Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 27
Την δε 24 το πρωί ήρχισαν να εξέρχωνται από του Λάλα ιππείς και πεζοί. Οι Έλληνες υπέθεσαν, ότι οι εξελθόντες ήρχοντο κατεπάνω των, και ητοιμάσθησαν εις μάχην· αλλ' είδαν μετ' ολίγον, ότι, αντί να έλθωσι προς το Πούσι, υπήγαιναν προς, την Κάπελην διά των απέναντι λόφων, και ως εκ τούτου υπέλαβαν, ότι ώδευαν προς τας Πάτρας συν γυναιξί και τέκνοις φέροντες και τα ψιλά πράγματά των. Επί τη υποθέσει ταύτη ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Γεράσιμος Φωκάς, παραλαβόντες έως 100 επιλέκτους Επταννησίους και ικανούς Πελοποννησίους, έδραμαν εις την κορυφήν τινος των πλησίον του ελληνικού στρατοπέδου λόφων προς παρατήρησιν των κινημάτων των εχθρών· και ιδόντες εστημένην όχι μακράν μεγάλην σημαίαν και ολίγους Τούρκους πέριξ επλησίασαν και ήρχισαν να τουφεκίζωσιν. Οι εχθροί δεν αντετουφέκισαν κατ' αρχάς, αλλά μετ' ολίγον ηκούσθη πολύς αλαλαγμός, εκινήθη η μεγάλη σημαία, και ανεφάνη πλήθος ιππέων και πεζών ορμώντων επί τους τουφεκίζοντας. Οι Έλληνες ετράπησαν εις φυγήν, και άλλοι μεν, εν οις και ο Μεταξάς και ο Φωκάς, έδραμαν εις το οχύρωμά των, άλλοι δε διεσκορπίσθησαν τήδε κακείσε εις την πεδιάδα, ένθα τινές αυτών έμειναν δύο ημέρας άσιτοι. Οι Τούρκοι επεδίωξαν τους φεύγοντας μέχρι του στρατοπέδου των ανεμπόδιστοι, και εκεί συνεκροτήθη γενική μάχη, ελθόντων και των λοιπών Τούρκων διά της πεδιάδος του Λάλα, και εντεύθεν εφάνη, ότι οι προς την Κάπελην οδεύοντες Τούρκοι εμελέτων να επιπέσωσι δι' εκείνου του μέρους, εν ώ οι άλλοι ήρχοντο διά του εμπροσθινού. Αρξαμένης δε της μάχης εξώρμησε του οχυρώματός του ο Λεχουρίτης, αλλ' απεκρούσθη, και μη δυνηθείς να επανέλθη εισήλθεν εις το του Πλαπούτα· εγκατέλειψαν άμα προσβληθέντες το oχύρωμά του και οι Φαναρίται· εν ώ δε έφευγαν διά τινος κοιλάδος προς την Κάπελην, 40 εξ αυτών συνελήφθησαν παρά των εχθρών και εσφάγηοαν όλοι εν τω άμα. Κυριεύσαντες οι εχθροί τα δύο οχυρώματα, ώρμησαν πολλάκις υπό την οδηγίαν αυτού του Ισούφη εις κυρίευσιν και των υπό τον Πλαπούταν και τους Επταννησίους, αλλά κατησχυμένοι ωπισθοδρόμησαν· επειδή δε έκλινεν η ημέρα, αφήκαν εν τω πεδίω της μάχης ακροβολιστάς τινας, το δε πλήθος κατέβη κατ' ολίγον εις την πεδιάδα, και περί την 5 ώραν μετά μεσημβρίαν εδόθη το σημείον της υποχωρήσεως, και εισήλθαν όλοι εις την κωμόπολιν. 70 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν, και πενταπλάσιοι εχθροί, ως ορμώντες ανώχυροι επί ωχυρομένους. Εφονεύθη προς τοις άλλοις και ο Σιλιχτάρης του Ισούφη. Μεταξύ δε των πληγωθέντων Ελλήνων ήσαν διάφοροι αξιωματικοί, εν οις και ο Ανδρέας Μεταξάς πληγωθείς εις τας χείρας, και ο Διονύσιος Σεμπρικός. Οι Τούρκοι ήσαν τόσον βέβαιοι ότι θα ενίκων, ώστε έφεραν και σχοινία εις δέσμευσιν των αιχμαλώτων.
