλοδύναμον Θεόν και εις τον πολυεύσπλαγχνον αυθέντην μας, είμεθα πλούσιοι και κτηματίαι ως και σεις. Ημείς ενθυμούμεθα ότι έμειναν γυμνοί και πεινώντες οι αποστατήσαντες πρό τινων ετών πατέρες μας, και δεν επιθυμούμεν να πάθωμεν τα αυτά. Έπειτα τότε ήκμαζεν ο προς την υψηλήν Πύλην ρωσσικός πόλεμος, σήμερον εξ εναντίας είναι παντού βαθεία ειρήνη και καταδίωξις των αποστατούντων. Ο αποστάτης Αλής, Αγάδες, κινεί τας ταραχάς, και σεις, χρεωστώ να είπω, τας υποθερμαίνετε δι' ων πράττετε, αν και εν αγνοία. Ιδού, εσκορπίσθη ο ραγιάς· πώς θα πραγματοποιηθή η είσπραξις των βασιλικών εισοδημάτων; Αν δεν αλλάξετε διαγωγήν, ημείς οι προεστώτες δεν εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου· και επειδή χρεωστούμεν και ημείς λόγον τη υψηλή Πύλη περί τούτου, ίσως αναγκασθώμεν ν' απολογηθώμεν κατ' ευθείαν και να φανερώσωμεν τους αιτίους».

Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν ωργίσθησαν ακούσαντες τους αποτόμους τούτους λόγους εκ στόματος ραγιά, αλλά και εζήτησαν ευμενώς τας συμβουλάς αυτού. «Αγάδες», επανέλαβεν ο Λόντος, «μη περιφέρεσθε ένοπλοι· αφήσατε τους ραγιάδας ελευθέρους να μεταφέρωσι τας οικογενείας και τα πράγματά των όπου ευαρεστούνται, και ημείς σας εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου, και σας προσφέρομεν και πάσαν συνδρομή εις την είσπραξιν των βασιλικών εισοδημάτων, κινδυνευόντων να χαθώσιν». Οι Τούρκοι εισήκουσαν τους λόγους του Λόντου, και εφάνησαν ανυποπτότεροι μαθόντες μετ' ολίγον, ότι αρχιερείς και προεστώτες άλλων μερών της Πελοποννήσου απήρχοντο πρόθυμοι εις Τριπολιτσάν, και ότι και οι της Αχαΐας εμελέτων και αυτοί ν' απέλθωσι. Τω όντι και ο Π. Πατρών και ο Λόντος εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν, αφ' ού έμαθαν ότι απήρχοντο εκεί οι άλλοι, και ανέβησαν και εις Καλάβρυτα· αλλά συσκεφθέντες μετά του αρχιερέως και των προεστώτων της επαρχίας εκείνης, δεν ηύραν εύλογον να υπακούσωσι την πρόσκλησιν της εξουσίας, διότι οι σκοποί της εφαίνοντο ολέθριοι. Εφρόνουν δε ότι η παρακοή των θα ωφέλει μάλλον ή θα έβλαπτε και τους ήδη προαπελθόντας, διότι θα εσυστέλλοντο οι Τούρκοι, εν όσω έμεναν ούτοι έξω, να κακοποιήσωσι τους έσω, φοβούμενοι δικαίως μη τους ερεθίσωσι, και συμβή ό,τι επροσπάθουν να εμποδίσωσιν. Επεθύμουν δε να λάβωσι και τας έξωθεν απαντήσεις, ως προεσχεδιάσθη, και να πράξωσιν έπειτα ό,τι θα τοις υπηγόρευεν η περίστασις· αλλά δεν ήθελαν και να σχίσωσιν εισέτι το προσωπείον· όθεν εμεθοδεύθησαν το ακόλουθον τέχνασμα. Έπλασαν επιστολήν ανώνυμον ως στελλομένην προς αυτούς παρά τινος των εν Τριπολιτσά Τούρκων φίλων των και λέγουσαν, ότι θάνατος τους ανέμενεν εν Τριπολιτσά, καθώς θάνατος ανέμενε και τους προεισελθόντας· διέταξαν δε τον κομιστήν να προπορευθή κρυφίως κατά την οδόν της Τριπολιτσάς, και επανέλθη εις απάντησίν των ως ερχόμενος εκ της πόλεως εκείνης. Ταύτα προετοιμάσαντες απεχαιρέτησαν τον διοικητήν των Καλαβρύτων, συμπαρέλαβαν δύο τρεις Τούρκους και ανεχώρησαν την 9 μαρτίου ως εις Τριπολιτσάν· ήσαν δε ο Π. Πατρών, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ζαήμης, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος, ο Φωτίλας και ο Θεοχαρόπουλος. Αφ' ού δε επλησίασαν ταις Κατσάναις απήντησαν, ως προεσχεδιάσθη, τον επιστολιοφόρον και έλαβαν την επιστολήν παρόντων των συνακολουθούντων Τούρκων, ην αναγνώσαντες εις