Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 22

Chapter 2231 wordsPublic domain

Μάιος και μηδενί ανακαλύψαντες την απόφασίν των εκίνησαν την 12 μαΐου προς το διοικητήριον όπου ήτον ο Οικονόμος. Καθ' οδόν απήντησαν τον Αντώνην Κριεζήν, και τον εμυσταγώγησαν. Οπλισθείς εν τω άμα και αυτός, και οπλίσας και δέκα συγγενείς του έτρεξε κατόπιν. Αναβαίνοντες δε οι δύο πρώτοι εις το διοικητήριον απήντησαν τον Οικονόμον ιστάμενον άνωθεν της κλίμακος εν μέσω δώδεκα οπλοφόρων, εν οις και ο υιός του και ο τολμηρός Κολοδήμας. Ο Οικονόμος απείκασεν εις τι ο ερχομός των και αμέσως επυροβόλησε τον Δρένιαν, αλλά δεν τον επήρε. Μετά τον πυροβολήσαντα πατέρα επυροβόλησε τον αυτόν και ο υιός και τον έρριψε νεκρόν. Επυροβόλησαν και οι άλλοι και επλήγωσαν τον Παναγιώταν πυροβολήσαντα και αυτόν και πληγώσαντα τον Κολοδήμαν. Έφθασεν εν τούτοις και ο Κριεζής μετά των περί αυτόν και έμεινεν υπό το διοικητήριον πυροβολών και πυροβολούμενος, αλλά μήτε βλάπτων μήτε βλαπτόμενος. Το κατά του Οικονόμου κίνημα ανδρών εχόντων υπόληψιν απέσπασε πολλούς των οπαδών του. Βλέπων δ' εκείνος την δεινήν θέσιν του, εφώναξε μεγαλοφώνως έσωθεν του διοικητηρίου, «β ο ή θ ε ι α, π α ι δ ι ά, β ο ή θ ε ι α». Έτρεξάν τινες έξωθεν εις βοήθειαν, αλλ' απεκρούσθησαν υπό των περί τον Κριεζήν· έτρεξαν και εκ δευτέρου ακούσαντες την αυτήν φωνήν, αλλά και εκ δευτέρου απεκρούσθησαν. Τότε οι περί τον Κριεζήν υποπτεύσαντες μη γίνωσιν οι έξω ολίγοι πολλοί και ορμήσωσιν επ' αυτούς ολίγους όντας, ανέβησαν εις την παρακειμένην οικίαν του Βούλγαρη και εκείθεν ετουφέκιζαν το διοικητήριον. Συγχρόνως το ετουφέκιζαν και ο Μανώλης Τομπάζης και ο Αναστάσης Κριεζής και ο Τερσανάς εκ των οικιών αυτών. Εμβάς και ο Γεώργης Σαχτούρης εις το πλοίον του Κριεζή, προσωρμισμένον εις επισκευήν, ήρχισε να κανονοβολή και αυτός το διοικητήριον, και συνεκανονοβόλουν και δύο άλλα πλοία. Ο Οικονόμος, δεινώς πολεμούμενος και κινδυνεύων, εξήλθε του διοικητηρίου διά τινος στενωπού· αλλ' οι περί τον Κριεζήν ερρίφθησαν κατόπιν και τον κατέφθασαν υπό την οικίαν του Γεώργη Γκιώνη, όπου εντός 10 βημάτων τον επιστόλισεν ο Κριεζής συνοδευόμενον υπό πέντε, αλλά δεν τον εκτύπησε. Τούτου γενομένου, διεσκορπίσθησαν οι ακολουθούντες τον Κριεζήν. Ο δε Γκιώνης, ακούσας άνωθεν της οικίας τον πιστολισμόν, και ιδών τον Κριεζήν σχεδόν απομεμονωμένον και κινδυνεύοντα, κατέβη και τον ανέβασεν εις την οικίαν του. Τρέχοντες δε οι περί τον Οικονόμον έμφοβοι, διότι επήρχοντο πολλοί, κατέλαβαν οικίαν τινά επί του άνω μέρους της πόλεως, και ούτως οι μαχόμενοι διεχωρίσθησαν, και ο Κριεζής κατέβη εις την αγοράν, όπου ηύρε 500 ετοίμους να κινηθώσι κατά του Οικονόμου, εν οις και τον Αναστάσην Τσαμαδόν, τον Μανώλην Τομπάζην και τον Γεώργην Σαχτούρην. Ο Οικονόμος μαθών την κατ' αυτού εκστρατείαν και βλέπων ότι δεν είχεν ελπίδα σωτηρίας εντός της νήσου, μετέβη εις το Καμίνι, και εμβάς εις αλιάδα επέβη επί της εκεί ευρεθείσης άνευ ναυτών γολέττας του Τομπάζη και απέπλευσε. Τούτο ιδόντες οι κατάδιώκοντες αυτόν έστειλαν εις σύλληψιν της γολέττας πλοίον, εφ' ου επέβη και ο Μανώλης Τομπάζης. Κινδυνεύων τότε ο Οικονόμος επόδισε κατά τον Παλαμιδάν προς το δυτικόν μέρος της νήσου, εγκατέλειψε την γολέτταν πλέουσαν, απέβη εις την ξηράν και ανέβη εις το βουνόν. Αλλά τον εκύκλωσαν εκεί οι αντίπαλοί του και τον προσεκάλεσαν επί ποινή θανάτου να παραδοθή· παρεδόθη, επεβιβάσθη επί τινος των εν τω πορθμώ της Ύδρας πλοίων, και εκείθεν εις λέμβον έχουσαν 10 ναύτας διαταχθέντας να τον μεταφέρωσιν εις την αντίπορθμον της Πελοποννήσου γην και να τον θανατώσωσιν. Αλλά μεταξύ των 10 ναυτών έτυχαν και συγγενείς του Οικονόμου, οίτινες υπερισχύσαντες τον απέλυσαν επί της πελοποννησιακής ξηράς αβλαβή. Τοιουτοτρόπως σωθείς ο Οικονόμος κατέφυγεν εις Κρανίδι, όπου ηύρεν ευμενή υποδοχήν· εφοβέριζε δε να επανέλθη εις Ύδραν, και να θύση και απολέση.

