Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 24
ΕΙΠΑΜΕΝ τας αιτίας δι' ας εβράδυνε να κινηθή η Αιτωλοακαρνανία, ως πλησιεστέρα των μεγάλων εχθρικών δυνάμεων. Το πρώτον σύμπτωμα των ταραχών εκείνου του μέρους εφάνη αρχομένου του μαρτίου. Εστέλλετο εκ Μεσολογγίου εις Ναύπακτον επί μετακομίσει εις Κωνσταντινούπολιν ο συνήθης ετήσιος φόρος. Ο Μακρής, καταλαβών την Σκάλαν του Μαυρομμάτη, στενήν δίοδον προς την Ναύπακτον, εκτύπησε την 5 μαρτίου τους συνοδεύοντας τα χρήματα, και αυτούς μεν εφόνευσεν εκτός ενός, όστις στραφείς εις το Μεσολόγγι ανήγγειλε το γεγονός, τα δε χρήματα ήρπασεν. Η τουρκική Αρχή της πόλεως εθεώρησε το κοινόν του Μεσολογγίου ένοχον της πράξεως και υπεύθυνον της αρπαγής και ελογομάχει μετά των προεστώτων αρνουμένων πάσαν ενοχήν και αποποιουμένων πάσαν απόδοσιν. Διήρκει η απαίτησις της Αρχής και η αποποίησις των προεστώτων, ότε ήλθεν είδησις ότι υδραιοσπετσιωτικά πλοία κατέπλεαν όσον ούπω εις τον κορινθιακόν κόλπον. Η είδησις αύτη ηρέθισεν εις άκρον την φιλοτιμίαν των εισέτι υπό τον ζυγόν Μεσολογγιτών και έδωκεν αφορμήν να συνέλθωσι μυστικώς οι προεστώτες και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Ο διοικητής ηθέλησε να συλλάβη αυτούς εν τω διοικητηρίω, όπου τον επεσκέπτοντο συνήθως την πρωίαν εκάστης ημέρας· αλλ' ούτοι υποπτεύσαντες, δεν τον επεσκέπτοντο έκτοτε όλοι ομού.
Εν τοις μεταξύ Μεσολογγίου και Ναυπάκτου χωρίοις, Γαλατά και Μποχωρίω, εστάθμευε τουρκική φρουρά. Διεδόθη λόγος εκείναις ταις ημέραις ότι ήρχετο κατ' αυτής ο Κώστας Χορμόβας μεθ' ικανών παλληκαρίων· επί δε τω λόγω τούτω κατέφυγεν αύτη εις Μεσολόγγι. Την επιούσαν διεφημίσθη πάλιν ότι τα βουνά του Ζυγού εσκεπάσθησαν υπό κ λ ε π τ ώ ν καταβαινόντων εις κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Όστις φοβηθή, πιστεύει ευκόλως ό,τι επίφοβον ακούση· οι δε εν Μεσολογγίω ολίγοι Τούρκοι ευλόγως εφοβούντο, διότι είχαν υπ' όψιν τα εν Πελοποννήσω και εν τη Ανατολική Ελλάδι συμβάντα. Τοιουτοτρόπως προδιατεθειμένοι, ακούσαντες και πιστεύσαντες τα λεγόμενα, παρέλαβαν εν ειρήνη και οι εντόπιοι και οι πάροικοι Τούρκοι τας γυναίκας και τα τέκνα των, διεβιβάσθησαν διά της λίμνης αντικρύ του Ανατολικού και μετέβησαν εις Βραχώρι μήτ' ενοχλούντες μήτ' ενοχλούμενοι (α).
