Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 26
Ο Πύργος είχεν, ως είδαμεν, ένα γενναίον άνδρα, τον Χαραλάμπην Βιλαέτην, στρατεύσαντα άλλοτε υπό τους εν τη Επταννήσω Γάλλους και Άγγλους. Φραγμόν επεθύμει ούτος να στήση εις την κατά της Γαστούνης και του Πύργου ορμήν των Λαλιωτών· αλλ' επειδή δεν τον εβοήθει η μεταξύ τοποθεσία, ούσα όλη επίπεδος, εστρατοπέδευσε μετά 500 κατά το επί ακρολοφίας κείμενον και 4 ώρας απέχον του Λάλα Στρέφι, και κατέσχεν ως προφυλακήν και το πλησιέστερον του Λάλα Λαντσόι εγκατατάξας άλλους 100. Πεδινόν είναι το χωρίον τούτο· πεδινή και η διαχωρίζουσα αυτό και το Στρέφι γη· παρά δε το Λαντσόι προς μεσημβρίαν ρέει εντός χάσματος χείμαρρος· μετ' αυτόν είναι άμπελοι και προς το ανατολικόν μέρος σειρά συνδένδρων λόφων· ο διαιρών δε την σειράν ταύτην και το Στρέφι τόπος, δύο μίλια πλατύς, είναι και αυτός ομαλός. Τοιαύτη ήτον η τοποθεσία του μικρού στρατοπέδου του Βιλαέτη.
Χίλιοι Λαλιώται εξεστράτευσαν την 2 μαΐου εις Λαντσόι, όπου φθάσαντες λίαν πρωί και καταλαβόντες οικίας τινάς επολέμουν τους άλλας οικίας του αυτού χωρίου κατέχοντας Έλληνας καίοντες και τας μεταξύ. Ακουσθέντος του τουφεκισμού, είπεν ο Βιλαέτης τοις περί αυτόν, «όποιος είναι Χριστιανός και παλληκάρι ας μ' ακολουθήση», και έδραμε διά της πεδιάδος εις βοήθειαν των πολεμουμένων προς το μέρος των λόφων, όπου ήτο μύλος δέκα λεπτά του Λαντσοΐου απέχων. Οι Τούρκοι ιδόντες αυτόν ερχόμενον εξέδραμαν και αυτοί προς εκείνο το μέρος και τον συνήντησαν προς τον μύλον. Εκατόν μόνον ακολούθους είχεν ο Βιλαέτης και γενναίως αντέστη προς υπερπεντακοσίους ους και απέκρουσεν, αλλ' επληγώθη ο σημαιοφόρος του και εφονεύθη και ο Σπύρος Σαρενίτης, είς των οπλαρχηγών των συμπολεμούντων Αρκαδίων αυτός δε προχωρών και καταδιώκων έφθασε παρά τον χείμαρρον, αλλά μετ' ολίγων οπλοφόρων, αποκόψαντος του εχθρικού ιππικού τους πλείστους, αναγκασθέντας εκ ταύτης της αιτίας ν' αναβώσιν είς τινας λόφους εκείθεν του χάσματος· ιδών δε ότι οι περί αυτόν ήσαν ολίγοι, ήλλαξε σχέδιον και έτρεξε να καταλάβη άμπελόν τινα έχουσαν προς το δυτικόν μέρος το χάσμα· αλλ' επειδή το μεταξύ ήτο πεδινόν και ως εκ τούτου πολλά επικίνδυνον, μόνον 26 τον ηκολούθησαν, οι δε λοιποί ελειποτάκτησαν, και άλλοι μεν αυτών διεσώθησαν, άλλοι δε εφονεύθησαν. Ο δε Βιλαέτης και οι 26 κατέλαβαν μεν την άμπελον αλλά διά την ολιγότητά των αφήκαν τα νώτα αφύλακτα ελπίζοντες ίσως καταβώσιν οι επί των λόφων Έλληνες εις φύλαξιν. Αλλ' επρόλαβαν οι Τούρκοι, τα κατέλαβαν και επολέμουν τους ολίγους Έλληνας έμπροσθεν και όπισθεν. Ο Βιλαέτης επληγώθη κατ' αρχάς εις την κεφαλήν, αλλά και πληγωθείς εμάχετο θαρρύνων τους ολίγους συμμαχητάς του έως ου εφονεύθησαν αυτός και οι συν αυτώ όλοι εκτός ενός τρωθέντος εις τον πόδα και κρυβέντος εντός κουφώματος δένδρου. Οι Τούρκοι έκοψαν κατά την συνήθειαν τας κεφαλάς των φονευθέντων, και στήσαντες επί ξύλου την του Βιλαέτου ανεχώρησαν χαίροντες, διότι ελυτρώθησαν τοιούτου εχθρού, γνωστού διά την εν πολέμω αφοβίαν και εμπειρίαν.
