Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 28
Ο Υψηλάντης ήξευρεν ότι έως τότε ηγνόουν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή, ότι η πολυθρύλλητος Αρχή ήτον απάτη· και όμως εν ονόματι της απάτης απήτησεν ευθύς την κατάργησιν της γερουσίας και την εις χείρας του συγκέντρωσιν όλης της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Ουδεμία αμφιβολία, ότι όσον ωφέλιμος και αν ήτο κατ' εκείνας τας περιστάσεις η γερουσία, η συγκέντρωσις όλης της εξουσίας εις χείρας ενός και μόνου ήτον ωφελιμωτέρα, διότι όπου απαιτείται δραστηριότης, η πολυαρχία είναι πρόσκομμα. Αλλ' οι άρχοντες της Πελοποννήσου απέκρουσαν την απαίτησιν ταύτην ως υποδουλούσαν και εξευτελίζουσαν αυτούς· επροθυμήθησαν όμως και συμπράκτορά των εν τη γερουσία να τον παραλάβωσι, και πρόεδρον αυτής να τον αναγορεύσωσι, και μηδέν έργον να τη επιτρέψωσι άνευ της γνώμης αυτού· και αυτός ο Μαυρομιχάλης, όστις επρώτευεν, έσπευσε να τον τιμήση ως ανώτερόν του· αλλ' ουδεμία τοιούτου είδους παραχώρησις ευχαρίστει τον Υψηλάντην· ήθελε να ήναι μόνος αυτός η υπερτάτη εξουσία, και όλοι οι άλλοι υπό τας διαταγάς του· ήθελε να ήναι εν τη Ελλάδι ότι ήτον ο αδελφός του εν Βλαχομολδαυία· αφ' ού δε είδεν ότι ο σκοπός ούτος δεν ευωδούτο, και ότι οι γερουσιασταί ελογομάχουν μετ' αυτού πικρώς, τόσον ηπόρησε και δυσηρεστήθη ώστε ανεχώρησεν εις Καλαμάταν.
Μεγάλη ήτον η προδιάθεσις του κοινού υπέρ της Αρχής της φιλικής Εταιρίας, και μεγάλαι αι εκείθεν προσδοκίαι. Το κοινόν εθεώρησε τον Υψηλάντην ελθόντα ως πλήρωμα των προσδοκιών του, οι δε στρατιώται ως δοτήρα μισθών, τιμών και βαθμών· διά τούτο η αναχώρησίς του εξηγρίωσε το εν Βερβένοις στρατόπεδον, και τόσω μάλλον καθ' όσον διεδόθη λόγος, ότι διά την δυστροπίαν των προκρίτων της Πελοποννήσου διενοείτο να εγκαταλείψη ολοτελώς την Ελλάδα. Ηρέθιζαν το στρατιωτικόν έτι μάλλον καί τινες των περί τον Υψηλάντην· ώστε καθ' ην ώραν ήσαν οι πλείστοι των γερουσιαστών και άλλοι πρόκριτοι συνηγμένοι παρά τω Μαυρομιχάλη, και εσκέπτοντο περί της ρήξεως, και κατεγίνοντο να ειδοποιήσωσι περί τούτου τους γείτονάς των προκρίτους Ύδρας και Σπετσών, ήλθαν έξωθεν πάμπολλοι στρατιώται βοώντες τα μύρια κατά των προκρίτων, και απειλούντες να τους σφάξωσιν ως αποδιώξαντας τον σωτήρα της Ελλάδος. Ευρέθησαν καλή τύχη έξω της οικίας διάφόροι Μανιάται και άλλοι στρατιώται ακόλουθοι των προκρίτων και εμπόδισαν την πρώτην ορμήν των φιλοταράχων. Εξήλθε μετά ταύτα και ο παρευρεθείς Κολοκοτρώνης, τους καθησύχασε, και τους απέστειλεν εις τα ίδια, υποσχόμενος την ταχείαν επιστροφήν του Υψηλάντου εις το στρατόπεδον. Τω όντι εστάλησαν προς αυτόν ανυπερθέτως οι οπαδοί του, Αναγνωσταράς και Δικαίος, οι και υποκινήσαντες την στρατιωτικήν ταραχήν, τον επρόφθασαν εις Λεοντάρι, τον μετέπεισαν και τον συνώδευσαν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων.
