Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 5
Η είδησις της αιμοσταγούς ταύτης πράξεως, της πρώτης πράξεως του υπέρ ελευθερίας και ευνομίας αγώνος, έφθασεν εις Ιάσι καθ' ην εσπέραν εισήλθεν ο Υψηλάντης, και την διεδέχθη άλλη ομοίας φύσεως υπό τους οφθαλμούς αυτού του Υψηλάντου. 40 Τούρκοι υπό Οθωμανόν αρχιφρούραρχον της ηγεμονείας διέτριβαν εν Ιασίω, δι' ους λόγους διέτριβαν τοιούτοι και εν Γαλατσίω και αλλού. Εισελθόντος του Υψηλάντου, οι Τούρκοι ούτοι αφωπλίσθησαν κατά διαταγήν του ηγεμόνος και εφυλακίσθησαν· εφυλακίσθησαν και 30 έμποροι Οθωμανοί ευρισκόμενοι εν τη αυτή πόλει· αλλά την νύκτα οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς και αναιτίως. Αι δύο δε αύται πράξεις δείξασαι εξ αυτής της αρχής, ότι ούτε σύνεσις ωδήγει τους οπλαρχηγούς, ούτε πειθαρχία επεκράτει, δυσηρέστησαν εις άκρον και τον ηγεμόνα και τους αυλικούς και τους εντοπίους άρχοντας. Αλλ' ο Υψηλάντης, αντί να εκφράση πανδήμως την δυσαρέσκειάν του και ελέγξη αν όχι και παιδεύση τους αιτίους, περί μεν των υπό τους οφθαλμούς του συμβάντων εσιώπησε, περί δε των εν Γαλατσίω εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν ευφημών την αθέμιτον πράξιν του Καραβιά ως λαμπρόν κατόρθωμα. Παρόμοιοι πράξεις εξ αιτίας της τοιαύτης διαγωγής του Υψηλάντου προς τον Καραβιάν επαναληφθείσαι και αλλαχού της ηγεμονείας ηύξησαν έτι μάλλον την γενικήν και δικαίαν δυσαρέσκειαν, και εσύστησαν κάκιστα εξ αυτής της αρχής τον αγώνα. Εξ αυτής της αρχής ο Υψηλάντης έπεσε και εις άλλο ατόπημα. Ήκουσεν ότι πολλά χρήματα της Εταιρίας απετέθησαν παρά τω εν Ιασίω τραπεζίτη Παύλω Ανδρέου. Διατεινομένου δε τούτου, ότι το άκουσμα ήτο ψευδές, διέταξεν ο Υψηλάντης ούτος μεν και ο παραυιός του να φυλακισθώσι, τα δε βιβλία του να εξετασθώσι. Γενομένης δε της εξετάσεως απεδείχθη το άκουσμα πάντη ψευδές. Αλλ' ο Υψηλάντης δεν απεφυλάκισε τους αδίκως φυλακισθέντας ειμή επί πληρωμή γροσίων 60000 εις χρήσιν του στρατού. Η βία και η αρπαγή αύτη έβαλαν εις ανησυχίαν τους πλουσίους της ηγεμονείας και συνήρησαν μεγάλως εις την μετ' ολίγας ημέρας συμβάσαν αιφνίδιον φυγήν του Ροσνοβάνου και του Στούρτσα Σαντουλάκη, δύο των πρωτίστων αρχόντων της Μολδαυίας· ανεκάλυψαν δε και την μηδαμινότητα των πόρων του Υψηλάντου και διήγειραν πολλάς αμφιβολίας περί της πιστευομένης υποκινήσεως της Ρωσσίας, ήτις, αν ενείχετο, δεν θ' άφινε τον Υψηλάντην άπορον. Ιδού και άλλο κακόν χείρον των πρώτων. Ο Υψηλάντης ήλθε ν' ανοίξη τον ελληνικόν αγώνα εντός ξένων τόπων χωρίς να έχη προεσχεδιασμένον τι να πράξη ως προς τους εγκατοίκους. Πασίγνωστον είναι, ότι εν ταις ηγεμονείαις λαός δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνον αυθένται και δούλοι· οι δε δούλοι τόσον εξευτελίσθησαν εκ της δουλείας, ώστε έχασαν και αυτόν τον πόθον της ελευθερίας. Ο Υψηλάντης, αντί να εγκολπωθή την ισχυράν μερίδα, την των αρχόντων, και διά της συνδρομής αυτών να ενισχύση τον αγώνα, εμελέτησε να καταργήση τα προνόμιά των και να κηρύξη πολιτικήν