Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 4

Chapter 411 wordsPublic domain

Μεταξύ των αποστόλων, ους ο Υψηλάντης έπεμψεν εις διάφορα μέρη φέροντας τας περί της αποστασίας εντολάς του, ήσαν και ο Δημήτριος Ύππατρος Μετσοβίτης, και ο Αριστείδης Παπάς ή Πωπ Θεσσαλός, και οι δύο άλλοτε κληρικοί. Τούτων ο μεν πρώτος διέβη εις Θεσσαλονίκην φέρων γράμματα του Υψηλάντου, εν οις και ιδιόχειρα αυτού, προς πολιτικούς και πολεμικούς των μερών εκείνων, και σκοπεύων ν' απέλθη εις Ήπειρον· ο δε δεύτερος εστέλλετο εις Σερβίαν φέρων και αυτός γράμματα προς επανάστασιν της ηγεμονείας εκείνης. Αμφότεροι δε, συλληφθέντες καθ' οδόν, αρχομένου του Ιανουαρίου, εφονεύθησαν, και τα γράμματα έπεσαν εις χείρας της οθωμανικής εξουσίας. Ο Υψηλάντης, εν αγνοία εισέτι των κατά τον Αριστείδην, αλλ' εν πλήρει γνώσει των κατά τον Ύππατρον, κατεθορυβείτο αναλογιζόμενος ότι, αν η Πύλη έστελλε τα γράμματα ταύτα προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον παραπονουμένη, ότι στρατηγός του ωργάνιζεν επανάστασιν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και απαιτούσα την ματαίωσιν του σχεδίου του, θα ηναγκάζετο ο αυτοκράτωρ να τον ανακαλέση εκ Βεσσαραβίας και να τον καταστήση διόλου άχρηστον· αρθέντος δε αυτού εκ μέσου, εματαιούντο όλα τα σχέδια της Εταιρίας. Εκτός του δεινού τούτου συμβάντος, εγνώσθη ότι καί τις Ασημάκης Θεοδώρου Πελοποννήσιος επρόδωκε την Εταιρίαν τω σουλτάνω, και τις Διόγος Επταννήσιος, μέλος της Εταιρίας, την επρόδωκε και αυτός τω Αλή, ούτος δε την ανεκάλυψε τω κυριάρχη του επ' ελπίδι να εύρη χάριν ενώπιόν του· έλαβε δε και εξ Ελλάδος ο Υψηλάντης κατ' εκείνας τας ημέρας γράμματα λέγοντα, ότι η Εταιρία, ήτο πασίγνωστος, ότι το έθνος ευρίσκετο επί του χείλους της αβύσσου εξ αιτίας της ανακαλύψεώς της, και ότι ώφειλε να καλέση τους λαούς άνευ ουδεμιάς αναβολής εις τα όπλα.

Λήγοντος δε του δεκεμβρίου του αυτού έτους, κατέβη εις Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντου ο εκ της επαρχίας του Λεονταρίου αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος Φλέσσας, ο κατ' αρχάς απόστολος και μετά ταύτα μέλος της υπερτάτης αρχής, ήτοι ειδώς το μυστήριον της απάτης, άνθρωπος νεωτεριστής, μεγαλότολμος και πνευματώδης, αλλ' ανίκανος να εμπνεύση σέβας διά του χαρακτήρος του ή της διαγωγής του· διά ταύτα, και διότι οι αρχιερείς και οι προεστώτες της Πελοποννήσου, γινώσκοντές τον προ ολίγου μικρόν, τον είδαν διά μιας μέγαν, κακίστην επροξένησεν εντύπωσιν ο υψηλός διορισμός του εξ αυτών των προοιμίων.

