Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 3

Chapter 36 wordsPublic domain

Αρχομένου δε του 1820, συνήλθαν εις Τριπολιτσάν πολλοί των προκρίτων της Πελοποννήσου δια κοινάς υποθέσεις, μεμνημένοι τα της Εταρίας. Η συνέντευξις αύτη τοις έδωκεν αφορμήν να συσκεφθώσι και περί της υπενεργουμένης πολιτικής μεταβολής. Πατριωτισμός και αδελφική αγάπη διέκριναν την πρώτην συνέντευξίν των. Επειδή οι προύχοντες Τούρκοι ήσαν εις δύο κόμματα διηρημένοι, διηρημένοι εις δύο κόμματα ήσαν και οι αρχιερείς και οι προύχοντες Χριστιανοί. Αλλ' ο δεσμός της Εταιρίας και ο σκοπός του μεγάλου αγώνος απήτουν την ένωσιν όλων των εις Χριστόν πιστευόντων και την από των Τούρκων απόσπασίν των. Ησθάνθησαν οι συνελθόντες την ανάγκην ταύτην, και αφήσαντες τα τοπικά και προσωπικά, ηνώθησαν όλοι διά την εν Χριστώ ασπασμού, και ωρκίσθησαν κρυφίως και τας διχονοίας των να λησμονήσωσι και από των αλλοπίστων ν' αποσπασθώσιν, συμβοηθούμενοι εις το εξής ως αδελφοί. Τούτου δε γενομένου, απεφάσισαν να στείλωσιν εις Ρωσσίαν άνδρα της εμπιστοσύνης των εις ανίχνευσιν της υψηλής και αγνώστου Αρχής, εις κοινοποίησιν προς αυτήν των ιδεών των περί του μελετωμένου αγώνος, και εις αίτησιν των διαταγών και οδηγιών της· ηύραν δε ως τοιούτον τον Ιωάννην Παπαρηγόπουλον, και τω ενεπίστευσαν και δύο έγγραφα, άτινα, αφ' ού υπέγραψαν, απέστειλαν μυστικώ τω τρόπω εις τας επαρχίας και τα συνυπέγραψαν και οι λοιποί προεστώτες και οι αρχιερείς, και το μεν συνίστα παρά τη υπερτάτη Αρχή τον αποστελλόμενον και εξήγει αλληγορικώς τον σκοπόν της αποστολής του, το δε ήτον άγραφον, ίνα εγγράψη ο αποστελλόμενος επί τη ευθύνη ων έφερε την υπογραφήν ό,τι η περίστασις τον ωδήγει, αφ' ού ανεκάλυπτε την αληθινήν Αρχήν, τα σχέδιά της και τους πόρους της.

Πρό τινος δε καιρού, πριν αποφασισθή η παρούσα αποστολή, ο Αλήπασας, υποπτεύων καταδρομήν, επεθύμει να σχετισθή προς την Ρωσσίαν ως την αδιάλλακτον πάντοτε εχθράν της Πύλης· και επειδή εγνώριζεν άλλοτε τον Παπαρρηγόπουλον, τελούντα έργα διερμηνέως παρά τω εν Πάτραις Ρώσσω προξένω, διενοήθη να κοινοποιήση δι' αυτού τους στοχασμούς του προς την αυλήν της Ρωσσίας, και τον εκάλεσεν εις Πρέβεζαν, όπου διέτριβεν. Ο Παπαρρηγόπουλος υπήγε και συνδιελέχθη, αλλά δεν εδέχθη την πρότασιν επί λόγω ότι εις μάτην ήλπιζε την προστασίαν της Ρωσσίας, κινούμενος κατά του κυριάρχου του· επανελθών δε εις Πάτρας, ειδοποίησε τον αρχιεπίσκοπον Γερμανόν, συνεταίρον, περί τούτων. Ο Γερμανός εθεώρησεν, ότι δεν έπρεπε να απελπισθή ο Αλής, και παρεκίνησε τον Παπαρρηγόπουλον ν' αναδεχθή την αποστολήν. Ο Παπαρρηγόπουλος επείσθη και ειδοποίησε τον Αλήν, ότι, καθ' ας επανελθών εις Πάτρας έλαβεν ειδήσεις, εφρόνει ότι η ρωσσική αυλή, αν έβλεπε σταθεράν την επιμονήν του κατά του σουλτάνου, ήτο πολύ πιθανόν να τον βοηθήση, και ότι έτρεφε τόσον χρηστάς ελπίδας περί τούτου, ώστε έτοιμος ήτο ν' αναδεχθή ην απεποιήθη προ ολίγου αποστολήν. Εχάρη ο Αλής επί τη αγγελία ταύτη και πλήρης ελπίδων τω έστειλεν οδηγίας περί της εις Πετρούπολιν απελεύσεώς του· ώστε ο απόστολος ούτος των Πελοπονηνησίων προς την Αρχήν, ήτο και απόστολος τον Αλή προς την ρωσσικήν αυλήν, αγνοούντος την άλλην αποστολήν. Αι δε προτάσεις της πελοποννησιακής ομηγύρεως διά του αποστόλου τούτου ήσαν εν περιλήψει αι εξής·

