Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 20
Απρίλιος Ο Χουρσήδης, ως προείπαμεν, κατεγίνετο εις τον κατά του Αλή πόλεμον καθ' ον καιρόν εξερράγη εν Πελοποννήσω η επανάστασις. Εκτός του προς τον σουλτάνον χρέους του αναγκάζοντος αυτόν να κινήση δυνάμεις κατά των επαναστατών, είχε και ιδιαίτερον αίτιον· αφήκεν εν Τριπολιτσά αναχωρών τας γυναίκας του και τους θησαυρούς του. Ο αγέρωχος χαρακτήρ του, ον εξιστορήσαμεν, αρκεί να δείξη την αγανάκτησιν της ψυχής του μαθόντος, ότι και αι γυναίκες και οι θησαυροί του εκινδύνευαν να πέσωσιν εις την διάκρισιν των απίστων· μόλις δε έμαθε τα συμβάντα ταύτα, και έστειλεν αμέσως τας ανωτέρω δυνάμεις υπό τον κεχαγιάν του ηγεμόνος της Πελοποννήσου, πολλής ικανότητος άνδρα και εμπειροπόλεμον, όστις απέβη εις Πάτρας μεσούντος του απριλίου, εθάρρυνε τους εκεί ομοπίστους του ειπών, ότι παρακολούθουν και άλλαι δυνάμεις, και μετέβη εις Βοστίτσαν, όπου ούτε στρατιώτας ηύρεν, ούτε κατοίκους, αλλά πολλάς τροφάς ετοιμασθείσας προ της αποστασίας, επί σκοπώ να σταλώσιν εις το εν Ιωανίννοις υπό τον Χουρσήδην στρατόπεδον. Διέμεινε δε εκεί μίαν εβδομάδα εκδίδων αμνηστήρια (συγχωροχάρτια) προς τους Καλαβρυτινούς και Βοστιτσάνους, αλλά μη εισακουόμενος· μαθών δε ότι έν σώμα Καλαβρυτινών υπό τον Ζαήμην εστάθμευε παρά την μονήν των Ταξιαρχών, έστειλε 500, το διεσκόρπισε, και παρά μικρόν ηχμαλώτισε και τον Ζαήμην εναπομείναντα μετ' ολίγων, διότι οι πολλοί ελειποτάκτησαν· έκαυσεν έπειτα την Βοστίτσαν μη ελθόντων των κατοίκων της εις προσκύνησίν του, ελεηλάτησε τα πέριξ, ήρπασε πολλά ζώα και ώδευσε προς την Κόρινθον. Εκεί είχε μεταβή πρό τινων ημερών ο Δικαίος, ίνα συμπράξη εις την πτώσιν της Ακροκορίνθου· επί δε τω ερχομώ του κεχαγιά επροσπάθησε να εμψυχώση τους στρατιώτας εις αντίστασιν, αλλ' ουδέν κατώρθωσεν· όλοι αφήκαν και την πολιορκίαν και την πόλιν και ανεχώρησαν αισχρώς. Τότε ο Δικαίος απελπισθείς έκαυσε την μεγαλοπρεπή οικίαν του Κιαμήλμπεη, και ανεχώρησεν εις Σωφικόν. Η δε εντός της Ακροκορίνθου μήτηρ του Κιαμήλμπεη, ιδούσα τον εμπρησμόν της οικίας, εφρύαξε, και διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τον διόλου μη πταίσαντα Ανδρίκον Νοταράν, ον είχε συμπαραλάβει εν τη ακροπόλει καθ' ον καιρόν εκλείσθη εν αυτή. Τόσον δ' αιφνιδίως εισέβαλεν εις Κόρινθον ο κεχαγιάς, ώστε ο εν αυτή ευρεθείς επίσκοπος Δαμαλών, Ιωνάς, εκινδύνευσε φεύγων να πιασθή, αποτινάξαντος αυτόν του ζώου εφ' ου εκάθητο. Συνελήφθησαν ο έξω της πόλεως και εφονεύθησαν ο διάκονός του καί τις ηγούμενος. Διατρίψας δε ο κεχαγιάς εν Κορίνθω μίαν ημέραν, αφήκεν εις ενδυνάμωσιν της ακροπόλεώς τινας των συνακολουθούντων αυτόν Αλβανών, και εστράτευσε προς το Άργος την 24, προπορευομένων των προς τους προεστώτας και κατοίκους της πόλεως εκείνης αμνηστηρίων.