Αν ο Υψηλάντης είχε τόσην πολιτικήν τόλμην όσην έδειξε πάντοτε ανδρίαν εν πολέμω, η περίστασις εκείνη ήτον αρμοδιωτάτη να τον περιβάλη ην επεθύμει εξουσίαν· τον ετίμων και τον υπήκουαν αι ναυτικαί νήσοι και όλη η στερεά Ελλάς· τα εν Τρικόρφοις και εν Βερβένοις στρατόπεδα τον εχαιρέτισαν επανελθόντα αγαλλόμενα και ήσαν υπό τα νεύματά του· ο λαός της Πελοποννήσου τον ηγάπα, και αυτοί οι πρόκριτοι ήθελαν μόνον να περιστείλωσι την απόλυτον εξουσίαν του, αλλ' όχι και να την καταργήσωσι, διότι εφοβούντο την Αρχήν της Εταιρίας αγνοούντες ότι ήτο μύθος· εν συντόμω πολιτικοί και πολεμικοί, οι της θαλάσσης και οι της ξηράς, μικροί και μεγάλοι, όλοι εις τον Υψηλάντην ήλπιζαν αλλ' όλα ταύτα δεν τον ωφέλησαν. Εκάθητο επί των Τρικόρφων και ανταπεκρίνετο μετά των αντιπάλων του συντηγμένων εις Ζαράκωβαν· σχέδια οργανισμού συχνάκις αντεπεστέλλοντο, και ουδέν απεφασίζετο· εν ενί λόγω ό,τι έπρεπεν ως επαναστάτης και εδύνατο εν μέσω τόσων ευτυχών περιστάσεων ως τολμηρός να κατορθώση εν μια στιγμή, σείων μόνον την σπάθην του και μηδέ ρανίδα χύνων αίματος, ως μηδενός τολμώντος ν' αντισταθή ενόπλως, το διεπραγματεύετο ως αδύνατος συμβιβαστής δι' ειρηνικών πρεσβειών και δι' ανωφελών συζητήσεων. Μη δυνηθείς δε να δράξη την εξουσίαν κατ' αυτήν την αρχήν του σταδίου του, μηδέ εις το εξής το κατώρθωσε καθ' όλον τον εθνικόν αγώνα, πάντοτε αντιπολιτευόμενος τας κυβερνήσεις, ας εθεώρει σφετεριστάς της ανηκούσης αυτώ εξουσίας, και πάντοτε σχετιζόμενος προς τους στρατιωτικούς κατά των αντιζήλων του πολιτικών· αλλά και πάντοτε τρέχων αυθόρμητος εις τους κινδύνους, και διαπρέπων εν πολέμω, και μηδαμώς φειδόμενος της ζωής του διά την σωτηρίαν και την ελευθερίαν της πατρίδος του. Κατ' εκείνας τας περιστάσεις υπώπτευσαν πολλοί τον Υψηλάντην ως υπενεργούντα τον φόνον των αντιπάλων του, διότι εφωράθησαν τω όντι τινές των περί αυτόν υποκινούντες χείρας μιαιφόνους κατ' εκείνων. Αλλ' ο Υψηλάντης αμέτοχος ήτο και αμέτοχος παντός εγκλήματος διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του και εν έργω και εν λόγω.
Αφ' ού δε και αυτός και οι προεστώτες της Πελοποννήσου εκουράσθησαν, ανωφελώς διαπραγματευόμενοι, ανέβαλαν τας περί Αρχής λογοτριβάς και γραφομαχίας εις την πτώσιν της Τριπολιτσάς, καθ' ήν έπαυε και η δύναμις της γερουσίας κατά την απόφασιν αυτής της εν Καλτετσιαίς συνελεύσεως. Εν τοσούτω ο Υψηλάντης έπηξε την καλύβην του επί των Τρικόρφων και έστησεν εκεί και την αρχιγραμματίαν του υπό τον διδάσκαλον Βάμβαν, ενεργών μεν αδιαφιλονεικήτως καθ' όλην την εκτός του ισθμού Ελλάδα ως πληρεξούσιος του γενικού επιτρόπου της Αρχής της φιλικής Εταιρίας, αντιφερόμενος δε πάντοτε εντός του ισθμού προς την γερουσίαν και αντικρουόμενος εν τη χρήσει της εξουσίας του.
Τοιουτοτρόπως παρίστατο εν Πελοποννήσω το φαινόμενον δύο αόπλων και αντικαταδιωκομένων, αλλά και μη ενόπλως συγκρουομένων κυβερνήσεων, της μεν μονοκρατορικής, της δε ολιγαρχικής, αλλ' ουδεμίας αυτών δημογενούς.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
(α.)
Ιδού πώς εκαθάρισα και ερύθμισα το λεκτικόν μου. Απεσκοράκισα τα «Μ ο λ ο ν - τ ο ύ τ ο, μ ο λ α τ α ύ τ α, ε κ - μ έ ρ ο υ ς, α φ' - ε ν ό ς, α φ' - ε τ έ ρ ο υ, ε π ή ρ α - μ έ τ ρ α, δ ε ν - έ χ ω - τ α - μ έ σ α».