Μάιος Κατόπιν αυτών μετέβησαν εις το αυτό μέρος και ο διοικητής και η φρουρά του Μεσολογγίου ησύχως, και την 20 μαΐου, καθ' ην εφάνησαν εισπλέοντα τον κόλπον τα ελληνικά πλοία, κατέλαβαν οι Χριστιανοί το εγκαταλειφθέν διοικητήριον, ανεστήλωσαν την επαναστατικήν σημαίαν χαίροντες και αλαλάζοντες, εκάλεσαν τον έξω περιφερόμενον Μακρήν εις την πόλιν και ανήγγειλαν τοις προκρίτοις και οπλαρχηγοίς των άλλων μερών της Δυτικής Ελλάδος τα συμβάντα, προσκαλούντες αυτούς να κινηθώσι και προκαταλάβωσι τα στενά του Μακρυνόρους εις αντίκρουσιν πάσης δι' εκείνου του μέρους εχθρικής εισβολής. Η πρόσκλησις εισηκούσθη, και ο μεν Μακρής εισήλθεν εις την πόλιν το μεσονύκτιον, και την επαύριον μετέβη εις Ανατολικόν, όπου ελθόντες προς αυτόν οι εντόπιοι Τούρκοι παρέδωκαν τα όπλα και ανεχώρησαν και αυτοί εις Βραχώρι συν γυναιξί και τέκνοις ανενόχλητοι. Οι δε οπλαρχηγοί και προεστώτες των άλλων μερών ητοιμάσθησαν, οι μεν να καταλάβωσι τα στενά του Μακρυνόρους, οι δε να πέσωσιν επί την Βόνιτσαν, και άλλοι να εκστρατεύσωσιν εις Βραχώρι και Ζαπάντι κατοικούμενα υπό πολλών Τούρκων.
Το Βραχώρι, Εβραιοχώρι, ή Βλωχοχώρι, κείμενον εν τη επαρχία του Βλωχού εν μέσω πεδιάδος, ήτον η πρωτεύουσα του Καρλελίου, ήτοι του πλείστου μέρους της Αιτωλοακαρνανίας, και κατοικία πλουσίων και ισχυρών Τούρκων, ων αι μεγαλοπρεπείς οικίαι περιείχοντο ως επί το πλείστον εντός διπλού, ενίοτε δε και τριπλού, περιφράγματος· κατέφυγαν δ' εκεί, καθώς είπαμεν, ως εις ασφαλές μέρος, οι εκ Μεσολογγίου και Ανατολικού αναχωρήσαντες Τούρκοι και άλλοι εξ άλλων γειτονικών μερών. Ευρίσκετο κατ' εκείνον τον καιρόν εν τη πόλει ταύτην, ως μουτεσελήμης και δερβέναγας των Επαρχιών του Καρλελίου, ο Αλβανός Νούρκας Σέρβανης, έχων υπό την οδηγίαν του πολλήν και εκλεκτήν φρουράν εξ Αλβανών· κατά πρόσκλησιν δε αυτού αφίχθη εκεί και ο ομογενής του Ταχήρ - Παπούλιας, δερβέναγας και αυτός των Κραββάρων και του Αποκούρου· ώστε ήσαν εν τη πόλει, εντόπιοι και μη, χίλιοι Τούρκοι μάχιμοι, προσεκτικοί μεν και περιποιητικοί, προς τους έξω Έλληνας, ους εφοβούντο, βαρείς δε και απειλητικοί προς τους εντός, ους κατεφρόνουν. Οπλαρχηγός της επαρχίας του Βλωχού ήτον ο Αλεξάκης Βλαχόπουλος, όστις δεν έπαυεν, εξ ότου εξερράγη η επανάστασις εν Πελοποννήσω, ερεθίζων μυστικώς τους οπλαρχηγούς και προεστώτας των μερών εκείνων εις το να σχίσωσι το προσωπείον. Μετά δε τα εν Μεσολογγίω συμβάντα και τας εκείθεν προτροπάς απεφασίσθη ημέρα εκστρατείας εις Βραχώρι η 28. Κατά την απόφασιν δε ταύτην επλησίασαν την 26 και 27 οι μέλλοντες να εφορμήσωσιν οπλαρχηγοί και ετοποθετήθησαν ο μεν Μακρής