Έτυχε να φθάση κατ' εκείνας τας ημέρας εις Ύδραν ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, επικαλούμενος εξ ονόματος των Αχαιών αποστολήν ναυτικής δυνάμεως εις τον κορινθιακόν κόλπον. Οι πρόκριτοι απεκρίθησαν, ότι εν όσω ο Οικονόμος διέτριβεν αντικρύ της νήσου των επί της Πελοποννήσου, οχλαγωγών και απειλών, δεν ενέκριναν ν' απομακρυνθώσι τα πλοία των. Ο Θεοχαρόπουλος, ανήρ δραστήριος, λαβών γράμματα των αρχόντων της Ύδρας προς τους Κρανιδιώτας αποποιούμενους έως τότε και να παραδώσωσι τον Οικονόμον και να τον αποπέμψωσι, μετέβη εις Κρανίδι, τον παρέλαβε και τον εφυλάκισεν εν τω μοναστηρίω του Φονιά, όπου διέμεινε μονάζων εν μέσω των καλογήρων, και προσποιούμενος μεν τον μετανοούντα, παραφυλάττων δε την ευκαιρίαν ν' αναφανή επί της πολιτικής σκηνής. Τοιουτοτρόπως ησύχασεν η Ύδρα, κινδυνεύσασα να πέση κατ' αυτήν την αρχήν της επαναστάσεως εις δεινήν αλληλομαχίαν. Η πτώσις και η απουσία του Οικονόμου απέδωκαν εκ νέου όλην την εξουσίαν εις τους συνετούς και φιλοπάτριδας προκρίτους της Ύδρας μετελθόντας αυτήν εις πρόοδον και ευόδωσιν του εθνικού αγώνος.

Μεταξύ μυρίων άλλων ομοίων περιστάσεων συντείνει και η του εγκαταλειφθέντος Οικονόμου ν' αποδείξη πόσον άστατος είναι η εύνοια του λαού, την μίαν ημέραν θυμιάζοντος το είδωλόν του, και την άλλην καταρρίπτοντος και συντρίβοντος αυτό.

