Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 32

Chapter 3210 wordsPublic domain

Είχαν και οι παλαιοί Έλληνες τα πυρπολικά των. Ο Θουκυδίδης εν τη Ζ'. συγγραφή, όπου αναφέρει, ότι οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των ενίκησαν κατά θάλασσαν τους Αθηναίους και εκυρίευσαν 18 πλοία των, προσθέτει· «Και επί τας λοιπάς (ναυς), εμπρήσαι βουλόμενοι ολκάδα παλαιάν κληματίδων και δαδός γεμίσαντες (ην γαρ επί τους Αθηναίους ο άνεμος ούριος) αφείσαν την ναυν πυρ εμβαλάντες. Και οι Αθηναίοι δείσαντες περί ταις ναυσίν αντεμηχανήσαντό τε σβεστήρια κωλύματα, και παύσαντες την φλόγα και το μη προσελθείν εγγύς την ολκάδα του κινδύνου απηλλάγησαν».

Κατεσκεύασαν τοιούτον τι πλοίον και οι Τύριοι επί της πολιορκίας των· ιδού πώς περιγράφει την κατασκευήν αυτού ο Αρριανός.

«Οι δε Τύριοι προς ταύτα αντιμηχανώνται τοιόνδε. Ναυν ιππαγωγόν κλημάτων τε ξηρών και άλλης ύλης ευφλέκτου εμπλήσαντες, δύο ιστούς επί τη πρώρα καταπηγνύουσι, και εν κύκλω περιφράσσουσιν ες όσον μακρότατον, ως φορυτόν τε ταύτη και δάδας όσας πλείστας δέξασθαι. Προς δε πίσσαν τε και θείον και όσα άλλα ες το παρακαλέσαι μεγάλην φλόγα επί ταύτη επεφόρησαν. Παρέτειναν δε και κεραίαν διπλήν επί τοις ιστοίς αμφοτέροις, και από ταύτης εξήρτησαν εν λέβησιν όσα επιχυθέντα ή επιβληθέντα επί μέγα την φλόγα έξαψειν έμελλεν. Έρματά τε ες την πρύμναν ενέθεσαν του εξάραι εις ύψος την πρώραν πιεζομένης κατά πρύμναν της νεώς· έπειτα άνεμον τηρήσαντες ως επί το κώμα επιφέροντα, εξάψαντες τριήρεσι την ναυν κατ' ουράν είλκον. Ως δε επέλαζον ήδη τω τε κώματι και τοις πύργοις, πυρ εμβαλόντες εις την ύλην, και ως βιαιότατα άμα ταις τριήρεσιν επανελκύσαντες την ναυν ενσείουσιν άκρω τω χώματι. Αυτοί δε οι εν τη νηί καιομένη ήδη εξενήξαντο ου χαλεπώς· και εν τούτω η τε φλοξ πολλή ενέπιπτε τοις πύργοις και αι κεραίαι περικλασθείσαι εξέχεαν εις το πυρ όσα ες έξαψιν της φλογός παρασκευασμένα ην. Οι δε από των τριηρών πλησίον του χώματος ανακωχεύοντες, ετόξευον ες τους πύργους ως μη ασφαλές είναι πελάσαι όσοι σβεστήριόν τι τη φλογί επέφερον. Και εν τούτω κατεχομένων ήδη εκ του πυρός των πύργων, εκδραμόντες εκ της πόλεως πολλοί και ες κελήτια εμβάντες άλλη και άλλη εποκείλαντες του χώματος, τον τε χάρακα ου χαλεπώς διέσπασαν τον προ αυτού προβεβλημένον και τας μηχανάς ξυμπάσας κατέφλεξαν όσας μη το από της νεώς πυρ επέσχεν».

Και ταύτα μεν περί των παρά τοις αρχαίοις πυρπολικών. Περί δε των καθ' ημάς εκθέτω ενταύθα χάριν των περιέργων όσα επορίσθην έκ τινων ανεκδότων υπομνημάτων του πυρπολητού Κωνσταντίνου Νικοδήμου προς γνώσιν της παρασκευής, της εφοπλίσεως και της χρήσεως αυτών.