Η δε εν Πελοποννήσω τουρκική εξουσία είχε συλλάβει πρό τινος καιρού μεγάλας υποψίας περί των μελετωμένων. Πάσα άλλη εξουσία θα εξιχνίαζεν ακόπως και ακριβώς όλη την αλήθειαν εξ όσων ασυστόλως ελέγοντο και ενηργούντο καθ' όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου· αλλ' οι υπό την Πύλην ηγεμόνες, καταγινόμενοι εις το ν' αργυρολογώσι μάλλον ή να διοικώσιν, έχοντες δε και έξιν να σφάζωσι και καταστρέφωσιν οσάκις συνελάμβαναν πολιτικάς υποψίας, συγχέοντες πταίστας υπόπτους και αθώους, δεν εφρόντιζαν συνήθως να προασφαλίζωσι την επικράτειαν καθ' ους απαιτεί η προνοητική πολιτική τρόπους. Την φύσει δε τυφλήν ως προς τα τοιαύτα τουρκικήν εξουσίαν απετύφλωσε και η αποστασία του Αλή, ην δράξαντες ως αφορμήν οι Έλληνες διέσπειραν επιτηδείως παντού, ότι ο Αλής, ον παρωνόμαζαν επονειδίστως Καρά - Αλήν, ηρέθιζε την Πελοπόννησον, και ότι αρχιερείς και άρχοντες κατεγίνοντο εις ματαίωσιν των σχεδίων του. Αλλά μόλις διεσκεδάζοντο αι επικρατούσαι υποψίαι, και ανεφύοντο νέαι ισχυρότεραι, ώστε οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες άλλα συμφέροντα παρά τα των ηγεμονευόντων, ήσαν πάντοτε έμφοβοι. Διά τας αιτίας ταύτας, και προς ακριβή γνώσιν της αποστολής του Δικαίου και σπουδαίαν σύσκεψιν περί του πρακτέου, συνήλθαν εις Βοστίτσαν, ως εις απόκεντρον μέρος, αρχιερείς τινες και προεστώτες συναινέσει και των μη παρόντων, εις αποφυγήν υποψιών, θέλοντες δε να κρύψωσι και οι ολίγοι ούτοι τον αληθή σκοπόν της συνελεύσεως, διέδοσαν, ότι συνήρχοντο κατά διαταγήν της Μεγάλης εκκλησίας προς επιτόπιον επιθεώρησιν αγρού τινος σταυροπηγιακού διαφιλονεικουμένου. Υπό το πρόσχημα τούτο συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου, και ηκροάσθησαν τον Δίκαιον διαδίδοντα ασκέπτως και ασυστόλως επί της εις Ελλάδα καταβάσεώς του και της εις Βοστίτσαν ελεύσεώς του, ότι ήγγιζεν η έναρξις του αγώνος, και ότι εστέλλοντο έξωθεν άφθονα και πολυειδή πολεμικά βοηθήματα· έδειξε δε εν Βοστίτση, και τας οδηγίας του και τα πιστωτήριά του, δι' ων απεκαλείτο παρά του Υψηλάντου «άλλος εγώ». Εις απόδειξιν δε της πολλής απάτης του Υψηλάντου περί τα της Ελλάδος, και της σφαλεράς κρίσεώς του, σημειούμεν εκ των περί ων ο λόγος οδηγιών τα ακόλουθα.

«Άρθρ. β'. Οι αρχιερείς, οι άρχοντες και οι δημογέροντες της Πελοποννήσου να εκλέξωσιν από όλον το σύστημα των προεστώτων δύω τους δοκιμωτέρους και υποληπτικωτέρους, οι οποίοι κ α θ ή μ ε ν ο ι - ε ι ς - Τ ρ ι π ο λ ι τ σ ά ν να θεωρώσι τας συμπίπτουσας κοινάς της πατρίδος υποθέσεις με καθαράν συνείδησιν, οι δε λοιποί να διοργανίσωσιν εις τας επαρχίας το πράγμα ευτάκτως και ταχέως.

Αρθρ. γ'. Το στρατιωτικόν να διοργανισθή ευτάκτως· η ευταξία φέρουσα την ευδαιμονίαν των όπλων, τότε θέλει φυλαχθή, όταν καθ' όλας τας επαρχίας διορισθώσι χιλίαρχοι οι πλέον φρόνιμοι και δόκιμοι εις το να οπλοφορώσι και να διοικήσωσι στρατόν. Πρέπει να γενή κατά επαρχίαν η εκλογή ενός χιλιάρχου έχοντος την άδειαν να στρατολογήση και να επιστήση κατά την τάξιν της χιλιαρχίας τους αξιωματικούς, ήτοι εκατοντάρχους, πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. Εις αυτούς θέλει υπόκειται νομίμως διοικούμενος ο στρατός.

