Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 25
Την δε 19 μαθόντες οι πολιορκηταί, ότι ήρχοντο στρατεύματα υπό τον Βελήμπεην Πρεμετινόν εις βοήθειαν των πολιορκουμένων διηρέθησαν· και οι μεν έμειναν όπου ήσαν, οι δε κατέλαβαν τα Καγγέλια, βουνά δύο ώρας μακράν της κωμοπόλεως, αλλ' επελθόντες οι Τούρκοι τους έτρεψαν φονεύσαντες και τον Κατσικογιάννην· επορεύθησαν και εις την κωμόπολιν και την έκαυσαν εν μέρει· οι δε εν αυτή Έλληνες έφυγαν διά νυκτός και συνήλθαν εις το χωρίον, άγιον Ανδρέαν, τρεις ώρας μακράν του Καρπενησίου, δημοπρατούντες όσα ήρπασαν του Νούρκα, ως αν ήσαν εν πλήρει ειρήνη· αλλά μαθόντες ότι παρηκολούθουν οι Τούρκοι, κατέλαβαν το επί της οδού του Καρπενησίου χωρίον Μπιάραν, όπου προσβαλόντες αυτούς γενναίως τους διεσκόρπισαν· διεσκόρπισαν μετ' ολίγον και τους κατασχόντας τα Καγγέλια. Εν ώ δε επολέμουν, οι πολιορκούμενοι μη θεωρούντες εαυτούς του λοιπού ασφαλείς, έφυγαν την νύκτα διά δυσβάτων οδών εις Ήπειρον.
Συγχρόνως σχεδόν απεδίωξαν και οι Αγραφιώται τους εν τη επαρχία αυτών ολίγους Τούρκους αβλαβείς, και συσσωματωθέντες υπό την οδηγίαν του οπλαρχηγού των Σταμούλη Γάτσου έπεσαν εις Θεσσαλίαν και έκαυσαν τα επί των μεθορίων δύο κονιαροχώρια, Φράγκον και Λοξάδαν. Εν ώ δε ητοιμάζοντο να προχωρήσωσι και εις τα ενδότερα, επήλθαν οι εν Λαρίσση Τούρκοι και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσι και αναβώσιν εις τα χωρία Μπλάζον και Κανάλια· αλλά και εκεί τους προσέβαλαν και τους ενίκησαν· τους κατεδίωξαν και εις τα χωρία Κερασιάν και Στούγκον όπου απεσύρθησαν, τους επολέμησαν και εκεί, τους απώθησαν εις τα ορεινότερα μέρη και κατέλαβαν την Ρεντίναν. Μετά τινας δε ημέρας κατέβησαν οι Έλληνες από των ορέων, επολιόρκησαν υπό την οδηγίαν του λογοθέτου Ζώτου τους καταλαβόντας την Ρεντίναν Τούρκους, και έκαυσαν μέρος αυτής· αλλ' οι Τούρκοι υπερίσχυσαν επί τέλους, διεσκόρπισαν και αύθις τους εχθρούς των, ηχμαλώτευσαν μεταξύ άλλων και τον Κώσταν Βελήν, ον απέστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου εθανατώθη, και διέμειναν έκτοτε εν Ρεντίννι ανενόχλητοι.
Ο δε κατ' εκείνας τας ημέρας στρατοπεδεύων εν Κομποτίω τουρκικός στρατός, συμπληρωθείς εις τετρακισχιλίους υπό τον Ισμαήλπασαν Πλιάσαν, τον Αχμέτπασαν Βρυώνην, τον Χασάμπεην, τον Μπεκήραγαν Τσογαδόρον και τον αρχιταμίαν του Χουρσήδη, εστράτευσε την 17 προς τα στενά του Μακρυνόρους.