Α'. Η Αρχή να διορίση εφορίαν εκ των εν Πελοποννήσω αδελφών ενεργούσαν υπέρ του σκοπού υπό τας διαταγάς της Αρχής, και πληροφορούσαν αυτήν περί πάντων.

Β'. Να διατάξη όλους τους αδελφούς να πείθωνται και αναφέρωνται εις την εφορίαν περί παντός, και να μη ενεργώσι τι άνευ αδείας αυτής επί ποινή αποβολής εκ της Εταιρίας.

Γ'. Να δώση διαταγήν να συναχθώσιν εις κοινόν ταμείον εν Πελοποννήσω, υπό την φροντίδα τιμίων ανδρών, όλαι αι συνεισφοραί των εν Πελοποννήσω αδελφών και αυτών των εν ταις ιονίοις νήσοις ει δυνατόν, και να μη δαπανάται τι άνευ της γνώμης των προκρίτων αδελφών και άνευ αδείας της Αρχής.

Δ'. Να διαταχθή τις των εν Ύδρα αδελφών όπως φροντίζη περί της ασφαλούς αλληλογραφίας της Αρχής και της συστηθησομένης πελοποννησιακής εφορίας.

Τοιουτοτρόπως εφωδιασμένος ο Παπαρρηγόπουλος, και παραγγελίαν έχων ιδιαιτέρως να φροντίση και περί ανακαλύψεως της μυστηριώδους Αρχής απεδήμησεν.

Εν τοσούτω η ανάγκη συστάσεως εφοριών εις συστολήν και επιτήρησιν της διαγωγής των αδελφών, ην ησθάνθησαν οι Πελοποννήσιοι, έγεινε διά τους αυτούς λόγους επαισθητή και παρά τοις άλλοις· και οι αρχηγοί της Εταιρίας, πριν λάβωσι τας περί ων ο λόγος προσκλήσεις, έσπευσαν να τας συστήσωσι κατά τόπους μυστικώς.

Αλλ' όσον προώδευεν η Εταιρία και επλησίαζεν η ώρα της ενάρξεως του αγώνος, τόσον ησθάνοντο οι πατέρες αυτής την ανάγκην ν' ανατεθή η αρχηγία εις άνθρωπον ικανόν να εμπνεύση θάρρος και σέβας, και έστειλαν ένα εξ αυτών, τον Εμμανουήλ Ξάνθον, εις Πετρούπολιν διατάξαντές τον να δοκιμάση την περί τούτου γνώμην του Ιωάννου Καποδιστρίου, και να τω προσφέρη την αρχηγίαν, αν τον εύρισκεν ευδιάθετον, εκθέτων αυτώ τας μεγάλας προόδους της Εταιρίας εντός και εκτός της Ελλάδος. Καθ' ον δε καιρόν εσκέπτοντο και ενήργουν περί τούτου, παρενέπεσε το ακόλουθον μέγα πολιτικόν συμβάν επιταχύναν τον μελετώμενον αγώνα.

Συντελεστικόν εις στερέωσιν του κλονιζομένου οθωμανικού κράτους εθεώρησεν ο σουλτάνος την εξόντωσιν των δυνατών τοπαρχών του· επερρεάζετο προς τούτο όχι μόνον υπό της πολιτικής του, αλλά και υπό της σφοδράς επιθυμίας του να σφετερισθή τους θησαυρούς των.

