Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 21

Chapter 2122 wordsPublic domain

Οκτώ ημέρας μετά τα εν Βαλτετσίω παθήματά του, ό εστι την 23 μαΐου, εξεστράτευσαν τετρακισχίλιοι Τούρκοι επί το εν Βερβένοις στρατόπεδον σύροντες και κανόνια. Την δε προτεραίαν ο Κολοκοτρώνης, προ ολίγου κληθείς υπό των εν Άργει να στείλη στρατιωτικήν βοήθειαν και αρχηγόν της πολιορκίας του Ναυπλίου, διώρισεν ως τοιούτον τον Νικήταν, τω έδωκε 50 στρατιώτας εκ του στρατοπέδου του Βαλτετσίου, και τον διέταξε να παραλάβη και άλλους τόσους εκ του των Βερβένων και καταβή εις το Άργος. Ο Νικήτας συμπληρώσας εν Βερβένοις την ακολουθίαν του εις 120, ευρέθη εκείθεν του χωρίου των Δολιανών, μίαν ήμισυ ώραν απέχοντος των Βερβένων, ότε ήκουσε, Τ ο ύ ρ κ ο ι, Τ ο ύ ρ κ ο ι· επέστρεψε τότε μετά των ολίγων οπαδών του εις Δολιανά, και εκλείσθη εντός των δυνατωτέρων οικιών έτοιμος εις μάχην. Οι Τούρκοι διαβάντες εκείθεν, τινές μεν ενδιέμειναν και επολέμουν τους εγκλείστους, οι δε πολλοί εξηκολούθησαν την εις Βέρβενα πορείαν των. Το στρατόπεδον των Βερβένων συνίστατο τότε εκ δισχιλίων πεντακοσίων· ούτοι ακούσαντες την εν Δολιανοίς μάχην, έτρεξαν σχεδόν όλοι προς εκείνο το μέρος· αλλ' αίφνης ευρέθησαν εν μέσω των έμπροσθεν ερχομένων εχθρών και πολλών ιππέων προκαταλαβόντων εν αγνοία αυτών τα όπισθεν και παρακολουθούντων. Οι Έλληνες φοβηθέντες έσπευσαν να επανέλθωσιν εις την θέσιν των, και πολεμούντες τους όπισθεν ιππείς, μη δυναμένους να τους βλάψωσι διά το δύσβατον, έφθασαν εις Βέρβενα αβλαβώς· οι δε Τούρκοι ελθόντες κατόπιν τους απέκλεισαν, και ο ανδρειότερος των σημαιοφόρων ορμήσας έστησε την σημαίαν του επί τινος των οχυρωμάτων των Ελλήνων, και τοις επροξένησε φόβον μέγαν· αλλά δύο τολμηροί Έλληνες εξήλθαν έρποντες, έρριψαν την σημαίαν, και εσκότωσαν τον σημαιοφόρον. Άλλος σημαιοφόρος έστησεν άλλην σημαίαν· αλλά και αυτός και η σημαία του έπαθαν τα αυτά. Τότε οι δειλιώντες Έλληνες έλαβαν θάρρος, και οι θαρραλέοι Τούρκοι εδειλίασαν, και εξέλαβαν τα των σημαιών οι μεν ως καλόν οι δε ως κακόν οιωνόν. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραταθή η μάχη φοβηθέντες μη διά τυχούσης επιθέσεως άλλων Ελλήνων εκ των πλησίον στρατοπέδων πάθωσιν όσα εν Βαλτετσίω, και ήρχισαν ν' αναχωρώσι. Τότε επέπεσαν οι εν Βερβένοις Έλληνες καταδιώκοντές τους μέχρι των Δολιανών· ηνώθησαν μετά των φευγόντων και οι πολεμούντες τους περί τον Νικήταν εχθροί, έφυγαν όλοι, εγκατέλειψαν τα κανόνια, έχασαν τρεις σημαίας, καί τινες φεύγοντες έρριπταν, ως και εν Βαλτετσίω, έμπροσθεν των καταδιωκόντων αυτούς Ελλήνων τα πολύτιμα όπλα των. Εφονεύθησαν δε 70 Τούρκοι, 2 δε μόνον Έλληνες, ο Αναγνώστης Ρόρης δολιανίτης και ο Γεωργάκης Διγενής Τσάκων, και επληγώθησαν 12· ο δε Νικήτας έδωκε τρανά δείγματα ανδρίας. Τοιουτοτρόπως οι μεν Τούρκοι κατεσχυμένοι διεσώθησαν υπό το σκότος της νυκτός εις Τριπολιτσάν, οι δε Έλληνες επανήλθαν εις Βέρβενα ψάλλοντες εκ δευτέρου τα νικητήρια.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'