Άρθρ. στ'. Ο γενικός έφορος (Υψηλάντης) δεν κρίνει εύλογον, να αρματωθή ο τυχών διά την προξενουμένην σύγχυσιν και ζημίαν από την απειρίαν του όχλου. Να εκλεχθώσι δε από την Πελοπόννησον όλην ε ί κ ο σ ι - π έ ν τ ε - μ ό ν ο ν - χ ι λ ι ά δ ε ς - σ τ ρ α τ ό ς - α π ό - ά ν δ ρ α ς - ε κ λ εκ τ ο υ ς - κ α ι - ε μ π ε ί ρ ο υ ς - ε ι ς - τ α - ό π λ α, διά να οδηγηθώσι τακτικώς από τούτον με την ανήκουσαν υπακοή ευθύς οπού φανή εις την Πελοπόννησον.

Αρθρ. η'. Ανάγκη πάσα να γίνη κατάλογος καθαρός της αδελφότητος όλης διά να εξετασθή η κατάστασις του καθ' ενός και να υποχρεωθή να συνεισφέρη αναλόγως, ώστε η καταβολή να γενή επέκεινα του ενός μιλιουνίου. Αύτη είναι γνώμη του γενικού εφόρου και της σεβαστής Αρχής.

Αρθρ. θ'. Οι χιλιάρχοι και αξιωματικοί έχουν χρέος να ορκίσωσι τους στρατιώτας των εν ονόματι του Ιησού Χριστού κ.τ.λ.».

Κατά τας οδηγίας ταύτας ο Υψηλάντης επίστευεν ότι η Τριπολιτσά, καθέδρα της Πελοποννήσου, όλη σχεδόν υπό Τούρκων κατοικουμένη και υπέρ πάσαν πελοποννησιακών πόλιν φρουρουμένη, ήτον ο καταλληλότερος τόπος εις εγκατάστασιν επαναστατικής αρχής και εις μυστικήν διεξαγωγήν των συμπιπτουσών της πατρίδος υποθέσεων, και ότι δυνατόν ήτο να εκλεχθώσι μεταξύ των Πελοποννησίων, ανθρώπων καταγινομένων εις ειρηνικάς εργασίας, να οργανισθώσι μυστικώς και ορκισθώσιν ενώπιον της ακμαζούσης τουρκικής εξουσίας στρατεύματα είκοσι πέντε χιλιάδων εξ εμπειροπολέμων ανδρών.

Και ταύτα μεν έλεγαν αι οδηγίαι. Ο δε άλλος εγώ Δικαίος επρόσθετεν, ότι η Ρωσσία εκίνει τον Υψηλάντην, ότι θα εκήρυττε πόλεμον κατά της Πύλης άμα ήρχιζεν ο αγών εν Ελλάδι, και ότι θα έστελλε τότε και στόλους και στρατεύματα και πολεμεφόδια και θησαυρούς. Ιδών δε, ότι όσα εκομπορρημόνει δεν επιστεύοντο, δεν εσυστάλη να βεβαιώση ότι έφθασεν ήδη εις Ύδραν ικανή ποσότης και όπλων και χρημάτων και πολεμεφοδίων εκ της Ρωσσίας, και ότι ητοιμάζοντο και πλοία της νήσου εκείνης εις έκπλουν. Ηγανάκτησεν η συνέλευσις διά τας αναιδείς ψευδολογίας του Δικαίου, τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν, ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμας και ριψοκινδυνεύων την ύπαρξιν του έθνους. Πάντα ταύτα έδωκαν κακίστην ιδέαν και περί τον προσωπικού και περί των πόρων της Αρχής. Όχι ολιγώτερον είχε κλονίσει την πεποίθησιν των συνελθόντων και η προ τινος καιρού γενομένη και απορριφθείσα απαίτησις της εν Κωνσταντινουπόλει γενικής εφορίας του ν' αποστείλωσιν οι Πελοποννήσιοι εκεί κατά διαταγήν της Αρχής όλας τας συνεισφοράς των. Αλλά, και αν υπώπτευσαν ότι αι μεγάλαι ελπίδες άς συνέλαβαν ήσαν απατηλαί, δεν εδύναντο μήτε αυτοί να οπισθοδρομήσωσι μήτε την ορμήν των πολλών ενθουσιώντων ν' αναστείλωσι· πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν αποφασίσαντες τα εξής.

«Ο Δίκαιος ν' αναχωρήση εις τα ίδια και να ησυχάση.