Ό Αλής ήτο και δυνατός και πλούσιος· πλήρης δε και τόλμης, ην εμπνέει η ευτυχία, και σύστημα έχων ν' απαλλάττεται εχθρών και αντιζήλων διά παντός θεμιτού ή αθεμίτου τρόπου, δεν εβράδυνε να δώση τω καιροφυλακτούντι κυριάρχη του δικαίαν αφορμήν της μέχρι θανάτου καταδρομής του διά του εξής τολμήματος.

Έπεσεν εις την οργήν του σατράπου τούτου και κατεδιώκετο μέχρι θανάτου ο συγγενής του και άλλοτε επιστήθιος φίλος του και συνεργός των σκοπών του Ισμαήλμπεης, ο και Πασόμπεης. Κατέφυγεν ο μπέης ούτος προς αποφυγήν των δεινών του εις πολλά μέρη, αλλά παντού εκινδύνευσε· μετέβη επί τέλους εις Κωνσταντινούπολιν διψών εκδίκησιν κατά του θανασίμου εχθρού του, και ευτύχησε να εισχωρήση εις τα συμβούλια της Πύλης ως καπουτσήμπασης, να κερδίση την εύνοιαν και να κινήση κατά του Αλή την οργήν του τότε παντοδυνάμου Χαλέτ - εφέντη. Ο Αλής κατεταράχθη μαθών την ύψωσιν του εχθρού του, και έτι μάλλον αφ' ού είδε μετ' ολίγον, ότι ο δευτερότοκος υιός του Βελήπασας, ηγεμών της Λαρίσσης, μετετέθη εκ της λαμπράς εκείνης ηγεμονείας εις την ποταπήν της Ναυπάκτου διά της παρά τω σουλτάνω ενεργείας του Χαλέτη. Ακολουθών δε την επίβουλον και ασυνείδητον πολιτικήν του απεφάσισε να δολοφονήση τον Πασόμπεην εντός της βασιλευούσης, και εμίσθωσεν επί τούτω τρεις Αλβανούς, οίτινες καιροφυλακτήσαντες τον επιστόλισαν, αλλά δεν τον έβλαψαν, και συλληφθέντες ωμολόγησαν, ότι ήσαν όργανα της θελήσεως του Αλή. Και ούτοι μεν ως κακούργοι εκρεμάσθησαν, ο δε Αλής μετεπέμφθη εντός ρητής προθεσμίας εις Κωνσταντινούπολιν ίνα απολογηθή· παρήκουσε, και η Πύλη εκίνησεν όπλα κατ' αυτού, ως απειθούς και αποστάτου, και ανέδειξε τον Πασόμπεην αρχιστράτητον των κατ' αυτού δυνάμεων και ηγεμόνα Ιωαννίνων και Δελβίνου.

Κατετάραξε την Ελλάδα το κατά του Αλή κίνημα, και ώπλισε τους Έλληνας, τους μεν υπέρ αυτού, τους δε κατ' αυτού. Οι δε διευθύνοντες τα της Εταιρίας εθεώρησαν την περίστασιν της τουρκικής ταύτης αλληλομαχίας αρμοδίαν εις έναρξιν του ελληνικού αγώνος, και δεν εσυλλογίσθησαν ότι τα πάντα ήσαν ανέτοιμα, ουδέ πόσον εναντίαι προς τον μελετώμενον σκοπόν εφαίνοντο αι εξωτερικαί περιστάσεις, καθ' ον καιρόν η ιερά συμμαχία, καταπτοηθείσα δι' όσα ενήργησεν ο καρβοναρισμός εν τη Ιταλία εις ανατροπήν των καθεστώτων, όχι μόνον εκινήθη ένοπλος κατ' αυτού, αλλά εκηρύχθη και επισήμως κατά πάσης πολιτικής καινοτομίας γινομένης παρά γνώμην των κρατούντων, οιαδήποτε και αν ήσαν τα κινούντα αίτια, και προς οιονδήποτε σκοπόν και αν απέβλεπαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'

&Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθίσταται επίτροπος της αρχής της Εταιρίας των Φιλικών. — Ενέργειαι αυτού και προετοιμασίαι εις επανάστασιν της Ελλάδος.&