Το μεταποιούμενον εις πυρπολικόν πλοίον έπρεπε να έχη δύο πατώματα· το επάνω, ήγουν το κατάστρωμα ή κατάφραγμα, και το κάτω ή υπόφραγμα, το κοινώς λεγόμενον κοραδούρον· οσάκις δε το πλοίον εξ αιτίας της μικρότητός του είχε μόνον το επάνω, κατεσκευάζετο το κάτω εκ του προχείρου, διότι επ' αυτού παρεσκευάζοντο τα εις εμπρησμόν αναγκαία. Γύρωθεν των άκρων του επάνω πατώματος και εν τω μέσω αυτού κατά μήκος ηνοίγοντο κατά σειράν στόμια, κοινώς λεγόμενα ρ ο ύ π ο ι. Ο αριθμός των ήτον ανάλογος του μήκους του πλοίου, το σχήμα τετράγωνον, αι δε πλευραί δύο γαλλικών ποδών. Ηνοίγοντο δε και τέσσαρα στόμια δεξιόθεν και αριστερόθεν του καταρτίου της πρώρας· και υποκάτω μεν αυτών και δύο τριών άλλων εκ των επί της μέσης του πλοίου ετίθεντο πίθοι (βαρέλια) προσηλωμένοι, κλίνοντες προς τα έμπροσθεν, και ανοικτόν μεν έχοντες το επάνω μέρος, τρυπημένον δε το κάτω· υποκάτω δε ενός εκάστου των λοιπών στομίων ετίθετο εσχάρα υπό τεσσάρων δοκών βασταζομένη επί των τεσσάρων γωνιών του στομίου προσηλωμένων και επί του κάτω πατώματος στηριζομένων· ετίθεντο δε και επιστόμια εις προφύλαξιν από της βροχής και της θαλάσσης μη αφαιρούμενα ειμή καθ' ην ώραν επρόκειτο να καή το πλοίον· επί δε του κάτω πατώματος προσηλούτο γύρωθεν όλου του πλοίου από της μιας θυρίδος της πρύμνης μέχρι της άλλης ασκεπής τετράπλευρος σωλήν εκ σανίδων, δύο δακτύλων έχων ύψος και πλάτος δύο ήμισυ· από του σωλήνος δε τούτου εξεπορεύοντο άλλα ταυτόσχημα σωληνάρια απολήγοντα υπό τας εσχάρας και πίθους· το δε εφόλκιον (εφόλκιον δε καλώ εν τω συγγράμματι τούτω την λέμβον του πυρπολικού) εσύρετο πάντοτε επί της θαλάσσης, και εις προφύλαξιν αυτού από πάσης εχθρικής βολής ηνοίγοντο συνήθως εκατέρωθεν της πρύμνης δύο θυρίδες, και δι' αυτών εσύρετο το εφόλκιον κατά τας περιστάσεις ποτέ δεξιά και ποτέ αριστερά διά σκοινιών δεδεμένων προς την πρώραν του πλοίου· ηνοίγοντο δε και άλλαι θυρίδες επί των πλευρών του πλοίου εις επιτυχεστέραν φλόγισιν αυτού εν καιρώ δι' εισαγωγής αέρος, και εις ταχυτέραν διάδοσιν των φλογών προς τα έξω. Αι εις χρήσιν δε ύλαι ήσαν η πυρίτις, το οινόπνευμα βαθμών 36 μέχρι 42, η νάφθα, το θείον, οι κληματάνθρακες, η πίσσα, η ρητίνη, αι δάδες και τα εχινοπόδια (είδος φρυγάνων). Εκ των πέντε δε πρώτων ειδών κατεσκευάζοντο φλογιστικαί σφαίραι κατά τον ακόλουθον τρόπον· ερρίπτετο εν ξυλίνω αγγείω ποσότης τις πυρίτιδος, επεχέοντο οινόπνευμα και νάφθα, και αφ' ού έπινεν η πυρίτις τα ρευστά ταύτα, ερρίπτοντο εν τω αγγείω θείον και κληματάνθρακες τριπτοί, συνεμιγνύοντο όλα ταύτα τα είδη, ερρίπτοντο και αύθις εις ζύμωσιν οινόπνευμα και νάφθα, και εκ της συμπεφυρμένης ταύτης φλογώδους ύλης εσχηματίζοντο αι περί ων ο λόγος σφαίραι και εξηραίνοντο ηλιαζόμεναι. Το δε εσωτερικόν του πλοίου, δηλαδή το κάτω πάτωμα και το προς αυτό βλέπον πρόσωπον του επάνω πατώματος και αι πλευραί αυτού, ηλείφοντο διά πίσσης, ρητίνης, οινοπνεύματος, θείου και νάφθης. Και αύται μεν ήσαν αι προ της αναγωγής του πυρπολικού προπαρασκευαί.