Αφ' ού οι Αργείοι Τούρκοι περιωρίσθησαν εν Ναυπλίω, ήλθαν ικανοί Κρανιδιώται και Καστριώται και το επολιόρκησαν μετά των εν Αργολίδι χριστιανών. Οι Τούρκοι, εμποδιζόμενοι να εξέλθωσιν εις την ξηράν, επεχείρησαν ενήμερα του Πάσχα απόβασιν εις τους αντικρύ του Ναυπλίου μύλους επί συλλογή τροφίμων· αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην κατεχομένην επέστρεψαν εις Ναύπλιον άπρακτοι. Εξ αιτίας δε των ημερών του Πάσχα οι διά ξηράς πολιορκούντες εδόθησαν εις την κραιπάλην. Τούτο παρατηρήσαντες οι Τούρκοι επέπεσαν αίφνης, εσκότωσάν τινας, διεσκόρπισαν τους άλλους, και συλλαβόντες τον Κρανιδιώτην Γεώργην Λεμπέσην, τον εσούβλισαν.
Εν των επί πολιορκία του Ναυπλίου καταπλευσάντων πλοίων ήτο και το της χήρας Μπουμπουλίνας, εφ' ου επέβη και η ανδρόφρων αύτη και αρειμάνιος γυνή οπλοφορούσα και ενθουσιώσα υπέρ του αγώνος· συνοδευομένη δε υπό του αξίου τοιαύτης μητρός υιού της και άλλων συμπολιτών της ανέβη την τετράδην της διακαινησίμου εις Άργος, όπου υπεδέχθη ως βασίλισσα· ανέβη κατόπιν εις την αυτήν πόλιν ευφημούντος του λαού και ο πρόκριτος των Σπετσών, Γκίκας Μπότασης, συμπολιορκητής και αυτός του Ναυπλίου. Η ανάβασις αυτού και έτι μάλλον η πρωτοφανής παρουσία γυναικός εν τω σταδίω του πολέμου, καθ' ον καιρόν οι άνδρες έφευγαν απέμπροσθεν των εχθρών, ανεθάρρυναν τους Αργείους προς επανάληψιν της λυθείσης πολιορκίας του Ναυπλίου· την δε 23 μαθόντες την θριαμβευτικήν είσοδον του κεχαγιά εις Κόρινθον ητοιμάσθησαν να τον αντικρούσωσιν αναβαίνοντα εις Άργος (α).