Να γείνη φροντίς περί καταγραφής και συλλογής των συνεισφορών, και να κατατεθώσι παρά τω εν Πάτραις γενικώ ταμία, Παπαδιαμαντοπούλω.

Η Πελοπόννησος να μη κινηθή, μηδέ αφ' ού έλθη ο προσδοκώμενος πληρεξούσιος, αν δεν κινηθώσι προηγουμένως τα άλλα μέρη της Ελλάδος.

Να εξιχνιασθή διά νέας αποστολής εις Ρωσσίαν και Πίσαν, όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία η γνώμη του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προς τον μελετώμενον αγώνα, και ποίαν βοήθειαν εδύναντο οι Έλληνες να προσδοκώσιν εκείθεν.

Να εξετασθή η διάθεσις των προκρίτων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών ως προς τον αγώνα.

Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της εξουσίας· και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις Κωνσταντινούπολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου».

Ταύτα εβουλεύθησαν, και παρηγγέλθησαν καί τινες αυτών, επανερχόμενοι εις τα ίδια, να τα κοινοποιήσωσι τοις πλησιετέροις συναδέλφοις των· διέταξαν δε και τον μεγασπηλαιώτην Ιερόθεον να περιέλθη την Πελοπόννησον μυστικώς επί καταγραφή και εισπράξει των συνεισφορών.

Τοιαύται ήσαν αι περιστάσεις και αι διαθέσεις των εν Ελλάδι, ότε ο Υψηλάντης απεφάσισε να κινήση την επανάστασιν. Εν ώ δε κατεγίνετο προετοιμάζων και προετοιμαζόμενος, συνέβη το εξής εις επιθάρρυνσίν του.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'

&Αποστασία Θεοδώρου Βλαδιμιρέσκου. — Μετάβασις Υψηλάντου εις Μολδοβλαχίαν, καί τα κατ' εκείνας τας ηγεμονείας συμβάντα μέχρι των Αρχών απριλίου.&

ΘΕΟΔΩΡΟΣ τις, γεννηθείς έν τινι χωρίω της μικράς Βλαχίας, και εξ ου έφερε παρασήμου του αγίου Βλαδιμίρου παρονομαζόμενος Βλαδιμιρέσκος, εστράτευσεν υπό τους Ρώσσους επί του εν έτει 1812 παύσαντος εξαετούς Τουρκορρωσικού πολέμου· μετά δε την γενικήν αμνηστείαν διωρίσθη, επί της ηγεμονίας Ιωάννου Καρατσά, κατά σύστασιν του εν Βουκουρεστίω γενικού προξένου της Ρωσσίας του προστατεύοντος αυτόν, Υποθεματάρχης, και ως τοιούτος διετέλει και επί του διαδεχθέντος τον Καρατσάν Αλεξάνδρου Σούτσου, γνωστός διά τον φιλαυτοχθονισμόν του και την ανδρίαν του.