Μετά δε την αναγωγήν εβάλλετο κατά πρώτον εν εκάστη των προς την πρώραν εστιών 15 έως 20 οκάδων πυρίτις εντός των τρυπημένων πίθων ή και πλειοτέρα κατά την δύναμιν του πλοίου, ηλαττούτο δε βαθμηδόν η ριπτομένη ποσότης εν εκάστη των εν τω μέσω του επάνω πατώματος άλλων εστιών αναλόγως της αποστάσεως αυτών από της πρώρας, και απετίθεντο υφ' εκάστην των λοιπών δύο ή τρεις φλογιστικαί σφαίραι και επ' αυτών μέχρι της εσχάρας μεταξύ των τεσσάρων δοκών εχινοπόδια, επί δε της εσχάρας δάδες· ερραντίζοντο δε αύται και τα εχινοπόδια διά νάφθης ή οινοπνεύματος. Εν ώ δε ο ελληνικός στόλος επλησίαζε τον εχθρικόν, έρριπταν πυρίτιδα εις τον μεγάλον σωλήνα από της μιας μέχρι της άλλης άκρας, προσέχοντες μη τύχη και μείνη κενόν τι μέρος αυτού· έρριπταν πυρίτιδα και εις τα σωληνάρια, εξεσκέπαζαν τα επί του επάνω πατώματος στόμια, και επέθεταν πίθους, τρυπητούς υποκάτωθεν, ανοικτούς επάνωθεν, και περιέχοντας ανά 40 ή 50 σφαίρας και ολίγην πυρίτιδα· εκρέμων δε επί του δόλωνος (μπομπρέσου), και πίθον φέροντα τοιαύτας ύλας· έβαλλαν και επί διαφόρων μερών του επάνω πατώματος ασκούς πλήρεις πίσσης και ρητίνης και αγγεία πλήρη οινοπνεύματος και νάφθης· ετύλιζαν όπισθεν του πηδαλιούχου τους κάλωας εις προφύλαξιν αυτού· μετεβίβαζαν εις το πλησιέστερον πολεμικόν πλοίον τας τροφάς, τα φορέματα, και ό,τι περιττόν, και ηρώτα ο πλοίαρχος τους ναύτας, αν τις εξ αυτών μικροψυχήσας ενώπιον του κινδύνου επεθύμει να μεταβιβασθή εις άλλο πλοίον.

Υψουμένου δε του σημείου της μάχης παρά του ναυάρχου, εκρέμων οι πυρποληταί επί των ακροκεραίων άρπαγας (τσιγκέλια) προς αντιλαβήν, και εισήρχοντό τίνες των ναυτών εις το εφόλκιον έχον ως επί το πλείστον δύο κανόνια, το μεν επί της πρύμνης το δε επί της πρώρας, και ετοιμάζοντες εν αυτώ τα πάντα εις πλουν και εις κωπηλασίαν άναπταν πυρ εν σιδηρά σκάφη επί της πρώρας αυτού κειμένη και το μετέφεραν από του ενός εις το άλλο μέρος του πλοίου κατά τας περιστάσεις μη πάθη τι πυροβολούμενον, διότι δι' αυτού ήλπιζαν την σωτηρίαν των.