Τελειωθείσης της μάχης, οι Έλληνες είδαν, ότι δεν εδύναντο πλέον να διατηρήσωσι την θέσιν των· είχαν δε ανάγκην και ιατρικής επισκέψεως οι τραυματίαι· όθεν, θάψαντες την νύκτα τους νεκρούς, ανεχώρησαν την α' ώραν μετά το μεσονύκτιον εγκαταλείψαντες και τα κανόνια· και οι μεν περί τον Πλαπούταν υπήγαν εις Μπέτσι, οι δε λοιποί εις την μεγάλην Δίβρην, όπου έμειναν μέχρι της 27 και εκείθεν διεχωρίσθησαν. Την αυτήν δε νύκτα, καθ' ην έφυγαν οι Έλληνες, έκαυσαν και οι Λαλιώται τα δυσκόμιστα πράγματά των, και τα εξημερώματα σουβλίσαντες αιχμαλώτους τινάς ανεχώρησαν όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Πάτρας υπό τον Ισούφην κατά το σχέδιόν των, καίοντες τα καθ' οδόν χωρία· γνωσθείσης δε της φυγής των, εισήλθαν οι πέριξ Έλληνες εις την κωμόπολιν, την ελεηλάτησαν και την έκαυσαν. Ανεκτική εφάνη η αγγλοϊονική πολιτική ως προείπαμεν αρξαμένου του αγώνος, αλλά δυσμενής μετ' ολίγον. Εκτός της γενικής τω καιρώ εκείνω αποστροφής όλων των αυλών προς παν επαναστατικόν κίνημα, επηρέασαν ιδίως την αγγλοϊονικήν πολιτικήν κατά του ελληνικού αγώνος όχι μόνον η παντοτεινή επιθυμία της Αγγλίας να διατηρηθή η ακεραιότης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και ο μέγας ενθουσιασμός και η θερμή συμπάθεια των Ιόνων προς τους αποστατήσαντας, έτι δε και η επικρατούσα σφοδρά υποψία ότι δάκτυλος ρωσσικός υπεκίνησε την Ελλάδα, και επί τέλους το άσπονδον μίσος του μεγάλου αρμοστού προς τον Καποδίστριαν, ον υποθέτων κρυφίον αρχηγόν της επαναστάσεως ήθελε διά της αποτυχίας αυτής να καταισχύνη. Εμίσει δε ο μέγας αρμοστής τον Καποδίστριαν, διότι κατεμήνυεν ούτος εκείνον ενώπιον των αυλών ως διοργανίσαντα επί το δεσποτικώτερον την Επτάννησον παρά το γράμμα και το πνεύμα της συνθήκης, δι' ης ετέθη υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ομοία η αγγλοϊονική πολιτική πάσης άλλης, κρυπτούσης τους αληθείς σκοπούς της υπό έν ή άλλο εύσχημον κάλυμμα, εκηρύχθη ουδετέρα προς τους αλληλομαχούντας Έλληνας και Τούρκους, εκραγείσης της επαναστάσεως· και η πρώτη περί ουδετερότητος πράξις της εξεδόθη την 9 απριλίου. Η πράξις αύτη, αποτεινομένη προς τους διατρίβοντας όπου εξερράγη η επανάστασις Ίονας, έλεγεν, ότι όστις εξ αυτών συνηγωνίζετο, εστερείτο της αγγλοϊονικής προστασίας και πάσης υπέρ αυτού μεσολαβήσεως της κυβερνήσεώς του προς τας τουρκικάς Αρχάς, αν ηχμαλωτίζετο. Την δε 18 Ιουλίου, εξ αιτίας της μεταβάσεως εις Πελοπόννησον των Ζακυνθίων και των Κεφαλλήνων, εξεδόθη άλλη πράξις λέγουσα, ότι πολλοί Ίονες εξέδωκαν προκήρυξιν την 1 Ιουνίου, δι' ης αυτονομάζονται οδηγοί των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων και εκτελεσταί διαταγών τινος ξένου· ότι υπό τον ψευδή τούτον και εγκληματικόν χαρακτήρα ετόλμησαν μετά πολλών ενόπλων Ιόνων να συμμεθέξωσι του πολέμου της Πελοποννήσου, ενεργούντες τοιουτοτρόπως παρά το κοινόν δίκαιον των εθνών, και παραβαίνοντες την αρχήν της ουδετερότητος της ιονίου κυβερνήσεως· ότι, αν οι οδηγοί ούτοι δεν επανήρχοντο εις τα ίδια εντός 15 ημερών ίνα δικασθώσι, θα κατεδικάζοντο εις αειφυγίαν, και τα κτήματά των θα εδημεύοντο· αν δέ ποτε έπιπταν εις χείρας της κυβερνήσεως, θα ετιμωρούντο όπως ώριζαν οι νόμοι· όσοι δε ηκολούθησαν τους οδηγούς τούτους, και όσοι γενικώς έγειναν συμμέτοχοι του ελληνικού αγώνος, παρηγγέλλοντο να επιστρέψωσιν εις τα ίδια, διότι άλλως θα επαιδεύοντο μετά ταύτα ως παραβάται της ουδετερότητος.