ισότητα, ό εστι, να εφελκύση την αγανάκτησιν των δυνατών χωρίς καν να ωφελήση ή να προσοικειωθή τους δούλους όντας οποίους τους εδείξαμεν· αλλά πεισθείς περί της δεινότητος των αποτελεσμάτων τοιαύτης πράξεως παρητήθη και δεν εξέδωκεν ην εμελέτα προκήρυξιν, αλλ' εξέδωκεν άλλην την επιούσαν της αφίξεώς του, δι' ης, αποτεινόμενος προς τους Μολδαυούς, τοις έλεγεν, ότι διέβαινεν απλώς πορευόμενος εις Ελλάδα, όπου τον εκάλει η φωνή του λαού δράξαντος τα όπλα κατά του τυράννου, και τους εθάρρυνε ν' ασχολώνται αφόβως εις τα ειρηνικά έργα των και να υπακούωσι τον ηγεμόνα και τους νόμους των· επρόσθετε δε, ότι, άν τινες απελπισμένοι Τούρκοι ετόλμων να πατήσωσι το έδαφός των, «Ι σ χ υ ρ ά - Δ ύ ν α μ ι ς - ε υ ρ ί σ κ ε τ ο - ε τ ο ί μ η - δ ι ά - ν α - τ ι μ ω ρ ή σ η - τ η ν - τ ό λ μ η ν - τ ω ν». Την δε 24 εξέδωκε δύο άλλας προκηρύξεις την μεν προς το Πανελλήνιον λέγουσαν προς τοις άλλοις, «Κ ι ν η θ ή τ ε, κ α ι - θ έ λ ε τ ε - ι δ ε ί - μ ί α ν - κ ρ α τ α ι ά ν - Δ ύ ν α μ ι ν - ν α - υ π ε ρ α σ π ι σ θ ή - τ α - δ ί κ α ι ά - μ α ς», αινιττόμενος την Ρωσσίαν, την δε προς τους παρεπιδημούντας Έλληνας. Την αυτήν ημέραν κατά προτροπήν αυτού ο αυθέντης Σούτσος, συγκαλέσας το συμβούλιον, ανηγγειλεν, ότι ο πρίγκηψ Υψηλάντης διέβαινε μόνον απερχόμενος εις Ελλάδα, αλλ' ότι ενδεχόμενον η Πύλη οργισθείσα να στείλη στρατεύματα και αφανίση τον τόπον· διά τούτο έκρινεν αναγκαίον να ικετεύσωσι την προστάτριαν Δύναμιν ίνα μη επιτρέψη εισβολήν. Το συμβούλιον έγραψε την προβληθείσαν αναφοράν συστηθείσαν και δι' ιδιαιτέρας του ηγεμόνος προς τον διατρίβοντα τότε εν Λαϋβάχη αυτοκράτορα Αλέξανδρον, έγραψε προς αυτόν και ο Υψηλάντης υποστηρίζων την αίτησιν του κοινού, ομολογών, ότι τω όντι ανεδέχθη τον υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος αγώνα και εκθέτων τους λόγους. Την δε 26 εξέδωκε στρατιωτικόν οργανισμόν, καθ' ον επλάττοντο στρατηγοί σωματάρχαι, ως τους εκάλει ο οργανισμός, στρατηγοί φαλαγγάρχαι, στρατηγοί ταγματάρχαι, χιλίαρχοι, συνταγματάρχαι, εκατόνταρχοι και τοιούτοι· έταξε δε εις την πρώτην τάξιν τους δύο αδελφούς του και τον Καντακουζηνόν, ουδένα εις την δευτέραν, εις την τρίτην τον Ορφανόν και τον Δούκαν, και εις τας κατωτέρας άλλους. Ετοιμασθείς δε να εκστρατεύση εις Βλαχίαν διέταξε και εψάλη την 28 εν τω ναώ των τριών ιεραρχών δοξολογία, εν ή παρέστη όλος ο στρατός και αυτός ως αρχιστράτηγος. Κατά την τελετήν δε ταύτην ο μητροπολίτης τον έζωσε σπάθην ειπών μεγαλοφώνως το προφητικόν λόγιον «Περίζωσε την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου δυνατέ τη ωραιότητί σου και τω κάλει σου, και έντεινε και κατευοδού και βασίλευε». Ευλόγησε δε και την σημαίαν του φέρουσαν ένθεν μεν το σημείον του σταυρού, τα ομοιώματα του αγίου Κωνσταντίνου και της αγίας Ελένης και το «εν τούτω νίκα»· ένθεν δε τον φοίνικα και το «εκ της κόνεώς μου αναγεννώμαι». Όλοι δε ωρκίσθησαν πανδήμως τον υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος όρκον.