&Μάχαι Θερμοπυλών και Γραβιάς.&

Ο ΔΕ ΧΟΥΡΣΗΔΗΣ, μαθών τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα επαναστατικά κινήματα, διέταξε τον Ομέρπασαν Βρυώνην, ηγεμόνα του Μπερατίου, και τον Κιοσέ - Μεχμέτπασαν ηγεμόνα της Πελοποννήσου, να συνάξωσιν εν Ζητουνίω όσον πολυαριθμότερον στράτευμα εδύναντο, και να εισβάλωσιν εις την επαναστατήσασαν Ελλάδα·

Απρίλιος ητοιμάσθησαν δε μεσούντος του απριλίου επτακισχίλιοι εις εκστρατείαν. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Ελλάδος, μαθόντες την μελετωμένην εισβολήν, διέταξαν παρά τας σπονδάς να φονεύσωσιν όλους τους επί ασφαλεία ζωής παραδοθέντας και διασπαρέντας εις τας επαρχίας Τούρκους, τους δυναμένους να οπλοφορώσι, προφασιζόμενοι, ως αν έλειψάν ποτε προφάσεις εν αμαρτίαις, ότι επιβλαβές ήτο να έχωσιν επί της εισβολής των έξωθεν εχθρών και άλλους εχθρούς εντός. Κατά την απάνθρωπον ταύτην διαταγήν ολίγοι των δυστυχών εκείνων απέφυγαν τον θάνατον, ευρόντες παρά τοις δυνατοίς προστάτας. Οι δε οπλαρχηγοί, οι μετά την κατά το Πατρατσίκι αποτυχίαν υποχωρήσαντες εις Κομποτάδας, θέλοντες να μάθωσιν ακριβέστερον τον αριθμόν των ετοίμων να εισβάλωσιν εχθρών, υπέπεμψαν την εσπέραν της 19, καθ' ην έφθασαν εις το περί ου ο λόγος χωρίον, τινάς των τολμηροτέρων στρατιωτών επί κατασκοπή, παραγγείλαντές τοις αυστηρώς μη τύχη και παροργίσωσι τους εχθρούς τουφεκίζοντες ή άλλως πως ενοχλούντες αυτούς, διότι ήθελαν να λάβωσι καιρόν και τας δυνάμεις των ν' αυξήσωσι, και θέσεις οχυράς να προκαταλάβωσιν. Αλλ' οι σταλέντες, πλησιάσαντες διά νυκτός εις τα άκρα του στρατοπέδου αφανείς, εζώγρησαν δύο εχθρούς και 8 ίππους, και προς τα χαράγματα ετουφέκισαν και επανήλθαν εις το στρατόπεδον καυχώμενοι επί τοις έργοις των. Οι οπλαρχηγοί λυπηθέντες διά το γεγονός, μετέβησαν εν βία όλοι ομού την 20 εις Χαλκωμάταν, την επί της οδού των Σαλώνων, όπου διηρέθησαν συνυποσχεθέντες να βοηθήσωσιν όποιον και αν προσέβαλεν ο εχθρός· και ο μεν Πανουργιάς έμεινεν εκεί, και κατέσχε και το χωρίον Μουσταφάμπεη μεθ' όλων των υπό την οδηγίαν του Σαλωνιτών, ως 600, έχων συναγωνιστήν και τον αξιοσέβαστον επίσκοπον Σαλώνων Ισαΐαν, όστις πλήρης ζήλου ηκολούθει το στράτευμα ευλογών και θαρρύνων αυτό εις τον προκείμενον αγώνα· ο δε Δυοβουνιώτης μετά 400 κατέλαβε την γέφυραν του Γοργοποτάμου, ο δε Διάκος μετά 500 την του Σπερχειού, το κοινώς γεφύρι της Αλαμάνας, και την άγουσαν εις Θερμοπύλας οδόν απέναντι της γεφύρας ταύτης προς τα Π ο ρ ι ά. Προ τού δε προφθάσωσι και οχυρωθώσιν ούτοι εκινήθη την 22 το κατά το Λιανοκλάδι στρατόπεδον από πρωίας, προπορευομένων των πεζών και ακολουθούντων των ιππέων, υπό τας αμέσους διαταγάς του Βρυώνη· εκινήθη και το εν Ζητουνίω κατά την αυτήν τάξιν υπό την άμεσον οδηγίαν του Μεχμέτη. Το σώμα του Δυοβουνιώτη, ιδόν τους υπό τον Βρυώνην επερχομένους, και ανίκανον ν' αντιπαραταχθή προς τόσον πεζικόν και ιππικόν, υπεχώρησε και