μετά 700 Μεσολογγιτών, Ανατολικιωτών και Ζυγιωτών παρά τα γεφύρια του Αλαήμπεη προς την πόλιν· ο δε Σαδήμας, οπλαρχηγός του Αποκούρου, μετά 500 συνεπαρχιωτων του, και ο Γρίβας μετά 200, κατά το Δογρί· ο δε Βλαχόπουλος εν τω παλαιοφρουρίω άνωθεν της πόλεως μετά 500 εκ της επαρχίας του καί τινων άλλων εκ των υπό τον Τσόγκαν, οπλαρχηγόν της Βονίτσης. Την δε 28, πριν φέξη, εισήλθαν πρώτοι οι υπό τον Μακρήν και Βλαχόπουλον εκ διαφόρων μερών κραυγάζοντες και τουφεκίζοντες. Ήτο ραμαζάνι, και οι Τούρκοι ήσαν όλοι έξυπνοι και έτρωγαν· ώστε, αφ' ού ηκούσθησαν αι κραυγαί και οι τουφεκισμοί, οι κατοικούντες τα άκρα της πόλεως Τούρκοι ήρπασαν τας γυναίκας και τα τέκνα των και υπεχώρησαν εις τα ενδότερα αφήσαντες εστρωμένας και αυτάς τας τραπέζας· οι δε Έλληνες ηύραν κενάς τας πρώτας οικίας, τας ελαφυραγώγησαν και τας έκαυσαν· προχωρούντες δε και πάντοτε καίοντες απήντησαν οι εντεύθεν τους εκείθεν μετ' ολίγον εισβαλόντας συναδέλφους των· απήντησαν και τους κατοίκους του Βραχωρίου Χριστιανούς ενόπλους κατά το μέρος όπου προεσχεδιάσθη να ευρεθώσι, και όλοι ομού έτρεξαν προς το κέντρον όπου ήσαν αι δυνατώτεραι οικίαι, και όπου ο Νούρκας, ο Ταχήρ - Παπούλιας και οι μπέηδες τους ανέμεναν έγκλειστοι. Εκεί ήρχισε σφοδρός και πεισματώδης αμοιβαίος τουφεκισμός· και αφ' ού εξημέρωσεν, ευρέθησαν τέσσαρες Έλληνες νεκροί και πολλοί τραυματίαι. Οι δε Τούρκοι τόσον ήσαν πλήρεις θάρρους, ώστε ητοιμάσθησαν να επεξέλθωσι ερεθιζόμενοι δι' αμοιβαίων ύβρεων. «Κ α ρ τ ε ρ ε ί τ ε - μ α ς - π α λ η ο ρ α γ ι ά δ ε ς», έλεγαν οι Τούρκοι. «Ε λ ά τ ε - β ρ ω μ ό σ κ υ λ α, α ν - ε ί σ θ ε - π α λ η κ ά ρ ι α», τοις απεκρίνοντο οι Έλληνες.
Εν ώ δε ελογομάχουν ομηρικώς προκαλούντες και προκαλούμενοι, ηκούσθησαν μακρόθεν πολλοί τουφεκισμοί περί την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου. Ήσαν δε οι περί τον Σαδήμαν και τον Γρίβαν φθάσαντες την ώραν εκείνην και τουφεκίζοντες επί της εισελεύσεώς των. Οι Τούρκοι εδειλίασαν, και απορούντες ηρώτων τους Έλληνας πόθεν τοις ήλθε τόση νέα δύναμις· «ά λ λ η - τ ό σ η - θ α - μ α ς - έ λ θ η - α ύ ρ ι ον», απεκρίθησαν οι Έλληνες «κ α ι - α ν - δ ε ν - π ρ ο σ κ υ ν ή σ η τ ε - σ ή μ ε ρ ο ν, ό λ ο υ ς - θ α - σ α ς - κ ό ψ ω μ ε ν - α ύ ρ ι ο ν». Οι Τούρκοι εζήτησαν περί την μεσημβρίαν να έλθωσιν εις λόγους μετά των Ελλήνων, και εισακουσθέντες έστειλαν αξιωματικόν, ον οι Έλληνες εδέχθησαν φιλοφρόνως, και ακούσαντες αυτόν λέγοντα εξ ονόματος των δερβεναγάδων και των μπέηδων ν' απομακρυνθώσι και ησυχάσωσιν, «ειπέ», απεκρίθησαν, «τω δερβέναγα ότι ημείς ήλθαμεν ν' αποδιώξωμεν τους