Ο δε Υψηλάντης, αφ' ού διέτριψεν έξ ημέρας εν Ιασίω, και διένειμε χρήματα εις τους στρατιώτας, εξεστράτευσεν εις Βουκουρέστι μετά 800 ιππέων προδιατάξας να ετοιμασθώσι παντού τροφαί εις χρήσιν δεκακισχιλίων στρατιωτών. Αλλ' η εν Ιασίω εξαήμερος διατριβή του ούτε το επιχείρημά του εσύστησεν, ούτε αυτόν ύψωσεν εξ αιτίας της αναξίας υπαλληλίας του και της κακοηθείας του συρφετώδους στρατού, όστις αχαλίνωτος εις τας ορέξεις του έπραττε παντός είδους καταχρήσεις ασυστόλως και αφόβως υπό τας όψεις του αρχιστρατήγου και εκίνει μέγαν γογγυσμόν· μόνη η ιδέα της ρωσσικής υποκινήσεως διεσώζετο και κατείχε την γενικήν και δικαίαν αγανάκτησιν. Πολλοί δε των κατοίκων της Βλαχίας, μαθόντες ότι τα άτακτα ταύτα στρατεύματα μετέβαιναν εκεί, εφοβήθησαν μη πάθωσιν όσα οι Μαλδαυοί και έφυγαν. Τούτο μαθών ο Υψηλάντης καθ' οδόν, εξέφρασε προς τον μητροπολίτην και τους συγκροτούντας την Αρχήν προκρίτους της Βλαχίας την απορίαν του, ως διατηρουμένης, κατά το λέγειν του, αυστηράς ευταξίας εν Μολδαυία· τοις έστειλε δε, επ' ελπίδι να τους καθησυχάση, και τας προς τους Βλάχους προκηρύξεις του εις δημοσίευσιν, και τοις έλεγεν ότι η προστατεύουσα τας ηγεμονείας μεγάλη Δύναμις θα εμπόδιζε την εισβολήν των βαρβάρων· εις πίστωσιν δε τούτου επρόσθετεν, ότι ο στρατηγός Βιτγενστέης διετάχθη να φέρη επί των ορίων τα εν Βεσσαραβία στρατεύματα, και ότι ουδ' αυτός θα διέμενεν εν τη Βλαχία· τους διέταττε δε ετοιμάσωσιν εις χρήσιν των μεγάλων δυνάμεών του τροφάς και καταλύματα επί της διαβάσεως.
Μετά επταήμερον δε οδοιπορίαν έφθασεν εις Φωξάνην, πόλιν επί των ορίων Μολδαυίας και Βλαχίας, όπου ηύρε τους οπλαρχηγούς Αναστάσην Αργυροκαστρίτην και Καραβιάν αναμένοντάς τον. Ο τελευταίος ούτος έφερεν εκ Γαλατσίου δύο κανόνια και έσυρε κατόπιν του και πολύν όχλον, ον οπλίσας διά του παρατυχόντος, και παρατάξας καθ' ην ώραν εισήρχετο ο Υψηλάντης εφείλκυσε τόσον την προσοχήν αυτού ως άνθρωπος μεγάλης αξιότητος, ώστε ανεδείχθη στρατηγός ταγματάρχης (γ). Επτά ημέρας διέμεινεν ο Υψηλάντης εν Φωζάνη, καθ' ας κατεγίνετο γυμνάζων κατά την ευρωπαϊκήν τάξιν πολλούς νέους, πεπαιδευμένους ως επί το πλείστον και αγαθών γονέων, συρρέοντας καθ' ημέραν πολλαχόθεν υπό τας σημαίας του, εξ ων συνεκροτήθη τάγμα επονομασθέν «ιερός λόχος». Ελέγοντο δε οι ιερολοχίται ούτοι και μαυροφορίται, διότι εμελανοφόρουν· έφεραν δε επί του πίλου κατά μέτωπον ομοίωμα κρανίου επί δύο κοκκάλων εν χιαστώ σχήματι υφ' ο επιγραφή «Ελευθερία ή θάνατος»· εφόρουν δε και εθνόσημον τρίχρουν.