Ο Θεόδωρος ούτος μετέβη δι' ιδιαιτέρας του υποθέσεις εις Βουκουρέστι καθ' όν καιρόν, εξ αιτίας της αναφυείσης αλληλομαχίας της Πύλης και του Αλή, εφαίνετο εγγίζουσα η έναρξις του ελληνικού αγώνος, και οι εν Βουκουρεστίω Φιλικοί κατεγίνοντο προετοιμάζοντες τον αγώνα κατ' εκείνα τα μέρη δι' εσωτερικών ταραχών υπ' άλλο πρόσχημα. Ο καταλληλότερος ταραξίας τοις εφάνη ο Βλαδιμιρέσκος, και ο αρμοδιώτερος των ταραχών καιρός η συμπεσούσα μεσηγεμονία. Μεταξύ των εν Βλαχία σημαντικών Φιλικών διέπρεπεν, ως είπαμεν, ο οπλαρχηγός Γεωργάκης Ολύμπιος διά τον πατριωτισμόν, την σύνεσιν, την ανδρίαν και την επιρροήν του. Ο οπλαρχηγός ούτος, ο υπό τον τίτλον γκιουλέρ - αγασή υπηρετών παρά τω ηγεμόνι Σούτσω, κατήχησε πρό τινων μηνών διά προτροπής των Φιλικών τον Βλαδιμιρέσκον τα της Εταιρίας επί τη βεβαιώσει Ρωσσικής συμπράξεως, και τον εβεβαίωσεν ως φιλόπατριν ότι ο σκοπός της Φιλικής Εταιρίας ήτο να επαναστατήση και ελευθερώση όλους τους υπό τον τουρκικόν ζυγόν χριστιανικούς λαούς οποίας και αν ήσαν φυλής. Συμβάντος δε του θανάτου του Σούτσου, τον εσυμβούλευσε ν' απέλθη εις μικράν Βλαχίαν, να κινήση τον λαόν της εις τα όπλα, και μη ανακαλύπτων όλον τον αληθή σκοπόν του κινήματός του να κηρύξη επί του παρόντος, ότι εκινείτο εις απόσεισιν της φαναριωτικής ξενοκρατίας και ανάκτησιν των αρχαίων προνομίων της πατρίδος του υπό την κυριαρχίαν πάντοτε του σουλτάνου. Ο Βλαδιμιρέσκος, σεβόμενος εις άκρον τον κατηχητήν του, εδέχθη προθύμως τας συμβουλάς του, έλαβε παρ' αυτού όχι πλειοτέρους των 30 στρατιωτών καί τινα χρήματα παρά της εφορίας, επανήλθεν εις μικράν Βλαχίαν εκάλεσε τον λαόν εις τα όπλα, και διέδωκεν ότι ήτο πιστός υπήκοος της μεγάλης και κραταιάς οθωμανικής αυτοκρατορίας, ότι δεν ωπλίσθη ειμή εις παύσιν των καταχρήσεων και εις ανάκτησιν των αρχαίων προνομίων της πατρίδος του καταπατηθέντων ή εις ωφέλειαν μόνον των αρχόντων αποβάντων, και ότι επάναγκες εθεώρει να στείλωσιν αι επαρχίαι προς αυτόν πληρεξουσίους εις σύσκεψιν περί του κοινού καλού· εξέδωκε δε και προκηρύξεις και απέστειλε και ικετήριον αναφοράν προς τον Σουλτάνον της αυτής εννοίας.

Διάδοχος του αποθανόντος ηγεμόνος της Βλαχίας διωρίσθη ο Σκαρλάτος Καλλιμάχης. Ούτος ακούσας, εν Κωνσταντινουπόλει έτι διατρίβων, τα κατά τον Βλαδιμιρέσκον, έστειλεν αμέσως ανθηγεμόνας, τον Ιωάννην Σαμουρκάσην, τον Κωνσταντίνον Νέγρην και τον Στέφανον Βογορίδην προς καθησύχασιν της ταραχθείσης ηγεμονείας του. Φθάσαντες οι ανθηγεμόνες εις Βουκουρέστι έστειλαν τον Γεωργάκην και τον φίλον του και συστρατιώτην Γιαννάκην Φαρμάκην Μακεδόνα μετά 600 κατά του Βλαδιμιρέσκου, τον δε Σάββαν εκράτησαν παρ' αυτοίς ως αρχηγόν της φρουράς της πρωτευούσης, αγνοούντες ότι οι οπλαρχηγοί ούτοι ήσαν μέλη της Εταιρίας. Εκστρατεύσαντες οι περί τον Γεωργάκην και τον Φαρμάκην, αντί να κατατρέξωσι τον Βλαδιμιρέσκον, τον συνέτρεχαν κρυφίως δίδοντές τω πάσαν ευκαιρίαν υπό διαφόρους προφάσεις να ενδυναμωθή έτι μάλλον και προοδεύση. Φθάσαντες δε εις Κραϊόβαν, πρωτεύουσαν της μικράς Βλαχίας, ηύραν ετοίμους να κινηθώσιν επί τον Βλαδιμιρέσκον κατά διαταγήν των ανθηγεμόνων τον Ιωάννην Σολωμόν και τον Διαμαντήν Σιρδάρην μετά πολλών στρατιωτών, αλλ' ο φιλόπατρις Γεωργάκης κατήχησε και αυτούς τα της Εταιρίας και τους ουδετέρωσεν. Εν τοσούτω ο Βλαδιμιρέσκος ασφαλισθείς τοιουτοτρόπως από πάσης προσβολής, έχων ικανόν αριθμόν Πανδούρων (α) και συλλέξας καθ' οδόν πλήθος άλλων οπλοφόρων και ροπαλοφόρων, ώδευεν αφόβως εις Βουκουρέστι. Η ευτυχής και ακώλυτος πρόοδός του και η προσέγγισίς του εις την πρωτεύουσαν ηνάγκασαν τους άρχοντας να καταφύγωσιν εις Τρανσιλβανίαν, τους δε ανθηγεμόνας εις Ρουτσούκι, παραδουνάβιον πόλιν της Τουρκίας. Απομακρυνόμενοι δε ούτοι της πρωτευούσης, διέταξαν τον Σάββαν θεωρούμενον πιστόν ν' ασφαλίση την πόλιν από του αποστάτου. Εν τοσούτω ο Βλαδιμιρέσκος έφθασε παρά το Βουκουρέστι την 15 Μαρτίου μέγας και πολύς, και κατέλυσεν εν Κοτροτσανίω, μοναστηρίω του αγίου Όρους, ημιώριον προς δυσμάς από της πόλεως. Ύψωσε δε κατά πρώτην φοράν και σημαίαν φέρουσαν επί κυανού μεταξωτού υφάσματος τα ομοιώματα της αγίας Τριάδος και των μεγαλομαρτύρων Γεωργίου και Δημητρίου και το «Ζήτω η Ελευθερία» χρυσόγραπτον. Την δε 17 εξέδωκε κήρυγμα προς τούς κατοίκους του Βουκουρεστίου λέγων όσα έλεγε και επί της οδοιπορίας του, και προσθέτων, ότι εις ευόδωσιν του μεγάλου εθνικού σκοπού του συνήχθησαν υπό την οδηγίαν του δεκαεξακισχίλιοι οπλοφόροι, ότι η υψηλή Πύλη εσκόπευε να στείλη αντιπρόσωπόν της εις διόρθωσιν των κακώς εχόντων, και ότι αναγκαίον ήτο να στείλωσι και οι λαοί προς αυτόν πληρεξουσίους, να ενωθώσιν ως Χριστιανοί μετά του κινηθέντος πλήθους υπέρ του γενικού καλού, και να ετοιμάσωσι και τα αναγκαία καταλύματα. Κατόπιν του Βλαδιμιρέσκου αφίχθησαν εις Βουκουρέστι ο Γεωργάκης και ο Φαρμάκης, και κατέλυσαν εντός της πόλεως όπου διέτριβε και ο αρχηγός της φρουράς Σάββας· όλοι δε οι εντός και οι εκτός ήρχοντο συχνάκις εις λόγους χωρίς να συγκρούωνται.