κατέλαβε την στενήν θέσιν, Δέμα. Ο Βρυώνης καταδιώξας το σώμα τούτο έως ου δεν εδύνατο να προχωρήση περαιτέρω το ιππικόν του διά την κακοτοπίαν, ωπισθοδρόμησε· πλησιάσας δε εις το χωρίον Μουσταφάμπεη το υπό του Παπά Ανδρέα Κοκοβιστιανού και του Κομνά Τράκα, αξιωματικών του Πανουργιά, κατεχόμενον, και ευρών τους εν αυτώ καλώς οχυρωμένους εντός των οικιών, της εκκλησίας και του μύλου, και αφόβους, δεν τους εκτύπησεν αλλά έμεινεν ολίγον επί της πεδιάδος, όπου, αφ' ού συνήλθεν όλον το στράτευμά του, ανεγνώσθη η συνήθης προπόλεμος ευχή, και διηρέθη το στράτευμα εις τρία· και το μεν έπεσεν επί το εν Χαλκωμάτα σώμα όπου ήτο και ο Πανουργιάς, το δε επί το υπό τον Διάκον· ώστε δεν εδύνατο να δώση βοήθειαν το έν τω άλλω· το δε τρίτον έτρεξε και κατέλαβε τα ορεινά μέρη. Κατ' αυτήν την ώραν έφθασε παρά το ξενοδοχείον του Σπερχειού και το υπό τον Μεχμέτην πέραν του ποταμού εχθρικόν στρατόπεδον, και ήρχισε να προσβάλη και αυτό τους φυλάττοντας την γέφυραν· ώστε έπεσαν οι εχθροί αθρόοι επί τα ελληνικά ταύτα σώματα. Κατ' αυτήν την πρώτην έφοδον οι εν Χαλκωμάτα ετράπησαν και εκινδύνευσε και αυτός ο Πανουργιάς· συνελήφθησαν δε και πολλοί και εσφάγησαν· εσφάγησαν συλληφθέντες και ο Σαλώνων Ισαΐας, ο αδελφός του και ο ανεψιός του. Ο δε Διάκος, εν ώ επολέμει προς τα Ποριά, παρετήρει και τα επί της γεφύρας κινήματα των συντρόφων του· και ιδών ότι άρχισαν και ούτοι να φεύγωσι, διέταξε τον Καλύβαν και τον Μπακογιάννην ν' απέλθωσιν εκεί προς εμψύχωσιν. Έτρεξαν ατρόμητοι οι δύο ούτοι αξιωματικοί, και ηύραν πολλά ολίγους εισέτι μαχομένους· αλλά και οι ολίγοι ούτοι έφυγαν. Τότε ο Καλύβας, ο Μπακογιάννης και δύο απλοί στρατιώται εισεπήδησαν εις το αντικρύ της γεφύρας ξενοδοχείον, έκλεισαν την θύραν και ετουφέκιζαν τους εχθρούς επί τη ματαία ελπίδι να μη αφήσωσι τόσην δύναμιν να περάση την γέφυραν και πέση και αύτη επί τον Διάκον.

Εν τοσούτω απεδειλίασαν και αυτοί οι πολεμούντες κατά τα Ποριά, και εζήτησαν εν τη φυγή την σωτηρίαν των. Μόνος ο Διάκος και ολίγοι των οπαδών του, μιμούμενοι το παράδειγμά του, ησθάνθησαν ότι εκεί απέθανεν ο Λεωνίδας. Τω όντι, ότε ο ψυχουιός του, βλέπων λειποτακτούντας τους άλλους, τον παρεκίνει, εγκαταλειπόμενον να φύγη και αυτός εις ωφέλειαν εν άλλη περιστάσει της πατρίδος, και τω έφερε τον ίππον, εκείνος απεκρίθη, ο - Δ ι ά κ ο ς - δ ε ν - φ ε ύ γ ε ι. Εν τοσούτω επιπίπτουν οι εχθροί, φονεύεται έμπροσθέν του ο αδελφός του, εμπλέκεται αυτός εν μέσω των εχθρών και μόλις μετά 10 στρατιωτών μεταβαίνει είς τινας τραχείας πέτρας, τα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας, όπου τοποθετείται και μάχεται ολόκληρον ώραν. Φονεύονται οι ακόλουθοι του εκτός του ψυχουιού του, τραυματίζεται και αυτός εις τον δεξιόν ώμον, πίπτει το τουφέκι του, ανθίσταται βαστών διά της αριστεράς χειρός την πιστόλαν, γνωρίζεται, περικυκλούται, και συλλαμβάνεται ζων και καταιματωμένος.