Αφ' ού ο έλειψεν ο εχθρός ούτος, οι Λαλιώται έγειναν τολμηρότεροι, κατέτρεχαν όλα τα πέριξ του Λάλα, τα ελεηλάτουν, και έκαιαν τα χωρία της επαρχίας. Τόσον δε ήσαν άφοβοι, ώστε επροχώρουν θύοντες και απολλύοντες και εις αυτά τα όρια της επαρχίας των Πατρών, όπου ήσαν διάφορα σώματα Ελλήνων. Μεταξύ των αρχηγών τούτων ήτο και ο Γεώργης Γιαννόπουλος Προστοβιτσιώτης, διακρινόμενος διά την τόλμην του. Ούτος, συμπλακείς έν τινι επιδρομή των Λαλιωτών προς την Κατσαρούν, εφονεύθη, και συνεφονεύθησαν και 8 σύντροφοί του.
Η Επτάννησος (α), αν και πολιτικώς αποχωρισμένη της αδελφής της Ελλάδος, επροθυμήθη να βοηθήση την εκραγείσαν επανάστασιν και διά των γενναίων συνεισφορών της και διά των ανδρείων βραχιόνων της. Η κυβέρνησίς της, η μετ' ολίγον εξαγριωθείσα, εξεθαμβήθη μόνον κατ' αρχάς, και δεν έδειξε προς τον αγώνα κακήν διάθεσιν. Αυθόρμητοι οι Ζακύνθιοι και οι Κεφαλλήνες αντιλήπτορες των αραμένων όπλα ομογενών και ομοπίστων, παρωρμήθησαν έτι μάλλον και δι' ων επιστολών επεκαλούντο οι Πελοποννήσιοι την φιλογενή αντίληψίν των. Οι Ζακύνθιοι έτρεξαν πρώτοι των Επταννησίων εις την φωνήν της πίστεως και της πατρίδος, και οι μεν απέβησαν εις την Μεσσηνίαν υπό τον Μερκάτην, οι δε εις τα αντικρύ της τερπνής και χαριτωμένης πατρίδος των παράλια. Εξ αυτών έως 150, υπό τον Δημήτρην Πεθαμένον και τον Παύλον Αντσετίρην Κεφαληνόν, μετέβησαν εις το στρατόπεδον των Πατρών, άλλοι δε 100 υπό τον Γεώργιον Σολωμόν, Διονύσιον Σεμπρικόν, Αναστάσην Γιαννικέσην και Παναγιώτην Στούρτσαν, απέμειναν εν τη επαρχία της Γαστούνης. Περί δε τα τέλη του απριλίου απέβη πρώτος εκ Κεφαλληνίας εις Γλαρέντσαν ο Ευαγγέλης Πανάς μετά 100 οπλοφόρων,
Μάιος και την 9 μαΐου έφθασαν εκείθεν εις τον αυτόν λιμένα ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Κωνσταντίνος Μεταξάς, και ο Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς επί του εντοπίου των ενόπλου πλοίου του Ανάσταση Φωκά υπό τουρκικήν σημαίαν, φέροντος ικανά πολεμεφόδια και 350 οπλοφόρους. Αφ' ού δε ελλιμένισε το πλοίον, κατέβασαν οι εν αυτώ την τουρκικήν