Οι Έλληνες εγκαρδιωθέντες εκ των προτέρων κατορθωμάτων, λαβόντες και ικανά πολεμεφόδια σταλέντα προς αυτούς εκ Μεσολογγίου διά του Γεωργάκη Βαλτινού, ητοιμάσθησαν εις αντίστασιν. Δύο ήσαν τότε οι αρχηγοί των Ελλήνων κατά το Μακρυνόρος, ο Γώγος και ο Ίσκος. Ούτοι δεν ήξευραν κατ' αρχάς αν οι Τούρκοι εσκόπευαν να εισβάλωσι διά της Παληοκούλιας ή διά της Λαγκάδας· αλλ' ιδόντες αυτούς οδεύοντας προς την Παληοκούλιαν, ετοποθέτησαν τους πλείστους των στρατιωτών εκεί, τους δε λοιπούς κατά την Λαγκάδαν. Οι Τούρκοι προχωρήσαντες προς την Παληοκούλιαν, εστράφησαν αίφνης εις το άλλο στενόν, και έπεσεν η προφυλακή επί τους Έλληνας όχι πλειοτέρους των εκατόν υπό τον Γώγον κατά την αγίαν Παρασκευήν. Η θέσις αύτη είναι πολλά στενή, και δεν ήτο δυνατόν πολλοί Τούρκοι να πολεμήσωσι διά μιας. Ο Γώγος αρξαμένης της μάχης, εφάνη άξιος της πολεμικής του φήμης και ενέπνευσε τοις οπαδούς του θάρρος ως πρόμαχος. Εν ώ διήρκει η μάχη και οι προχωρούντες αλληλοδιαδόχως Τούρκοι έπιπταν υπό το πυρ των Ελλήνων, έπεσε θανασίμως πληγωθείς και ο αρχηγός της τουρκικής προφυλακής. Οι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν πεσόντα και ψυχομαχούντα, έτρεξαν να τον σηκώσωσι, και πολλοί αυτών εθανατώθησαν. Κατ' εκείνην την ώραν ηκούσθησαν τουφεκισμοί μακρόθεν. Οι δε τουφεκίζοντες ήσαν οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες, οίτινες βλέποντες, ότι όλοι οι Τούρκοι έπεσαν προς εκείνο το μέρος, έτρεξαν και αυτοί εκεί. Οι Τούρκοι, αψυχήσαντες δι' ην έπαθαν φθοράν και υποθέσαντες εκ του πολλού τουφεκισμού, ότι επήρχετο πολλή δύναμις, εγκατέλειψαν τον ψυχομαχούντα αρχηγόν και τα δύο κανόνια και ωπισθοδρόμησαν τόσοι πολλοί απέμπροσθεν τόσων ολίγων. Οι Έλληνες εσκύλευσαν τους φονευθέντας και επήραν πάμπολλα φορτηγά ζώα φέροντα τροφάς εις χρήσιν του εχθρού. Οι δε τραπέντες εις φυγήν Τούρκοι τόσον φόβον, επανελθόντες εις τα ίδια, διέσπειραν ως προς την δίοδον του Μακρυνόρους, ώστε καθ' όλον το διάστημα των δεκαπέντε ακολούθων μηνών Τούρκος μηδέ καν να φανή ετόλμησε προς το όρος εκείνο.
Είπαμεν, ότι οι Έλληνες προ της επαναστάσεως, θέλοντες να αποκοιμίζωσι τους Τούρκους περί ων εμελέτων επαναστατικών κινημάτων, διέδιδαν επιτηδείως, ότι ο αποστάτης Αλής υπεκίνει τας ταραχάς διά τα συμφέροντά του. Ο λόγος ούτος, αν και ψευδής, επιστεύετο εν γένει και κυρίως υπό των πολεμούντων κατά την Ήπειρον υπέρ του Αλή Αλβανών, και μάλιστα αφ ού οι Σουλιώται επολέμουν αναφανδόν υπέρ αυτού· τόσον δε επιστεύετο, ώστε άμα έμαθαν οι προύχοντες τα ανδραγαθήματα των Αιτωλών και Ακαρνάνων, εσυγχάρησαν τους Σουλιώτας. Μόνος ο Αλής, εν γνώσει των της Εταιρίας, εγίνωσκε τον αληθή χαρακτήρα των ελληνικών κινημάτων· αλλά δεν έκρινε πρέπον να τον ανακαλύψη· ώστε οι αληπασίζοντες Αλβανοί έμεναν υπό την απάτην, θεωρούντες ως συμμάχους των τους υπέρ της ελευθερίας της ιδίας πατρίδος πολεμούντας Έλληνας.