Οι δε κλεισθέντες τέσσαρες εν τω ξενοδοχείω και τουφεκίζοντες τους διαβαίνοντας την εγκαταλειφθείσαν γέφυραν, ιδόντες μετ' ολίγον διά των θυρίδων ότι ούτε ο Διάκος, ούτε άλλος τις εφαίνετο, ήνοιξαν την θύραν και ώρμησαν ξιφήρεις διά μέσου των εχθρών θαυμαζόντων την ανδρίαν των· ευρέθησαν δε την ακόλουθον ημέραν νεκροί πλησίον της θέσεως, όπου επιάσθη ο Διάκος. Τριακόσιοι Έλληνες εσκοτώθησαν την ημέραν εκείνην και πολλοί άλλοι επληγώθησαν· ολιγώτατοι δε Τούρκοι εχάθησαν.

Τελειωθείσης της μάχης, οι πασάδες ώδευσαν προς το Ζητούνι, συνεπάγοντες μετά του ψυχουιού και τον Διάκον, ον διέταξαν να οδεύη πεζός έμπροσθέν των χάριν της κενοδοξίας των. Αλλά φοβούμενοι μη κρυβή ή φύγη, τον εκάθησαν μετ' ολίγον εφ' ημιόνου πεδικλωμένον· την δε νύκτα αφ' ού έφθασαν εις Ζητούνι, τον έφεραν έμπροσθέν των, παρόντος και του εντοπίου Χαλήλμπεη, και εζήτουν να μάθωσι τα περί της επαναστάσεως. Ο Διάκος τοις είπεν αφόβως, ότι το έθνος όλον των Ελλήνων απεφάσισε να χαθή ή να ελευθερωθή. Θαυμάσας ο Μεχμέτης του ανδρός την παρρησίαν, τω είπεν, ότι πρόθυμος ήτο να τον ιατρεύση, αν ήθελε πιστώς να τον υπηρετήση. «Δ ε ν - σ ε - υ π η ρ ε τ ώ», απεκρίθη ο Διάκος. «Α λ λ ά - κ α ι - α ν σ ε - υ π η ρ έ το υ ν, δ ε ν - θ α - σ ε - ω φ έ λ ο υ ν». «Θ α - σε - σ κ ο τ ώ σ ω», επανέλαβεν ο πασάς, «α ν - δ ε ν - μ ε - υ π η ρ ε τ ή σ η ς». «Η - Ε λ λ ά ς», απήντησεν εκείνος, «έ χ ε ι - π ο λ λ ο ύ ς - Δ ι ά κ ο υ ς». Την ακόλουθον δε ημέραν (24 απριλίου) εξεδόθη απόφασις να σουβλισθή (α)· ο δε κοινοποιήσας αυτώ την σκληράν απόφασιν, τω έδωκεν εις χείρας και το άτιμον και οδυνηρόν εργαλείον του θανάτου, και τω είπε να τον ακολουθήση βαστών αυτό. Ο Διάκος το έρριψε κατά γης αγανακτών, και στραφείς προς τους περιεστώτας Αλβανούς, «δ ε ν - ε υ ρ ί σ κ ε τ α ί - τ ι ς», είπε, «ν α - μ ε - σ κ ο τ ώ σ η; δ ι α τ ί - α φ ί ν ε τ ε - τ ο υ ς - Α ν α τ ο λ ί τ α ς - ν α - μ ε - π α ι δ ε ύ ω σ ι ν; ε γ ώ - κ α κ ο ύ ρ γ ο ς - δ ε ν - ε ί μ α ι». Ακούσας δε ότι αν ετούρκευεν εσώζετο, «Χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς», απεκρίθη, «ε γ ε ν ν ή θ η κ α, κ α ι - Χ ρ ι σ τ ι α ν ό ς - θ' - α π ο θ ά ν ω». Οδεύων δε εις τον τόπον της ποινής εστάθη, και ρίψας το βλέμμα επί την γελώσαν φύσιν κατά την εαρινήν εκείνην ώραν· είπε το εξής δίστιχον.