Ο αποσταλείς προς τον Καποδίστριαν Ξάνθος ίνα τω προσφέρη την αρχηγίαν της Εταιρίας όχι μόνον δεν ηύρεν ευμενή υποδοχήν παρ' αυτώ, αλλά και κακώς απεπέμφθη ως συνεργών εις την καταστροφήν του έθνους του, και ηναγκάσθη να στρέψη προς άλλον τα βλέμματά του.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έζη εν Ρωσσία· ήτο βλαστός λαμπράς οικογενείας και υιός ηγεμόνος καταδιωχθέντος υπό της Πύλης και πρόσφυγος εις Ρωσσίαν· διέπρεψε μαχόμενος υπό την ρωσσικήν σημαίαν· εν δε τη μάχη της Δρέσδης απεκόπη και η δεξιά του. Έφερε τίτλον πρίγκηπος και βαθμόν στρατηγού, και υπασπιστού του αυτοκράτορος, και εδείκνυε πάντοτε πολλήν φιλογένειαν και μέγαν ενθουσιασμόν υπέρ της ελευθερίας της Ελλάδος. Τοιαύτα χαρακτηριστικά εθεώρησεν ο Ξάνθος άξια της γενικής αρχηγίας της Εταιρίας· ως μυστικός δε και αυτός αρχηγός αυτής δεν έκρινεν αναγκαίον να ζητήση την γνώμην των συναρχηγών του· έφερεν υπογεγραμμένην παρ' αυτών σύμβασιν, ην έπρεπε να προσυπογράψη ο Καποδίστριας, αν εδέχετο την γενικήν αρχηγίαν· κατ' αυτήν ώφειλεν ο γενικός αρχηγός να συμβουλεύηται και αυτούς περί πάντων (α). Ο αποσταλείς, ευρών τον Υψηλάντην πρόθυμον να την προσυπογράψη, τον εχειροτόνησεν επίτροπον της Αρχής· ο δε Υψηλάντης, λαβών εντεύθεν την απαιτουμένην εξουσίαν, και κατανοήσας οποίοι ήσαν οι συνιστώντες την Αρχήν, εσφετερίσθη όλην την υπερτάτην διοίκησιν των πραγμάτων, ολιγωρήσας μεν τους αρχηγούς της Εταιρίας και δοτήρας της εξουσίας του, και θεωρήσας την υπογραφείσαν πράξιν ως χαρτίον άγραφον, προσποιούμενος δε πάντοτε, ότι ενήργει υπό διαταγάς ανωτέρων εις πλάνην των μη ειδότων το μυστήριον της ανυπάρκτου Αρχής· ανέλαβε δε την γενικήν αρχηγίαν την εικοστήν Ιουνίου 1820, και ήρχισεν έκτοτε να ενεργή εντός της Ρωσσίας ό,τι ενόμιζεν ωφέλιμον προς τον σκοπόν του.

Ο δε Γαλάτης μετά τινα διατριβήν εν Βλαχία, όπου πρώτος εισήξε την Εταιρίαν, αφίχθη εις Κωνσταντινούπολη. Υποπτεύσαντές τον οι εκεί συνάδελφοι του ως επίβουλον, ή ως προσπαθούντα να σφετερισθή την αρχήν, τον έπεισαν ν' απέλθη, επί προετοιμασία δήθεν του αγώνος εις Πελοπόννησον εν συνοδεία τινών συνεταίρων· αλλά φθάσας παρά την Ερμιόνην (Καστρί) αντικρύ των Σπετσών εδολοφονήθη παρ' αυτών, υπερμεσούντος του έτους. Τόσον δε ο ζήλος της Εταιρίας κατέτρωγε τους μύστας αυτής, ώστε επλήγωσέ τις αυτών καιρίως εν Κωνσταντινουπόλει τον Αναγνώστην Δηληγιάννην ως αποδοκιμάζοντα τα της Εταιρίας.