Η πρώτη των ανωτέρω δύο πράξεων είναι πράξις εντός των όρων της ουδετερότητος. Σημειωτέον, ότι η αγγλοϊονική κυβέρνησις δεν διέταττε δι' αυτής τους Ίονας να μη μεθέξωσι του ελληνικού αγώνος, αλλά τους προειδοποίει, ότι διά τοιαύτης διαγωγής εστερούντο της προστασίας της, ώστε τους εθεώρει ελευθέρους να πολιτευθώσιν όπως ήθελαν επί του προκειμένου αγώνος επί τη ιδία αυτών ευθύνη· έθετε δε τας αυτάς υγιείς βάσεις, ας επί της τελευταίας αποστασίας του Καναδά κατά της αγγλικής κυριαρχίας ετήρησαν απαραλλάκτως και αι ομόσπονδοι επαρχίαι της αρκτώας Αμερικής. Κατά την αποστασίαν ταύτην μέγας αριθμός πολιτών των πλησίον του Καναδά αμερικανικών επαρχιών έτρεχαν και ηγωνίζοντο μετά των λαβόντων κατά της αγγλικής κυριαρχίας τα όπλα, εν ώ η κυβέρνησίς των εκηρύχθη ουδετέρα. Παρεπονέθη η Αγγλία· αλλ' ούτε αύτη απήτησεν, ούτε η ουδετέρα κυβέρνησις της Αμερικής έπραξεν άλλο, ειμή να κηρύξη, ότι όστις των πολιτών της ηγωνίζετο υπέρ του Καναδά εστερείτο της προστασίας της, αν έπιπτεν εις χείρας των Άγγλων. Η δε δευτέρα πράξις υπερέβαινε τους όρους της ουδετερότητος και εδείκνυε φανεράν μεροληψίαν υπέρ των Τούρκων, διότι κατεδίωκε και ετιμώρει βαρέως τους αγωνιζομένους μετά των Ελλήνων Ίονας. Αναμφιβόλως τα καθήκοντα της ουδετερότητος αναγκάζουν την κυβέρνησιν ή να μη δίδη παντάπασιν, ή να δίδη τα αυτά βοηθήματα προς τους αλληλομαχούντας. Αλλ' ο υπήκοος της ουδετέρας Δυνάμεως δεν κείται υπό τον αυτόν κανονισμόν, και δύναται να βοηθήση επί τη ιδία αυτού ευθύνη και διά ξίφους και διά παντός άλλου τρόπου τον αγώνα του ενός ή του άλλου των διαμαχομένων αλλά, καθώς ούτος δεν έχει δίκαιον ν' απαιτήση την προστασίαν της κυβερνήσεώς του εν τοιαύτη περιστάσει, διότι πολιτεύεται παρά την πολιτικήν αυτής, ούτω και η κυβέρνησίς του δεν έχει άλλο τι κατ' αυτού να πράξη ειμή να τον εγκαταλείψη, ή και να τον παύση της υπηρεσίας της, αν τύχη υπάλληλός της. Διά τον λόγον τούτον είδαμεν επί του ελληνικού αγώνος συστηθείσας αναφανδόν εν πολλαίς επικρατείαις εταιρίας εξ ιδιωτών εις υποστήριξιν του αγώνος δι' αποστολής εις Ελλάδα τροφών, χρημάτων, όπλων, πολεμεφοδίων και πολεμιστών, εν ώ αι επικράτειαι εκείναι επρέσβευαν και ετήρουν μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ουδετερότητα· είδαμεν και πολλούς ευρωπαίους υπό το όνομα Φ ι λ ε λ λ ή ν ω ν ελθόντας εις Ελλάδα και πολεμήσαντας, αλλά μηδαμώς κατατρεχθέντας παρά των ουδετέρων κυβερνήσεών των. Η παραβαίνουσα δε τας αρχάς και τους όρους της ουδετερότητας δευτέρα αύτη πράξις ήτο και υπέρ το δέον σκληρά και ασύνετος, διότι μη αμνηστεύουσα τους ενόχους μήτε και αν μετανοούντες επανήρχοντο εις τα ίδια, αλλά βάλλουσα και τότε αυτούς υπό δίκην δεν εθάρρυνε την επάνοδόν των, ήτις