Ο δε ελληνικός στόλος, αφ' ού επανήλθεν εις τα ίδια μετά την πρώτην εκστρατείαν, ητοιμάσθη μετά της αυτής προθυμίας και εις δευτέραν, και εξέπλευσε την 18, διαιρεθείς εις δύο μοίρας. Συνίστατο δε η μία εκ 18 πλοίων υδραϊκών υπό τον Γιακουμάκην Τομπάζην (α), 7 σπετσιωτικών υπό τον Γκίκαν Τσούπαν, 27 ψαριανών, καί τινων μιστίκων υπό τον Αποστόλην, ενός Λιμνίου και ενός της Αίνου. Σκοπόν δεν είχεν η μοίρα αύτη να επαναστατήση ως άλλοτε τόπους, αλλά να εμποδίση τον έκπλουν ή να ματαιώση τα σχέδια του εχθρικού στόλου, όστις ετοιμασθείς εν Κωνσταντινουπόλει εστέλλετο, ίνα επαναγάγη εις την υποταγήν του σουλτάνου το Αιγαίον, και προστατεύση την μετάβασιν τουρκικών στρατευμάτων εξ Ασίας εις τα αποστατήσαντα της Ελλάδος μέρη. Ο τουρκικός στόλος, άπειρος εισέτι της τόλμης των Ελλήνων, επερείδετο δικαίως επί τη υλική υπεροχή του· οι δε Έλληνες, αν και είχαν τόλμην, ήσαν εν άκρα αμηχανία πώς να τον βλάψωσιν.

Την 26 η ελληνική μοίρα απήντησεν εχθρικόν δίκροτον, προφυλακίδα του οθωμανικού στόλου πλέοντος προς τα παράλια της Ασίας. Τινά των ελληνικών πλοίων το επλησίασαν και εκανονοβόλησαν, αλλ' ανίκανα ήσαν να το βλάψωσι. Την εσπέραν της αυτής ημέρας το δίκροτον κατέπλευσεν εις Ερισόν, παρακολουθούμενον υπό των ελληνικών πλοίων. Ο πλοίαρχος αυτού, φοβούμενος νυκτερινήν έφοδον, παρέλαβεν από της ξηράς ικανούς Τούρκους εις υπεράσπισίν του. Οι δε πλοίαρχοι Έλληνες συνήλθαν επί της ναυαρχίδος εις συμβούλιον πεπεισμένοι, ότι όχι μόνον δεν εδύναντο να βλάψωσι τον εχθρόν, αλλ' ούτε καν να τον φοβίσωσι διά των αδυνάτων κανονίων των. Διάφορα τεχνάσματα υπεβλήθησαν, αλλ' όλα απερρίφθησαν, ή ως ανίσχυρα ή ως παράτολμα. Ο δε ναύαρχος Τομπάζης είπε τότε, ότι ο διοικητής πολεμικού αγγλικού πλοίου, όπερ απήντησεν η ελληνική μοίρα προς τον Καφηρέα, τον ηρώτησεν εις τι η ναυτική αύτη εκστρατεία· και ακούσας ότι ανέβαινε τον Ελλήσποντον εις αντιπαράταξιν προς τον τουρκικόν στόλον, ματαίως, είπε, θα κοπιάσητε, αναμφιβόλως δε και θα βλαφθήτε εξ αιτίας της μεγάλης ανισότητος των δυνάμεων· ναύτας αξίους και τολμηρούς έχετε, μεταχειρίσθητε δι' αυτών κατά των αναξίων, απειροθαλάσσων και δειλών εχθρών σας τα πυρπολικά, και βεβαίως θα υπερισχύσετε. Ταύτα, είπεν ο Τομπάζης, ήκουσα, και ταύτα λέγω, λυπούμενος, ότι δεν ηρώτησα τον Άγγλον πλοίαρχον πώς παρασκευάζονται τα περί ων ανέφερε πυρπολικά. Επί τούτοις ο Αποστόλης είπεν, ότι και εν τη νήσω των Ψαρών εγίνετο λόγος περί πυρπολικών, διότι έζων διάφοροι ναύται, παρευρεθέντες καθ' ον καιρόν οι Ρώσσοι έκαυσαν εν τω λιμένι του Τσεσμέ τον τουρκικόν στόλον δι' αυτών· αλλ' ουδείς ήξευρε πώς παρεσκευάζοντο. Εν τούτοις η λέξις Μ π ο υ ρ λ ό τ ο ν έτρεχεν εξ ενός εις άλλο στόμα εν τω συμβουλίω μηδενός των παρευρισκομένων πλοιάρχων ειδότος τα περί παρασκευής αυτού, και έφθασε και εις την ακοήν των μη εν τω συμβουλίω αξιωματικών. Μεταξύ τούτων ήτο και τις Γιάννης Πάργιος, επονομαζόμενος Πατατούκος, κάτοικος Ψαρών, όπου επηγγέλετο τον διδάσκαλον της πρακτικής ναυτικής. Ούτος είπεν, ότι ήξευρε πώς παρεσκευάζετο το πυρπολικόν, και παρεσκεύασεν εν τω άμα έν των πλοίων της εκστρατείας, όπερ ερρίφθη επί το δίκροτον την νύκτα, αλλά δεν εκόλλησε και εκάη εις μάτην.