Εν τούτοις, ο Παπαρρηγόπουλος αφιχθείς εις Κωνσταντινούπολιν παρέστη ενώπιον των εκεί εφόρων της Εταιρίας, και απεστάλη εις Πετρούπολιν προς συνέντευξιν του Υψηλάντου όπως μυσταγωγηθή δήθεν παρ' εκείνου τα της Αρχής και τω εγχειρίση τα προς αυτήν γράμματα. Ως δε διπλούς απόστολος, επεσκέφθη και τον εν Κωνσταντινουπόλει επίτροπον του Αλή προς ον ήτο συστημένος, και δι' αυτού εθάρρυνεν αύθις τον Αλήν να επιμείνη εις ην εμελέτα προς τον σουλτάνον αντίστασιν, και να ελπίζη πάντοτε εις την ρωσσικήν υπεράσπισιν· τα αυτά τω εγνωστοποίησε και αφ' ού έφθασεν εις Πετρούπολιν, και τω προανήγγειλεν ως άφευκτον τον προς την Πύλην ρωσσικόν πόλεμον· μη ευρών δε τον Υψηλάντην εν Πετρουπόλει, έτρεξε κατόπιν του εις Μόσχαν, κακείθεν εις Οδησσόν, όπου τον συνήντησε και τω ανεκάλυψε τον σκοπόν της αποστολής του. Ερωτήσας δε αυτόν και περί της Αρχής προς ην εστέλλετο, ήκουσεν, ότι ήτον αφανής, ότι αυτός ήτον ο πληρεξούσιος της, και ότι αυτώ έπρεπε και τα προς αυτήν γράμματα να εγχειρίση, και τους στοχασμούς του ν' ανακοινώση, και ότι διά του πληρεξουσίου της θα εμάνθανεν η Αρχή τα πάντα και δι' αυτού θα έδιδε τας αναγκαίας διαταγάς. Ο Παπαρρηγόπουλος τω έδωκεν επί τοις λόγοις τούτοις το συστατικόν των Πελοποννησίων, τω είπεν ότι οι Έλληνες ανέμεναν όλα τα του πολέμου παρά της Αρχής, και τον επληροφόρησεν ακριβώς περί της καταστάσεως, των πραγμάτων καθ' όλην την Ελλάδα. Ηπόρησεν ο Υψηλάντης ακούσας, ότι ούτε στρατεύματα ήσαν μυστικώς προωργανισμένα, ούτε χρήματα αποτεταμιευμένα, ούτε πολεμεφόδια ουδαμού συσσωρευμένα. Εις τόσην δε απάτην τον έρριψαν οι απόστολοί του, ώστε εδίσταζε να πιστεύση όσα αληθώς τω έλεγεν ο Παπαρρηγόπουλος, όστις θεωρήσας εθνοφθόρον τον δισταγμόν του έγραψε δι' άλλης χειρός επί του αγράφου και παρά των αρχιερέων και προκρίτων της Πελοποννήσου υπογεγραμμένου χαρτίου όσα ενόμισε συντελεστικά εις παύσιν του δισταγμού και εις αναίρεσιν των ψευδολογιών εφ' ων ο ατυχής πληρεξούσιος εσάλευε τας ελπίδας του και ερριψοκινδύνευε την ύπαρξιν του έθνους του· αλλ' αυτό το έγγραφον ίσχυσε να απαλλάξη τον Υψηλάντην της απάτης του.

Το φθινόπωρον του 1820 επανήλθεν ο Παπαρρηγόπουλος εις Πάτρας και ενεχείρισε τω Πατρών (β) τα παρά του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου επιτρόπου της Αρχής αποκριτικά γράμματα πραγματοποιούντα τας αιτήσεις της Πελοποννησιακής ομηγύρεως δι' αδείας εγκαταστάσεως γενικής εφορίας διοικούσης εν Πελοποννήσω τα της Εταιρίας υπό την Αρχήν και εχούσης την απαιτουμένην ισχύν εφ' όλων των αδελφών, και διά συστάσεως γενικού ταμείου των κατά την Πελοπόννησον, καθ' όλον το Αιγαίον και κατά την Επτάννησον συνεισφορών αυτών. Τα αυτά γράμματα ανήγγελλαν ως εξ ονόματος της Αρχής και την αναγόρευσιν του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου αυτής. Οι Πελοποννήσιοι λαβόντες ταύτα, ακούσαντες και τους θαρρυντικούς λόγους του αποστόλου των υποπτεύσαντος τα του Υψηλάντου ως σαθρά, αλλά μη στηλιτεύσαντος αυτά, και αναγνώσαντες μάλιστα και φράσιν των προς αυτούς γραμμάτων λέγουσαν, «ε ζ η τ ή θ η - κ α ι - ό θ ε ν - έ δ ε ι - η - α ν ή κ ο υ σ α - β ο ή θ ε ι α - κ α ι - υ π ε ρ ά σ π ι σ ι ς - κ α ι - ε χ ο ρ η γ ή θ η - α φ θ ό ν ω ς», εθαρρύνθησαν και εσύστησαν την εφορίαν, υπό την προεδρείαν του Ιωάννου Βλασοπούλου προξένου της Ρωσσσίας, εκ των αρχιερέων Π Πατρών Γερμανού, Μονεμβασίας Χρυσάνθου, Χριστιανουπόλεως Γερμανού, και εκ των προκρίτων Ασημάκη Ζαήμη, Σωτήρη Χαραλάμπη και Θεοδώρου Ρέντη· διώρισαν δε και ταμίας τον Ιωάννην Παπαδιαμαντόπουλον και τον Παναγιώτην Αρβάλην. Η εκλογή αύτη εψύχρανέ τινας μη συμπαραληφθέντας εν τη εφορία, και εντεύθεν ανεφύη έρις και αντίπραξις πριν αρχίση ο αγών, και η εφορία έμεινεν εξ αυτής της συστάσεώς της νεκρά.