Ολίγα βήματα έξωθεν της πόλεως προς την οδόν της Κορίνθου σώζεται τείχος επί της κοίτης του χειμαρρώδους Χαράδρου, του κοινώς Ξηριά, εις προφύλαξιν της πόλεως από της εν καιρώ χειμώνος καταφοράς των ρευμάτων. Οι Έλληνες, άπειροι εισέτι, ετοποθετήθησαν όπισθεν του τείχους αφήσαντες ανοικτά τα πλάγια· τόσω δε ήσαν βέβαιοι, ότι θα ενίκων, ώστε όλοι οι εν τη πόλει άνδρες και γυναίκες εχύθησαν εις τα πλησίον υψώματα θεωροί της νίκης. Οι Τούρκοι, ιδόντες μακρόθεν τόσον λαόν επί των υψωμάτων, υπέθεσαν, ότι ήσαν τόσοι οπλοφόροι και εφοβήθησαν. Φθάσαντες δε μετά πάσης προφυλάξεως εις την παρά το τείχος εκκλησίαν του αγίου Νικολάου, εγνώρισαν την αλήθειαν, και ηπόρησαν ιδόντες το θάρρος των εναντίων· διηρέθησαν τότε εις τρία· και οι μεν πεζοί ετάχθησαν εν τω κέντρω, οι δε ιππείς άλλοι δεξιόθεν και άλλοι αριστερόθεν, και ούτως εκίνησαν επί τους κατέχοντας το τείχος όλοι ταυτοχρόνως. Οι Έλληνες, ανυπόμονοι να πολεμήσωσι, τους ετουφέκισαν πριν έλθωσιν εντός βολής. Τότε οι ιππείς της δεξιάς και της αριστεράς πτέρυγος, κεντήσαντες τους ίππους και ευρόντες τα πλάγια αφύλακτα, εκύκλωσαν τους πρωτοπείρους Έλληνας και τους διεσκόρπισαν φονεύσαντες πολλούς, εν οις και τον υιόν της Μπουμπουλίνας. Ο νέος ούτος έρριψε κατά γης έφιππον Αλβανόν, τον Βελήμπεην· αλλά καθ' ην στιγμήν εξέτεινε την δεξιάν εις σφαγήν του, έπεσε νεκρός επ' αυτού φονευθείς παρ' άλλου. Η ήττα αύτη επέφερε τον διασκορπισμόν των επαναλαβόντων την πολιορκίαν του Ναυπλίου, και την τροπήν των επί των υψωμάτων θεατών, εξ ων άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι εις τους μύλους διεσώθησαν, πολλαί δε οικογένειαι καί τινες οπλοφόροι εκλείσθησαν εν τη υπό την ακρόπολιν μονή της Κεκρυμμένης. Οι δε Τούρκοι, εισελθόντες εις την πόλιν την 25, επολιόρκησαν τους εν τη μονή, προσπαθούντες να τους πείσωσι να παραδοθώσιν επί πλήρει και τελεία αμνηστεία· αλλ' εκείνοι εμψυχούμενοι παρά των εν αυτή ολίγων οπλοφόρων απέρριψαν τας πρώτας προτάσεις, και αντεστάθησαν ευτυχώς τρεις ημέρας· η έλλειψις όμως του νερού τους ηνάγκαζε να προσκυνήσωσιν. Είς των εγκλείστων ήτο και ο Κρανιδιώτης Παπά - Αρσένιος, ανήρ πλήρης ζήλου και τόλμης, όστις, παρευρεθείς εν τη προλαβούση μάχη κατά το τείχος, τόσον διέπρεψεν, ώστε ο κεχαγιάς επαναλαβών τας προτάσεις του, επέμενε να εξαιρεθή μόνος αυτός της γενικής αμνηστείας. Ο Αρσένιος, ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι ν' ανθέξωσι, τοις είπε να δεχθώσιν αυτάς ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον· αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους μύλους. Ο δε κεχαγιάς εδέχθη φιλοφρόνως τους προσκυνήσαντας, και εξ αυτών, αποδιδόντων τα αίτια της αποστασίας εις τους απόντας προκρίτους, κατέστησε δύο προεστώτας και τους εφόρεσε τα συνήθη καββάδια· απηλευθέρωσε δε και όλους τους κατεχομένους Χριστιανούς από των συλλαβότων αυτούς Τούρκων εκτός πέντε νεανίδων, διακρινομένων διά το κάλλος, μη δυνηθείς να τας αποσπάση εκ των χειρών των κατεχόντων αυτάς Αλβανών.