Ο Πατατούκος παρεσκεύασεν άλλο σταλέν επί τοιαύτη χρήσει εκ Ψαρών, μετεποίησε και ο Καλαφάτης Ψαριανός το πλοίον του εις πυρπολικόν, και την 27 ερρίφθησαν αμφότερα επί το δίκροτον τρίτην ώραν προ μεσημβρίας, συνοδευόμενα υπό της ελληνικής μοίρας κανονοβολούσης αυτό εκατέρωθεν. Και το μεν του Καλαφάτη, ανεπιτηδείως παρασκευασθέν, εκάη ανωφελώς, τα δε άλλο υπό τον Δημήτρην Παπά - Νικολή, Ψαριανόν και αυτόν, έπεσεν επί την πρώραν του δικρότου, εκόλλησε και μετέδωκεν εν τω άμα τας φλόγας (β). Μετά τρία τέταρτα της ώρας επυρσοκρότησεν η πυριτοθήκη, το δίκροτον διερράγη, και οι εν αυτώ επνίγησαν εκτός ολίγων διακολυμβησάντων ή εμβάντων εις τας λέμβους. Ήσαν δε επί του δικρότου και ναύται Χριστιανοί, ους πεσόντας εις την θάλασσαν διέσωσαν αι λέμβοι των Ελλήνων. Το νεοφανές τούτο και όλως απροσδόκητων κατόρθωμα κατεφόβισε τους Τούρκους, εξίππασε και αυτούς τους Έλληνας και επλήρωσε χρηστών ελπίδων τας καρδίας των.

Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη προς εκείνο το μέρος ο λοιπός εχθρικός στόλος εξ ενός δικρότου, τριών φρεγατών, μιας κορβέτας και δύο δικατάρτων. Επέπεσεν η ελληνική μοίρα εμψυχωθείσα υπό της προσφάτου επιτυχίας· ο δε στόλος, έντρομος δι' όσα έπαθε το δίκροτον, έφυγε πλησίστιος προς τον Ελλήσποντον και την επαύριον προσωρμίσθη υπό την προστασίαν των εκεί φρουρίων. Την αυτήν ημέραν η ελληνική μοίρα προσωρμίσθη και αυτή εν τω λιμένι της Ίμβρου εις ύδρευσιν.