σημαίαν, ύψωσαν την επαναστατικήν, εκανονοβόλησαν, παρετάχθησαν οι οπλοφόροι επί του καταστρώματος, εψάλη επί του πλοίου δοξολογία υπό δύο ιερέων ακολουθούντων το στράτευμα, και απέβησαν οι ρηθέντες επί της ξηράς υποδεχθέντες υπό των εντοπίων φιλοφρονέστατα. Την δε επιούσαν διατάξαντες το πλοίον να παραπλέη τας ακτάς των Πατρών, και αφήσαντες εν αυτώ 70 οπλοφόρους διά παν ενδεχόμενον, ανεχώρησαν μετά των λοιπών 280, και έφθασαν το εσπέρας εις Μανολάδαν, όπου ηύραν τον Σισίνην και τον Ευαγγέλην Πανάν. Η υπεραυξήσασα δε τον αριθμόν αυτών φήμη διέδωκεν, ότι ήλθαν οι επισημότεροι άνδρες της Κεφαλληνίας φέροντες πολλά βοηθήματα χρηματικά και πολεμικά, και έβαλεν εις νέαν κίνησιν τους κατοίκους των πέριξ επαρχιών, ους κατεφόβισαν αι έως τότε αλλεπάλληλοι ευτυχείς επιδρομαί των Λαλιωτών. Υπεστήριξε την φήμην ταύτην καί τις πομπώδης προκήρυξις, ην υπέγραψαν οι προϊστάμενοι επονομαζόμενοι α ρ χ η γ ο ί - κ α ι - σ τ ρ α τ η γ ο ί - τ ω ν - η ν ω μ έ ν ω ν - δ υ ν ά μ ε ω ν - τ η ς - Ε π τ α ν ν ή σ ο υ. Διεκρίνετο δε το σώμα τούτο των άλλων δι' ην ετήρει εν ταις στρατοπεδείαις του τάξιν, ήτις, καθ' ους καιρούς μία επωμίς, ή μία περικεφαλαία εκίνει θαυμασμόν, δεν ήτο ματαία επίδειξις. Ιδού δε η τάξις. Την γ' ώραν μετά την δύσιν του ηλίου εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε μία κανονία, και οι στρατιώται απεχώρουν εις τας θέσεις των· το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ήχουν αι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία.
Μεταβαίνον δε το σώμα τούτο από χωρίου εις χωρίον, έφθασε την 26 εις Στρέφι και Κούκουρα και διέτριψεν εκεί μέχρι της 30 ετοιμαζόμενον, ως πλησίον του εχθρού. Εκεί ηύξησεν ο αριθμός αυτού, ενωθέντων και των Ζακυνθίων και πολλών εντοπίων. Την δε 31 ώδευσαν όλοι προς την Καπέλην και έφθασαν το εσπέρας εις Γούμερον· επειδή δε εσκόπευαν να πατήσωσι την επιούσαν την μεγάλην πεδιάδα, έστειλαν αυτονυκτί εις διαφόρους θέσεις σκοπιάς, και πρωίας γενομένης εξεστράτευσαν έχοντες εν τω κέντρω 4 κανόνια, τα πολεμεφόδια και τας αποσκευάς των.