Εν τω μεταξύ δε τούτω ο εν Ρωσσία Υψηλάντης ήτησε παρά της Ρωσσικής κυβερνήσεως άδειαν απουσίας, και μετέβη εις Βεσσαραβίαν, όπου πολλάκις διελέχθη μετά διαφόρων μελών της Εταιρίας ελθόντων πολλαχόθεν εις έντευξίν του, προετοιμάζων τα πάντα προς έναρξιν του αγώνος. Οι απόστολοι της Εταιρίας, οι γενικώς την ταχείαν έναρξιν του αγώνος επιθυμούντες, τους μεν Έλληνας, προς ους εστέλλοντο, εβεβαίουν ότι πάσα βοήθεια θα ήρχετο έξωθεν άμα ήρχιζεν εντός ο αγών, τον δε Υψηλάντην εθάρρυναν λέγοντες, ότι τα πάντα ήσαν έτοιμα εντός της Ελλάδος, και ότι οι Έλληνες δεν εζήτουν ειμή αρχηγόν έξωθεν εις έναρξιν. Ο Υψηλάντης επίστευεν όσα τω έλεγαν, διότι ήσαν όσα επεθύμει και ενόμιζεν ότι δεν επρόκειτο ν' ανεγείρη θρόνον, αλλά να καθήση επί ήδη ανεγερθέντος. Αν δε τις τω έλεγε την αλήθειαν, δεν επιστεύετο· τόσον εφάνη ευαπάτητος. Απεφάσισε δε εν πρώτοις να κατέλθη εις Ελλάδα, και έστειλε καί τινας φέροντας μυστικά γράμματα εις την Πελοπόννησον, εις τας νήσους και εις την στερεάν Ελλάδα, και έχοντας εντολήν να προκηρύξωσι την ταχείαν έλευσίν του και προετοιμάσωσι την οδόν του· διενοείτο δε άγνωστος να καταβή εις Τεργέστην όπου θα τον περιέμενεν Ελληνικόν πλοίον περί την 20 νοεμβρίου, και άγνωστος να καταπλεύση εις τα παράλια της Μάνης, όθεν εμελέτα ν' αρχίση τα ένοπλα κινήματά του την 25 Μαρτίου, ημέραν του Ευαγγελισμού, ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους· αλλ' εν ώ κατεγίνετο παρασκευάζων την εις Ελλάδα κατάβασίν του, τινές των περί αυτόν υπερίσχυσαν συμβουλεύοντές τον να μεταβή εις Μολδοβλαχίαν, και εκείθεν ν' αρχίση τον αγώνα. Εις υποστήριξιν δε της γνώμης των τω έλεγαν, ότι αι δύο αύται ηγεμονείαι εθεωρούντο ως άλλη Ελλάς, διότι και ηγεμόνες και αυλικοί ήσαν Έλληνες, και ο λαός ως ομόδοξος ήτο πρόθυμος να συναγωνισθή τον υπέρ πίστεως αγώνα, ότι ο ηγεμών της Μολδαυίας τον εδέχετο προθύμως, ότι η ηγεμονεία της Βλαχίας, χηρεύουσα διά τον μεσούντος του Ιανουαρίου θάνατον του ηγεμόνος της Αλεξάνδρου Σούτσου, ετέλει υπό αδύνατον μεσηγεμονίαν ή μάλλον ειπείν αναρχίαν, ότι ευρίσκετο εν ταις ηγεμονείαις μέγας αριθμός Φιλικών, ότι Τούρκοι δεν ενυπήρχαν, ότι ο τόπος είχεν αφθόνους τροφάς εις διατήρησιν πολυπληθών στρατευμάτων, και ότι το ταμείον της Φιλικής Εταιρίας δεν ήτο κενόν. Τον εβεβαίουν δε εξ ων είχαν πληροφοριών, ότι έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσιν όλοι οι Αρβανίται. Αρβανίται δε ελέγοντο οι εν ταις δύο ηγεμονίαις σύμμικτοι Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι συνδεόμενοι διά του αυτού δόγματος και ποριζόμενοι τα προς το ζην δι' οπλοφορίας, τινές δε διά μισθώσεως προσόδων. Οι Φαναριώται αυθένται, εξ ότου η ηγεμονία μετέπεσεν εις χείρας των, τους μετεχειρίζοντο εις ιδίαν φρουράν και εις δημοσίαν υπηρεσίαν. Το παράδειγμα των αυθεντών μιμούμενοι οι εντόπιοι άρχοντες είχαν και ούτοι Αρβανίτας και εις υπηρεσίαν των και εις φύλαξιν των γαιών των. Οι σύμμικτοι δε ούτοι πολεμικώτεροι των εντοπίων, ελογίζοντο τω καιρώ εκείνω τετρακισχίλιοι. Εθάρρυναν τον Υψηλάντην ίνα μεταβή εις τας ηγεμονείας και οι εξής λόγοι.