Μετεχειρίσθην τα παρ' ημίν εν κοινή χρήσει ως αόριστα επί της αυτής αορίστου χρήσεως, ε ί ς, ε ν ό ς, ε ν ί, έ ν α· μ ί α, μ ι α ς, μ ι α, μ ί α ν ως τοιαύτα τα μετεχειρίζοντο ενίοτε και οι αρχαίοι· αλλ' επίσης μετεχειρίσθην επί της αυτής σημασίας και τα εν κοινή χρήσει παρά τοις αρχαίοις «τ ι ς, τ ι ν ο ς, τ ι ν ι, τ ι ν α», οδηγούμενος υπό της ευφωνίας. Ευφωνίαν δε εννοώ την εκ της συνήθους χρήσεως των λέξεων εύηχον φωνήν.
Των παλαιών αριθμητικών ονομάτων «τ ρ ι ά κ ο ν τ α, τ ε σ σ α ρ ά κ ο ν τ α», κτλ. επροτίμησα τα συγκεκομμένα της κοινής γλώσσης «τ ρ ι ά ν τ α, σ α ρ ά ν τ α», κτλ. και ως βραχυσυλλαβότερα και τα μόνα εν χρήσει.
Παρεδέχθην τον σχηματισμόν της παλαιάς δοτικής. Ο λαός λέγει «έ δ ω κ α - τ ο υ - Π έ τ ρ ο υ»· οι δε λόγιοι, οι μεν γράφουν «έ δ ω κ α - τ ο ν - Π έ τ ρ ο ν» οι δε «έ δ ω κ α - ε ι ς - τ ο ν - Π έ τ ρ ο ν», ολίγοι δε «έ δ ω κ α - τ ω - Π έ τ ρ ω». Πλησιέστερον της επικρατούσης συνηθείας είναι το και ορθότερον «έ δ ω κ α - τ ω - Π έ τ ρ ω», δι' αυτόν τον λόγον επροτίμησα τον μικρόν τούτον μετασχηματισμόν.
Χάριν ευφωνίας, δεν έκλινα «η - π ε ί ν α - τ η ς - π ε ί ν η ς και η δ ί ψ α - τ η ς - δ ί ψ η ς», αλλ' η π ε ί ν α - τ η ς - π ε ί ν α ς και η δ ί ψ α - τ η ς - δ ί ψ ας δωρικώς ως εν τη κοινή χρήσει.
Χάριν επίσης ευφωνίας και βραχυσυλλαβίας παρεδέχθην την αποκοπήν της τελευταίας συλλαβής της ονομαστικής και της αιτιατικής πολλών ονομάτων κατά την επικρατούσαν κοινήν χρήσιν, γράψας «Μεσολόγγι, τουφέκι, κανόνι», κτλ. και όχι «Μ ε σ ο λ ό γ γ ι ο ν, τ ο υ φ έ κ ι ο ν, κ α ν ό ν ι ο ν» κτλ.
Εκτός ολίγων εξαιρέσεων ωνόμασα τους ανθρώπους και τους τόπους, ους αναφέρω, όπως ωνομάζοντο τω καιρώ εκείνω. Τουτέστι «Μ ή τ ρ ο ν, Κ ώ σ τ α ν», κτλ. δεν έγραψα δε «Λαμίαν ή Άμφισσαν» αλλά «Ζητούνι και Σάλωνα».
Επροτίμησα του «δ ι ά - ν α» το «ί ν α». Και του μετά της αιτιατικής «με» την μετά της γενικής πρόθεσιν «μ ε τ ά».
Έγραψα «ήτον» επομένου φωνήεντος· «ήτο» δε επομένου συμφώνου.
Πολλάκις εις αποφυγήν χασμωδίας έγραψα «μην» επομένου φωνήεντος επί ρημάτων, πάντοτε δε «μη» επομένου συμφώνου.
Την πρόθεσιν «από», την συνήθως συνταττομένην μετά αιτιατικής, συνέταξα μετά γενικής «α π ό - τ ω ν - π ο λ λ ώ ν - φ ρ ο ν τ ί δ ω ν» και όχι «α π ό - τ α ς - π ο λ λ ά ς - φ ρ ο ν τ ί δ α ς».
Έγραψα «ν α - δ έ χ ε τ α ι - να γράψετε», κτλ. οριστικοφανώς, και όχι «ν α - δ έ χ η τ α ι - να γράψητε», κτλ. υποτακτικώς, διά το ευφωνότερον. Ηκολούθησα δε τόσω μάλλον την εν κοινή και απαραβάτω συνήθεια ταύτην χρήσιν, καθ' όσον η οριστικοφανής γραφή αύτη επί της υποτακτικής ευρίσκεται συχνάκις και παρ' Ομήρω, και γελοίον μ' εφάνη απομακρυνόμενοι της κοινής συνηθείας ν' απομακρυνώμεθα και αυτού του Ομήρου.