Μάρτιος Εκστρατεύσας ο Υψηλάντης εκ Φωξάνης έφθασε την 16 μαρτίου εις Βουζέον, πόλιν παρά τον ομώνυμον ποταμόν, κακείθεν επροχώρησεν εις Πλοέστι, όπου διέμεινεν ως δέκα ημέρας. Την δε 28 εστρατοπέδευσεν εν Κολεντίνη ημιώριον από Βουκουρεστίου· ώστε εχρονότριψε καθ' οδόν από Ιασίου εις Κολεντίναν τέσσαρας εβδομάδας. Η τόση χρονοτριβή καθ' ους καιρούς η ταχύτης συντελεί τα μέγιστα εις πρόοδον τοιούτων τολμημάτων, επήγασε κυρίως εξ όσων ελάμβανεν επί της οδοιπορίας του μυστικών ειδήσεων, ότι ο μεν Βλαδιμιρέσκος εμελέτα κατ' αυτού επιβουλήν, ο δε Σάββας εκλονίζετο· διά τούτο οδοιπορών εταλαντεύετο αν έπρεπε να υπάγη εις Βουκουρέστι, όπου ήσαν ο Βλαδιμιρέσκος και ο Σάββας έχοντες ικανάς δυνάμεις ή να στρατοπεδεύση εν Τυργοβίστω, αρχαία μητροπόλει της ηγεμονείας.
Το Βουκουρέστι έκειτο υπό στρατιωτικήν μάστιγα καθ' ον καιρόν προσήγγισεν ο Υψηλάντης· διά τούτο οι κάτοικοι εχάρησαν επί τω ερχομώ του ελπίζοντες ανακούφισιν των δεινών, οι δε σημαντικώτεροι των εναπομεινάντων αρχόντων, εν οις και ο μητροπολίτης, υπήγαν εις προϋπάντησίν του παρακαλούντές τον να έμβη εις την πόλιν, αλλά δεν εισηκούσθησαν δι' ας συνέλαβεν υποψίας. Εκ δε των οπλαρχηγών ο μεν Γιωργάκης προϋπήντησε τον Υψηλάντην κατά την Μενζίλην, τον συνώδευσεν εις Κολεντίναν και διέμεινε παρ' αυτώ και υπό τας διαταγάς του μετά των στρατιωτών του· ο δε Βλαδιμιρέσκο και ο Σάββας δεν προσήλθαν ουδ' αφ' ού έφθασεν εις Κολεντίναν. Την δε επαύριον εστάλη προς τον Σάββαν ο εξ απορρήτω του Υψηλάντου Λασσάνης εις γνώσιν της αιτίας. Ο Σάββας υπεκρίθη κατ' αρχάς τον άρρωστον, αλλ' αναγκασθείς να εξηγηθή σαφέστερον ωμολόγησεν, ότι το κίνημα του πρίγκηπος δεν ήτον οποίον εφημίζετο, ότι επί τη βεβαιώσει ρωσσικής συμπράξεως ανεδέχθησαν όλοι τον αγώνα, ότι παρήλθαν πέντε εβδομάδες αφ' ού ο πρίγκηψ επέρασε τον Προύθον, και ρωσσική σύμπραξις δεν εφάνη, ότι έβλεπεν άφευκτον τον αφανισμόν των δύο ηγεμονειών και τον παντελή όλεθρον των πρωταγωνιστών, και ότι εδίσταζε περί του πρακτέου. Ο Λασσάνης επροσπάθησε να τον θαρρύνη ειπών, ότι αι ελπίδες της ρωσσικής συμπράξεως ήσαν βάσιμοι, αλλ' η ώρα δεν ήλθε, διότι δεν εισέβαλαν εις τας ηγεμονείας τουρκικά στρατεύματα, ώστε να λάβωσιν εντεύθεν αφορμήν να εσβάλωσι και ρωσσικά. Διά τούτων και