Τούτων ούτως εχόντων, ώρμα το πυρπολικόν εν μέσω του εχθρικού στόλου υπό την αδιάκοπον ως επί το πλείστον κανονοβολήν και τουφεκοβολήν του εχθρού. Επολέμουν δε και οι εν τω πυρπολικώ έχοντες συνήθως δύο κανόνια προς την πρύμνην. Συνέβαινεν ενίοτε γαλήνη, και τα τουρκικά πλοία έστελλαν τους δρόμωνας (κατσαμπάσια) εις σύλληψιν αυτού, αλλ' επέστρεφαν συνήθως άπρακτοι εξ αιτίας της τόλμης και της επιδεξιότητος των Ελλήνων.

Καθ' ην δε στιγμήν επρόκειτο να ριφθή το πυρπολικόν επί το εχθρικόν πλοίον, επεθεωρούντο τα πάντα αν ήσαν εν τάξει, ενδιέμενεν ο πλοίαρχος και τρεις ή τέσσαρες ναύται, και οι λοιποί κατέβαιναν εις το εφόλκιον οι δε μείναντες, αφ' ού εκόλλων το πυρπολικόν, έδεναν το πηδάλιον όπου έπρεπε και ερρίπτοντο και ούτοι εις το εφόλκιον, ύστερος δε πάντων ο πλοίαρχος, και τότε ο ιστάμενος παρά την καιομένην ανθρακιάν εντός του εφολκίου έρριπτεν αυτήν διά χαλκίνης κυψέλης έσω των επί της πρύμνης ή των πλευρών του πυρπολικού θυρίδων, δηλαδή όθεν ο κίνδυνος ήτον ολιγώτερος, και αμέσως απεμακρύνετο το εφόλκιον και διεσώζοντο οι εν αυτώ επί του πολεμικού πλοίου παρακολουθούντος επί τω σκοπώ τούτω όσον εδύνατο πλησιέστερον το πυρπολικόν. Ο κυριεύων δε φόβος τους Τούρκους επί τη θέα του πλησιάζοντος πυρπολικού και η εντεύθεν σύγχυσις και ταραχή ήσαν ανέκφραστα.

(γ.)

Περί του πλοίου τούτου όρα κεφάλαιον ΙΗ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

(α.)

Εις απόδειξιν του μεγάλου φόβου, ον συνέλαβαν οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών αυλών και πριν συμβώσι τα δυστυχήματα ταύτα, εκδίδω το ακόλουθον γράμμα σταλέν παρ' όλων ομοθυμαδόν μεσούντος του μαΐου προς τον διοικητήν του τόπου. Εντεύθεν φαίνεται η δεινή θέσις της Σμύρνης.