Τούρκους, και επειδή έχομεν παλαιάς σχέσεις προς αυτόν, είμεθα πρόθυμοι να τω δώσωμεν συνοδίαν έως εις το Μακρυνόρος εις ασφάλειάν του, αν θέλη φιλικώς να φύγη». Αποτυχούσης της επικηρυκείας, η μάχη εξήφθη σφοδρότερα. Ο δε Νούρκας και οι εν τω διοικητηρίω εγκριτώτεροι μπέηδες τόσον εφοβήθησαν επί τη εφορμήσει, ώστε έφυγαν όλοι διά του όπισθεν μέρους και εκλείσθησαν εντός τινων γειτονικών οικιών· το δε εγκαταλειφθέν διοικητήριον εκυριεύθη υπό των Ελλήνων, ελαφυραγωγήθη και επυρπολήθη. Εγκατελείφθη μετ' ολίγον και όλη η πόλις, και οι Τούρκοι περιωρίσθησαν εις πέντε ή έξ οικίας αφήσαντες και αυτάς τας τροφαποθήκας των. Εν τοσούτω συνέρρεαν καθημερινώς εις πολιορκίαν του Βραχωρίου Βαλτινοί και Ξηρομερίται. Την 30 ήλθεν ο Γιώτης αδελφός του οπλαρχηγού του Ξηρομέρου Γεωργάκη Βαρνακιώτου, του σημαντικωτέρου των οπλαρχηγών όλης της Δυτικής Ελλάδος· μετά τρεις ημέρας ήλθε και αυτός ο Βαρνακιώτης·
Ιούνιος ώστε την 3 Ιουνίου συνηριθμούντο 4000 οι αυτόθι οπλοφόροι Έλληνες· αλλ' έπασχαν έλλειψιν πολεμεφοδίων· εστενοχωρούντο δε και οι Τούρκοι έτι μάλλον καθ' ημέραν, πάσχοντες και ούτοι έλλειψιν τροφών.
Έπλεε κατ' εκείνας τας ημέρας προς τον λιμένα των Πατρών αγγλικόν πλοίον εμπορικόν, φέρον υπό την ασφαλή σκέπην της ουδετέρας του σημαίας πολεμεφόδια εις πώλησιν. Κατά τύχην έμαθεν ο πλοίαρχος έξω του λιμένος του Μεσολογγίου τα του Βραχωρίου, και ην έπασχαν οι Έλληνες έλλειψιν πολεμοφοδίων, έρριψεν άγκυραν, απεβίβασε τα πολεμεφόδιά του και έν ελαφρόν κανόνι, και τα συνώδευσεν εις Βραχώρι όπου τα επώλησεν. Εφοδιασθέντες τοιουτοτρόπως οι Έλληνες εμάχοντο σφοδρότερον. Οι δε Τούρκοι, μη προσδοκώντες ταχείαν έξωθεν βοήθειαν εις λύσιν της πολιορκίας, διότι ήκουσαν ότι οι Έλληνες κατέλαβαν τα στενά του Μακρυνόρους, καταναλώσαντες και όλας σχεδόν τας τροφάς απεφάσισαν να συμβιβασθώσι και εζήτησαν δευτέραν συνέντευξιν. Ο Νούρκας, ως άνθρωπος γνωστός, τινών δε των οπλαρχηγών και φίλος, υπήγε προς αυτούς και εσυμβιβάσθη, αυτός μεν και οι συν αυτώ Αλβανοί να εξέλθωσι την επαύριον αβλαβείς και ένοπλοι υπό την συνοδίαν και εγγύησιν των Ελλήνων φέροντες και τα πράγματά των, οι δε λοιποί Τούρκοι να συνθηκολογήσωσιν ιδίως μετά των Ελλήνων, αν ήθελαν· τοις παρέδωκε δε ως όμηρον και τον υιόν του. Τοιουτοτρόπως ο αισχρός αντιπρόσωπος του σουλτάνου, παραβάς το προς αυτόν χρέος του και καταπατήσας την τιμήν του, εγκατέλειψε τους συμπάσχοντας ομοπίστους του επ' ασφαλεία και ωφελεία μόνον εαυτού και των οικείων του. Αναιδής εις τους λόγους του και άτιμος εις τας πράξεις του, ειδοποίησε τους μπέηδας, επιστρέψας, ότι αυτός και οι Αλβανοί