«Για ιδέ καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρη, Τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν' η γη χορτάρι».

Ηκολούθησε δε μετά ταύτα την πορείαν του και υπέστη καρτεροψύχως πολυώδυνον θάνατον τρεις ώρας βασανιζόμενος.

Μάιος Και τα μεν εχθρικά στρατεύματα αφ' ού ανεπαύθησαν ολίγας ημέρας εν Ζητουνίω, εξεστράτευσαν την 7 μαΐου επί σκοπώ να εισβάλωσιν εις Σάλωνα.

Οι δε οπλαρχηγοί, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης, αφ' ού έχασαν τον συνάδελφον Διάκον, συνήλθαν μετά των στρατευμάτων αυτών εις το ξενοδοχείον της Γραβιάς, το επί της προς τα Σάλωνα δημοσίας οδού, και 4 ώρας εκείθεν απέχον, όλον πλινθόκτιστον· σκοπόν δε συνελθόντες είχαν να σκεφθώσι πώς να στήσωσι την ορμήν του εχθρού, και εμψυχώσωσι το δειλιάσαν στρατιωτικόν. Εν ώ δε συνεσκέπτοντο, έφθασαν απροσδοκήτως πλήρεις ζήλου υπέρ του αγώνος ο Οδυσσεύς Ανδρούτσου και ο Χρήστος Κασμάς, έχοντες αμφότεροι 120. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης εγνωμοδότησαν τότε, ο μεν Οδυσσεύς να κλεισθή εν τω ξενοδοχείω άμα φανή ο εχθρός, και να συμπαραλάβη και τους αξιωτέρους στρατιώτας, αυτοί δε μείναντες έξω να καταλάβωσιν εκατέρωθεν τα στενά της οδού εις προφύλαξιν αυτού. Την δε 8 περί την δ' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, εφάνησαν ο Μεχμέτης και ο Βρυώνης οδεύοντες μετά οκτακισχιλίων προς το ξενοδοχείον· εν ώ δε επλησίαζαν, συνήλθαν οι οπλαρχηγοί Έλληνες εκ δευτέρου και απεφάσισαν ο μεν Οδυσσεύς να εισέλθη ευθύς εις το ξενοδοχείον, ο δε Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης να καταλάβωσι τα αριστερά της οδού, ο δε Κασμάς τα δεξιά, βοηθούντες τοιουτοτρόπως τους εγκλείστους. Είπε τότε πλήρης τόλμης ο Οδυσσεύς, «όποιος θέλει να μ' ακολουθήση ας πιασθή κατόπιν μου εις τον χορόν»· και ήρχισε να πυρριχίζη. Επιάσθησαν κατόπιν αυτού εκατόν, εν οις και ο Γκούρας, ο Παπα - Ανδρέας, ο Τράκας, ο Αναστάσης Μάρος, ο Αγγελής Γοβγίνας, και ο Π. Μπουτούνης, όλοι αξιωματικοί, οι μεν του Πανουργιά, οι δε του Δυοβουνιώτη· επιάσθησαν και πολλοί Γαλαξειδιώται, και ούτω χειροκρατούμενοι οι εκατόν και συγχορεύοντες εισήλθαν εις το ξενοδοχείον, προπορευομένου του Οδυσσέως, και εν ροπή οφθαλμού επέτρωσαν έσωθεν θύρας και θυρίδας, ήνοιξαν ολόγυρα τας συνήθεις πολεμίστρας και ανέμεναν τον εχθρόν έτοιμοι εις μάχην. Κατέλαβαν δε και οι έξω οπλαρχηγοί τας θέσεις των και ωχυρώθησαν. Εν τούτοις επλησίασαν οι εχθροί ηναγκασμένοι να διαβώσι παρά το ξενοδοχείον επί της εις Σάλωνα πορείας των. Εστάθησαν εν πρώτοις