Δεινά έπαθαν μετά την λαμπράν μάχην του Μακρυνόρους καί τινες άλλοι Τούρκοι κατά το χωρίον Αυτί, όπου ο συν αυτοίς στρατεύων οπλαρχηγός Πουλής εζωγρήθη υπό των περί τον Γιαννάκην Ράγκον και εθανατώθη. Περί τον αυτόν δε καιρόν 200 Έλληνες υπό τον Φλώρον Γρίβαν και τον Τραγουδάραν κατέλαβαν τα χωρίον του Πέτα· αλλ' επιστρατευσάντων των εν Άρτη Τούρκων, δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι την θέσιν των, ην μήτε καν να οχυρώσωσιν εφρόντισαν, και κατέφυγαν κακώς έχοντες εις Μακρυνόρος. Εφονεύθησαν δε καί τινες αυτών, εν οις και ο Τραγουδάρας γενναίως μαχόμενος.
Μετ' ολίγας δε ημέρας ο Γώγος ετοποθετήθη μετά 250 εν τω αυτώ χωρίω του Πέτα. Την δε 15 Ιουλίου επεστράτευσαν πάμπολλοι εχθροί εξ Άρτης και επεχείρησαν επανειλημμένας κατ' αυτού εφόδους, κατέχοντος υψηλήν θέσιν κατέμπροσθεν του χωρίου, αλλά καθ' όλας απέτυχαν. Η τόλμη του οπλαρχηγού τούτου την ημέραν εκείνην έφερεν εις θάμβος και αυτούς τους εχθρούς του, ους, επταπλασίους όντας, έτρεψεν εις φυγήν προπορευόμενος ξιφήρης. Εξαιτίας δε των τόσω λαμπρών ανδραγαθημάτων του έλεγαν έκτοτε και φίλοι και εχθροί, ότι - ό π ο υ - ο - Γ ώ γ ο ς, ε κ ε ί - κ α ι - η - ν ί κ η.
Εν τοσούτω η επανάστασις διεδόθη και περαιτέρω. Προς διατήρησιν της ελευθέρας κοινωνίας των εν Ιωαννίνοις και Θεσσαλία στρατοπέδων είχαν σταλή παρά του Χουρσήδη 750 Τούρκοι υπό τον Ιβραήμ Πρεμέτην εις τας επί του Πίνδου δύο μεγάλας Βλαχοκωμοπόλεις, την των Καλαρρύτων και την του Συράκου, τρία μίλια απ' αλλήλων απεχούσας, ων η μεν πρώτη περιείχε 680, η δε δευτέρα 750 οικογενείας, όλας χριστιανικάς. Οι κάτοικοι αυτών, καταθλιβόμενοι, φορολογούμενοι και υβριζόμενοι παρά των Τούρκων, υποκινούμενοι δε και υπό των θελόντων την διάχυσιν της επαναστάσεως προκρίτων, Κωνσταντίνου Τουρτούρη, Πρωτοπαπά Σγουρού, Ιωάννου Κωλέττη και Νικολάου Γιαννίκου, βουλήν έβαλαν ν' αποστατήσωσι και προσκαλέσαντες κρυφίως εις βοήθειάν των τον οπλαρχηγόν Γιαννάκην Ράγκον απέκλεισαν δύο περίπου εβδομάδας προ της μάχης του Πέτα τους υπό τον Πρεμέτην εντός τινων οικιών και τους ηνάγκασαν μετά δέκα ημέρας ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς υπό συνθήκας (γ). Αλλ' ούτοι απερχόμενοι απήντησαν καθ' οδόν στρατεύματα ερχόμενα εις τας δύο κωμοπόλεις επί τη διαταγή του Χουρσήδη, μαθόντος τα συμβάντα, και εστράφησαν εις