Η κοινή γλώσσα απήλλαξε τους παρακειμένους του αναδιπλασιασμού και της αυξήσεως των· αλλ' οι λόγιοι επανέφεραν και τους αναδιπλασιασμούς και τας αυξήσεις. Εγώ οδηγόν έχων την ευφωνίαν ποτέ μεν μετεχειρίσθην τον ένα τρόπον ποτέ δε τον άλλον.
Παρέλειψα τα άρθρα «το» και «του» ως υπονοούμενα επί των εξής φράσεων «ορθόν νομίζω το να συνέλθωμεν»· «φροντίζω του να κατορθωθή το ποθούμενον», κ.τ.λ.
Δεν έγραψα κατά την αρχαίαν γλώσσαν «υπέρ τους δισχιλίους εξεστράτευσαν», αλλ' ενεολόγησα επί το γλαφυρότερον, γράψας συνθέτως «υπερδισχίλιοι εξεστράτευσαν» και των παρομοίων ωσαύτως.
Επροτίμησα του σχηματισμού των παρατατικών της παλαιάς γλώσσης τον σχηματισμόν των παρατατικών της σημερινής, ως και λογικώτερον, διότι δεν συγχέει η φωνή εν τούτοις ως εν εκείνοις τους αριθμούς και τα πρόσωπα και έγραψα «έ τ ρ ω γ α» αντί του «έ τ ρ ω γ ο ν» του πρώτου προσώπου του ενικού αριθμού· και «έ τ ρ ω γ α ν» αντί του «έ τ ρ ω γ ο ν» του τρίτου προσώπου του πληθυντικού. Ο σχηματισμός ούτος ον δεν παραδέχονται οι πλείστοι των ημετέρων λογίων, ήτον εν χρήσει προ δισχιλίων ετών. Ιδού τι παρατηρεί ο παραδεχόμενος και συνιστών αυτόν Κοραής εν μια των επιστολών του· «Ο Ηρακλείδης λέγει, ότι οι Ελληνίζοντες εν Κιλικία αποβάλλοντες το ν και μετατιθέντες το ο εις βραχύ α, προφέρονται, έλαβα λέγοντες και έφαγα· και τρίτα τούτων πληθυντικά εις αν λήγοντα λέγουσι. Ευρίσκονται δε και εν τη των εβδομήκοντα μεταφράσει συχνάκις, έ φ υ γ α ν, έ λ α β α ν, ε γ κ ατ έ λ ε ι π α ν, ή λ θ α ν και άλλα τοιαύτα».
Επροτίμησα επίσης του παρά τοις αρχαίοις σχηματισμού του τρίτου προσώπου του πληθυντικού αριθμού του ενεστώτος και του μέλλοντος χρόνου της οριστικής τον παρ' ημίν κατά συγκοπήν σχηματισμόν ως ολιγοσυλλαβότερον, και αντί του «π ε ρ ι π α τ ο ύ σ ι και π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ σ ι ν» έγραψα «π ε ρ ι π α τ ο ύ ν και π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ ν», αλλ' επί της υποτακτικής διετήρησα τον σχηματισμόν της παλαιάς και έγραψα «να - π ε ρ ι π α τ ή σ ω σ ι» και όχι «ν α - π ε ρ ι π α τ ή σ ο υ ν» εις αποφυγήν της ταυτότητος και συγχύσεως της φωνής επί των αυτών χρόνων της οριστικής εγκλίσεως και της υποτακτικής.
Μετεχειρίσθην αδιαφόρως κατά το ευφωνότερον άλλοτε την συνηρημένην και άλλοτε την βαρύτονον κλίσιν των ρημάτων της τρίτης συζυγίας, ήτοι των εις «οω» κατά τους αρχαίους, και εις «ονω» καθ' ημάς σχηματιζόντων το πρώτον πρόσωπον του οριστικού ενεστώτος· «Χρυσόω χρυσώ χρυσόνω» «αναπληρόω αναπληρώ αναπληρόνω». Απέφυγα δε την εις μι κατάληξιν των ρημάτων ως πάντη παρ' ημίν ασυνήθη.