ολίγον, αφ' ού δε ανεγνώσθη η προπόλεμος ευχή, διηρέθησαν εις τρία, και το μεν εκινήθη προς τα αριστερά της οδού επί τον Πανουργιάν και τον Δυοβουνιώτην, το δε προς τα δεξιά επί τον Κασμάν το δε τρίτον προς το κέντρον, ό εστιν επί το ξενοδοχείον. Μόλις ήρχισεν η προσβολή και διεσκορπίσθησαν οι περί τον Πανουργιάν, τον Δυοβουνιώτην και τον Κασμάν· απέμειναν δε μόνοι ενώπιον όλης ταύτης της δυνάμεως οι κλεισθέντες εν τω ξενοδοχείω εκατόν. Ο Οδυσσεύς, όστις διέταξε να μη τουφεκίση τις πριν τουφεκίση αυτός, είδε διά τινος οπής προπορευόμενον του επερχομένου στρατού γηραιόν Δερβίσην έφιππον. Τον εχαιρέτησεν αλβανιστί και αντεχαιρετήθη, τον εχλεύασε και αντεχλευάσθη, τον ύβρισε και ανθυβρίσθη, τον ετουφέκισε και τον εσκότωσεν (β). Οι διηρημένοι Τούρκοι συνηνώθησαν τότε και ώρμησαν πανστρατιά επί το ξενοδοχείον μαινόμενοι διά τον φόνον του αγίου ανδρός. Ως αν ήθελαν δε ν' αναρπάσωσιν όλους τους εγκλείστους, ώθουν τα τοιχία διά των χειρών και των ώμων και τα ετρύπων και διά των μαχαιρών. Άφοβοι οι εντός ετουφέκιζαν ακαταπαύστως πανταχόθεν επί τον σωρόν και εφόνευαν πολλούς, ώστε οι Τούρκοι ιδόντες την φθοράν των απεσύρθησαν. Εφώρμησαν και δευτέραν και τρίτην φοράν· η δε τρίτη εφορμή έγεινε τόσον σφοδρά, ώστε κατώρθωσαν να εμπήξωσι σημαίας επί των τοιχίων. Μετά δε την μεσημβρίαν ιδών ο Βρυώνης την τόσην αποτυχίαν, συγκαλέσας τους οπλαρχηγούς του, τους επέπληξε, τους εθάρρυνε και τους εκίνησεν όλους ιππείς και πεζούς εις νέαν έφοδον. Αλλά και κατά ταύτην οι εχθροί κατησχύνθησαν, και τα γύρωθεν του ξενοδοχείου πτώματα συσσωρευόμενα εγίνοντο και αυτά προσκόμματα της εφορμήσεώς των. Δύσαντος δε του ηλίου διέταξαν οι πασάδες τον αποκλεισμόν του ξενοδοχείου, και έστειλαν καί τινας εις Ζητούνι επί μετακομίσει κανονίων προς κατεδαφισμόν του. Εν τοσούτω ησύχασαν και οι εντός και οι εκτός διαρκούσης της νυκτός· όρθρου δε βαθέως εν ώ οι εχθροί απηυδημένοι εκοιμώντο, οι εντός εξεπέτρωσαν ησύχως την κάτω θύραν και διήλθαν αταράχως όλοι αβλαβείς. Δύο μόνον εφονεύθησαν εντός επί των προσβολών, οι αξιωματικοί Θανάσης Καστάνης και Θανάσης Σεφέρης, και δύο επληγώθησαν. Οι εχθροί διέμειναν μετά την μάχην εν τω ξενοδοχείω 8 ημέρας προς αναψυχήν, θάπτοντες εν ταύτω τους νεκρούς και στέλλοντες εις Ζητούνι τους τραυματίας. Η τόσον ευτυχής αύτη και απροσδόκητος αντίστασις εκατόν φιλοκινδύνων ανδρών προς τόσον ιππικόν και πεζικόν κατ' αυτά τα προοίμια της επαναστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις εμψύχωσιν του αγώνος και εμεγάλυνε δικαίως τον Οδυσσέα.