Προς την θέσιν, Μποδίνι, κείται λόφος. Εν ώ έφθασαν εις αυτόν ανύποπτοι, ως πεποιθότες επί τας σκοπιάς των, ηκούσθησαν αίφνης πολλαί τουφεκίαι και κραυγαί λέγουσαι, Λ α λ ι ώ τ α ι, Λ α λ ι ώ τ α ι· επί μόνη τη κραυγή ταύτη χωρικοί τινες εκ των συνακολουθούντων Γαστουναίων ετράπησαν εις φυγήν, οι δε λοιποί και οι Επταννήσιοι έτρεξαν εις την κορυφήν του λόφου, και ιδόντες τους Λαλιώτας ελθόντας εις τους πρόποδας, τους εκανονοβόλουν προξενούντες φόβον μάλλον ή βλάβην. Ήρχισε δε μετ' ολίγον και ο τουφεκισμός, και οι μεν Επταννήσιοι και οι εντόπιοι, τουφεκίζοντες τους Λαλιώτας άνωθεν, τους έβλαπταν· ούτοι δε αντείχαν γενναίως, αν και η θέσις των ήτο κακίστη, έως ου είδαν τους εχθρούς των κινουμένους προς τα κάτω, και τότε επέστρεψαν διά του Πυρναρίου εις Λάλα φεύγοντες, οι δε Επταννήσιοι τους επεδίωξαν, έπεσαν και εις την πεδιάδα έως ου εφάνη πλήθος οπλοφόρων τουφεκιζόντων μακρόθεν, και τότε υποπτεύσαντες, ότι ήσαν ενεδρεύοντες εχθροί, εστάθησαν και κατέλαβαν τα πλησίον δένδρα προς συνασπισμόν· αλλ' οι τουφεκίζοντες οπλοφόροι προχωρούντες εγνώσθησαν, ότι ήσαν Καλαβρυτινοί ερχόμενοι κατά του κοινού εχθρού· ήσαν δε ως χίλιοι υπό τον Ασημάκην Φωτίλαν, προεστώτα των Καλαβρύτων, τον Λεχουρίτην, και άλλους. Το ευτυχές συμβάν κατά την ημέραν εκείνην εγέμισε χαράς τας κάρδίας των Ελλήνων και ετίμησε δικαίως τους Επταννησίους, διότι ήτον η πρώτη φορά καθ' ην εξ αιτίας αυτών κατησχύνθησαν οι φόβον και τρόμον παντού και πάντοτε ενσπείροντες Λαλιώται.
Αφ' ότου ήρχισεν η επανάστασις της Πελοποννήσου πολλοί Καρυτινοί είχαν καταλάβει τα χωρία, Μπέτσι και Ρένεσι, υπό τους εμπειροπολέμους αδελφούς Πλαπούτας. Σκοπός της κατοχής ήτον η προφύλαξις της επαρχίας των από ενδεχομένων επιδρομών των γειτόνων Λαλιωτών· αλλ' αφ' ού διεσκορπίσθησαν οι πολιορκηταί του φρουρίου της Καρυταίνης, διεσκορπίσθησαν και οι κατέχοντες τα δύο ταύτα χωρία. Περί την 20 ομως απριλίου εσύστησεν ο Γεώργης Πλαπούτας πάλιν στρατόπεδον κατά την Συκιάν, δύο ώρας μακράν του Λάλα, εκ Καρυτινών, Φαναριτών και Αρκαδίων υπό την αρχηγίαν του Δημητράκη Δηληγιάννη· λήγοντος δε του μαΐου μετεστρατοπέδευσεν εκείθεν εις Πούσι, ημιώριον μακράν του Λάλα, όπου αφίχθησαν,
Ιούνιος κατά πρόσκλησιν αυτού, την νύκτα της 1 Ιουνίου οι Επταννήσιοι, οι Καλαβρυτινοί και οι Γαστουναίοι. Συστρατοπεδεύσαντες δε όλοι ούτοι ήρχισαν την επαύριον να οχυρόνωσι τας θέσεις των, και έστησαν εκ του προχείρου τόσας καλύβας, ώστε το εσπέρας η ράχις εκείνη εφαίνετο κώμη. Οι Λαλιώται ωχυρώθησαν και αυτοί εκτός αλλά πολλά πλησίον του Λάλα. Την δε επιούσαν οι Έλληνες πλήρεις θάρρους κατέβησαν εις την πεδιάδα εις χορτολογίαν και σκόπευσιν. Οι Λαλιώται δεν εκινήθησαν την ημέραν εκείνην· τινές μόνον ιπποκόμοι και ποιμένες εφάνησαν προς το πέραν μέρος του Λάλα βόσκοντες θρέμματα.