Η φύσις της σημερινής γλώσσης απαιτεί πάντοτε την επί των παρωχημένων συλλαβικήν αύξησιν έξωθεν των προθέσεων. Αλλ' οι ημέτεροι λόγιοι την έθεσαν έσωθεν, εν ώ και παρ' αυτοίς τοις αρχαίοις ήτον εν χρήσει όπως και παρ' ημίν· ως το «Καθεύδω εκάθευδον· Κάθημαι εκαθήμην, Καθαίρω εκάθηρα», εγώ παρεδέχθην ποτέ τον ένα τρόπον και ποτέ τον άλλον κατά το ευφωνότερον. Ο Όμηρος (δεν αναφέρω άλλους ποιητάς) πολλάκις παραλείπει ολοτελώς την αύξησιν όπως την παραλείπει ολοτελώς και η συνήθεια λέγουσα «μας πρόσταξε» «μας συγχώρησε» αντί του «μας επρόσταξε, μας εσυγχώρησε».
Ομηρίζουσα η κοινή γλώσσα εφύλαξεν άτρεπτον το αρκτικόν φωνήεν των ρημάτων επί των παρωχημένων, λέγουσα «άρχισεν, ερώτησεν, αναγκασμένος». Αλλ' οι λόγιοι παρορώντες τον Όμηρον παρακούοντες και τον λαόν, έτρεψαν το φωνήεν κατά τους Αττικούς γράφοντες «ήρχισαν, ηρώτησαν, ηναγκασμένος». Επειδή ο τρόπος ούτος του γράφειν τους παρωχημένους εγενικεύθη, ηναγκάσθην να τον παραδεχθώ και εγώ υπό μικράς τινας εξαιρέσεις προς αποφυγήν κακοφωνίας.
Προ δισχιλίων σχεδόν ετών δεν μετέτρεπαν οι συγγραφείς την ε υ δίφθογγον εις η υ επί των παρωχημένων χρόνων, και έγραφαν ως και παρ' Ομήρω και Ηροδότω, ευδόκησα, ευτύχησα, και όχι ηυδόκησα, ηυτύχησα· τον και παρ' ημίν συνήθη τούτον τρόπον του σχηματίζειν τους παρωχημένους παρεδέχθην και εγώ.
(β.)
Όρα Ξενοφώντος Πολιτείαν Αθηναίων. Ετήρησα το εν κοινοτάτη χρήσει «θα», και απεσκοράκισα το «θ έ λ ω», απορών πώς και αυτός ο Κοραής επροτίμησε του «θα» το άχαρι και χαλαρόν «θέλω», εν ώ ούτε η παλαιά γλώσσα επί της περί ης ο λόγος χρήσεως το συνιστά, ούτε λόγος τις δικαιοί, ούτε η κοινή συνήθεια παραδέχεται. Εθεώρησα δε τον μετά του «θα» χρόνον ως μέλλοντα της οριστικής εγκλίσεως διά τούτο και δεν τον υπέγραψα.
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
(α.)
Ο πόλεμος της Ελλάδος είχε και τα χαρακτηριστικά επαναστάσεως ως ανατρέψας τα καθεστώτα, και τα χαρακτηριστικά αποστασίας ως αποστήσας την Ελλάδα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, εις ην υπέκειτο· διά τούτο μεταχειρίζομαι αδιαφόρως τας δύο ταύτας λέξεις, συγχεομένας παρ' ημίν αν και διεκρίνοντο παρά τοις αρχαίοις. (Όρα Θουκυδίδην, βιβλίον γ', παράγραφος λθ'.)
(β.)
Άξια προσοχής και εφαρμοζόμενα εις τας περί ων ο λόγος περιστάσεις των σημερινών Ελλήνων είναι όσα αναφέρει ο Θουκυδίδης εν τω ακολούθω παραγράφω περί της κατά γην και θάλασσαν ληστείας επί των αρχαίων χρόνων της Ελλάδος.
«Οι γαρ Έλληνες το πάλαι και των βαρβάρων οι τε εν τη ηπείρω παραθαλάσσιοι και όσοι νήσους είχον, επειδή ήρξαντο μάλλον περαιούσθαι ναυσίν επ' αλλήλους, ετράποντο προς ληστείαν, ηγουμένων ανδρών ου των αδυνατωτάτων κέρδους του σφετέρου αυτών ένεκα και τοις ασθενέσι τροφής, και προσπίπτοντες πόλεσιν ατειχίστοις και κατά κώμας οικουμέναις ήρπαζον και τον πλείστον του βίου εντεύθεν εποιούντο, ουκ έχοντός πω αισχύνην τούτου του έργου, φέροντος δε τι και δόξης μάλλον· δηλούσι δε των τε ηπειρωτών τινες έτι και νυν, οις κόσμος καλώς τούτο δραν, και οι παλαιοί των ποιητών, τας πύστεις των καταπλεόντων πανταχού ομοίως ερωτώντες ει λησταί εισιν, ως ούτε, ων πυνθάνονται απαξιούντων το έργον, οις τ' επιμελές είη ειδέναι ουκ ονειδιζόντων. Ελπίζοντο δε και κατ' ήπειρον αλλήλους· και μέχρι τούδε πολλά της Ελλάδος τω παλαιώ τρόπω νέμεται περί τε Λοκρούς τους Οζόλας και Αιτωλούς και Ακαρνάνας και την ταύτη ήπειρον. Το τε σιδηροφορείσθαι τούτοις τοις ηπειρώταις από της παλαιάς ληστείας εμμεμένηκεν».