Φεβρουάριος Καθ' ον δε καιρόν διετάραττεν ο Βλαδιμιρέσκος την Βλαχίαν, ο Υψηλάντης, έχων εν τη συνοδία του τους δύο νεωτέρους αδελφούς του, Νικόλαον και Γεώργιον, τον συνταγματάρχην του ελαφρού ρωσσικού ιππικού Γεώργιον Καντακουζηνόν (β), τον ταμίαν του Γεώργιον Μάνον, αξιωματικόν τινα Πολωνόν, Γαρνόφσκην, και δύο υπηρέτας, επέρασεν εν ρωσσική στολή τον Προύθον την 22 Φεβρουαρίου περί την ε' ώραν μετά μεσημβρίαν, και υποδεχθείς επί της αποβάσεώς του και συνοδευθείς παρά τινων στρατιωτών ευρεθέντων εκεί διά της μυστικής ενεργείας οπαδών του πρρσταλέντων επί τούτω εις Ιάσι, εισήλθε δύνοντος του ηλίου εις την πόλιν και έστησε το στρατοπεδαρχείον του εν τη οικία της Καντακουζηνής, αυτός δε κατέλυσεν εν τω μοναστηρίω του Γαλατά επί λόφου κειμένω είκοσι λεπτά μακράν της πόλεως. Μόλις δ' έφθασε, και όλοι οι εν τη πόλει οπλοφόροι Αρβανίται, όντες μυστικώς προωργανισμένοι, αφήκαν πάσαν υπηρεσίαν κοινήν και ιδιωτικήν, και ετάχθησαν διά μιας υπό τας διαταγάς του. Ετάχθησαν υπό τας διαταγάς του και άλλοι, και πολλοί των μαθητών αυτοπροαίρετοι και ενθουσιώντες.