Ίδιον των αδυνάτων, των δειλών και των τυραννικών κυβερνήσεων είναι, οσάκις δεν δύνανται να εκδικώνται τους πταίστας, να παιδεύωσι τους αθώους. Οσάκις ενίκων οι ένοπλοι Έλληνες, οι υπό τους Τούρκους άοπλοι και αβλαβείς ομογενείς των έπασχαν. Τα αυτά ανομήματα, αξιοκατάκριτα βεβαίως όπως και αν θεωρηθώσιν, έπραξαν και οι Έλληνες· αλλ' ούτοι ήσαν εις πλήρη επανάστασιν και εις αναρχίαν. Πότε καταδυναστευόμενον έθνος, λαβόν όπλα κατά του καταδυναστεύοντος, δεν ηνόμησεν, ή δεν έχυσεν αίματα πταιστών και αθώων ανεξετάστως; Σπανίως κατά δυστυχίαν υπείκει εις τα εντάλματα της μετριότητος η αιχμάλωτος του πάθους της εκδικήσεως ανθρώπινος ψυχή. Αλλ' υπό το σκήπτρον του σουλτάνου, αύται αι Αρχαί ήσαν αι χείρες της ανομίας και των αιμάτων. Οι Μιτυληναίοι Χριστιανοί και οι κατά τα πλησιόχωρα παράλια της Ασίας όχι διότι ήσαν συμμέτοχοι του εμπρησμού του δικρότου, αλλά διότι έτυχε να κατοικώσι γην, παρ' ην το δίκροτον εκάη, έγειναν οι τρισάθλιοι θύματα της μανίας των τουρκικών Αρχών, σφαζόμενοι ανηλεώς, γυμνούμενοι και πωλούμενοι ως ανδράποδα. Αλλ' η γειτονία εκείνη έμελλε να γένη συγχρόνως θέατρον άλλων δεινοτέρων συμφορών. Πόλις, περιέχουσα ψυχάς 30 χιλιάδας, έμελλε ν' αφανισθή όλη, όχι διότι έλαβεν όπλα κατά της υπόπτου εξουσίας, ούτε διότι εφάνη άλλως πως αξία καταστροφής, αλλά διότι ήτον όλη χριστιανική και ικανή και την αιμοχαρή δίψαν της εξουσίας να σβέση, και την εξ αδίκων πλουτείν επιθυμίαν της να πληρώση. Η πόλις αύτη είναι αι Κυδωνιαί, γνωσταί διά την αυτονομίαν και ευνομίαν, διά τα φιλάνθρωπα καταστήματα, διά το φιλοσοφικόν σχολείον και την φιλοκαλίαν και ευζωίαν των κατοίκων.

Οι Κυδωνιείς εξ αιτίας της επί της Ασίας θέσεώς των ενώπιον τόσων μυριάδων Τούρκων, όχι μόνον δεν επεχείρησαν ν' απελευθερωθώσιν, αλλ' εφρόντισαν και να καθησυχάσωσι τας υποψίας των Τούρκων διά της διαγωγής των. Αφ' ης ημέρας απεστάτησαν τα Ψαρά, η τουρκική Αρχή της Περγάμου, εις ην υπέκειντο αι Κυδωνιαί, υποπτεύουσα πόλιν τόσον πολυάνθρωπον, και όλην χριστιανικήν, έστειλεν εις προφύλαξιν τετρακισχιλίους οπλοφόρους, σκηνώσαντας κατ' αρχάς εκτός αυτής, αλλά πολλούς μετά ταύτα παρεισελθόντας. Όπου συρροή τουρκικών στρατευμάτων, εκεί και αταξίαι ατιμώρητοι εν καιρώ πολέμου· ηνοχλούντο λοιπόν καθ' ημέραν οι Χριστιανοί, και εκινδύνευαν παρά την θέλησίν των να ταραχθώσιν εξ αιτίας της διαγωγής των εις προφύλαξιν ελθόντων. Ο προεστώς της πόλεως Χατσή - Θανάσης υπήγεν εις Πέργαμον επ' ελπίδι να πείση την Αρχήν εις ανάκλησιν των ατάκτων στρατευμάτων, αλλά δεν εισηκούσθη.

