Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 19
Έδρευαν εν τω Μεγάλω Κάστρω ο αρχιεπίσκοπος της νήσου Γεράσιμος και ο επί ψιλώ ονόματι επίσκοπος Διουπόλεως· είχαν προσέλθει επί τη προσκλήσει της τουρκικής Αρχής και οι επίσκοποι των ανατολικών επαρχιών, ο Κνωσσού, ο Χερονήσου, ο Λάμπης και ο Σιτείας. Όλοι δε οι εν τω φρουρίω Χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, μηδ' αυτών των αρχιερέων εξαιρουμένων, ειργάζοντο εις τα του φρουρίου όχι μόνον τας καθημερινάς, αλλά και τας εορτάς μετά την απόλυσιν της εκκλησίας. Την 23 προ της ανατολάς του ηλίου εκλείσθησαν αίφνης αι πύλαι, ώρμησε πλήθος αιμοχαρών Τούρκων φρυαττόντων και ξιφηφορούντων εις την μητρόπολιν, και απαντήσαντες καθ' οδόν δύο Χριστιανούς, Χαλκωματάδας επονομαζομένους, πορευομένους και αυτούς εις το αυτό μέρος, τους εφόνευσαν. Εντεύθεν προοιμιάσαντες εχύθησαν εντός της μητροπόλεως· και κλείσαντες τον πυλώνα έπεσαν κατά των εν αυτή χριστιανών ως λέοντες ορυόμενοι· και πρώτον μεν εφόνευσαν 75 κοσμικούς, προσμένοντας εν τη αυλή τους αρχιερείς, ίνα συναπέλθωσιν εις τας συνήθεις εργασίας των· μετά ταύτα δε ανέβησαν άλλοι μεν εις τα επάνω, άλλοι δε εις το κάτω συνοδικόν, και εφόνευσαν τον αρχιεπίσκοπον και τους πέντε επισκόπους. Μεθύσαντες από του αίματος αυτών, επατήσαν και αυτήν την εκκλησίαν, εν ώ εψάλλετο η ακολουθία, και ο τόπος των θείων δοξολογιών, των οικτιρμών και της αγιότητος έγεινε τόπος βλασφημιών, αιμάτων και πάσης βδελυρίας· εισήλθαν μετά ταύτα εις τα άγια των αγίων και αιματόβαψαν το αναίμακτον θυσιαστήριον, μαχαιροκόψαντες τον ιερουργούντα· και τα μεν σώματα των αρχιερέων και κληρικών εισέτι σπαράττοντα έρριψαν εις τας οδούς, έκοψαν δε την γηραιάν κεφαλήν του αρχιεπισκόπου, και άλλοι μεν εμπήξαντες αυτήν επί ξύλου την επόμπευσαν διά της πόλεως και την έφεραν ενώπιον του βεζίρη Σερήφπασα, άλλοι δε εχύθησαν εις τας οδούς της πόλεως σπώντες τας θύρας των χριστιανικών οικιών και των εργαστηρίων, και τους μεν άνδρας φονεύοντες, εν οις και τους δύο αδελφούς του αρχιεπισκόπου, τας δε νέας γυναίκας καταισχύνοντες, πολλά δε παιδία περιτέμνοντες. Η πόλις εν ενί λόγω ωμοίαζε τρεις ώρας πόλιν δορυάλωτον. Μετά ταύτα ηνοίχθησαν αι πύλαι και διεσπάρησαν οι ανθρωποκτόνοι εις τα χωρία, φονεύοντες όλους τους άνδρας όσοι δεν επρόφθασαν ν' αναβώσιν εις τα όρη. Σκοπός δε αυτών ήτον ουδ' ένα άνδρα Χριστιανόν ζώντα ν' αφήσωσι· διά τούτο καταφθάσαντες 27 εν τω χωρίω Βενεράτω, και τους 27 εθανάτωσαν. Μόλις το δειλινόν εξέδωκεν ο βεζίρης ορισμόν να παύση η ανθρωποκτονία, και να φυλακισθώσιν οι εναπομείναντες Χριστιανοί, ως αναγκαίοι να εργάζωνται· έκτοτε έπαυσαν οι εν τη πόλει φόνοι· αλλ' η διαρπαγή των οικιών και των εργαστηρίων διήρκεσεν όλην την νύκτα και όλην την επιούσαν ημέραν. 730 ελογίσθησαν οι εν τω Μεγάλω Κάστρω θανατωθέντες κατ' εκείνην την ημέραν. Παυσάσης δε της σφαγής, ήρχισεν η φυλάκισις· οι κρυπτόμενοι Χριστιανοί ανευρισκόμενοι εσύροντο εις τας φυλακάς, και τόσον απανθρώπως ερραβδίζοντο, ώστε τινές απέθαναν πριν φυλακισθώσι· πολλοί δε των φυλακισθέντων εξεψύχησαν βασανιζόμενοι.