1821

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'

&Πτώσις Αντώνη Οικονόμου. — Πλους ελληνικής μοίρας προς τον Ελλήσποντον, και άλλης εις τον κορινθιακόν κόλπον — Εμπρησμός τουρκικού δικρότου εν Ερισώ. — Καταστροφή Κυδωνιών.&

Η ΠΡΩΤΗ ναυτική εκστρατεία αφήκεν εν Ύδρα τον Οικονόμον μέγαν και πολύν, αλλ' επί της επιστροφής της δεν τον ηύρε τοιούτον. Ευδοκιμούν δημεγέρται κατά των ισχυρών αριστοκρατών, οσάκις καλούν τον λαόν εις ανάκτησιν της πολιτικής του ισονομίας, ην η αριστοκρατία αφήρπασεν, ή εις διανομήν της κοινής γης, ην εσφετερίσθη· αλλ' η αριστοκρατία της Ύδρας ήτον αγαθοποιός προς τον λαόν, διότι όχι μόνον ουδέν του αφήρπασεν, όχι μόνον δεν ετρέφετο παρ' αυτού, αλλά διά της κινήσεως των ιδιοκτήτων πλοίων της και διά της χρήσεως των διά του εμπορίου αποκτηθέντων χρημάτων της έτρεφεν όλον το πλήθος, πολλούς δε και ευτύχει. Επέτυχεν ο Οικονόμος, διότι το κίνημά του ήτον απροσδόκητον, και ο λαός ήθελε την επανάστασιν, και εζήτει να εύρη εν καιρώ αργίας πόρον υπάρξεως. Αλλ', αφ' ού και η επανάστασις εξερράγη, και οι πρόκριτοι ειλικρινώς την ησπάσθησαν, και ο πόρος ευρέθη διά της γενναίας αυτών καταβολής και διά της κινήσεως των πλοίων, η πάλη του λαού και των αριστοκρατών έπαυσε φυσικώ τω λόγω, και η εξουσία θα επανήρχετο όπου και πρώτον και όθεν προς καιρόν αφηρέθη. Διά τον λόγον τούτον την ύψωσιν του Οικονόμου παρηκολούθησεν η πτώσις του. Τα όργανα της επιρροής των προκρίτων παρά τω λαώ ήσαν οι πλοίαρχοί των. Ούτοι ήσαν ευπειθείς προς αυτούς και είχαν και πιστούς τινας οπαδούς, ως οι της ξηράς οπλαρχηγοί. Ο Οικονόμος επεχείρησε να βάλη επί των πλοίων φίλους και ομόφρονάς του πλοιάρχους, και δι' αυτών να άγη και να φέρη τους ναύτας. Αλλ' ούτε τα πλοία ήσαν εθνικά, ούτε οι κατά το σχέδιον του Οικονόμου εξωθούμενοι νόμιμοι πλοίαρχοι έστεργαν, διότι έχαναν και τιμήν και επιρροήν και πόρον. Διά τούτο απέτυχεν η αντικατάστασις αύτη, και οι κινούντες εν μέρει τον λαόν πλοίαρχοι, ους εμελέτα ο Οικονόμος να παύση, έγειναν όλοι εχθροί του. Μεμπτός δεν ήτον ο Οικονόμος ως προς τούτο, διότι το απήτει η θέσις του· αλλ' αστόχαστος εδείχθη ως προς το εξής. Διαρκούσης της πρώτης ναυτικής εκστρατείας έφεράν τινες εις Ύδραν λείας, ας ηθέλησαν να οικειοποιηθώσιν αθετούντες τον περί της διανομής κανονισμόν. Οι πρόκριτοι παρεκίνησαν τον Οικονόμον, ως εισακουόμενον, ν' απαιτήση την εκτέλεσιν του κανονισμού. Την απήτησεν· αλλ' οι ναύται όχι μόνον τον παρήκουσαν, αλλά και τον ύβρισαν και τον ηπείλησαν. Το μόνον υποστήριγμά του ήτον ο λαός. Αναμφιβόλως η απαίτησις της εκτελέσεως του κανονισμού ήτο δικαία και επαινετή· αλλά δεν εσυλλογίσθη ο Οικονόμος ορθώς, απαιτήσας αυτός την εκτέλεσίν του και ψυχράνας τοιουτοτρόπως τον λαόν. Από της ώρας εκείνης έπεσε, διότι έμεινεν άνευ υποστηρίγματος εν μέσω τόσω δυνατών εχθρών.

Ελαττωθείσης της δημοτικότητάς του, δύο μεγαλότολμοι πλοίαρχοι Υδραίοι, ο Λάζαρος Παναγιώτας και ο Θεόφιλος Δρένιας, μη ανεχόμενοι να βλέπωσι τους προκρίτους, ους εσέβοντο, περιφρονουμένους, φορολογουμένους και κινδυνεύοντας, ουδέ την πατρίδα των εις χείρας δημεγέρτου, απεφάσισαν να τον σκοτώσωσι,