Κατ' εκείνον τον καιρόν ηγεμόνευεν εν Μολδαυία ο Μιχαήλ Σούτσος προ ολίγων μόνον εβδομάδων κατηχηθείς τα της Εταιρίας. Ο κατηχητής του, είτε θέλων να τον ελκύση, είτε αγνοών και αυτός τα σχέδια της Εταιρίας, τον εβεβαίωσεν, ότι μήτε αι ηγεμονείαι θα εταράττοντο μήτε η επανάστασις θα εξερρηγνύετο εν Ελλάδι προ του 1825. Ο Σούτσος, θεωρών το τέρμα τούτο βραχύ, επρότεινε διά του κατηχητού τον τη υπερτάτη Αρχή παράτασιν μέχρι του 1827,και έγραψε τα αυτά κατ' ευθείαν τω Υψηλάντη διατρίβοντι εν Βεσσαραβία. Ο Υψηλάντης, υποπτεύσας ότι διά της προτάσεως ταύτης ο Σούτσος διενοείτο ν' αποκαρπωθή εν ανέσει την επταετή ηγεμονίαν του, και φοβούμενος μη τον εύρη αντίπαλον αν ηναντιούτο, υπέκρυψε τους αληθείς σκοπούς του· ώστε ο Σούτσος ηπόρησε και εταράχθη ότε παρά πάσαν προσδοκίαν έμαθε την 21 κατά πρώτον, ότι ο Υψηλάντης θα επέρα τον Προύθον την επαύριον· αλλ' ούτε αντείπεν ούτε αντέπραξεν· εξ εναντίας έδωκε πάσαν βοήθειαν, πιστεύων και αυτός αδιστάκτως, ως και οι λοιποί, ότι η Ρωσσία τον υπεκίνει. Η διαγωγή αύτη του ηγεμόνος έπεισε τους εντοπίους άρχοντας, ότι το κίνημα του Υψηλάντου δεν ήτον απροστάτευτον έξωθεν, και ότι προανήγγελλε ταχείαν είσοδον εις τας ηγεμονείας ρωσσικών δυνάμεων, και μεταβολήν της πολιτικής τύχης των· διά τούτο και αυτοί ούτε αντείπαν ούτε αντέπραξαν. Αλλ' έβλαψαν τον αγώνα εξ αυτών των προοιμίων του αυτοί οι αγωνισταί. Τα πλείστα των επί των ορίων των ηγεμονειών φρούρια ήσαν και ανώχυρα και απροφύλακτα και ανεφοδίαστα εξ αιτίας της συνήθους αμελείας των Τούρκων ενισχυομένης έτι μάλλον υπό της επικρατούσης τότε βαθείας ειρήνης· διά τούτο ήσαν ευάλωτα προσβαλλόμενα αίφνης. Αλλ' αντί να προσβληθή αίφνης και αλωθή η Βραΐλα, ως έχουσα μικράν και αδύνατον φρουράν, ο διατελών υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου Βασίλης Καραβιάς, οπλαρχηγός και αυτός των εν ταις ηγεμονείαις μη εντοπίων, εξύπνησε τους Τούρκους, πράξας έμπροσθεν ούτως ειπείν των πυλών του φρουρίου τούτου πράξιν απολίτευτον, απάνθρωπον και αδικαιολόγητον.

Καθ' όλας τας πόλεις της Μολδοβλαχίας όπου εσύχναζαν Τούρκοι, ως διαβάται ή ως έμποροι, διέτριβεν αξιωματικός Τούρκος, έχων παρ' εαυτώ καί τινας στρατιώτας προς συστολήν των ατακτούντων ομοπίστων του μη σεβομένων συνήθως την χριστιανικήν φρουράν. Τοιούτος τις διέτριβε και εν Γαλατσίω παραδουναβίω εμπορική πόλει της Μολδαυίας, όπου ήσαν καί τινες Τούρκοι φιλήσυχοι και φιλέμποροι. Τον αξιωματικόν τούτον, τους περί αυτόν και όσους εκ των εμπορευομένων Τούρκων εδυνήθη να συλλάβη ο Καραβιάς, ο ως αρχιχωροφύλαξ εκεί σταθμεύων, εφόνευσε σχεδόν όλους επιπεσών αίφνης άνευ διαταγής του Υψηλάντου την προτεραίαν της εις Μολδαυίαν περαιώσεώς του. Εναβρυνόμενος δε επί τω κατορθώματί του εσόβει διά της αγοράς φορών την μηλωτήν του φονευθέντος αξιωματικού ως την λεοντήν ο Ηρακλής.