τα οπίσω. Οι Συρακιώται εφύλατταν την προς τα Ιωάννινα οδόν εις απώθησιν των επερχομένων· αλλ' ούτοι ευρόντες προθύμους οδηγούς τους κατοικούντας το χωρίον Γότισταν, 4 ώρας απέχον του Συράκου, και νυκτοπορήσαντες διά τινος στενού και ανυπόπτου μέρους εβάρεσαν αίφνης όπισθεν τους φυλάττοντας την οδόν Συρακιώτας και τους έτρεψαν· εν τω μεταξύ δε τούτω οι λοιποί κάτοικοι των δύο κωμοπόλεων έσπευσαν να μεταφέρωσιν εις ασφαλές μέρος τα πολυάριθμα ποίμνιά των και έφυγαν και αυτοί ως και ο οπλαρχηγός Ράγκος, καταφοβηθέντες, απελπισθέντες και κακώς έχοντες· μόνος ο οπλαρχηγός Γερομπαλωμένος, Συντεκνιώτης, επέμενε πολεμών γενναίως ικανήν ώραν, έχων μόνον 8 παλληκάρια. Τοιουτοτρόπως οι εχθροί εκυρίευσαν τας δύο κωμοπόλεις αναιμωτί, τας έκαυσαν και ήρπασαν τα εναπομείναντα πράγματα των φευγόντων, εξ ων συνέλαβαν μόνον δέκα.
Τον αυτόν καιρόν έδράξε τα όπλα και το Ασπροπόταμον. Η επαρχία αύτη έχει 67 χωρία μικρά μεγάλα, όλα χριστιανικά. Γενικός αρχηγός των όπλων της επαρχίας ήτον ο Νικολός Στουρνάρης και είχεν υπό την οδηγίαν του τους οπλαρχηγούς των χωρίων Χριστόδουλον Χατσή Πέτρου, Νάσον Μάνταλον, τους αδελφούς αυτού, Στέριον, Γεώργον, Κώσταν και Μήτρον, και τον γαμβρόν του Γρηγώρην Λιακατάν, οπλαρχηγόν του Κλενοβού.
Ιούλιος Άπαντες δε ούτοι εστράτευσαν αρχομένου του Ιουλίου μετά τρισχιλίων επί τους εν τη επαρχία βασιλικούς στρατιώτας όχι φανερά υπό το σύμβολον του ελληνικού αγώνος, αλλ' επί λόγω αληπασισμού. Και πρώτον μεν εφόνευσαν αναιτίως 66 Τούρκους διεσπαρμένους εις τα χωρία, έπειτα δε ητοιμάσθησαν να πέσωσι πολλαχόθεν εις τα Τρίκκαλα και εζήτησαν ως προς την μελετωμένην εκστρατείαν και την σύμπραξιν του Σταμούλη Γάτσου· αλλ' εκείνος απαρνηθείς τον εθνικόν αγώνα μετά τα κατά τα Άγραφα συμβάντα, αντέπραξε παρρησία και έφερε Τούρκους εις προσβολήν των Ασπροποταμιτών. Διά τον λόγον τούτον το σχέδιον εματαιώθη, και οι οπλαρχηγοί του Ασπροποτάμου κατέλαβαν επί των ορίων της επαρχίας διαφόρους θέσεις προς ασφάλειαν. Αλλ' οι εν Τρικκάλοις Τούρκοι, μαθόντες τα γενόμενα, εκινήθησαν οι μεν κατά του Λιακατά, φυλάττοντος τα επί του Κλενοβού στενά, οι δε κατά του Χατσή Πέτρου, κατέχοντος τον Πρόδρομον, και άλλοι κατ' αυτού του Στουρνάρη, στρατοπεδεύοντος εν τω χωρίω Πόρτα· αλλά καθ' όλας τας προσβολάς των αποκρουσθέντες εστράφησαν κακώς έχοντες.