ήτον ο κύριος σκοπός της. Ο λόρδος Βύρων και τόσοι άλλοι Άγγλοι ησπάσθησαν τον ελληνικόν αγώνα παρά την ουδετερότητα της κυβερνήσεως των, αλλ' ούτε εις αειφυγίαν κατεδικάσθησαν, ούτε εις δίκην εισήχθησαν, ούτε των κτημάτων εστερήθησαν. Η ουδετέρα αυλή της Ρωσσίας εκάθηρε τον Υψηλάντην ως υπάλληλόν της και τον εγκατέλειψεν ως υπήκοόν της, αλλ' ουδέν άλλο κατ' αυτού, αν και αρχιαποστάτου, έπραξεν. Έπταισαν αναμφιβόλως οι υπογράψαντες την προκήρυξιν Ίονες επονομασθέντες «αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επταννήσου», και εις φανέρωσιν της αληθείας και ικανοποίησιν της Πύλης, καθήκον ουδετέρας Δυνάμεως έπραξεν η κυβέρνησίς των στηλιτεύσασα τον ψευδή τούτον τίτλον· αλλ' ο μέγας αρμοστής ηκολούθησεν εν ταύτη τη περιπτώσει τας αρχάς της οργής του, και εφήρμοσε τον κώδηκα των παθών του· και όμως ουδ' αύτη η πράξις, ουδ' άλλαι μεταγενέστεραι της αυτής εννοίας ίσχυσαν να μεταβάλωσι το υπέρ των Ελλήνων φρόνημα και πολίτευμα των Ιόνων, ων ο φιλογενής ζήλος έμεινε διακαής μέχρι τέλους του αγώνος εν μέσω απειλών, δημεύσεων, καταδιώξεων και τιμωριών.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'
&Συνέλευσις εν Καλτετσιαίς και σύστασις πελοποννησιακής γερουσίας. — Έλευσις του Δημητρίου Υψηλάντου εις Ελλάδα και διενέξεις αυτού και της γερουσίας.&
ΚΟΙΝΗ επιθυμία συστάσεως γενικής Αρχής εις τακτοποίησιν των κατεπειγουσών υποθέσεων επεκράτει εξ αρχής του αγώνος· αλλ' ούτε δυνατή ούτε ωφέλιμος ήτο καθ' ην ώραν έλαβαν οι Έλληνες τα όπλα τοιαύτη τακτοποίησις, ως τείνουσα εις το να ελκύση προς τα πολιτικά την προσοχήν των δυνατών της Ελλάδος, ην απήτει όλην ο πόλεμος. Συνήθως επί των επαναστάσεων ανατρέπονται τα ενυπάρχοντα πολιτικά συστήματα, αλλά διατηρούνται τα της δημοσίας υπηρεσίας, τα συντηρούντα την κοινωνίαν. Αλλ' εν τη Ελλάδι, καθ' ην ώραν κατεστράφη η εξουσία του σουλτάνου, συγκατεστράφη και όλη η δημοσία υπηρεσία· ώστε διά μόνης της επιρροής των προκρίτων των επαρχιών ανεπληρούντο τα ελλείποντα. Είναι δε παρατηρήσεως άξιον, ότι η ευταξία διετηρείτο εν ταις επαρχίαις, τα συμφέροντα των πολιτών δεν έπασχαν και η υπηρεσία ενηργείτο. Επειδή δε εις σύστασιν της περί ης ο λόγος Αρχής ούτε εθνικήν συνέλευσιν ούτε τακτικήν εκλογήν πληρεξουσίων επέτρεπεν η κατάστασις των πραγμάτων, απεφάσισαν οι προκριτότεροι της Πελοποννήσου, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολεμικοί, να συστήσωσι προσωρινώς πελοποννησιακήν μόνον Αρχήν, αλλά και ταύτην όχι διά συνδρομής του λαού, αλλ' εν τη ιδία εξουσία. Είχε συστηθή εν Καλαμάτα την 25 μαρτίου «μεσσηνιακή γερουσία»· αλλ' ήτο μόνον τοπική του μέρους εκείνου Αρχή, και εσυστήθη και αύτη διά του προϊσταμένου της Μάνης. Εις ευόδωσιν δε του προκειμένου ήδη σκοπού συνήλθαν διάφοροι πρόκριτοι των πλείστων της Πελοποννήσου επαρχιών εις την επί των ορίων της Λακεδαίμονος μονήν των Καλτετσιών, ως πλησίον των περί την Τριπολιτσάν στρατοπέδων,