(γ.)
Εις πλήρη γνώσιν του δημογεροντικού τούτου συστήματος παραπέμπω τον αναγνώστην εις το ΚΕ' Κεφάλαιον της ιστορίας ταύτης.
(δ.)
Ηγεμονίαν γράφω τον υπό τον ηγεμόνα τόπον, ηγεμονίαν δε το αξίωμα του ηγεμόνος προς διάκρισιν.
(ε.)
Ηρώτησάν τινες, διατί δεν συμπαρέλαβα εν τη ανά χείρας ιστορία και τα κατά τον Ρήγαν. Ιδού η απάντησίς μου.
Συγγράφων τα της ελληνικής επαναστάσεως, ώφειλα να εξετάσω κατά πρώτον τις ο οργανίσας και τις ο κινήσας αυτήν. Τούτου χάριν, ενδιέτριψα εις τα της φιλικής Εταιρίας, ήτις την ωργάνισε και την εκίνησεν· ουδείς δε σύνδεσμος υπάρχει αυτής και των κατά τον Ρήγαν, ουδέ λόγος περί τούτων γίνεται εν τοις οργανισμοίς ή εν τοις όρκοις εκείνης· μαρτυρεί δε τα λεγόμενα και ο συνεταίρος του Ρήγα και απόστολος της Εταιρίας Περραιβός εν τοις Απομνημονεύμασί του. Σχέσιν τινά είχεν η φιλική Εταιρία μόνον προς την εν έτει 1813 συστηθείσαν εν Αθήναις φιλόμουσον Εταιρίαν, και την σχέσιν ταύτην δεν απεσιώπησα. Ουδείς αμφισβητεί, ότι τα σημερινά συμβάντα είναι γεννήματα των χθεσινών, και ότι εις ακριβή γνώσιν εκείνων αναγκαία η διήγησις τούτων· αλλά, αν ένεκα τούτου χρέος είχα να συμπαραλάβω τα κατά τον Ρήγαν, χρέος διά τον αυτόν λόγον θα είχα να συμπαραλάβω και τα κατά τον Παπα - θύμιον, τους πολέμους Σουλίου και Αλήπασα, τα επί της ηγεμονίας τούτου, τα κατά τον Λάμπρον Κατσώνην και τα επί της Αικατερίνης, να ρίψω το βλέμμα εις τα διάφορα πολιτεύματα της Επταννήσου, να επεξέλθω τους πολέμους Ενετών και Τούρκων, να διατρέξω τα κατά τον Σκενδέρμπεην, και άλλους τοπάρχας, ν' αναβώ εις αυτούς τους καιρούς της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως αν όχι απώτερον και να εξετάσω οποία η εν τω μεταξύ τούτω κατάστασις του ελληνικού έθνους, οποία η του οθωμανικού κράτους και πόθεν η πρόοδος εκείνου και η παρακμή τούτου. Τοιαύτη δεν ήτον η πρόθεσίς μου· υπαινίττομαι όμως εν προοιμίω τα σκοπιμώτεrα. Τόσον απήτει η οικονομία του συγγράμματος να είπω, καθ' ους έθεσα όρους, και τόσον είπα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
(α.)
Ο αριθμός των μελών της Αρχής δεν ωρίσθη, ως κοινώς επιστεύετο εις δεκαέξ. Η ιδέα αύτη επεκράτησε, διότι το εφοδιαστικόν των ιερέων είχε 16 στήλας και τον δεκαέξ αριθμόν δεξιόθεν και αριστερόθεν του εν αυτώ σημείου του σταυρού, και διότι ερωτώμενος ο συστημένος ή ο ιερεύς υπό τινος των συναδέλφων, «πόσ' έχει»· απεκρίνετο, «δεκαέξ», εξ αιτίας των 16 στηλών του εφοδιαστικού των ιερέων. Έκαστον δε μέλος της Αρχής ελάμβανεν ως γνώρισμά του το ον Α και έν άλλο των στοιχείων του αλφαβήτου, το πρώτον των μη εισέτι παραληφθέντων. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, έν των τελευταίων, ίσως και το τελευταίον μέλος της Αρχής, εγνωρίζετο διά του στοιχείου του αλφαβήτου Ρ, και εντεύθεν συνάγεται πόσος ήτον ο αριθμός των μελών της αγνώστου Αρχής, ό εστιν όσων ήξευραν, ότι η υποτιθεμένη Αρχή ήτον απάτη.