Επιστεύαμεν όλοι αδιστάκτως την πλήρωσιν των υποσχέσεων σας· αλλά παρά τας διαβεβαιώσεις σας τα κακά όχι μόνον δεν έπαυσαν, αλλά και ηύξησαν· συνηύξησαν διά τούτο και οι φόβοι των γυναικών μας και των τέκνων μας. Πιστεύομεν, ότι ενηργήσατε ό,τι εδυνήθητε. Αλλά δεν ευρίσκεται τάχα τρόπος συντελεστικώτερος προς πλήρωσιν των υποσχέσεων σας; ύβρεις και απειλαί εξερεύγονται καθ' ημέραν από του συναθροιζομένου όχλου διασπείρουσαι τόσον τρόμον εις την ενορίαν των Φράγκων, ώστε το μάλλον κινδυνεύον αυτής μέρος κατέφυγεν εις το άλλο. Τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων δεν είναι δυνατόν να διαρκέση. Οι Φράγκοι ευρίσκονται ενταύθα υπό την σκέπην των συνθηκών· ο σουλτάνος τους έθεσε πάντοτε υπό την προστασίαν των ανδρείων του γενιτσάρων· αι συνθήκαι τοις υπόσχονται ασφάλειαν· αν εναντίον των ιερών τούτων δικαίων δεν παύσωσιν αι κατ' αυτών ύβρεις και οι μέχρι θανάτου φοβερισμοί εξ αιτίας πάλης αλλοτρίας θ' αναγκασθούν να μεταχειρισθώσιν εις ασφάλειαν των το ναυτικόν των και να φύγωσι διά παντός εκ πόλεως, ήτις τόσον ήκμαζε προ ολίγου εξ αιτίας της ομονοίας των εγκατοίκων, και την σήμερον καταπατά όλα τα καθήκοντα της φιλοξενίας. Τι θα καταντήσει η πόλις αύτη, αν πέση το επί τόσους αιώνας πλουτίσαν αυτήν εμπόριον; τι θα καταντήσουν αι πέριξ πεδιάδες της, αν ουδείς αγοράση πλέον τα προϊόντα της; μη λησμονήσετε, ότι διά τοιαύτας αιτίας παλαιαί και πλούσιαι πόλεις έπεσαν. Εξαιτίας της παύσεως του εμπορίου της Σμύρνης έπαυσαν από τούδε τα εισοδήματα του τελωνείου. Πολλαί χιλιάδες κατοίκων είναι αργοί. Η φήμη των τωρινών κακώσεων θα διαδοθή εις όλην την Ευρώπην και θα φθάση και εις την Αμερικήν. Όσοι έμελλαν να φέρωσιν εδώ πλούτη δεν έρχονται πλέον, και τα έξωθεν είδη θ' ακριβύνουν διπλάσιον ή και τετραπλάσιον. Ανδρείοι γενίτσαροι, φρόνιμοι γέροντες, αρχηγοί στρατιωτικοί οι έχοντες τα όπλα, μεταχειρισθήτε τα εις παύσιν της γενικής δυσπιστίας· επαγρυπνείτε τους ραγιάδας σας, αφοπλίσατέ τους, αλλά μη στερείσθε των διά σας εργαζομένων χειρών και προ πάντων μη συγχέετε ημάς και εκείνους· εστέ βέβαιοι, ότι αν είχαν οι ημέτεροι κακούς σκοπούς, ημείς πρώτοι θα τους εμποδίζαμεν. Δεν έχομεν ολιγώτερον συμφέρον. Το συμφέρον των Φράγκων είναι το συμφέρον των Μουσουλμάνων. Μη επιτρέπετε λοιπόν να συμπεριλαμβάνωσι και ημάς οι μη ειδότες τα πράγματα εις τα εκδικητικά των σχέδια· εμποδίσατε τους επίσης να παιδεύωσι τους αθώους διά τα πταίσματα των αποστατών. Οι αποστάται μόνοι είναι άξιοι τιμωρίας, και η τιμωρία των δεν θα αργήση· διδάξατε τους αμαθείς, φωτίσατε τους τυφλούς τους βάλλοντάς σας εις κίνδυνον, είπατέ τοις να μη πιστεύωσιν, ότι έχετε φιρμάνι διατάττον τον εξολοθρευμόν όλων των Χριστιανών. Αν μας ασφαλίσετε την ζωήν, δεν θα παύσωμεν φέροντες εις την πόλιν σας πλούτον και αφθονίαν· αλλ' αν δεν παύσωσιν αι ύβρεις και αι απειλαί, σας λέγομεν, ότι αναχωρούμεν εις τα ίδια».

(β.)

Αν υποθέση τις ότι ενοχοποιώ τους Τούρκους υπέρ το δέον, τον παραπέμπω εις το XI κεφάλαιον της ιστορίας της ελληνικής επαναστάσεως του Ραφενέλου, συγγραφέως αλλοεθνούς και καθολικού, αλλ' αυτόπτου όσων διηγείται περί Σμύρνης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

(α.)