του θ' ανεχώρουν την επαύριον επί συνθήκη. «Α μ' - η μ ά ς - π ο ύ - μ α ς - α φ ί ν ε ι ς;» τον ηρώτησαν οι μπέηδες· «Κάμετε», τοις απεκρίθη ψυχρά, «ό, τ ι - σ α ς - φ ω τ ί σ η - ο - θ ε ό ς», και διέταξεν αυτούς και τους πλουσίους Εβραίους να τω φέρωσι τα πολύτιμά των πράγματα και τα χρήματα, ειπών ότι αρεστότερον τοις ήτο να τα επάρη αυτός ο φίλος των σήμερον, ή να τα επάρωσιν οι εχθροί των αύριον. Οι μπέηδες και οι Εβραίοι, ακούσαντες τους λόγους τούτους, απηλπίσθησαν, διότι έβλεπαν ότι επρόκειτο να γυμνωθώσι σήμερον υπό των φίλων των, και να πέσωσιν αύριον γυμνοί εις χείρας των εχθρών των· υπείκοντες δε εις την ανάγκην έδωκαν μεν πολλά των πολυτίμων πραγμάτων τω Νούρκα, αλλ' ειδοποίησαν κρυφίως τους γνωρίμους των οπλαρχηγούς Έλληνας διά τινος Εβραίου, ότι ο Νούρκας τους επήρεν όσα σκοπόν είχαν να τοις δώσωσιν εις λύτρωσίν των. Οι οπλαρχηγοί ειδοποίησαν τον Νούρκαν, ότι έμαθαν τας πράξεις του, και διελάλησαν εν τη πόλει, ότι όστις Αλβανός, μικρός ή μεγάλος, εφωράτο επί της εξόδου απάγων οποιουδήποτε είδους πράγματα των εντοπίων Τούρκων ή Εβραίων θα εφονεύετο ως παραβάτης του συμβιβασμού. Ο Νούρκας απεκρίθη, ότι έτοιμος ήτο ν' αποδώση αυτός πρώτος όσα επήρε, και να υποβληθή και υποβάλη και όλους τους συντρόφους του, την επαύριον επί της εξόδου εις ψηλάφησιν· περί δε τα μεσονύκτιον εδραπετέυσε μεθ' όλης της συνοδίας του απάγων όσα ήρπασεν. Οι μπέηδες εγνωστοποίησαν αμέσως την δραπέτευσίν του, και οι Έλληνες έστειλαν εις καταδίωξιν τον Κώσταν Βλαχόπουλον κατά το Μακρυνόρος. Ο Νούρκας ανέβη δρομαίως την επαρχίαν του Καρπενησίου, προθέμενος να μεταβή εις Πατρατσίκι· αλλ' έπεσε και αυτός, έπεσαν και όσα ήρπασεν εις χείρας των αδελφών Γιολδασαίων, οπλαρχηγών του Καρπενησίου, ειδοποιηθέντων εν καιρώ περί της δραπετεύσεώς του και προκαταλαβόντων τας διόδους. Ούτως η θεία δίκη επαίδευσε τον παραβάτην των καθηκόντων του και τον προδότην των ομοθρήσκων του. Οι δε εν Βραχωρίω Τούρκοι και Εβραίοι παρεδόθησαν την 9 επί ασφαλεία ζωής και τιμής· και οι μεν μπέηδες δεν εκακόπαθαν, ως υπό την προστασίαν των δυνατών οπλαρχηγών, και ουδείς των άλλων Τούρκων εφονεύθη· οι δε Εβραίοι υπέφεραν τα πάνδεινα, και οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς επί προφάσει, ότι οι ομόπιστοί των έσυραν εις τας οδούς της Κωνσταντινουπόλεως το σώμα του πατριάρχου, και κατεμήνυαν τους κρυπτομένους Χριστιανούς. Τοιουτοτρόπως Χριστιανοί και Τούρκοι εφάνησαν επί της επαναστάσεως πολλάκις μαθηταί ενός και του αυτού σχολείου, αλλά σχολείου τουρκικού διδάσκοντος να παιδεύωνται διά πταίσματα άλλων οι μη πταίσαντες.