(β.)
Κατ' άλλους μόνον έξ, μη συμπαραλαμβανομένου του των α ρ χ ι π ο ι μ έν ω ν. Εγώ εδέχθην την βαθμολογίαν ταύτην ως κανονικήν· αλλά ηξεύρω ότι το δίπλωμα του Γρηγορίου Δικαίου, έφερε σφράγισμα λέγον επί της περιφερείας του «α ρ χι ε ρ ε ύ ς - δ ι κ α ι ο σ ύ ν η ς». Τούτο αποδεικνύει, ότι δεν εφυλάττετο ακριβώς η ρηθείσα βαθμολογία, ή τουλάχιστον η ρηθείσα ονοματοθεσία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
(α.)
Ιδού το έγγραφον.
«Αγαθή τύχη.
«Οι υπογράφοντες κινούντες όλην την μηχανήν της φιλικής Εταιρίας και μέλλοντες να χωρισθώσι, καθώς συμφώνως τους εφάνη εύλογον, λαμβάνων καθείς ετέραν διεύθυνσιν διά τας υποθέσεις της ιδίας κρίνουσι και αποφασίζουσα τα ακόλουθα, τα οποία θέλει τους χρησιμεύσουσι κανόνες των ιδίων των πράξεων και των σχέσεων των με τους άλλους.
ατον. Ουδείς από τους κινούντας εις το εξής δεν θέλει ενεργεί ή πράττει προς ιδιαίτερον τέλος· αλλ' όλαι αι πράξεις του θέλουν είναι όλως διόλου διά την Εταιρίαν. Εις αυτήν την υποχρέωσιν υπόκεινται και οι απόντες γνωρίζοντες και λαμβάνοντες μέρος οπωσούν εις την κίνησιν κατά το παρόν. Πλην προς τελείωσιν και παύσιν των μερικών υποθέσεών των δίδεται διορία των μεν Αντωνίου Κομιζόπουλου και Αθανασίου Σέκερη μήνες έξ, του δε Ανθίμου Γαζή μήνες τρεις από της σήμερον, οι οποίοι ανίσως, δεν κάμωσι κατά ταύτην την απόφασιν θέλει θεωρούνται εις το εξής ως απλά μόνα μέλη· μόνον του Παναγιώτη Σέκερη, επειδή και η παρουσία του είναι καλή εις Κωνσταντινούπολιν, συγχωρείται να εξακολουθή το εμπόριόν του όπως ο ίδιος το κρίνει εύλογον.
βον. Υποχρεούνται οι κινούντες να ειδοποιώνται αναμεταξύ των διά τας πράξεις των, διαθέτοντες εκ συμφώνου διά τα χρήματά της Εταιρίας προς ωφέλειαν αυτής, καθώς και διά τα γράμματα χωρίς να έχη ουδείς το δικαίωμα να τα κατακρατή ή να τα μεταχειρίζηται κατ' αρέσκειάν του.
γον. Ουδείς δεν θέλει φανερώσει την κινητικήν Αρχήν μήτε κανένα από τους κινούντας, μήτε τον εαυτόν του ως κινούντα, μήτε ότι ηξεύρει τι περί της Αρχής· δεν θέλει δεχθή ή κάμει συνθήκην με αλλοεθνείς· δεν θέλει επιχειρισθή τι σχετικόν αποστασίας γενικής ή μερικής χωρίς την συναίνεσιν και των άλλων κινούντων αδελφών εις περίστασιν διαφωνίας αι περισσότεροι γνώμαι υπερισχύουσιν.
Γίνεται εξαίρεσις ως προς την φανέρωσιν μόνον της κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του κόμητος Ιωάννη, έχων την άδειαν να φανερώση την Αρχήν εις αυτόν μόνον, όστις εμβαίνων εις τον αριθμόν των κινούντων θέλει υπογράψει τούτο το υποχρεωτικόν, υποχρεούμενος όμως ο Ξάνθος να δώση ευθύς είδησιν εις τα πλείστα μέλη των κινούντων όλων των σχέσεων του και αναφορών του με τον Κόμητα.
Εν Κωνσταντινουπόλει τη 22 Σβρίου 1818.
Άνθιμος Γαζής. Εμμανουήλ Ξάνθος. Αθανάσιος Ν. Τσακάλωφ. Παναγιώτης Α. Αναγνωστόπουλος. Παναγιώτης Σέκερης. Νικόλαος Μ. Πατζιμάδης. Γεώργιος Λεβέντης. Αντώνιος Κομιζόπουλος».