τοιούτων λόγων έφερε τον Σάββαν ο Λασσάνης προς τον Υψηλάντην, όστις τον εδέχθη φιλοφρονέστατα και υπεστήριξε και αυτός τας δοθείσας αυτώ ελπίδας. Γενομένου δε λόγου περί του Βλαδιμιρέσκου, ο Υψηλάντης εξεμυστηρεύθη όσας υποψίας συνέλαβε κατ' αυτού, προσθέσας, ότι δις υπήγεν ο Γεωργάκης να τον φέρη εις Κολεντίναν και απέτυχε. Ο Σάββας ανεδέχθη να τον πείση, και τω όντι το κατώρθωσε μείνας εν τω στρατοπέδω του Βλαδιμιρέσκου εις ασφάλειαν αυτού μέχρι της επανόδου του. Ο δε Βλαδιμιρέσκος, παραστάς ενώπιον του Υψηλάντου, υπεκρίθη τελείαν αφοσίωσιν εις αυτόν και ζήλον προς τον αγώνα· εξέφρασε δε επιθυμίαν να μείνη αυτός ως οπισθοφυλακή εν Βλαχία, ο δε Υψηλάντης να μεταβή εις Βουλγαρίαν, ως προεσχεδιάσθη· επέμενε δε τόσω μάλλον εις το να προχωρήση ο Υψηλάντης όσον τάχιον, καθ' όσον είχεν έλθει είδησις, ότι η Βουλγαρία ετοίμη ήτο να δράξη τα όπλα επί τω εμφανισμώ αυτού, και ότι επί τω σκοπώ τούτω εστάλη εκείθεν και έφθασεν ήδη εις την επί του Δουνάβεως αντικρύ του Σιστόβου Ζέμνιτσαν ο Χρίστος Πάγκας, είς των οπλαρχηγών της Βουλγαρίας μετά 400 στρατιωτών και των εις περαίωσιν του στρατού αναγκαίων πλοιαρίων. Αλλ' οι λόγοι του Βλαδιμιρέσκου δεν ίσχυσαν· και αυτός μεν επανήλθεν αβλαβής εις τα ίδια, ο δε Σάββας απελύθη ευφημούμενος διά τον ζήλον του.
Όσον δε το σχέδιον του Υψηλάντου ήτον εξ αρχής σαθρόν τόσον η θέσις του καθίστατο καθ' ημέραν κινδυνωδεστέρα. Συνέρρευσαν υπό τας σημαίας του και καθ' οδόν και εν Κολεντίνη πολλοί ένοπλοι, και ελογίζοντο όλοι τρισχίλιοι· αλλ' άτακτοι εν γένει και καταχρασταί· και έχοντες υπ' όψιν το σκανδαλώδες παράδειγμα των πλείστων οπλαρχηγών, ων τα εν Βλαχία αθεμιτουργήματα υπερέβησαν και αυτά τα εν Μολδαυία, εγίνοντο ημέρα τη ημέρα έτι μάλλον ακράτητοι. Μεταξύ δε των τριών οπλαρχηγών, των εχόντων και επιρροήν και ικανότητα και τα ανδρειότερα και πολυπληθέστερα σώματα, πιστός ήτο και πιστός διέμεινε μέχρι τέλους ο Γεωργάκης, αλλ' ο Σάββας και ο Βλαδιμιρέσκος ήσαν επίβουλοι και προδόται. Οι εντόπιοι όλοι ηχθρεύοντο τον Υψηλάντην, διότι ο αγών ήτον επ' ωφελεία ξένης γης και επί φθορά της πατρίδος των· πάσα δε ηθική δύναμις, εξ όσων έβλεπαν και έπασχαν, εξέλειψεν· ώστε η τελεία καταστροφή του αγώνος εφαίνετο άφευκτος επερχομένης εχθρικής δυνάμεως.