Τα συμβάντα ταύτα μαθών αγάς τις, έχων υπό την εξουσίαν του χωρία τινά εν τη ανατολική επαρχία της Κρήτης, Σιτεία, ο Χατσή - αφεντάκης, εμάνδρευσεν εντός της αυλής του τους χωρικούς του Χριστιανούς ως διακοσίους, επί λόγω ότι ήθελε να τοις λαλήση, και κλείσας την αυλόθυραν τους εφόνευσεν, έχων συνεργούς τους συγγενείς του, τους επιστάτας των χωρίων του και άλλους Τούρκους· ο δε πασάς, μαθών το γεγονός, υπερεπήνεσε τον πολύν ζήλον και την αφιλοκέρδειαν του χριστιανοβόρου αγά. Μετά τινας δε ημέρας ο εν Ρεθύμνη Οσμάμπασας εκάλεσε και αυτός τους ηγουμένους διαφόρων μοναστηρίων και διαφόρους ιερείς των εν τοις χωρίοις των επαρχιών Μυλοποτάμου και Αμαρίου επί λόγω να διανείμη δι' αυτών τοις ομοπίστοις των έγγραφά του εις ασφάλειάν των· συνελθόντας δε τους εθανάτωσεν όλους· εν ενί λόγω, εκτός των άλλων μεγάλων συμφορών των εν Κρήτη Χριστιανών, χίλιοι τουλάχιστον αθώοι, εν οις και επτά αρχιερείς, εθανατώθησαν ταις θλιβεραίς εκείναις ημέραις.
Οι δε Ρεθύμνιοι και Χανιώται Τούρκοι, πάσχοντες διά ξηράς, ουδέ την διά θαλάσσης συγκοινωνίαν είχαν ελευθέραν, διότι την διέκοπταν παραπλέοντα μεταξύ των δύο φρουρίων τα πλοία της Κάσσου. Αλλ' ευρόντες προθύμους αντιλήπτορας τους Καστρινούς, τους Κισαμίους και τους Σελινιώτας, ων την σύμπραξιν επεκαλέσθησαν, απεφάσισαν να πατήσωσι τα Σφακιά οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν. Ολίγοι ήσαν οι ενδιαμένοντες οπλοφόροι Χριστιανοί, διότι οι πολλοί ήσαν ήδη διεσπαρμένοι εις άλλας θέσεις· διέμεναν δε οι πλείστοι εν τω χωρίω Ασκύφω, κατείχαν τινές και τον Καλλικράτην.
Ιούλιος Αρχομένου του Ιουλίου εξεστράτευσαν πρώτοι οι Καστρινοί και οι Ρεθύμνιοι, συνηνωμένοι, ους ιδόντες εφορμώντας οι κατέχοντες τον Καλλικράτην, τον εγκατέλειψαν, οι δε Τούρκοι τον έκαυσαν, και καταλαβόντες την επαύριον τον Ασκύφον κατέστρεφαν τα πέριξ. Αλλ' οι καταλιπόντες τα δύο χωρία οπλοφόροι Χριστιανοί, ενισχυθέντες μετ' ολίγον υπό τινων άλλων πολλαχόθεν προσελθόντων, τους προσέβαλαν αίφνης εν αφοβία διάγοντας και αμερινία, και τους απεδίωξαν. Επήλθαν άλλοθεν και οι Κισάμιοι και οι Σελινιώται, αλλ' ευρόντες αντιπάλους κατά τα Ποροσάλια ετράπησαν και αυτοί. Την δε 4 εξεστράτευσαν οι Χανιώται υπό τον Οσμάμπασαν φέροντες και 4 κανόνια· πορευόμενοι εις Λάκκους και Θέρισον απήντησαν την επαύριον λίαν πρωί κατά το χωρίον Φουρνές, τους περί τον Δασκαλάκην, τον Βασίλην Χάλην και τον Φασούλην, και προχωρούντες εις το δάσος προς το χωρίον Μεσκλά, επολέμουν αμφιρρεπή και δεινόν πόλεμον μέχρι του δειλινού· αλλ' επελθόντων