επήκοον πάντων, υπεκρίθησαν ότι ηγανάκτησαν και υπήγαν όλοι ομού εις Καρνέσι· εκείθεν ανήγγειλαν τοις εν Τριπολιτσά και τω διοικητή των Καλαβρύτων όσα τοις εκοινοποιήθησαν καθ' οδόν, παραπονούμενοι διά την προς αυτούς άδικον απιστίαν των αγάδων, και ζητούντες άδειαν να μένωσιν εν ταις επαρχίαις των ως φοβούμενοι, έτοιμοι πάντοτε να εκτελέσωσιν όσα κοινή γνώμη των συνελθόντων θ' απεφασίζοντο εν Τριπολιτσά. Την δ' επιούσαν μετέβησαν εις την μονήν της Αγίας Λαύρας (γ), και απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν καλόγηρον φαίροντα προς τον πατριάρχην γράμματα εις καθησύχασιν της Πύλης, αν τυχόν διεβάλλοντο παρά των εν Πελοποννήσω τουρκικών Αρχών ως απειθείς και κακά βουλευόμενοι. Διά του αυτού γραμματοκομιστού εκοίνωσαν και τοις εφόροις της Εταιρίας την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων αιτούμενοι τας οδηγίας των. Λαβόντες οι εν Τριπολιτσά αγάδες τα προς αυτούς γράμματα των Αχαιών δεν τα εξέλαβαν ως απατηλά, και κατεταράχθησαν, ζητούντες να μάθωσι τις εφόβησε τους γράψαντες, υποθέτοντες ότι ήτο Τούρκος. Εν τούτοις εστάλη προς αυτούς διατρίβοντας εν τη αγία Λαύρα απάντησις των αγάδων, των αρχιερέων και των προεστώτων λέγουσα ότι ήσαν όλα ψευδή, και θαρρύνουσα αυτούς να σπεύσωσιν εις Τριπολιτσάν ανυπόπτως. Αυτά ταύτα τους έγραψε και ο διοικητής Καλαβρύτων· απεστάλη δε προς αυτούς επί τω αυτώ σκοπώ παρά των εν Τριπολιτσά και ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης αναβάς εις την πόλιν εκείνην καθ' ον καιρόν ανέβησαν οι αρχιερείς και οι προεστώτες. Αλλ' αυτοί και τον πρέσβυν μη όντα εκ των Φιλικών, απέστειλαν άπρακτον, και επανέλαβαν όσα και πρότερον, προσθέσαντες, ότι ενόμιζαν αναγκαίον κατά την παρούσαν ταραχήν των πνευμάτων ν' αποσταλώσιν εις τας επαρχίας των και οι εν Τριπολιτσά αρχιερείς και προεστώτες προς καθησύχασιν του λαού, προς είσπραξιν των βασιλικών φόρων και προς ευόδωσιν της λοιπής υπηρεσίας· επέμειναν δε επί τη προτέρα γνώμη, ο εστι, μήτε να παραδοθώσιν εις την εξουσίαν, μήτε να επιτεθώσιν έως ου έλθωσιν αι έξωθεν αναμενόμεναι απαντήσεις· υποπτεύοντες δ' ένοπλον καταδίωξιν διά την παρακοήν, απεφάσισαν να στρατολογήσωσι μυστικώς εις υπεράσπισιν, αν η χρεία το εκάλει. Επειδή δε ασύμφορον ενόμισαν να συνδιατρίβωσιν όλοι, μη τύχη αίφνης και συλληφθώσι, διεχωρίσθησαν· και ο μεν Π. Πατρών και ο Ζαήμης απήλθαν εις Νεζερά, ο δε Κερνίτσης και Φωτίλας εις Κερπινήν, ο δε Χαραλάμπης και Θεοχαρόπουλος εις Ζαρούχλαν, ο δε Λόντος εις Διακοφτόν. Ανεκλήθη παρ' αυτών καθ' οδόν και ο εις Τριπολιτσάν απερχόμενος Γεώργιος Σινίνης προεστώς της Γαστούνης. Οι δε εν Τριπολιτσά μετά την επάνοδον του Καλαμογδάρτου και την παραλαβήν ων ανεφέραμεν γραμμάτων έστειλαν προς τους Αχαιούς δεύτερον πρέσβυν, τον Νικόλαον Μοθωνιόν, και δεύτερα γράμματα, δι' ων οι αρχιερείς και οι προεστώτες τους εβεβαίουν περί της ασφαλείας των ως αν ήσαν οι δυστυχείς ασφαλείς αυτοί· αλλ' ούτε και η δευτέρα αύτη αποστολή ευτύχησεν, ούτε οι προς ους εγένετο απήντησαν, διότι δεν συνδιέτριβαν· και ο πρέσβυς Μοθωνιός ιδών την κατάστασιν των πραγμάτων ουδ' αυτός επανήλθεν εις Τριπολιτσάν.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

&Επανάστασις της Πελοποννήσου.&

ΟΤΑΝ ύλη εύφλεκτος συσσωρευθή, σπινθήρ αρκεί να πέση και την ανάπτει. Τοιούτον τι συνέβη εν Πελοποννήσω παρά την θέλησιν και απόφασιν όλων.