Καθ' ην δε ημέραν επάτησαν οι Έλληνες το Βραχώρι, έπεσε και ο Τσόγκας αίφνης επί τους ολίγους Τούρκους τους κατέχοντας τα επί της δυτικής εσχατιάς της Ακαρνανίας αντικρύ της αγίας Μαύρας τειχίδια του Τεκέ και της Πλαγιάς, και ταύτα μεν εκυρίευσε, τους δε εν αυτοίς άλλους εσκότωσε, και άλλους απέστειλεν εις Άρταν επί ανταλλαγή· προσέβαλε μετά ταύτα και την πόλιν της Βονίτσης και την επάτησεν έρημον μείνασαν, διότι οι μεν κάτοικοι αυτής Χριστιανοί έφυγαν προ της εισβολής του, οι δε Τούρκοι εκλείσθησαν εν τω φρουρίω της. Μη δυνηθείς δε να την διατηρήση, ως πολεμούμενος άνωθεν, την εγκατέλειψεν.
Οι Έλληνες αφ' ού εκυρίευσαν το Βραχώρι, εγκατέστησαν προσωρινήν Αρχήν και εστράτευσαν προς το Ζαπάντι, μικράν κωμόπολιν, όλην υπό Τούρκων κατοικουμένην και τρία τέταρτα της ώρας απέχουσαν του Βραχωρίου. Βλέποντες οι εν αυτή Τούρκοι τα κατά το Βραχώρι προείδαν τι τοις έμελλεν· αλλά προσδοκώντες πάντοτε βοήθειαν παρά του εν Άρτη οθωμανικού στρατού περιετειχίσθησαν εκ του προχείρου και ητοιμάσθησαν εις αντίστασιν· ωχύρωσαν και δύο ζαμία και τέσσαρας δυνατούς πύργους και τους περιετάφρευσαν. Τριακόσιοι ήσαν οι πολεμισταί, εν οις καί τινες Αλβανοί, και δις απέρριψαν τας περί παραδόσεως προτάσεις των Ελλήνων. Την δε 16 εφορμήσαντες οι Έλληνες απεκρούσθησαν και μεγάλως εβλάφθησαν· μετέφεραν τότε δύο κανόνια εκ Μεσολογγίου, αλλ' ουδ' εξ αυτών ωφελήθησαν διά την απειρίαν των κανονοβολιστών και την έλλειψιν καταλλήλων σφαιρών· μετά ταύτα κατεσκεύασαν πύργον υψηλόν και εκείθεν εκτύπουν τους εχθρούς· αλλά και ούτως ούτε τους έβλαπταν ούτε τους εφόβιζαν· ήνοιξαν υπόνομον, την άναψαν την 18, κατηδάφισαν μέρος του περιτειχίσματος και εφώρμησαν συγχρόνως πολλαχόθεν, αλλ' αντεκρούσθησαν και τότε υπό των ολίγων αντιπάλων, φανέντων τόσον ανδρείων, ώστε μετά την έφοδον και την αποτυχίαν των Ελλήνων εξήλθαν πολλαχόθεν ξιφήρεις και έτρεψαν οι ολίγοι τους πολλούς εις φυγήν. Κατά δε την έξοδον ο Βλαχόπουλος, απομείνας μετά τινων εν τη θέσει του, είχεν έμπροσθέν του έν μικρόν κανόνι, και οι Τούρκοι ώρμησαν υπό τον αρχηγόν των Ισούφην Σουλευκάραγαν να το αρπάσωσιν· ήλθαν δε τόσον πλησίον, ώστε εφόνευσαν ένα εκ των φυλασσόντων αυτό· αλλ' εν ώ κατεγίνοντο να σκυλεύσωσι τον φονευθέντα, ο Βλαχόπουλος ετουφέκισεν ένδοθεν του προμαχώνος του ευστόχως και έρριψε νεκρόν