Τοιαύτα ήσαν τα κατά την Βλαχομολδαυίαν αρχομένου του απριλίου. Ερχόμεθα τώρα να θεωρήσωμεν και τα κατά την Ελλάδα.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
&Έποψις της Πελοποννήσου και κατάστασις αυτής επί των παραμονών της επαναστάσεως. _Έλευσις κι απέλευσις του Χουρσίδ Πασά και χαρακτηρισμός αυτού.&
ΚΑΘ' όλα τα μέρη της ελληνικής γης ο αριθμός των εντοπίων Χριστιανών ήτον ανώτερος του αριθμού των εντοπίων Τούρκων. Αλλ' η Πελοπόννησος είχε και ιδιαίτερα πλεονεκτήματα· περιείχε χριστιανικόν λαόν πολυπληθέστερον, ευπορώτερον, εμπορικώτερον και βιομηχανώτερον αναλόγως των άλλων λαών της στερεάς Ελλάδος, διότι και ο τουρκικός ζυγός ήτον ελαφρότερος. Οι στελλόμενοι εις Πελοπόννησον ηγεμόνες συχνάκις αλληλοδιεδέχοντο, και ως εκ τούτου η επί του τόπου ισχύς των πολλή δεν ήτον· εφορευόμενοι δε υπό των διατριβόντων εν τη βασιλευούση αντιπροσώπων της Πελοποννήσου, εσυστέλλοντο έτι μάλλον εν ταις κακοεργίαις των. Οι αρχιερείς και οι προεστώτες είχαν μεγάλην επιρροήν επί των ομοπίστων αυτών· και ως εκ τούτου ήσαν ισχυροί παρά τη εξουσία· συνήρχοντο δε περί κοινών υποθέσεων εις την πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου δις του έτους, συνενισχυόμενοι ενώπιον της τουρκικής εξουσίας. Αν και γενικώς οι λαοί της Πελοποννήσου, καταγινόμενοι εις ειρηνικά έργα, δεν ήσαν μάχιμοι, διέπρεπαν όμως μεταξύ αυτών άνδρες εκ της τάξεως των κλεπτών φημιζόμενοι επ' ανδρία και πολεμική εμπειρία. Έζη και λαός προς μεσημβρινήν άκραν αυτής διασώσας πολλά λείψανα της σπαρτιατικής καταγωγής του. Επιτηδειοτάτη εις αμυντικόν πόλεμον είναι η γεωγραφική θέσις της. Θαλασσοτείχιστος η χώρα αύτη παρέχει μόνον τον στενόν Ισθμόν εις εισβολήν εχθρικών στρατευμάτων, αλλά και αυτόν βουνώδη προς την Μεγαρίδα και δυσπρόσιτον. Βουνώδη και δυσπρόσιτα είναι και πάμπολλα εντός αυτής μέρη. Τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά τα κοινώς λεγόμενα Δερβενάκια και το Αγιονόρι, το μεταξύ Άργους και Τριπολιτσάς Παρθένι, το μεταξύ Τριπολιτσάς και Καλαμάτας Μακρυπλάγι, το μεταξύ Αρκαδίας και Πύργου Κλειδί, τα μεταξύ Κορίνθου και Βοστίτσης στενά της Ακράτας, τα μεταξύ Πατρών και Βοστίτσης Σελλά, ο διατέμνων την Μάνην Ταΰγετος και τόσαι άλλαι ορειναί και δύσβατοι θέσεις είναι ευϋπεράσπιστοι, και δι' ολίγων επιτηδειόταται εις παρεμπόδισιν της από τόπου εις τόπον μεταβάσεως πολλών· φρουρείται δε η χερσόνησος αύτη υπό μεγάλων προμαχώνων, ένθεν μεν της στερεάς Ελλάδος, ένθεν δε των ναυτικών νήσων και της Κρήτης· βοηθείται και υπό της παραλίου περιφερείας της εις εισαγωγήν άλλοθεν των αναγκαίων. Όλα ταύτα ανεδείκνυαν την Πελοπόννησον, ην δικαίως θεωρεί ο Στράβων ακρόπολιν όλης της Ελλάδος, την καταλληλοτέραν και ασφαλεστέραν βάσιν του μελετωμένου επαναστατικού κινήματος.
Δύο ήσαν αι εν αυτή εστίαι της επαναστάσεως, η Αχαΐα και η Μάνη· εκείνη μεν πολιτική, αύτη δε πολεμική.