Οι Έλληνες, ασυνήθιστοι έως τότε να νικώσιν, εξετίμησαν την ανδραγαθίαν των υπέρ την αξίαν της, και επίστευσαν τω όντι, ότι κατεπόνεσαν τα θηρία του Λάλα· επί δε τη πίστει ταύτη συνέλαβαν ελπίδα, ότι οι Λαλιώται θα επροσκύνουν, και απέστειλαν την 4 προς αυτούς τον Παναγιώτην Μεσσάρην Κεφαλλήνα. Οι Λαλιώται βλέποντες τον αποσταλέντα ερχόμενον υπό λευκήν σημαίαν τον υπεδέχθησαν και τον ηρώτησαν είς τι ο ερχομός του. Ο Μεσσάρης τοις ενεχείρισε γράμμα των αρχηγών των Κεφαλλήνων και των Ζακυνθίων λέγον αυτολεξί τα εξής. «Διατεταγμένοι από το ελληνικόν έθνος και από τον γενικόν επίτροπον, πρίγκηπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, ήλθαμεν ενταύθα να σας πολεμήσωμεν ως εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος· αλλ' ως ανέκαθεν καλοί φίλοι σας και γείτονες, σας προβάλλομεν, ότι, αν θελήσητε να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον εις ημάς, σας υποσχόμεθα ασφάλειαν ζωής, τιμής και ιδιοκτησίας· άλλως, αφ' ού εκάμαμεν το χρέος μας, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν σας.»
Περιποιηθέντες οι Λαλιώται τον γραμματοφόρον, τον εξεπροβόδησαν δώσαντές τω την ακόλουθον απάντησιν.
«Προς σας κυρ Μεταξά και λοιποί φίλοι μας καπεταναίοι Κεφαλονήτες και Ζακύνθιοι. Ελάβαμεν το γράμμα σας και είδαμεν όσα μας γράφετε· αλλ' επειδή και οι μπέηδες και οι αγάδες είναι τριγύρω στου Λάλα με τα ασκέρια, δεν ημπορούμεν να σας αποκριθούμεν σήμερον με τον εδικόν σας κυρ - Παναγιώτην, αλλ' αύριον με εδικόν μας ξεμοτόχου ελτσήν. Λάβετε ως τόσον ολίγα κεράσια του Λάλα και δύο ρεβανιά διά αγάπην, και μένομεν.»
Το γράμμα τούτο είχε τα σφραγίσματα υποκάτω προς τιμήν των προς ους εστέλλετο.
Την δε επαύριον εφάνη ιππεύς ερχόμενος από του Λάλα προς το ελληνικόν στρατόπεδον, βαστών πρασίνην σημαίαν, και ωδηγήθη όπου ήσαν οι Επταννήσιοι αρχηγοί, προς ους επέδωκε την ακόλουθον επιστολήν.
«Προς τους φίλους μας καπεταναίους Κεφαλονίτας και Ζακυνθίους. Καθώς χθες σας εγράψαμεν με τον εδικόν σας Παναγιώτην, ιδού εξαποστέλλομεν τον εδικόν μας Μπέικον Κεχαγιάν, άνθρωπον όστις χαίρει όλην την εμπιστοσύνην μας διά να σας ομιλήση και στοματικώς όσα δεν έχομεν τον καιρόν να γράψωμεν πλατύτερα. Είναι αλήθεια, καθώς λέγετε, ότι εσταθήκαμεν φίλοι και καλοί γείτονες, αλλ' ίσια ίσια διά τούτο δεν ελπίζαμεν ποτε, ότι πιστεύοντες τα ψεύματα των Μωραϊτών και ξεχωριστά αυτού του ψευτο - Γεώργη (ενόουν τον Γεώργην Σισίνην) να έλθετε να μας φορτωθείτε μέσα εις τα σπήτια μας. Ό,τι έγεινεν, έγεινεν· όσα μας λέγετε είναι χάλτια, τα οποία δεν στοχαζόμεθα πως και εσείς πιστεύετε· διά τούτο λοιπόν σας λέγομεν να έλθετε εις του Λάλα, όπου θέλει σας δεχθούμεν ως καλούς φίλους, και θέλει σας συνοδεύσομεν έως το Κατάκωλον ή την Γλαρέντσαν διά να πάτε στα σπήτια σας και να μένωμεν πάντα φίλοι· αλλέως και δεν ακούσετε αυταίς ταις φιλικαίς συμβουλαίς μας, το κρίμα ας ήναι στον λαιμόν σας. Λάλα, 5 Ιουνίου, 1821».