Εν ώ δε ο κεχαγιάς κατεγίνετο να ευτακτήση τα του Άργους, οι εν Λεβιδίω τότε σταθμεύοντες οπλαρχηγοί, Σκαλτσάς, Τσαλαφατίνος και Μπελίδας, μαθόντες την εκ Κορίνθου εις Άργος ανάβασίν του, εκίνησαν μετά 500, παρέλαβαν καθ' οδόν τον Νταγρέν και έφθασαν την 27 έξω του Άργους εν αγνοία των εχθρών. Αφ' ού δε ενύκτωσεν, απεφάσισαν να εισέλθωσιν εις την πανέρημον ακρόπολιν, όπου ούτε τουρκική ούτε ελληνική ήτο φρουρά. Εκ των 500, μόλις 90 επροθυμήθησαν να συνακολουθήσωσιν· αλλ' εμβάντες άνευ αντιστάσεως ή συγκρούσεως εξήλθαν πάλιν ησύχως πριν φέξη, όντες ολίγοι, και ηνώθησαν μετά των έξω απομεινάντων. Την δε ημέραν εκείνην, ό εστι την 28, ήλθεν όπου ήσαν οι προειρημένοι ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ανεψιός του Κολοκοτρώνη. Γενναίος ο ανήρ ούτος και ενθουσιώδης (β), απέκτησεν, αν και ξένος της επαρχίας του Άργους, τόσην επιρροήν διά μιας, ώστε ετάχθησαν υπό την οδηγίαν του 600 Αργείοι. Η νέα αύτη δύναμις εθάρρυνε τους απροθύμους άλλους στρατιώτας· ώστε, πριν βραδυάση, ανέβησαν όλοι εις την ακρόπολιν τουφεκίζοντες εν ώ εισήρχοντο. Οι εχθροί εφοβήθησαν, και υποπτεύσαντες νυκτικήν έφοδον ωχυρώθησαν εντός των οικιών και έκαυσαν την μητρόπολιν. Την δε 30 ηκούσθη πολύς τουφεκισμός κατά το Κουτσοπόδι· ήσαν δε οι Πετμεζάδες και ο Δικαίος ερχόμενοι κατά των εχθρών και έχοντες 400 οπλοφόρους. Ανυπόμονος ο μεγαλότολμος Δικαίος ν' ανδραγαθήση παρέλαβε 15 στρατιώτας και εκίνησε το καταμεσήμερον προς την ακρόπολιν, όπου ανέβη αβλαβής εν μέσω κινδύνων και τουφεκισμών. Αλλ' η ακρόπολις ήτον απρομήθευτος τροφών· διά τούτο οι εν αυτή, εν οις και ο Δικαίος, έφυγαν εκείθεν την ακόλουθον νύκτα.
Μάιος Εν τοσούτω οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι, μαθόντες τον ερχομόν του κεχαγιά, έστειλαν 800 ιππείς εις προϋπάντησίν του· έφθασαν δε εις Άργος οι σταλέντες ανενόχλητοι διά του Παρθενίου, και την 1 μαΐου ανέβησαν όλοι ομού εις Τριπολιτσάν διά του Τουρνικίου επίσης ανενόχλητοι. Τόσος δε φόβος κατέλαβε τους έξωθεν της πόλεως εκείνης εστρατοπεδευμένους, ώστε ουδείς ετόλμησε καν να φανή επί της αναβάσεως του κεχαγιά κατά το Παρθένι ή το Τουρνίκι. Μόνος ο Νικήτας, ευρεθείς εν Λεονταρίω καθ' ην ώραν ηκούσθη η όσον ούπω ανάβασις αυτού εις Τριπολιτσάν, επροθυμήθη αυθόρμητος να υπάγη εις κατάληψιν του Παρθενίου· τω εδόθησαν δε εκ των στρατοπέδων και 300 βοηθοί, αλλά μόνον 150 τον ηκολούθησαν, και εξ αυτών οι 130 καθ' οδόν ελειποτάκτησαν. Τοιαύτη ήτον η πολεμική διάθεσις των Πελοποννησίων τας ημέρας εκείνας.