Εναπέμεινάν τινες γυναίκες μετά των τέκνων, ως απόντων των ανδρών.

(β.)

Παρόμοιόν τι έπραξαν και οι Πέρσαι ότ' επολιόρκουν τας Αθήνας. Ιδού τι διηγείται ο Ηρόδοτος Βιβλ. Η'.

«Οι δε Πέρσαι ιζόμενοι επί τον καταντίον της ακροπόλιος όχθον, τον Αθηναίοι καλέουσι Αρήιον πάγον, επολιόρκεον τρόπον τοιόνδε· όκως στυπείον περί τους οϊστούς περιθέντες άψειαν, ετόξευαν ες το φράγμα».

(γ.)

Αξίαν σημειώσεως κρίνω την προς τον πρόκριτον των Καλαρρύτων, Κωνσταντίνον Τουρτούρην ακόλουθον επιστολήν απαιδεύτου τινός Αλβανού, του Ιβραήμ - Πρεμέτη, διά τα εν αυτή υγιή και γενναία φρονήματα. Η επιστολή αύτη, ην αντέγραψα εκ του πρωτοτύπου ταυτολεξεί χρησιμεύει και ως παράδειγμα του εν κοινή χρήσει ύφους του γράφειν παρά τοις πλείστοις των εν τοις πράγμασιν ημιπαιδεύτων επιστολογράφων επί της ηγεμονίας του Αλήπασα Τεπελενλή.

«Κατά πολλά ηγαπημένε μου κυρ Κωσταντή σε χαιρετώ αδελφικά και σου φιλώ τα μάτια.