Η επιστολή αύτη, η μη ομοιάζουσα την προσταλείσαν κατά το ύφος, δεν την ωμοίαζεν ούτε και κατά την θέσιν των σφραγισμάτων ως φέρουσα αυτά επί κεφαλής εις ένδειξιν, ότι εγράφετο παρ' ανωτέρων προς κατωτέρους. Αφ' ού δε ανεγνώσθη, έλαβε τον λόγον ο απεσταλμένος και επανέλαβε τα αυτά εντόνως, προσθέσας ότι, αν οι Επταννήσιοι υπήγαιναν εις του Λάλα, οι μπέηδες και αγάδες ήσαν πρόθυμοι να τους δεχθώσι και να τους φιλοδωρήσωσιν· είδε και είχαν απόφασιν να μείνωσι και να πολεμήσωσιν, έπρεπε να φέρωσι 40,000 κ α π έ λ λ α εις ευόδωσιν του σκοπού των. Ταύτα ακούσαντες οι Επταννήσιοι απεκρίθησαν διά στόματος του Ανδρέου Μεταξά τα εξής· «Ως φίλοι εστοχάσθημεν να σας προβάλλωμεν να παραδοθήτε χωρίς πόλεμον, διά να ημπορέσωμεν να σας προφυλάξωμεν από την δικαίαν οργήν και αγανάκτησιν του ελληνικού λαού. Επειδή όμως οι μπέηδες και οι αγάδες μάς εστοχάσθησαν ποταπούς και ανοήτους, το κρίμα ας ήναι εις τον λαιμόν των. Αυτή είναι η απάντησίς μας και αύριον έχομεν πόλεμον». Μετά τους λόγους τούτους απέπεμψαν οι Επταννήσιοι τον κήρυκα, δώσαντές τω εις αμοιβήν των προσταλέντων αυτοίς φαγωσίμων γλυκίσματά τινα και ποτά της πατρίδος των.
Αποτυχούσης της διακηρυκείας, οι αρχηγοί των διαφόρων ελληνικών σωμάτων, ιδόντες ότι συνηθροίσθησαν εκ διαφόρων επαρχιών πεντακισχίλιοι σχεδόν οπλοφόροι πέριξ του Λάλα, απεφάσισαν να προκαλέσωσι τον εχθρόν εις μάχην, και την 6 κατέβησαν εις την πεδιάδα εκ διαφόρων μερών έως 300, ηκροβολίσθησαν μετ' ολίγων ιππέων και πεζών επελθόντων, και την εσπέραν επανήλθαν εις το στρατόπεδον. Οι Έλληνες έδωκαν δευτέραν αφορμήν την επιούσαν, αλλ' εις μάτην. Θαρρυνθέντες δε εκ της απραξίας των εχθρών απεφάσισαν να προσβάλωσιν αυτήν την κωμόπολιν του Λάλα· και ο μεν Γεώργης Πλαπούτας μετά των Καρυτινών και Φαναριτών να πέση από του μέρους του Μπασταρά, οι δε Καλαβρυτινοί καί τινες Γαστουναίοι και οι Αρκάδιοι να προχωρήσωσι προς το μικρόν χωρίον Δούκα, οι δε Επταννήσιοι μετά των Πυργίων και λοιπών Γαστουναίων να ορμήσωσι προς το κέντρον. Ταύτα αποφασίσαντες εκινήθησαν την 9 υπό τον ήχον των τυμπάνων και σαλπίγγων επί τους έξω της κωμοπόλεως προμαχώνας του εχθρού· ο εχθρός απεσύρθη εις την κωμόπολιν, και η οπισθοδρόμησις αύτη, αν και στρατηγηματική, υπελήφθη αποτέλεσμα δειλίας, και εθάρρυνε τους Έλληνας να προχωρήσωσιν. Αλλ' αφ' ού επλησίασαν, ώρμησαν 200 ιππείς επί τους Καρυτινούς και Φαναρίτας, και παρά πάσαν προσδοκίαν τους έτρεψαν όλους εις φυγήν. Η τροπή αύτη εματαίωσε το σχέδιον της εφόδου, έβαλεν εις σύγχυσιν όλα τα σώματα και ηνάγκασε τους Επταννησίους να σημάνωσι την υποχώρησιν του κέντρου και της προς το χωρίον Δούκα πτέρυγος, και ούτως απεμακρύνθησαν όλοι οι Έλληνες αβλαβείς, αλλ' άπρακτοι και κατησχυμένοι. Ο δε φιλότιμος Πλαπούτας, απομείνας τελευταίος και κινδυνεύων να πέση εις χείρας των εχθρών, τόσον έτρεξε και τόσον ελυπήθη διά την απροσδόκητον ταύτην τροπήν, ώστε έφθασεν ημιθανής εις το στρατόπεδον και μετ' ολίγον εξεψύχησεν.