Το έγγραφον τούτο, εν ώ φαίνονται οκτώ οι προΐστάμενοι της Εταιρίας, αναφέρει τινάς των υπογεγραμμένων ως απόντας. Τωόντι, καθ' ον καιρόν συνετάχθη εν Κωνσταντινουπόλει, ο Γαζής, ο Πατζιμάδης, ο Λεβέντης και ο Κομιζόπουλος δεν παρήσαν εν τη πόλει εκείνη, και το υπέγραψαν όπου τότε έκαστος διέτριβε.
(β.)
Πολλοί ηπόρησαν πώς άνθρωποι νουνεχείς και υψηλής θέσεως εν Ελλάδι, οποίοι ο Π. Πατρών, ο Ανδρέας Ζαήμης, ο Πανούτσος Νοταράς, ο Ανδρέας Λόντος και άλλοι τοιούτοι παρεδέχθησαν την Εταιρίαν ανεξετάστως. Ιδού τι ήκουσα. Ο Αντώνης Πελοπίδας Καρυτινός εστάλη το 1818 παρά των εν Κωνσταντινουπόλει Εταίρων εις Πελοπόννησον ως κατηχητής. Επειδή τινες αυτών εγνώριζαν τον Π. Πατρών και τον Ανδρίαν Καλαμογδάρτην, πρόκριτον της πόλεως εκείνης, εσύστησαν αυτοίς τον κατηχητήν. Ο Πελοπίδας υπέδειξε πρώτον τον σκοπόν της αποστολής του τω Καλαμογδάρτη, αλλά μη ευρών αυτόν ευδιάθετον εδοκίμασε την διάθεσιν του Π. Πατρών, όστις, αν και νουνεχής και πολυπράγμων, εδέχθη προθύμως την πρότασιν διά την εξής αιτίαν.
Πρό τινων ημερών είχε λάβει γράμμα του εν Πίση της Τοσκάνης Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου πολλά περιποιητικόν. Διά του γράμματος τούτου ο Μαυροκορδάτος τω έλεγεν, ότι ήλπιζε μ ί α ν - η μ έ ρ α ν - ν' - α ξι ω θ ή - ν α - α σ π α σ θ ή - τ η ν - ι ε ρ ά ν – δ ε ξ ι ά ν - τ ο υ - ε π' - α γ α θ ώ - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς. Ο Μαυροκορδάτος συνώδευσε τον αυθέντην Καρατσάν φυγόντα εκ Βλαχίας· ο δε Π. Πατρών ούτε προσωπικήν, ούτε εξ αλληλογραφίας είχε προς αυτόν σχέσιν· διά τούτο το περί ου ο λόγος απροσδόκητον και αινιγματωδώς γράμμα τον έφερεν εις πολλούς διαλογισμούς απορούντα πώς ο Μαυροκορδάτος, φυγάς, ήλπιζε ν' ασπασθή την δεξιάν του, εν ώ ήτον επίσης πάντη απίθανος η μετάβασις του Π. Πατρών, ως αρχιερέως, εις την Ιταλίαν επί της τουρκοκρατίας· η δε φράσις «ε π' - α γ α θ ώ - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς» τω εφαίνετο έτι μάλλον μυστηριώδης. Διά τούτο μόλις ήκουσε την πρότασιν του Πελοπίδα, ενόμισεν, ότι ηύρε την λύσιν του αινιγματώδους τούτου γράμματος. Υποθέσας ο εντεύθεν ότι αι σημαντικώτεροι και οι συνετώτεροι του έθνους ήσαν μέλη της Εταιρίας, εδέχθη προθύμως την ανακάλυψιν του μυστηρίου και κατετάχθη ως ιερεύς εν τω χορώ των Φιλικών· διέταξε δε και τον Πελοπίδαν να μη κατηχήση άλλον εν Πάτραις σκοπών αυτός να κατηχήση τους αξίους· αλλά να μεταβή εις Βοστίτσαν και να κατηχήση τον εκεί προεστώτα Ανδρέαν Λόντον. Ούτως έγεινεν. Ο Λόντος κατηχήθη επί τη συστάσει του Π. Πατρών, και επί τη συστάσει αμφοτέρων κατηχήθησαν οι Νοταράδες, οι Ζαήμαι και άλλοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
(α.)
Οι λεγόμενοι Πανδούροι είναι χωρικοί της μικράς Βλαχίας, οπλοφόροι παιδιόθεν, φιλόθηροι μάλλον και οκνηροί, ή φιλόπονοι και γεωργοί· στρατολογούνται δε επί μισθώ εις υπηρεσίαν και ευταξίαν του τόπου· είναι εν ενί λόγω τα παλληκάρια της Βλαχίας.
(β.)
Κατ' άλλους ο Γεώργιος Καντακουζινός ήλθεν εις το Ιάσι την ακόλουθον ημέραν του ερχομού του Υψηλάντου.
(γ.)