Τα πρώτα δοκίμια λαών από βαρέως και πολυχρονίου ζυγού αυθορμήτως ανεγειρομένων είναι άξια πολλής προσοχής· διά τούτο ιστορήσαμεν λεπτομερώς τους περιστοιχίσαντας τον ελληνικόν αγώνα επί της ενάρξεως του μεγάλους κινδύνους ως διδάσκοντας διά των πραγμάτων τους επιχειρούντας τα αυτά, ότι δεν πρέπει μαχόμενοι υπέρ πατρίδος ν' απελπίζωνται αποτυγχάνοντες. Ενδεκαπλάσιοι των Τούρκων ήσαν οι Χριστιανοί (γ) εν Πελοποννήσω· αλλ' οι Τούρκοι εξουσίαζαν όλα τα φρούρια παρέχοντα και όπλα και πολεμεφόδια και ασφάλειαν· ήσαν παιδιόθεν εις το οπλοφορείν συνειθισμένοι· εθεώρουν τον Έλληνα ως ουτιδανόν ραγιάν και είχαν ην δίδει η εξουσία επί των εξουσιαζομένων υπεροχήν. Εξ εναντίας οι Έλληνες ήσαν εστερημένοι και όπλων και πολεμεφοδίων· κατείχαν ατείχιστα και ευπρόσβλητα μέρη· ήσαν ασυνείθιστοι εις οπλοφορίαν· ιππικόν δεν είχαν ως οι εναντίοι· εθεώρουν τους εχθρούς των ως ανωτέρους των· Τούρκον ήκουαν και έτρεμαν· τρανώτατα δε μαρτυρούν την αλήθειαν των λεγομένων αι δύο αδύνατοι εισβολαί των εχθρών εις την Πελοπόννησον, η μεν υπό τον Ισούφπασαν, η δε υπό τον κεχαγιάν, και τα περί την Καρύταιναν συμβάντα. 300 Τούρκοι υπό τον Ισούφπασαν μετέβησαν, ως είδαμεν, από Ρίου εις Πάτρας ανενόχλητοι εν μέσω χιλιάδων Ελλήνων, και 3500 υπό τον κεχαγιάν ανέβησαν εκ της εσχατιάς της Πελοποννήσου εις τον ομφαλόν της νικηταί και τρισευτυχείς· 6000 δε οπλοφόροι Έλληνες περί την Καρύταιναν, ιδόντες μόνον τον καπνόν μακρόθεν τινών καιομένων καλυβών καί τινας εχθρούς επερχομένους διεσκορπίσθησαν εις τα όρη όλοι, μηδενός καταδιώκοντος αυτούς· και σημειωτέον, ότι οι φυγόντες ήσαν Καρυτινοί, Λεονταρίται, Μανιάται και Κουτσουκμανιώται, ήγουν εκ των ανδρειοτέρων λαών της Πελοποννήσου. Τόσον επτοήθησαν οι Πελοποννήσιοι κατ' αρχάς· αλλά νικώμενοι έμαθαν να νικώσι χάρις εις τους ακαμάτους και καρτερικούς αρχηγούς των.