Μάιος και έχοντες την γνώμην και των εξ αιτίας του πολέμου απόντων προκρίτων υπέγραψαν την 26 μαΐου πράξιν, ην εκδίδομεν ολόκληρον, διότι όλα τα πρακτικά της συνελεύσεως είναι αύτη και μόνη, δεικνύουσα προς τίνα σκοπόν συνήλθαν οι συγκροτήσαντες αυτήν, εκ τίνων εσύστησαν την Αρχήν, ην εκάλεσαν πελοποννησιακήν γερουσίαν, ποίαν εξουσίαν τη έδωκαν και ποίαν διάρκειαν αυτής ώρισαν.
«Πατρίς·
Η γενική ευταξία των υποθέσεων της πατρίδος μας Πελοποννήσου, και η αίσια έκβασις του προκειμένου ιερού αγώνος περί της σεβαστής ελευθερίας του γένους μας, επειδή και αναγκαίως απήτουν την γενικήν συνέλευσιν και σκέψιν, συναθροίσθημεν επί τούτου οι υπογεγραμμένοι από μέρος των επαρχιών μας, έχοντες και την γνώμην και όλων των λοιπών απόντων μελών κατά την σεβαστήν μονήν των Καλτεζιών, κατ' εύλογον κοινήν ημών γνώμην και απόφασιν και όλων των απόντων, εκλέξαντες τους φιλογενεστάτους κυρίους τον τε άγιον Βρεσθένης Θεοδώρητον, Σωτήριον Χαραλάμπην, Αθανάσιον Κανακάρην, Αναγνώστην Παπαγιαννόπουλον, Θεοχαράκην Ρέντην και Νικόλαον Πονηρόπουλον (α), καθ' υπακοήν και συγκατένευσιν και αυτών εις την κοινήν ημών ταύτην πρότασιν, τους διορίζομεν διά να παρευρίσκωνται μετά του ενδοξοτάτου κοινού αρχιστρατήγου μας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, και πάντες οι άνωθεν επέχοντες την γερουσίαν όλου του δήμου των επαρχιών της Πελοποννήσου, προηγουμένου της ενδοξότητός του, να συσκέπτωνται, προβλέπωσι και διοικώσι και κατά το μερικόν και κατά το γενικόν απάσας τας υποθέσεις, διαφοράς, και παν ό,τι συντείνει εις την κοινήν ευταξίαν, αρμονίαν, εξοικονομίαν τε και ευκολίαν του ιερού αγώνος μας καθ' όποιον τρόπον η Θεία πρόνοια τους φωτίσει και γνωρίσωσιν ωφέλιμον, έχοντες κατά τούτο κάθε πληρεξουσιότητα, χωρίς να ειμπορή τινας να αντιτείνη ή να παρακούση εις τα νεύματα και διαταγάς των. Και τούτο το υπούργημά των και η ημετέρα εκλογή θέλει διατρέξει και θέλει έχει το κύρος μέχρι της αλώσεως της Τριπολιτσάς και δευτέρας κοινής σκέψεως. Και περί μεν της από το μέρος των ειλικρινούς, απαθούς και μετά της δυνατής επιμελείας και σκέψεως εις το άνωθεν υπούργημά των εξακολουθίας, καθώς και της από το μέρος ημών τε και όλων των απόντων υπακοής και άνευ τινός αντιστάσεως, προφασιολογίας και αναβολής της εξακολουθίας και ενεργείας των νευμάτων και διαταγών των, ελάβομεν αμφότερα τα μέρη τον πρέποντα όρκον ενώπιον του υψίστου Θεού εν βάρει συνειδότος και της τιμής μας, και ούτως επεδόθη αυτοίς το παρόν ενυπόγραφον αποδεικτικόν και κυρωτικόν γράμμα μας».