τον Σουλευκάραγαν, διακρινόμενον διά της χρυσής ενδυμασίας του. Τότε οι προς εκείνο το μέρος Τούρκοι εκύκλωσαν τον νεκρόν, αγωνιζόμενοι να τον σηκώσωσιν υπό το πυρ των εχθρών, αλλά δεν το κατώρθωσαν, διότι μετά το συμβάν τούτο επανήλθαν τινες των φυγόντων Ελλήνων εις ην κατείχαν οι περί τον Βλαχόπουλον θέσιν και σφοδρώς κτυπούντες τους εφορμώντας Τούρκους και φονεύοντες τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν εντός του περιτειχίσματός των άπρακτοι· υπεχώρησαν δε συγχρόνως εντός αυτού και οι λοιποί εκ των άλλων μερών εξ αιτίας του συμβάντος τούτου. Πέντε Έλληνες εφονεύθησαν την ημέραν εκείνην, και δεκατρείς επληγώθησαν· εφονεύθησαν και δεκαοκτώ Τούρκοι. Οι Έλληνες κατά τα διδάγματα των αυθεντών και διδασκάλων των έκοψαν τας κεφαλάς των φονευθέντων και τας εκρέμασαν έξωθεν του πύργου των κατέναντι των πολιορκουμένων δυστυχών συγγενών των. Οι δε Τούρκοι, στερηθέντες του αρχηγού και μηδεμίαν βλέποντες έξωθεν βοήθειαν, έχασαν και τας ελπίδας και το θάρρος και παρεδόθησαν την επαύριον επί ασφαλεία τιμής και ζωής, παρέδωκαν και τα όπλα και δεν εκακόπαθαν· και οι μεν εντόπιοι διεσπάρησαν όπου ηθέλησαν, οι δε Αλβανοί εστάλησαν διά του Μακρυνόρους εις Άρταν ασφαλείς, αλλ' άοπλοι.
Ο δε Χουρσήδης, λαβών γνώσιν των εν Μεσολογγίω κατά την 20 μαΐου συμβάντων, διέταξε τον Ισμαήλπασαν Πλιάσαν να εισβάλη μετά 1800 εις την Δυτικήν Ελλάδα διά του Μακρυνόρους προς αντίληψιν των πασχόντων ομοπίστων του. Πύλη της Δυτικής Ελλάδος προς την Ήπειρον είναι το Μακρυνόρος· έχει δε δύο διόδους, την μεν διά της Παληοκούλιας, την δε διά της Λαγκάδας, διαχωριζομένας προς τους πρόποδας παρά τινα ρύακα διά της μεταξύ του όρους και του Κομποτίου κοιλάδος ρέοντα· κείται δε η Παληοκούλια πλησιέστερον της θαλάσσης.
Μαθών ο Ανδρέας Ίσκος, οπλαρχηγός του Βάλτου, την μελετωμένην εισβολήν και ανέτοιμος εισέτι, έτρεξε μετά μόνων 43 προς το Μακρυνόρος επ' ελπίδι, ότι θα παρηκολούθουν ο Βαρνακιώτης και άλλοι οπλαρχηγοί. Την 27 η προφυλακή του Ισμαήλη εκ 200 ανέβη τα στενά του Μακρυνόρους. Ο Ίσκος προκαταλαβών την επί της οδού της Λαγκάδας δυνατήν θέσιν, Γυφτοπήδημα, αντέστη και απέκρουσεν ευτυχώς την προφυλακήν· μετά ταύτα μετέβη εις Παληοκούλιαν, αντέστη και εκεί και εμπόδισε την αυτήν προφυλακήν δοκιμάσασαν να διαβή εκείθεν μετά την αποτυχίαν της.