Μάρτιος Ο γέρων Ασημάκης Ζαήμης, προεστώς των Καλαβρύτων και πατήρ του Ανδρέου, είχε παρ' αυτώ δύο παλαιούς κλέπτας, τον Χονδρογιάννην και τον Πετιώτην, ους άλλοτε λυτρώσας του θανάτου ηγάπα, επιστεύετο, κατήχησε τα της Εταιρίας και προπαρεσκεύαζεν εις τον μελετώμενον αγώνα. Την 15 μαρτίου, εν ώ εγευμάτιζε μόνος εν τω χωρίω του, τη Κερπινή, υπηρετούντων του Χονδρογιάννη και του Πετιώτη, τους ηρώτησε «τι νέον;» Εκείνοι απεκρίθησαν, ότι την επαύριον ανεχώρει εις Τριπολιτσάν, φέρων χρήματα του δημοσίου, ο Σεηδής Λαλιώτης, σπαής, και ότι, αν τοις έδιδε την άδειαν, έτοιμοι ήσαν να τον κτυπήσωσι καθ' οδόν, και αρπάσωσι και φέρωσι τα χρήματα προς τον αυθέντην των επ' ωφελεία του γένους. Ο γέρων Ζαήμης, ολιγολογώτερος και αυτών των παλαιών Σπαρτιατών, τους εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, τοις ένευσε να τον κεράσωσι, και αφ' ού έπιεν εις την ελευθερίαν της πατρίδος, έκαμε τον σταυρόν του και τοις είπε, «'ς την ευχήν μου παιδιά». (α) Οι δύο κλέπται, λαβόντες την ευχήν του άρχοντος και παραλαβόντες καί τινας άλλους, παρεμόνευσαν επί της εις Τριπολιτσάν οδού κατά την Χελονοσπηλιάν, και ετουφέκισαν τον Σεηδήν διαβαίνοντα ανύποπτον και έχοντα συνοδόν τον Ταμπακόπουλον αναβαίνοντα και αυτόν δι' υποθέσεις του εις Τριπολιτσάν. Ο Σεηδής δεν εβλάφθη, και έφιππος ων έφυγε και διεσώθη εις Τριπολιτσάν διασώσας και όσα έφερε χρήματα· διεσώθη αβλαβής και ο συνοδοιπόρος του Ταμπακόπουλος, αφαρπασθέντος μόνον του σκευοφόρου ίππου του. Έτυχε δε την αυτήν ημέραν ν' αναχωρήση εις Τριπολιτσάν και ο διοικητής των Καλαβρύτων Ιβραήμης Αρναούτογλους. Ο δε καταλυματίας του, προπορευόμενος εις αριστοποίησιν, και πλησιάσας όπου ετουφεκίσθη ο Σεηδής, έμαθε το γεγονός, και φοβηθείς κατά του αυθέντου του ενέδραν επέστρεψεν έντρομος και διηγήθη όσα συνέβησαν αυθημερόν. Ο Αρναούτογλους, πλήρης και πρότερον υποψιών, εθορυβήθη ακούσας το γεγονός, ωπισθοδρόμησεν εις Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί. Συγχρόνως εφονεύθησαν και δύο σπαΐδες Τριπολιτσώται κατά το Λιβάρτσι, χωρίον των Καλαβρύτων. Ηγουμένου δε του Νικολού Σολιώτη εφονεύθησαν καί τινες γυφτοχαρατσίδες κατά το Αγρίδι, χωρίον της αυτής επαρχίας, και τρεις κομισταί γραμμάτων του τοποτηρητού της Τριπολιτσάς προς τον Χουρσήδην· ετουφεκίσθησαν καί τινες άλλοι Τούρκοι αποβιβασθέντες εκ Σαλώνων εις Ακράταν, και απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, εξ ων οι μεν εφονεύθησαν, οι δε συνελήφθησαν. Τα συμβάντα ταύτα, αν και μη επαναστατικά, ηύξησαν τας δικαίας υποψίας των Οθωμανών.