Πλατυτάτη και πάντη ανεύθυνος ήτον η δοθείσα τη πελοποννησιακή γερουσία παρά της αρχαιρεσιαζούσης συνελεύσεως εξουσία, διότι ούτε υπό περιορισμόν τινα εδόθη, ούτε υπ' ευθύνην περί της χρήσεως αυτής ετέθησαν οι ταύτην εμπιστευθέντες. «Δ ι ο ι κ ή σ α τ ε», τοις είπαν οι εντολείς των, «κ α θ' - ό π ο ι ο ν - τ ρ ό π ο ν - η - Θ ε ί α - π ρ ό ν ο ι α - σ α ς - φ ω τ ί σ ει - κ α ι - γ ν ω ρ ί σ ε τ ε - ω φ έ λ ι μ ο ν»· εγγύησιν δε ούτε εζήτησαν ούτε έλαβαν άλλην παρά τον εις Θεόν εν βάρει συνειδήσεως και τιμής όρκον· και το περιεργότερον, ωρκίσθησαν ταυτοχρόνως και οι λαβόντες και οι δώσαντες την εξουσίαν, εκείνοι μεν ίνα υπηρετώσιν ειλικρινώς, απαθώς και επιμελώς, ούτοι δε ίνα εκτελώσιν ανεξετάστως τας διαταγάς των και υπακούωσιν εις τα νεύματά των. Η προς αλλήλους αύτη ορκοδοσία χαρακτηρίζει τους καιρούς, και δεικνύει την τότε προς αλλήλους πίστιν. Αλλ' όσον πλατεία και ανεύθυνος ήτον η δοθείσα εξουσία, τόσον περιωρισμένη και συνετή εγένετο αυτής χρήσις, λαβόντων κυρίως υπ' όψιν των αναδεχθέντων ταύτην όσα συνέτειναν εις υποστήριξιν του αγώνος.
Αφ' ού δε υπεγράφη η ανωτέρω συστατική της πελοποννησιακής γερουσίας πράξις, εψάλη πάνδημος δοξολογία επ' εκκλησίας· και, απολύσεως γενομένης, ο ενάρετος, ο ταπεινόφρων, ο φιλόπατρις επίσκοπος Έλους, Ανθιμος, επήρεν εκ της ζώνης του Χαραλάμπη τας δύο πιστόλας του, έκαμε δι' αυτών το σημείον του σταυρού επί της εικόνος του Χριστού, και προτείνας αυτάς προς τους παρεστώτας είπεν ένθους και μεγαλοφώνως· «Έ λ λ η ν ε ς, ο - Κ ύ ρ ι ο ς - ε υ λ ό γ η σ ε - κ α ι - α γ ί α σ ε - τ α - ό π λ α - σ α ς». Οι φιλοπόλεμοι λόγοι του αγίου ανδρός ηλέκτρισαν όλον το ακροατήριον. Μετά ταύτα η συνέλευσις διελύθη, η δε γερουσία μετετόπισεν εις Στεμνίτσαν, όπου συνεδρίασε και εξέδωκε την 30 εις όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου εγκύκλιον, δι' ης διέταττε την σύστασιν γενικών εφοριών εν τη πρωτευούση πάσης επαρχίας και υπεφοριών εν τοις χωρίοις, προσδιώριζε τα διοικητικά καθήκοντα των δημοτικών τούτων Αρχών, και είλκυε κυρίως την προσοχήν των εις την προμήθειαν των αναγκαίων του στρατεύματος εκάστης επαρχίας. Η τουρκική Αρχή προ της επαναστάσεως απεδεκάτονεν όλα τα προϊόντα της γης· οι δε Τούρκοι, οι μισθούντες τα κτήματά των απελάμβαναν το πέμπτον των προϊόντων. Τα κανονικά δε ταύτα δέκατα και γαιόμορα και τα παντός είδους ζώα των Τούρκων διέταξεν η γερουσία να λαμβάνωνται εις χρήσιν του κοινού καθώς και οι καρποί όλων των τουρκικών χωραφίων των είτε