Διέτριβαν εν Βλαχία δύο σημαντικοί οπλαρχηγοί Έλληνες, ο Γεωργάκης Ολύμπιος ή Ολυμπιώτης υπηρετήσας άλλοτε υπό τους Ρώσσους, και ο Καμινάρης Σάββας Φωκιανός Πάτμιος έχοντες αμφότεροι ικανόν αριθμόν οπλοφόρων· και ο μεν Ολύμπιος, νυμφευθείς την χήραν του περίφημου Σέρβου Χαϊδούκου Βέλκου και πολεμήσας άλλοτε υπέρ αυτού εν Σερβία, είχεν εκεί μέγα κόμμα· ο δε Σάββας είχε πολλήν επιρροήν εν Βουλγαρία· αμφότεροι δε ούτοι, μέλη όντες της Εταιρίας των Φιλικών, ειδοποίησαν τον Υψηλάντην, ότι ήσαν και έτοιμοι και ευέλπιδες να κινήσωσιν εις επανάστασιν τους τόπους εκείνους. Εκτός τούτου απηγορεύετο κατά τας συνθήκας Τουρκίας και Ρωσσίας πάσα εισβολή τουρκικών στρατευμάτων εις τας ηγεμονείας άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και ευλόγως εσυλλογίζετο ο Υψηλάντης ότι, αν ετάραττε τας ηγεμονείας, η Πύλη μανθάνουσα τας ταραχάς ή θα έστελλεν αμέσως διά το κατεπείγον της περιστάσεως κατά των αποστατών δυνάμεις άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και τότε παρέβαινε τας συνθήκας και έδιδε δικαίαν αφορμήν πολέμου, ή θα εζήτει την συγκατάθεσίν της εις αποστολήν στρατευμάτων, και τότε παρήρχετο πολύς καιρός· ώστε εδύνατο ο Υψηλάντης εν τω μεταξύ τούτω, μένων ανεπηρέαστος, να οργανίση ικανάς δυνάμεις εν ταις ηγεμονείαις και ευτυχώς να προοδεύση· επίστευε δε ως κατορθωτόν και σχέδιόν τι σταλέν παρά της εν Κωνσταντινουπόλει εφορίας και επιδιορθωθέν και εγκριθέν παρ' αυτού, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εν ρητή ημέρα θα εκαίετο, ο Σουλτάνος θα εφονεύετο, ο στόλος θα εκυριεύετο ή θα κατεστρέφετο, και οι βασιλικοί θησαυροί θα διηρπάζοντο. Τοιούτοι λόγοι έπεισαν τον Υψηλάντην να προτιμήση την εις τους παραδουναβίους τόπους μετάβασιν επί σκοπώ πάντοτε να μη διαμείνη εν Μολδοβλαχία, Σερβία ή Βουλγαρία, αλλά να καταβή εις Ελλάδα ανάπτων παντού καθ' οδόν την φλόγα της αποστασίας. Επετάχυναν δε την έναρξιν του αγώνος προ της προσδιορισθείσης ημέρας 25 Μαρτίου αι εξής αιτίαι.