Ο θάνατος αρχηγού ατάκτων γίνεται συνήθως πρόξενος τροπής όλου του σώματος αυτών. Εν τη περιστάσει δε ταύτη συνέβη συγχρόνως και η αποτυχία του κινήματος, αν και εξ ουδεμιάς ευλογοφανούς αιτίας· διά τούτο την ακόλουθον νύκτα τα δύο τρίτα του στρατοπέδου ελειποτάκτησαν.
Τον άξιον αρχηγόν Γεώργην Πλαπούταν διεδέχθη ο αξιώτερός του αδελφός Δημήτρης φθάσας εις το στρατόπεδον την 12· αλλ' ούτε η παρουσία του γενναίου τούτου ανδρός εθάρρυνε τους δειλιάσαντας, τρέμοντας και εντός των οχυρωμάτων· εκουράσθησαν και οι Λαλιώται πολεμούντες και νικώντες, διά τούτο ησύχαζαν· βεβαιωθέντες δε ότι όχι μόνον όλη η Πελοπόννησος, αλλά και η στερεά Ελλάς και αι ναυτικαί νήσοι και άλλα μέρη εκινήθησαν, και πληροφορηθέντες ότι ελληνικός στόλος εφάνη έμπροσθεν των Πατρών και διέπλευσεν αβλαβής τον δυσείσβολον κορινθιακόν κόλπον, απεφάσισαν να μη κινδυνεύωσιν ανωφελώς αυτοί μόνοι, εν ώ όλοι οι συνάδελφοι των εκλείσθησαν εξ αυτής της αρχής του αγώνος εν τοις φρουρίοις· διά τούτο ανεχώρησε την 12 ο Κουτσοραΐπαγας από του Λάλα μετά 4 μόνον ιππέων, και φθάσας εις Πάτρας ανεπηρέαστος καθ' όλην την μακράν πορείαν του, ανεκοίνωσε τω Ισούφη την βουλήν των αποστειλάντων αυτόν του να μεταβώσιν εκεί και εζήτησε βοήθειαν διά την ασφαλή μετακόμισιν των οικογενειών και της περιουσίας των. Ο πασάς διέταξεν αμέσως να συσκευασθώσι 700 ιππείς εις συνοδίαν των Λαλιωτών. Η είδησις αύτη διεδόθη εις τους περί τας Πάτρας Έλληνας· αλλ' αντί να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν, απεσύρθησαν, και αναγγείλαντες τοις έξω του Λάλα συναγωνισταίς των όσα έμαθαν τοις παρήγγειλαν να καταλάβωσιν επί της οδού οχυράς θέσεις και κτυπήσωσι τον εχθρόν έμπροσθεν, υποσχόμενοι να τον κτυπήσωσι και αυτοί όπισθεν.
Εν τοσούτω ο Ισούφης εξεστράτευσε μετά των 700 ιππέων την 20 και εισέβη εις του Λάλα δύοντος του ηλίου, μηδενός Έλληνος καθ' οδόν μήτ' έμπροσθεν μήτ' όπισθεν φανέντος. Προείδαν οι Έλληνες, ότι οι Λαλιώται ενισχυθέντες διά της νέας βοηθείας θα τους εκτύπουν, και απέστειλαν διά νυκτός τον Κωνσταντίνον Μεταξάν και τον Γεώργην Σολομόν εις Τριπολιτσάν αιτούμενοι επικουρίαν.