Οι δε μεταβάντες εις Λεοντάρι και Μεσσηνίαν οπλαρχηγοί, στρατολογήσαντες εν ταις επαρχίαις, όπου έκαστος ίσχυεν, συνενοήθησαν μετά του Κολοκοτρώνη, και εστρατοπέδευσαν εκ νέου υπό την αρχηγίαν του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη εν Βαλτετσίω, όπου, φοβούμενοι μη πάθωσιν όσα άλλοτε ωχυρώθησαν εντός τεσσάρων λιθοκτίστων προμαχώνων υπεράνω του χωρίου και επί της εκκλησίας· και εντός μεν του ενός εκλείσθησαν ο αρχηγός Μαυρομιχάλης μετά 120, εντός δε του ετέρου ο ανεψιός του Ηλίας, οι αδελφοί Φλέσαι, ο Σιόρης και ο Ευμορφόπουλος μετά 250, κατέλαβαν δε τους δύο άλλους τον μεν ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Παπατσώνης, ο Παναγιώτης Κεφάλας και ο Μητροπέτροβας μετά 350, τον δε ο Τσαλαφατίνος μετά 80, ωχυρώθη και επί της εκκλησίας ο Κατσανός και οι δυο αδελφοί Μπουραίοι μετά 80· ώστε οι εν Βαλτετσίω ήσαν όλοι 880. Εκτός δε του στρατοπέδου τούτου υπήρχαν, ως είρηται, όχι μακράν της Τριπολιτσάς και τρία άλλα μικρά, το μεν εν Χρυσοβιτσίω υπό τον Ανδρέαν Παπαδιαμαντόπουλον, το δε εν Πιάνα υπό τον Πλαπούταν, και το τρίτον εν Βερβένοις υπό τον Γιατράκον· ήσαν δε και τα τέσσαρα πλησίον το έν του άλλου εις συμβοήθειαν εν καιρώ ανάγκης· είχαν δε μεταβή κατ' εκείνας τας ημέρας και 350 υπό τον Νικήταν, τον Γιάννην Κολοκοτρώνην και τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην εις Άργος, όπου εσώζοντο δύο δημόσια κτίρια μολυβδοσκεπή επί μεταφορά εις το στρατόπεδον των Βερβένων μέρους της πολεμικής εκείνης ύλης, ης το στρατόπεδον έπασχε μεγάλην έλλειψιν.
Ο δε κεχαγιάς, φθάσας εις Τριπολιτσάν, διέσπειρε διαφόρους αποστόλους του Χριστιανούς εις τας επαρχίας της Πελοποννήσου, κηρύττοντας μετάνοιαν και φέροντας αμνηστήρια και προτρεπτικά εις υποταγήν γράμματα των εγκλείστων αρχιερέων και προεστώτων· παρήγγειλε δε και ταις τουρκικαίς Αρχαίς της Πελοποννήσου, όπου εισηκούοντο αι διαταγαί του, ανοχήν και φιλανθρωπίαν προς τον ραγιάν· αλλά δεν εκέρδισε διά του τρόπου τούτου ειμή τους κατοίκους τινών των πέριξ της Τριπολιτσάς χωρίων. Την δε 12 ανήγγειλαν αι επί των υψωμάτων ελληνικαί σκοπιαί διά σημείων, ότι οι εχθροί εκινούντο προς το Βαλτέτσι.
Ούτε τόσον πλήθος εχθρών συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω εξ αρχής του αγώνος μέχρι τούδε, ούτε τοιούτον πολεμικόν σχέδιον εσχεδιάσθη. Ο κεχαγιάς διήρεσε τον στρατόν του εις τέσσαρα· χιλίους έστειλεν εις το Καλογεροβούνι, ίνα εμποδίση δι' αυτών το στρατόπεδον των Βερβένων του να βοηθήση το του Βαλτετσίου μετά την έναρξιν της μάχης· εξακοσίους έστειλεν όπισθεν του Βαλτετσίου εις αιχμαλωσίαν ή όλεθρον των Ελλήνων φευγόντων, βέβαιος ων εκ των προηγουμένων περί της φυγής των φανέντος του εχθρού· έστειλε και τον γνωστόν επ' ανδρία και πολεμική εμπειρία Ρουμπήν Μπαρδουνιώτην μετά τρισχιλίων πεντακοσίων επί τους εν Βαλτετσίω· αυτός δε έχων χιλίους πεντακοσίους ιππείς προσεφέδρευεν. Ο Ρουμπής ώρμησεν ως μαινόμενος επί τους Έλληνας την β' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, οι δε σημαιοφόροι εχύθησαν πρώτοι, αλλά 14 έπεσαν διά μιας. Οι Έλληνες παρά την συνήθειάν των και την προσδοκίαν των εχθρών όχι μόνον δεν ελειποτάκτησαν, αλλά και γενναίως αντέστησαν, αποκρούοντες ευτυχώς τας αλλεπαλλήλους εφόδους των εχθρών και συνενισχυόμενοι. Μετά μίαν ήμισυ ώραν έφθασαν επίκουροι ο Κολοκοτρώνης, μετ' ολίγον δε και ο Πλαπούτας έχοντες αμφότεροι 1200, και ετοποθετήθησαν όπισθεν των εχθρών κόψαντες την συγκοινωνίαν αυτών. Ο κεχαγιάς, βλέπων την απροσδόκητον αντίστασιν των εν Βαλτετσίω και την επελθούσαν επικουρίαν, επλησίασεν όπου η μάχη έλκων δύο κανόνια, και ήρχισε να κανονοβολή· αλλ' ο κανονοβολισμός εξ αιτίας της θέσεως των κανονίων και της απειρίας των κανονοβολούντων δεν έβλαπτε τους Έλληνας.