1821, Ιουλίου 4, Καλαρύτες

«Έλαβα το αγαπητόν μου γράμμα σου και ευχαριστώ την αδελφικήν αγάπην σου και φιλίαν· είδα και τα όσα φιλικά μου λέγεις και τα εκατάλαβα, διά τούτο σου αποκρίνομαι. Εγώ, φίλε μου, καλά ειξεύρεις, ότι εστάλθηκα εδώ από τους πολυχρονεμένους βεζιράδες μου διά φύλαξιν σας, μαντάμ οπού τα ταξεράτια του πολέμου έτσι είναι, φίλε μου, εγώ δεν έλαβα την χώραν σας ούτε ελτιζάμι, ούτε βοηβοδαλίκη, με όλον οπού ήλθα καθώς εδώ και έφαγα ψωμί εις την χώραν σας, δεν σας αγάπησα το ζαράρι, αμή έβανα το κεφάλη του διά το διάφορόν σας και διά την αγάπην σας. Όμως το επήρετε λάθος και έπρεπε να μας το ειπήτε εσκερέ, ότι ημείς άξιοι διά πόλεμον δεν είμασθαν, και η αυθεντία σας να πάρετε τα μέτρα σας· τότε ημείς αληθινά επέρναμεν τα μέτρα μας και δεν ακολουθούσαν αυτά όπου ακολούθησαν· τα ταξιράτια του πολέμου έτσι είναι· διά δε το να μου γράφης ότι είμεσθαν πέντε αδέλφια και όλα εις τον πόλεμον, είναι αλήθεια, και εγώ οπού ζω με έδωσεν ο Θεός και βιο και τσευτιλίκια και ημπορώ να ζήσω αυθεντικά· μαντάμ ο άνθρωπος εις τούτον τον ψεύτικον τον τουνιά μίαν φοράν θα αποθάνη, καθώς μίαν φοράν γεννάται, όμως πρέπει, φίλε μου, να αποθάνη με πίστιν, με τιμήν και με υπόληψιν, και ιταέτι εις τας βασιλικάς προσταγάς· και οποίος απεθένει έτσι, αυτός είναι τιμημένος εις τούτον τον τουνιά. Εγώ, φίλε μου, στοχάζομαι πώς έχω πίστιν, τιμήν, υπόληψιν και ιταέτι εις το δεβλέτι, και δεν κάμνω αυτό, ότι εγγίζω την πίστιν μου και τιμήν μου, και έχω απόφασιν μαζύ με τον Χουσεΐναγα και Ματούσιαγα να σταθούμεν κατά την τιμήν μας και να αποθάνωμεν με αυτήν. Ημείς διά αυτήν την τιμήν αποφασίζομεν να πολεμήσωμεν ανδρειωμένα έως όπου έχωμεν ζαερέν, και έπειτα όπως μας το έχει ο Θεός ταξηράτι. Δεν έπρεπε να κάμετε αυτό το λάθος, μάλιστα ο αδελφός σου, όταν εκινήσαμεν από τα Γιάννινα, μου έδωσεν όλην την πίστιν του και έδοσα όλην την πίστιν μου, οπού έξω από μίαν πίστιν τον έκαμα αδελφόν, και διά τούτο δεν έπρεπε αυτός να κάμη αυτό το λάθος και να εγγίξη την τιμήν του εις εμένα και να ακολουθήσουν αυτά οπού ακολούθησαν· και μάλιστα είσαι βέβαιος ως μου το γράφεις οπού εις έναν χρόνον μου ηκολούθησαν τόσα ταξεράτια. Λιακήμ, φίλε μου, αν αποφασίσετε να χαλάσητε επτακόσους Αρβανίτας, μη στοχασθήτε να σώσετε την Αρβανιτιάν, και όποιος ήθελεν αυτά τα ανακατώματα και αυτά τα κακά, ας το έβρη από τον Θεόν. Εγώ κάνω τέλος εις το γράμμα μου με τούτο, ότι μη στοχαστήτε όπου εκλεισθήκαμεν ημείς· διατί όποιος ηξεύρει από τουφέκι, το στοχάζετε ότι κλείονται και ρηγάτα διά την τιμήν τους και βερέδες γίνονται και εις τους βασιλιάδες, και εντροπή δεν είναι. Φίλε μου, ενώ θέλω ανταμώσω και τον Χουσεΐναγα και τον Ματούσιαγα να τους ειπώ τους χαιρετισμούς σου να μου δώσουν την γνώμην τους, και να έχω το τσεβάπι σου, και υγίαινε.

Ο φίλος Σας Ιμπραήμ Πρεμέτης». (Τ. Σ.)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

(α.)

Η λέξις «Επτάννησος» εγράφετο έως χθες διά δύο ν· και οι περιώνυμοι Ευγένιος, Θεοτόκης, και Κοραής διά δύο ν την έγραφον και αυτοί. Οι πλείστοι σήμερον την γράφουν δι' ενός θεωρούντες ίσως αδικαιολόγητα τα δύο· αλλ' ιδού τι λέγει ο Στράβων εν βιβλίω ΙΓ' περί του πλεονάζοντος ν.

«Κατά δε τον πορθμόν, τον μεταξύ της Ασίας και της Λέσβου, νησία εστί περί είκοσιν . . . . Καλούνται δ' Εκατόννησοι συνθέτως, ως Πελοπόννησος, κατά έθος τι του ν γράμματος πλεονάζοντος εν τοις τοιούτοις, ως Μυόννησος και Προκόννησος λέγεται και Αλόννησος, ώστε Εκατόννησοι εισιν, οίον Απολλωνόννησοι».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.

(α.)

Ανηγορεύθησαν μετά ταύτα μέλη της γερουσίας ο Π. Πατρών Γερμανός και ο Ασημάκης Ζαήμης.

(β.)

Η γερουσία απηγόρευσε την εξαγωγήν των μεν τροφίμων, ίνα μη πεινάση ο τόπος· των δε λοιπών προϊόντων ίνα μη οικειοποιώνται οι ιδιώται τα δημόσια, ό εστι τα Τουρκικά, και τα πωλώσιν ως ίδια.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