Η πόλις των Πατρών ήκμαζεν υπέρ πάσαν άλλην της Πελοποννήσου διά το εμπόριον και το πολύτιμον προϊόν της σταφίδος· ευρωπάιζε δε και υπέρ τας άλλας διά την συχνήν μετά τινων παραθαλασσίων της Ευρώπης πόλεων εξ αιτίας του εμπορίου επιμιξίαν, και διά την εν αυτή διαμονήν προξένων ισχυόντων παρά ταις τουρκικαίς Αρχαίς και πολλάς σχέσεις προς τους εντοπίους εχόντων· είχε και φιλομούσους και φιλοκάλους πολίτας Χριστιανούς και ημέρους πολίτας Τούρκους. Τρεις πολιτικοί άνδρες της Αχαΐας, ο Π. Πατρών Γερμανός, ο Ανδρέας Ζαήμης προεστώς των Καλαβρύτων, και ο Ανδρέας Λόντος προεστώς της Βοστίτσης, ήσαν ειλικρινώς συνδεδεμένοι πριν έτι γνωσθώσιν εν Πελοποννήσω τα της Εταιρίας. Οι συνετοί δε και φιλοπάτριδες ούτοι άνδρες εν πολλή όντες υπολήψει, ίσχυαν εξ αιτίας του δεσμού των και της αξίας των και παρά τοις τοπικοίς συμβουλίοις και παρά τοις γενικοίς· έμειναν δε μέχρι τέλους ζωής, εν μέσω τόσων πολιτικών και πολεμικών περιπετειών του αγώνος, πιστοί προς αλλήλους πολιτευόμενοι πάντοτε την αυτήν πολιτικήν. Η υπόληψις των τριών τούτων ανδρών συνέτεινεν όχι ολίγον εις το να κατασταθή η πόλις των Πατρών πολιτικόν κέντρον της Πελοποννήσου.
Η Μάνη, εξ αιτίας της ορεινής θέσεως και της ακαρπίας της γης, δεν έπεσεν εις τας αυτάς πολιτικάς περιπετείας, ούτε διήγειρε την φιλοδοξίαν και την πλεονεξίαν των δορυκτητόρων, ως η λοιπή Πελοπόννησος. Ο λαός της, πτωχός ως ο τόπος ον κατοικεί, αφιλέμπορος, αβιομήχανος, άθικτος, και ζων εν σκληραγωγίαις και τη χρήσει των όπλων, εθήρευε πολλάκις τα προς το ζην δι' αρπαγών κατά γην και κατά θάλασσαν. Ούτε Αρχήν τουρκικήν, ούτε κατοίκους Τούρκους είχε ποτε η Μάνη· απελάμβανε δε πλήρη αυτονομίαν υπό την κυριαρχίαν του κατά καιρούς καπητάμπασα επί ετησίω φόρω, σπανίως και αυτώ αποδιδομένω, τεσσάρων μεν χιλιάδων γροσίων κατ' αρχάς, δεκαπέντε δε μετά ταύτα. Είχεν επτά αρχιερείς· και αρχήθεν μεν διηρείτο εις οκτώ καπητανάτα, έπειτα δε εις ένδεκα· πας δε καπητάνος ήτο σχεδόν ανεξάρτητος, και διεδέχετο ως επί το πλείστον την αξίαν του ο κληρονόμος του· ανεδεικνύετο δε είς εξ αυτών ανώτερος των άλλων, παρ' αυτών μεν κατ' αρχάς, φέρων τον τίτλον Μπας - καπητάνος, μετά δε το 1770 παρά του κατά καιρούς καπητάμπασα υπό τον τίλον Μπας - μπογούς, αλλ' έκτοτε κοινώς προσαγορευόμενος «Μανιατμπέης»· δικαίως δε εθεωρείτο ο τόπος διά τα πλεονεκτήματα του πολεμικόν κέντρον της Πελοποννήσου· επρόκειτο δε να κινηθώσιν οι κάτοικοί του προ των άλλων, διότι εις εκείνους απέβλεπαν κυρίως οι λοιποί λαοί της Πελοποννήσου διά την φήμην της ανδρίας των. Αλλ' η Αρχή της Εταιρίας, καί τοι θεωρούσα και αύτη τον τόπον τούτον εστίαν της επαναστάσεως, ούτε όπλα, ούτε τροφάς, ούτε πολεμεφόδια, ούτε χρήματα εναπεταμίευσεν, αλλ' έστειλε μόνον κατηχητάς και έδωκεν υποσχέσεις (α).