Ήλθε μετά ταύτα εις το πεδίον της μάχης όλον το εις αιχμαλωσίαν ή όλεθρον των Ελλήνων επί της προσδοκουμένης φυγής των σταλέν εχθρικόν σώμα· ήλθε και το σώμα το προκαταλαβόν το Καλογεροβούνι, και ο πόλεμος διήρκει σφοδρός όλην την ημέραν. Επελθούσης δε της νυκτός εισήλθαν εις το χωρίον ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας εις εμψύχωσιν των μαχομένων, αλλ' επανήλθαν όπου και πρότερον και οι μεν Έλληνες ήλπιζαν ότι οι Τούρκοι αποτυχόντες θ' ανεχώρουν, οι δε Τούρκοι ότι οι Έλληνες μη έχοντες άλλον τρόπον σωτηρίας θα έφευγαν· αλλά διετήρησαν αμφότεροι τας θέσεις των πολεμούντες και την νύκτα ως επολέμησαν την ημέραν. Περί δε το μεσονύκτιον επεβοήθησαν τους Έλληνας περίπου εξακόσιοι εκ του στρατοπέδου των Βερβένων υπό τον Αντωνάκην Μαυρομιχάλην, τον Πέτρον Μπαρμπιτσιώτην και τον Σακελλάριον Καλογωνιώτην, και εφόβισαν τους εχθρούς τουφεκίζοντές τους απροσδοκήτως όπισθεν· ο δε Μπαρμπιτσιώτης, αναλογιζόμενος ότι οι εν τω Βαλτετσίω συνάδελφοί του ήσαν απηυδημένοι πολεμούντες ακαταπαύστως 16 ώρας, ηύρε 17 στρατιώτας ανδρείους ως αυτόν, διέσχισε ξιφήρης τους μεταξύ σωρούς των εχθρών, εισήλθεν αβλαβής μετά των περί αυτόν εις το χωρίον υπό το σκότος της νυκτός και ενδιέμεινε μαχόμενος. Περί δε τα χαράγματα ήλθεν άλλη επικουρία εκ Βερβένων υπό τον Γιατράκον, και η μάχη εξήφθη έτι μάλλον. Αφ' ού δε εξημέρωσεν, ο κεχαγιάς παρετήρησεν, ότι ο Ρουμπής ήτο πανταχόθεν κατεστενοχωρημένος, και ότι ουδεμίαν ελπίδα νίκης είχε· διά τούτο εσήμανε περί την α' ώραν της ημέρας την ανάκλησιν, και ο Ρουμπής και οι συν αυτώ ώρμησαν να φύγωσι διά μέσου των Ελλήνων. Τούτο βλέποντες οι έγκλειστοι ερρίφθησαν όλοι έξω των προμαχώνων επί τους φεύγοντας κτυπούντες αυτούς όπισθεν, εν ώ τους εκτύπουν οι άλλοι έμπροσθεν. Ο εχθροί έπιπταν σωρηδόν· και, επ' ελπίδι να μη καταδιώκωνται φεύγοντες, έρριπταν έμπροσθεν των Ελλήνων τα χρυσά και αργυρά των όπλα εις αρπαγήν. Το τέχνασμα τούτο ευδοκίμησεν εν μέρει, και ως εκ τούτου δεν έπαθαν οι φεύγοντες όσην φθοράν άλλως θα επάθαιναν. Αφ' ού δε οι