Εν τοσούτω οι εξ Ιωαννίνων στρατεύσαντες, αφ' ού κατέστρεψαν τας κωμοπόλεις Καλαρρύτων και Συράκου, επορεύθησαν προς το Ασπροπόταμον και έφθασαν επί των ορίων την 29 ιουλίου. Την δε υστεραίαν εξημερώθησαν αίφνης κατά την Πόρταν άλλοι 2000 Τούρκοι εκ Τρικκάλων ιππείς και πεζοί έλκοντες και δύο κανόνια, επολέμησαν το εκεί ελληνικόν στρατόπεδον δι' όλης της ημέρας και το έβλαψαν· την δε νύκτα πάμπολλοι Έλληνες ελειποτάκτησαν. Τούτο ιδών ο Στουρνάρης ωπισθοδρόμησε προς τα ενδότερα του Ασπροποτάμου, και κατέλαβε τας δυνατάς θέσεις της Μαύρης Πούλιας και του Κόρμπου, 8 ώρας μακράν της Πόρτας. Αλλ' οι Τούρκοι, πλήρεις θάρρους διά την λειποταξίαν και οπισθοδρόμησιν των Ελλήνων, έδραμαν κατόπιν, και καύσαντες τα μεταξύ χωρία έφθασαν εις Κόρμπον, όπου τους εκτύπησαν πάλιν· νυκτός δε γενομένης ανεχώρησαν εκείθεν κατά την Πόρταν, φοβούμενοι να ενδιανυκτερεύσωσιν εξ αιτίας των στενοτοπιών.
Εν τοσούτω, αφ' ού κατεστράφησαν αι κωμοπόλεις Καλαρρύτων και Συράκου, αφ' ού υπερίσχυσαν οι εχθροί κατά τα Άγραφα, και αφ' ού το Ασπροπόταμον ευρέθη εν μέσω δύο εχθρικών στρατοπέδων, και εξ αιτίας του διαχυθέντος φόβου επί τη καταστροφή των δύο κωμοπόλεων δεν είχε δύναμιν αξιόμαχον ν' αντιτάξη, οι Ασπροποταμίται, εξαγοραζόμενοι τον καιρόν, εσυμβιβάσθησαν μετά των Τούρκων, αυτοί μεν να ησυχάσωσι και να στέλλωσι τους συνήθεις φόρους, Τούρκος δε να μη πατήση τα χώματά των.
Καθ' ον δε καιρόν απετύγχαναν τα επί του Πίνδου κινήματα των Ελλήνων, ητοιμάζετο εκστρατεία εις ανάκτησιν της Πάργας, ης τους δυστυχείς κατοίκους είχε προ ολίγου αποδιώξει πανεστίους η υπερισχύσασα πολιτική του Αλή.
Εφρούρουν την πόλιν ταύτην ταις ημέραις εκείναις 100 Αλβανοί υπό τον Χουσεήμπεην Δελβινιώτην, υιόν του Μουσταφάπασα· 170 δε Πάργιοι, εξ ων οι πλείστοι έφυγαν κρυφίως εκ Κορυφών, και 50 Σουλιώται υπό τον φρούραρχον της Ρενιάσης Περραιβόν μετεβιβάσθησαν όλοι την νύκτα της 24 εις Παγωνιάν, λιμένα πλησίον της Πάργας, και ανέβησαν εις το έν τέταρτον της ώρας απέχον της Πάργας όρος, αγίαν Ελένην, όπου εκάθησαν αφανείς όλην την ημέραν. Αφ' ού δε ενύκτωσεν, εισήλθαν ησύχως εις το προάστειον και, ευρεθέντων των Τούρκων όλων εν τη πόλει ως μηδέν υποπτευόντων, το εκυρίευσαν αναιμωτί και ενδιέμειναν πόλεμούντες και πολεμούμενοι. Την δε 27 εφάνησαν έξωθεν της Πάργας εχθρικά πλοία εκ της κατά τον Μούρτον μοίρας και συνέλαβαν 4 μικρά ελληνικά εκ των μεταβιβασάντων εις την Παγωνιάν τους προθεμένους την ελευθέρωσιν της Πάργας· συνέλαβαν δε εν αυτοίς καί τινας Παργίους. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας απέβησαν εις τον άγιον Ιωάννην 500 Αλβανοί εκ Πρεβέζης, και μετέβησαν εις Μαργαρίτι, όπου προσήλθαν αυθημερόν και χίλιοι Τσάμιδες όλοι δε ούτοι εστράτευσαν την υστεραίαν προς την Πάργαν. Οι δε Έλληνες μη δυνάμενοι να διατηρηθώσιν εν τω προαστείω και προσδοκώντες πάντοτε νέαν βοήθειαν εκ Σουλίου, μετέβησαν εις ορεινάς θέσεις. Αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες τους έβαλαν εις μέγαν κίνδυνον ολίγους όντας και μήτε ν' ανθέξωσιν ευτυχώς μήτε να φύγωσιν ευκόλως δυναμένους. Καλή τύχη έφθασαν διαρκούσης της μάχης όπισθεν των εχθρών διακόσιοι Σουλιώται υπό τον Γιώτην Δαγκλήν, τον Διαμαντήν Ζέρβαν και τον Νάσον Φωτομάραν και τους ελύτρωσαν. Τοιουτοτρόπως το σχέδιον της εκστρατείας απέτυχε παντάπασιν. Οι δε εκστρατεύσαντες Πάργιοι επανελθόντες εις Κορυφούς, όπου ήσαν αι γυναίκες και τα τέκνα των, απεπέμφθησαν κατά διαταγήν του μεγάλου αρμοστού εκδοθείσαν την 27 σεπτεμβρίου και λέγουσαν·
«Οι Πάργιοι, οι παραβάντες τους καθ' όλας τας ευνομουμένας επικρατείας εν χρήσει νόμους και παρακούσαντες την κυβέρνησιν υφ' ην έζων, αποβάλλονται της Επταννήσου· αφ' ης δε ημέρας εκδοθή η παρούσα, τοις δίδεται δεκαήμερος προθεσμία όπως συμπαραλάβωσι τα πράγματά των και τας οικογενείας των, αν αύται θέλωσι να συνακολουθήσωσιν· αν δε τις εξ αυτών τολμήση να επανέλθη εις τας νήσους ταύτας, υπόκειται εις ας ορίζει ο νόμος ποινάς». Τοιουτοτρόπως οι περί ων ο λόγος ατυχείς Πάργιοι ούτε την πατρίδα των ανέκτησαν, και του τόπου της καταφυγής των εστερήθησαν.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'
&Οι Λαλιώται. - Απόβασις Επταννησίων εις Γαστούνην. - Μάχαι. - Μετάβασις Λαλιωτών εις Πάτρας. - Πολιτική της αγγλοϊονικής Κυβερνήσεως προς την Ελλάδα.&
ΔΙΗΓΗΘΗΜΕΝ ήδη, ότι μεταξύ όλων των κατά την Πελοπόννησον Τούρκων των μη κατοικούντων φρούρια μόνοι οι Λαλιώται διέμειναν εν τη κωμοπόλει των βλάπτοντες τους περιοικούντας Έλληνας, και ότι, αν διά την ενδεχομένην έλλειψιν των αναγκαίων δεν εδέχθησαν παρ' αυτοίς τους Γαστουναίους Τούρκους, έτρεξαν όμως εις βοήθειάν των, τους ελύτρωσαν πολιορκουμένους εν Χλουμουτσίω και τοις ήνοιξαν την εις Πάτρας οδόν· επειδή δε διεκρίθησαν των λοιπών εν Πελοποννήσω Τούρκων, κρίνομεν δίκαιον να είπωμέν τινα περί της καταγωγής και της καταστάσεως αυτών, αρχομένης της επαναστάσεως.
Επί τερπνής και υψηλής θέσεως του εν τη επαρχία της Γαστούνης όρους της Φολόης κείται η κωμόπολις του Λάλα, κατοικηθείσα υπό Αλβανών από των Βυζαντινών χρόνων καθώς και τα Μπαρδουνοχώρια και άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Ολίγοι ήσαν οι πρώτοι κάτοικοι· αλλ' επί του εν έτει 1769 Τουρκορρωσικού πολέμου, καθ' ον εχύθησαν εις την Πελοπόννησον πλήθη Αλβανών, και κυρίως επί της μετά το τέλος του πολέμου τούτου καταστροφής των, ο αριθμός των κατοίκων του Λάλα επερίσσευσε, διότι κατέφυγαν εκεί ικανοί των κατατρεχθέντων.