Ιούνιος Την 2 Ιουνίου η ελληνική μοίρα έπλευσεν εις τα έμπροσθεν των Κυδωνιών Μοσχονήσια. Ο λαός του μόνου κατοικουμένου νησιδίου, όλος χριστιανικός, ως και ο των Κυδωνιών, είχεν ένα μόνον Τούρκου, τον αγάν, ον απεδίωξεν επί τη παρουσία των ελληνικών πλοίων, ύψωσε την σημαίαν της ελευθερίας και κατέλαβε το Κλειδί, ό εστι την συζευγνύουσαν το νησίδιον και την ξηράν γέφυραν, εις εμπόδιον εισβολής Τούρκων. Το συμβάν τούτο εξηγρίωσεν έτι μάλλον τα στρατεύματα και έδωκεν αφορμήν εις νέους φόβους και κινδύνους. Οι δε Κυδωνιείς βλέποντες ότι θα επάθαιναν τα πάνδεινα, είτε ησυχάζοντες είτε επαναστατούντες, απεφάσισαν να φύγωσι, και έστειλαν εις τα Μοσχονήσια τον διδάσκαλον Βενιαμίν, παρακαλούντες τον ναύαρχον να φροντίση περί μεταφοράς του κινδυνεύοντος λαού εις Ψαρά· και επειδή πλοία δεν δύνανται να εισπλεύσωσι διότι τα νερά είναι ρηχά παρά το λιμενοστόμιον, εστάλησαν λέμβοι εις το ακροθαλάσσιον την 4, και οι Κυδωνιείς ήρχισαν να καταβιβάζωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των. Ταύτα βλέποντες οι Τούρκοι και εκλαμβάνοντές τα ίσως ως πολεμικάς προετοιμασίας, εμπόδιζαν βιαίως τους φεύγοντας. Οι κάτοικοι ηναγκάσθησαν ν' αποκρούσωσι την βίαν διά της βίας· αι δε λέμβοι όσαι είχαν κανόνια, τα μετεχειρίσθησαν και αύται κατά των ενοχλούντων τους Χριστιανούς Τούρκων, και ούτως ήρχισαν εντός της πόλεως την 4 σφαγαί, αρπαγαί, αιχμαλωσίαι και πυρκαϊαί· το παραθαλάσσιον εσκεπάσθη προσφύγων, πολλαί γυναίκες έπιπταν εις την θάλασσαν, ίνα μη πέσωσιν εις χείρας Τούρκων, η πόλις εκαίετο, και όλαι αι λέμβοι και όλα τα μικρά πλοιάρια των Μοοχονησιωτών μετέφεραν αδιακόπως και επεσώρευαν εις τα πλοία τους δυστυχείς Κυδωνιείς, βλέποντας φλεγομένας τας οικίας των και θρηνούντας την μεγάλην συμφοράν των. Τοιουτοτρόπως κατεστράφη η λαμπρά των Κυδωνιών πόλις, και οι κάτοικοί της, όσοι κατέφυγαν εις τα πλοία, μετεκομίσθησαν και διεσπάρησαν εις διαφόρους νήσους, βιούντες βίον αβίωτον. Κυβέρνησις, όχι μόνον μη παρέχουσα αλλά και αφαιρούσα τα εις προφύλαξιν και διάσωσιν κινδυνεύοντος λαού και καταστρέφουσα επί απλαίς υποψίαις αυτόν, είναι αξία της κατάρας και του αναθέματος όλων των εθνών και όλων των αιώνων.

Επί δε τη συμφορά των Κυδωνιών κατεφοβήθησαν όλοι οι κατοικούντες τα ενδότερα της Ασίας Χριστιανοί και κατέβαιναν σωρηδόν εις τα παραθαλάσσια, ίνα διασωθώσι δι' ων εδύναντο τρόπων είς τινας των υπό την ελληνικήν σημαίαν νήσων. Εγκατέλειψαν και οι Μοσχονησιώται την πατρίδα των, και κατέφυγαν και αυτοί όπου ημπόρεσαν· ώστε όλη εκείνη η έως χθες ανθηρά ακτή έγεινε τόπος ερημώσεως. Τοιαύτη είναι η φύσις των δεσποτικών, των τυραννικών και των βαρβάρων κυβερνήσεων.

Τα δ' ελληνικά πλοία, αφού ελύτρωσαν τόσον πλήθος, έπλευσαν την 7 προς την Τένεδον, και επανέπλευσαν εκείθεν εις τα ίδια· κατήραν δε την 12 τα υδραϊκά εις τον λιμένα των.

Οι θρασείς ενώπιον των αδυνάτων είναι δειλοί ενώπιον των δυνατών. Εν ώ τόσα κακά υπέφεραν οι άοπλοι Χριστιανοί, αι τουρκικαί Αρχαί της Μιτυλήνης τόσον εφοβήθησαν τους γείτονας των Ψαριανούς εξ αιτίας του εμπρησμού του δικρότου, ώστε τοις υπεσχέθησαν φόρον, υπό τον όρον να μη ενοχλώσι την Μιτυλήνην και το μικρόν ναυτικόν της.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των μερών εκείνων μεσούντος του ιουνίου.