εχθροί κατέβησαν εις την πεδιάδα, εφάνησαν ερχόμενοι προς το πεδίον της μάχης οι επί μετακομίσει του μολύβδου προκαταβάντες εις Άργος Έλληνες, οίτινες, φθάσαντες την προτεραίαν περί την δύσιν του ηλίου εις Δολιανά, έμαθαν και ήκουσαν την εν Βαλτετσίω μάχην, καί μηδόλως αναπαυθέντες έτρεξαν εκεί νυκτοπορούντες, αλλ' υστέρησαν. Η μάχη διήρκεσεν 23 ώρας· εξακόσιοι υπελογίσθησαν οι σκοτωθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι, τέσσαρες δε οι σκοτωθέντες και δεκαεπτά οι πληγωθέντες Έλληνες· έπεσαν εις χείρας των νικητών και πέντε σημαίαι. Καθ' ην δε ημέραν έφυγαν οι Τούρκοι, έφθασαν εις την Πιάναν ο Ζαήμης, ο Κανακάρης, ο Χαραλάμπης και οι Πετμεζάδες μετά χιλίων εκ Λεβιδίου, όπου εστρατοπέδευαν εις φύλαξιν της θέσεως εκείνης· και αν δεν ανεχώρουν οι εχθροί, ο παντελής αφανισμός των ήτον άφευκτος. Περατωθείσης της μάχης εδημηγόρησεν ο Κολοκοτρώνης και παρήγγειλε να νηστεύσωσιν όλοι την ημέραν εκείνην παρασκευήν, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον δοτήρα της νίκης Θεόν.
Είδαμεν τους Έλληνας έως χθες διασκορπιζομένους και φεύγοντας απέμπροσθεν των εχθρών οσάκις και όπου τους συνήντων· επί δε της περί ης ο λόγος μάχης βλέπομεν αυτούς τούτους νικώντας διά της επιμονής των και γενναιότητος· και το παραδοξότερον, τους βλέπομεν νικώντας αφ' ού τρισχίλιοι εκλεκτοί Αλβανοί επεδυνάμωσαν τους εχθρούς, και εν ώ πρώτην φοράν εγένετο πόλεμος υπό την γενικήν οδηγίαν αρχηγού εμπείρου και δυναμένου ως εκ της υψηλής θέσεως του να βραβεύση τους νικητάς. Η παράδοξος αύτη μεταβολή δεν προήλθεν εξ ελλείψεως των Τούρκων, ων και το πολεμικόν σχέδιον ήτον ορθόν, και η γενναιότης μεγάλη· αλλ' οφείλεται όλη εις την γενναίαν απόφασιν των εν τω χωρίω ολίγων Ελλήνων να νικήσωσιν ή ν' αποθάνωσιν, εις την θερμήν συνδρομήν των έξωθεν επιβοηθησάντων, και εις το εκ της συχνής συναντήσεως των εχθρών γεννώμενον κατ' ολίγον θάρρος. Η νίκη αύτη ενίσχυσε τον κλονιζόμενον αγώνα.
Κατησχυμένος ο κεχαγιάς δι' όσα έπαθεν, έσπευσε να συνάψη νέαν μάχην επ' ελπίδι ν' απονίψη το αίσχος του.