Αφ' ότου η Πελοπόννησος εκυριεύθη υπό των Τούρκων, η επαρχία της Γαστούνης εκληρουχήθη εις τους εκ της σουλτανικής γενεάς Οθωμανίδας. Οι δε ενοικούντες ανδρείοι και εμπειροπόλεμοι Λαλιώται έζων κατ' αρχάς ή ως λησταί ή ως υπομίσθιοι αυτών. Αλλ' ο ισχυρός υπομίσθιος δεν αργεί να γίνη πρώτον εύνους, μετ' ολίγον φίλος, έπειτα ισότιμος, και τελευταίον, ανώτερος του ανισχύρου μισθοδότου. Τοιουτοτρόπως οι ανέστιοι ούτοι άνδρες, ων η τύχη ημέρα τη ημέρα εβελτιούτο εξ αιτίας της ανδρίας και φιλοπονίας αυτών, και της ηδυπαθείας και ακηδίας των Οθωμανιδών, κατήντησαν και να συγγενεύσωσι και να τους αντικαταστήσωσι μεταπεσούσης και της επί τας επαρχίας Γαστούνης και Πύργου εξουσίας, μετά την εξάλειψιν των αρρένων της σουλτανικής γενεάς, εις τους διαπρέψαντας αδελφούς Μουσταφάγαν και Σεήδαγαν και τον περίφημον συγγενή των Αλή - Φαρμάκην, ως κληρονόμους εξ αιτίας των εκ του γένους εκείνου γυναικών των και ως δυνατούς· ανηγέρθησαν δ' έκτοτε λαμπραί και δύναται οικοδομαί εν τη κωμοπόλει εν μέσω ευρυχώρων περιοχών· ώστε αι 800 οικίαι του Λάλα περιείχαν πολλήν γην, και την γην ταύτην εσκέπαζαν καρποφόρα δένδρα. Ευκραέστατος είναι ο αήρ του τόπου τούτου, υγιέστατα τα νερά, και εύρωστοι και μακρόβιοι οι κάτοικοι. Ολίγος καιρός ήτον αφ' ού εδόθησαν εις τας τρυφάς και τας αναπαύσεις εξ αιτίας του επιρρεύσαντος πλούτου· διά τούτο εφύλατταν εισέτι επί της επαναστάσεως διά της αδιακόπου χρήσεως των όπλων τον πρώτον πολεμικόν χαρακτήρα και εφάνησαν άξιοι της ανδρικής καταγωγής των.
Η ευτυχής εκστρατεία αυτών εις λύσιν της πολιορκίας του Χλουμουτσίου τους εθάρρυνε να επιχειρήσωσι και άλλας πλείονος λόγου αξίας· και επειδή ήσαν δυνατοί, επλάκωσαν όλα τα πέριξ του Λάλα χριστιανικά χωρία, παρέλαβαν βία 200 εκ των εγκατοίκων ως συναγωνιστάς, και συσσωματωθέντες, όλοι υπερχίλιοι, εστράτευσαν εις Πύργον την 2 απριλίου.
Εντός του Πύργου ήσαν 550 Έλληνες υπό διαφόρους αρχηγούς, εν οις διέπρεπαν ο Χαραλάμπης Βιλαέτης εντόπιος, και ο Αλέξης Μοσχούλας εξ Αγουλινίτσης· παρευρίσκοντο δε και οι Ζακύνθιοι αδελφοί Καμπασαίοι Παναγιώτης και Δημήτρης, και οι δύο υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γιάννης, διαβιβασθέντες εκ Ζακύνθου εις το Πυργί την 25 μαρτίου και απερχόμενοι προς τον πατέρα των ήσαν δε και χίλιαι αδύνατοι ψυχαί.