Η δε άλλη μοίρα του ελληνικού στόλου συγκειμένη εκ 12 πλοίων, ήτοι 6 υδραϊκών υπό τον Δημήτρην Βώκον Μιαούλην, και 6 σπετσιωτικών υπό τον Νικολόν Μπότασην, εξέπλευσεν επί τη επιμόνω αιτήσει των Πελοποννησίων κατά τον κορινθιακόν κόλπον προς καταδίωξιν ολίγων τουρκικών πλοίων αποσπασθέντων της εν Μούρτω ναυτικής δυνάμεως και μεταπλευσάντων εις τον λιμένα των Πατρών, και προς άλωσιν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου διά της συμπράξεως και των κατά ξηράν δυνάμεων. Εκ των 12 δε τούτων πλοίων, 2, τα του Αναστάση Καλανδρούτσου και τα του Αναγνώστη Κουλάτση, έμειναν κατά τον διάπλουν έμπροσθεν του Νεοκάστρου και της Κορώνης προς αποκλεισμόν των φρουρίων εκείνων·

Μάιος τα δε άλλα, προχωρήσαντα κατά τας Πάτρας, είδαν την 20 μαΐου πλέοντα έμπροσθεν του ακρωτηρίου του Πάπα εις αποκλεισμόν των Πατρών υπό σημαίαν ελληνικήν 6 δικάταρτα, εξ ων τα 5 γαλαξειδιωτικά και το έν κεφαλληναίον (γ), και δύο κανονοφόρους· είδαν και μίαν κορβέταν τουρκικήν πλέουσαν προς τα έξω και επέπλευσαν· αλλ' αύτη φοβηθείσα εστράφη πλησίστιος προς την Ναύπακτον. Ανήχθησαν εν τω άμα και τα εν τω λιμένι των Πατρών 4 τουρκικά δικάταρτα επί τη διά σημείων προσκλήσει της κορβέτας, και κατέφυγαν και αυτά υπό την Ναύπακτον. Τόσον δε επί τη εμφανίσει της ελληνικής ταύτης μοίρας εφοβήθη ο εν Πάτραις Ισούφης, ώστε ανήγγειλε τοις εισέτι ενδιαμένουσι προξένοις, ότι δεν ηγγυάτο εις το εξής την ασφάλειάν των και επεθύμει ν' αναχωρήσωσιν αυθημερόν, διότι ηναγκάζετο να καύση τας κατοικίας των, μη τας κατάσχωσιν οι εχθροί του. Επί τη προσκλήσει ταύτη και τη απειλή οι πρόξενοι ανεχώρησαν όλοι αυθημερόν εμβάντες εις την εν τω λιμένι γαλλικήν φρεγάταν Arriège. Τα δε ελληνικά πλοία, άτινα εχαιρέτησαν οι Έλληνες άνωθεν των βουνών ανάψαντες πυρά, διεπέρασαν αβλαβώς το στενόν στόμιον του κόλπου υπό το εχθρικόν πυρ των φρουρίων, τα μεν καθ' ην έφθασαν έμπροσθεν των Πατρών εσπέραν, τα δε την επαύριον· επειράθησαν οι εν αυτοίς να βλάψωσι τα εχθρικά, αλλά δεν εδυνήθησαν εξ αιτίας της υπό το πυρ του φρουρίου της Ναυπάκτου θέσεώς των, και αγκυροβολήσαντες πλησίον έστησαν επί της ξηράς τρία κανόνια, δι' ων εκτύπουν, αν και αβλαβώς, και την Ναύπακτον και τα πλοία.

Είχαν ήδη καταβή προς εκείνα τα παραθαλάσσια ικανά στρατεύματα εις πολιορκίαν της Ναυπάκτου και του Αντιρρίου. Στερούμενα παντός επιτηδείου εις προσβολήν φρουρίων και πρόθυμα να επιχειρήσωσί τι, έδραξαν την ευκαιρίαν της εμφανίσεως των ελληνικών πλοίων, ήλθαν πλησιέστερον της Ναυπάκτου την 24 και την επαύριον ήρχισε σφοδρότατος τουφεκισμός και κανονοβολισμός διά ξηράς και θαλάσσης· τόσον δε εφοβήθησαν οι Τούρκοι, ώστε έβαλαν πυρ εις την πόλιν και ανέβησαν εις την ακρόπολιν. Την δε 26 υπήγαν οι αρχηγοί του ελληνικού στρατοπέδου εις τον στόλον, και, συσκέψεως γενομένης, απεφασίσθη η εξ εφόδου άλωσις του Αντιρρίου. Επί τω σκοπώ τούτω ητοιμάσθησαν επί των πλοίων 10 κλίμακες, 10 πηχών εκάστη, ας παραλαβόντες οι αρχηγοί του στρατοπέδου απέβησαν εις την ξηράν.