ως παρασπορίων, είτε παρ' αυτών των Τούρκων εσπαρμένων, αφ' ού εξεπίπτοντο τα έξοδα της συγκομιδής. Όλα δε τα τρόφιμα ταύτα εχρησίμευαν προς διατήρησιν του στρατεύματος της επαρχίας, διότι πάσα επαρχία έτρεφε εκ των ιδίων προσόδων το στράτευμά της, αλλά δεν το εμισθοδότει. Μόνοι οι Μανιάται ετρέφοντο υπό των άλλων επαρχιών και εμισθοφόρουν. Η γερουσία απηγόρευσε και την εξαγωγήν όλων των τροφίμων και λοιπών προϊόντων της Ελλάδος, (β), και διέταξε να τρέφωνται παρά του κοινού αι γυναίκες και τα τέκνα των αποθνησκόντων εν πολέμω, και να καταγράφωνται τα ονόματα αυτών εν τω κώδηκι της επαρχίας· παρήγγειλε και επαγρύπνησιν αστυνομικήν, και την μη επέμβασιν της Αρχής μιας επαρχίας εις τα της άλλης, και έδωκεν εξουσίαν ταις εφορίαις να τιμωρώσι τους πταίστας κατά τα πταίσματά των, απαγορεύσασα μόνον τον φόνον και την δήμευσιν.
Είτε διά το κατεπείγον των περιστάσεων, είτε διά την κατ' εκείνην την ώραν ευτυχή άγνοιαν πολιτικών θεωριών, τα μέλη της εν Καλτετσιαίς συνελεύσεως και της γερουσίας περιωρίσθησαν δι' ων έπραξαν εις όσα απήτει το αληθές συμφέρον της πατρίδος, ήγουν εις την πρόοδον του πολέμου, και τα πάντα εφαίνοντο ήσυχα· αλλ' η κατάστασις αύτη διήρκεσε μόνον δύο εβδομάδας.
Ιούνιος Την 7 Ιουνίου ο Δημήτριος Υψηλάντης πληρεξούσιος του αυταδέλφου του Αλεξάνδρου, έφθασεν εις Ύδραν εκ Τεργέστης. Χαράς και ελπίδων επλήρωσε τας καρδίας όλων των Ελλήνων το άκουσμα προσδοκώντων και τα της αγνώστου Αρχής παρ' αυτού να μάθωσι, και τα περί συμπράξεως της Ρωσσίας να βεβαιωθώσι, και βοηθήματα να λάβωσιν. Επειδή δε διαβάς διά Σπετσών θ' απεβιβάζετο εις Άστρος, κατέβασαν εκεί όλοι οι γερουσιασταί και οι περί την Τριπολιτσάν ευρεθέντες σημαντικώτεροι, εκκλησιαστικοί, πολιτικοί και πολεμικοί, τον υπεδέχθησαν ως άλλον Μεσσίαν την 9, τον απεβίβασαν εις τον άγιον Ιωάννην, τον συνώδευσαν εις το εν Βερβένοις στρατόπεδον την 10, και τω έδωκαν την επαύριον επί τη αιτήσει του 200 φρουρούς· την δε 12 συνήλθαν όλοι εις τα αλώνια των Βερβένων, όπου εδοξολόγησαν τον Θεόν, ως αποστείλαντα τον λυτρωτήν των. Μετά δε την δοξολογίαν ανεγνώσθησαν εις επήκοον όλων γράμματα, τα μεν του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τα δε ως στελλόμενα παρά της υπερτάτης Αρχής, δι' ων εδίδετο τω Δημητρίω Υψηλάντη πάσα εξουσία. Εν μέσω δε των εις τιμήν του πυροβολισμών και των υπέρ πατρίδος και ελευθερίας ζητωκραυγών ηκούσθησαν και φωναί λέγουσαι «να μας ζήση ο αφέντης του τόπου». Αλλ' ευθύς ήρχισαν αι λογοτριβαί και αι διαιρέσεις.