Οι Έλληνες απεφάσισαν να δείξωσι στήθος προς τους επερχομένους και ηθέλησαν ν' αντισταθώσιν εκτός της πόλεως· και οι μεν Λαλιώται ετοποθετήθησαν, καθ' ην ημέραν εξεστράτευσαν, μίαν ώραν μακράν αυτής και εκάλεσαν διά γράμματος τους Πυργίους να προσκυνήσωσιν· οι δε Πύργιοι απεκρίθησαν, ότι ήλθεν ο καιρός να προσκυνήση ο Τούρκος τον Χριστιανόν. Διά της αλληλογραφίας ταύτης διήλθεν η ημέρα. Την δε επαύριον διηρέθησαν οι Λαλιώται εις τρία σώματα, έπεσαν επί τα έξω οχυρώματα, και μετά μικράν αντίστασιν, 300 Έλληνες και διάφοροι αρχηγοί των εδραπέτευσαν και κατέφυγαν εις Σκαφιδιάν και εις άλλους πλησίον λιμένας κακώς έχοντες, οι δε λοιποί 250 υπό τον Βιλαέτην, τον Μοσχούλαν, τους υιούς του Κολοκοτρώνη και τους Καμπασαίους απεσύρθησαν εις την πόλιν και εκλείσθησαν εντός διαφόρων δυνατών οικιών, όπου τους παρακολούθησαν οι Λαλιώται και έβαλαν πυρ εις διάφορα μέρη φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες· αλλ' οι ολίγοι Έλληνες διετήρησαν μέχρι τέλους την θέσιν των γενναίως εν μέσω της πυρκαϊάς. Επτά ώρας διήρκεσεν η μάχη· και οι μεν Λαλιώται, μικράν παθόντες και πολλήν προξενήσαντες ζημίαν, επανήλθαν εις τα ίδια δουλαγωγούντες υπέρ τους 100 και απελαύνοντες ζώα· οι δε Πύργιοι έμειναν εν μέσω των ερειπίων των.
Τα ευτυχή κινήματα των Λαλιωτών απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσον έσφαλαν οι εν Πελοποννήσω λοιποί Τούρκοι, και μάλιστα οι Μπαρδουνοχωρίται, αφήσαντες δι' απλούν φόβον τους τόπους των, όθεν εδύναντο να βλάπτωσι καιρίως τους εχθρούς των. Κλεισθέντες εν τοις φρουρίοις όχι μόνον δεν εβελτίωσαν την πολεμικήν κατάστασιν αυτών, αλλ' επετάχυναν και την πτώσιν των διά της ταχείας καταναλώσεως των εν αυτοίς τροφών.
Ολίγαις δε ημέραις μετά την μάχην ταύτην εγνώσθη, ότι τα μεσημβρινά φρούρια Μοθώνης και Νεοκάστρου, στενά πολιορκούμενα υπό των Ελλήνων, εκινδύνευαν να πέσωσιν. Οι Λαλιώται, επηρμένοι επί τη ανδρία και ταις επιτυχίαις των, και ως αν ήσαν οι γενικοί αντιλήπτορες των πασχόντων ομοθρήσκων των, απεφάσισαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν των πολιορκιών εκείνων, και διαβάντες τον Αλφειόν μεσούντος του απριλίου εκινήθησαν προς την επί της αριστεράς όχθης του ποταμού Αγουλινίτσαν. Έμαθαν οι εκεί Έλληνες εν καιρώ το σχέδιον, και ωχυρώθησαν υπό τον Μοσχούλαν, ήλθαν και ολίγοι Αρκάδιοι υπό τον πρωτοσύγγελον Αμβρόσιον Φραντσήν και κατέλαβαν την δυσδιάβατον θέσιν του Κ λ ε ι δ ί ου, δι' ης θα επέρων οι εχθροί απερχόμενοι προς τα φρούρια. Οι Λαλιώται εκτύπησαν τους εν τη Αγουλινίτση, αλλ' ηύραν πολλήν αντίστασιν, και απολέσαντες 9, επέστρεψαν αυθημερόν εις τα ίδια, διαδοθέντος ψευδούς λόγου, ότι επήρχετο πλήθος Αρκαδίων.