Τούρκοι και Έλληνες συνείθιζαν, εν ώ εμάχοντο, να συνομιλώσι. «Π ο ύ - π α ς - π α σ ά; εφώναξεν ο Ίσκος εκ της θέσεώς του μετά την ανωτέρω αντίστασιν, «θ α - χ α θ ή ς· ό λ ο ν - τ ο - Κ ά ρ λ ε λ ι - έ π ι α σ ε - τ' - ά ρ μ α τ α». «Α λ ή θ ε ι α - κ α π η τ ά ν - Α ν δ ρ έ α;» τον ηρώτησεν ο πασάς, «α λ ή θ ε ι α - π α σ ά», απεκρίθη ο Ίσκος, «ε ι ς - τ η ν - π ί σ τ ι ν - σ ο υ;» «ε ι ς - τ η ν - π ί σ τ ι ν - μ ο υ.». Ο Ισμαήλης, πιστεύσας τους αληθείς λόγους του Ίσκου, δεν έκρινε πρέπον να ριψοκινδυνεύση εισβάλλων εις τα ενδότερα, και αν διέβαινε και τα στενά του Μακρυνόρους, διά τούτο ωπισθοδρόμησε πανστρατιά αυθημερόν και εστρατοπέδευσεν εν Κομποτίω σκοπεύων να εισβάλη μετά ταύτα εν πολλή δυνάμει.
Αφού δε ανεχώρησαν οι Τούρκοι, μετέβη και ο Ίσκος εις Λαγκάδαν, όπου ήλθαν μετ' ολίγον ο Καραϊσκάκης και ο Γώγος Μπακώλας. Συνήλθαν εκεί και άλλοι άλλοθεν.
Η φήμη, η πολλάκις μεγαλύνουσα τα συμβάντα, διέδωκεν, ότι οι Έλληνες, αφ' ού απώθησαν τους Τούρκους, εχύθησαν κατόπιν αυτών και κατέλαβαν το Κομπότι. Επί τη αγγελία ταύτη Έλληνές τινες και ο Αλβανός Σουλεϊμάνης Μέτος, εχθρός της Πύλης ως αληπασίζων, ήρχοντο προς το Κομπότι ανύποπτοι, ίνα ενωθώσι μετά των εκεί Ελλήνων. Οι εν Λαγκάδα τους είδαν μακρόθεν ερχομένους, υπέθεσαν ότι ελανθάσθησαν, και προϊδόντες τον απροσδόκητον κίνδυνόν των έδραμαν εις βοήθειάν των· επέδραμαν και οι εν Κομποτίω Τούρκοι, και ούτω συνεκρούσθησαν Έλληνες και Τούρκοι κατά τον Ά ν ι ν ο ν. Εσκοτώθησάν τινες αμφοτέρωθεν κατά την σύγκρουσιν, επληγώθη και ο Καραϊσκάκης και μετέβη εις Λουτράκι προς ίασιν.
Την τρίτην δε ημέραν αφ' ης οι Έλληνες εκτύπησαν τους εν Βραχωρίω Τούρκους, οι Γιολδασαίοι και ο οπλαρχηγός του Σοβολάκου Γιάννης Μπράσκας εστράτευσαν επί τους εν Καρπενησίω Τούρκους. Ούτοι, ως 70 οικογένειαι, εκλείσθησαν εντός των δυνατωτέρων οικιών της κωμοπόλεως και ανθίσταντο γενναίως, ειδοποιήσαντες κρυφίως το εν Ιωαννίνοις στρατόπεδον περί της καταστάσεώς των. Οι δε πολιορκούντες Έλληνες τόσον ήσαν απλοί και ανείδεοι, ώστε μετεχειρίσθησαν τα εξής πολεμιστήρια· έσχισαν το στέλεχος μιας αγριαπηδιάς και το εκοίλαναν πλην του κάτω μέρους· συνήρμοσαν έπειτα τας δύο σχίζας και τας εσιδήρωσαν εν είδει κανονίου εις εκπόρθησιν των οικιών· βλέποντες δε ότι το πυροβόλον τούτο εκαίετο μάλλον ή έκαιε, κατεσκεύασαν σιδηράς διχάλας, ας εφαρμόζοντες πεπυρωμένας εις το στόμα των τουφεκιών έρριπταν επί τας εχθρικάς οικίας, αλλ' οι Τούρκοι έσβεαν τα φλογερά ταύτα βέλη προσάπτοντες όπου εκόλλων βρεκτά ξυλοσπόγγια (β).