άλλοθεν κατ' εκείνην την ώραν των περί τον Αναγνώστην Παναγιώτου, τον Ανδρέαν Παπαπωλάκην και τον Σταμάτην Ανωγειανόν, ηναγκάσθησαν να τραπώσιν, εγκαταλείψαντες ζώα, πολεμεφόδια, σημαίας και τα 4 κανόνια. Υπερτριακόσιοι εξ αυτών εφονεύθησαν και 40 ηχμαλωτίσθησαν· όλοι δε οι αιχμαλωτισθέντες απέθαναν εν στόματι μαχαίρας· εφονεύθησαν και εκ των Ελλήνων 20, και επληγώθησαν 40· διεκρίθησαν δε επ' ανδρία οι Λακκιώται, και εξόχως ο Σαρηδαντώνης και ο Νικολουδάκης· ήσαν δε όλοι οι συγκρουσθέντες, Χριστιανοί μεν εννεακόσιοι, Μωαμεθανοί δε υπερδισχίλιοι. Και ούτοι μεν επανήλθαν πανταχόθεν κατησχυμένοι εις τα ίδια, οι δε Χριστιανοί κατέλαβαν και αύθις τας προτέρας θέσεις αγαλλόμενοι. Επεχείρησαν πολλοί Καστρινοί καί τινες Ρεθύμνιοι νέαν εκστρατείαν μεσούντος του αυτού μηνός εις Σφακιά υπό τον επ' ανδρία τιμώμενον Καούσην· και κατ' αρχάς μεν ευδοκίμησαν και κατέλαβαν την 16 και τον Ασκύφον· αλλά δεινώς προσβληθέντες υπό του Πρωτοπαπαδάκη, του Ρούσου, του Πωλογιωργάκη, του Παπαδάκη και του Δασκαλάκη, ηναγκάσθησαν να στρέψωσι τα νώτα, και διερχόμενοι το στενόν του Κατρέως πολλά έπαθαν· παραλαβόντες δε τους εν τω πύργω του Αληδάκη, ον οι Έλληνες μετά ταύτα ανέτρεψαν, επανήλθαν εις τα ίδια. Παρακολούθησαν τούτους, αγνοούντες την τροπήν των, άλλοι άλλοθεν Καστρινοί υπό τον Γερλή - κεχαγιάν, αλλά και αυτοί ηττηθέντες κατά την Άμπελον, και αιχμαλωτισθέντος και φονευθέντος του αρχηγού, επαλινδρόμησαν εις τα φρούρια. Εξώρμησαν την 25 τινές των εν τω φρουρίω των Χανιών επί τους παρασκηνούντας Έλληνας, αλλ' ουδέν ουδ' αυτοί κατώρθωσαν.
Τοιαύτη ήτον η πολεμική θέσις των Κρητών λήγοντος του Ιουλίου.
1821
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'
&Διασκορπισμός των περί την Καρύταιναν Ελλήνων - Συγκρούσεις Τούρκων και Ελλήνων περί την Τριπολιτσάν - Απόβασις του κεχαγιά του ηγεμόνος της Πελοποννήσου εις Πάτρας και ευτυχής αυτού άνοδος εις Τριπολιτσάν. - Μάχαι Βαλτετσίου και Δολιανών.&
ΕΝ ώ οι Έλληνες ανέμεναν, ως είπαμεν, ώρα τη ώρα την πτώσιν του παλαιοφρουρίου της Καρυταίνης και διεπραγματεύοντο περί τούτου, έμαθαν οι εν Τριπολιτσά Τούρκοι την δεινήν θέσιν των εν αυτώ παρά δύο χωρικά ενδυθέντων και διά νυκτός εξελθόντων εκείθεν, εξεστράτευσαν 700 ιππείς και 2000 πεζοί το πρωί της 30 μαρτίου, και προχωρούντες έκαυσαν το επί της οδού χωρίον Σάλεσι, δύο ώρας μακράν της Καρυταίνης. Ο Κολοκοτρώνης, ιδών τους καπνούς του καιομένου χωρίου, ανέβη εις Φλωριόν, και παρατήρησας διά του τηλεσκοπίου, ότι ήρχοντο εχθροί, το εγνωστοποίησε διά συνθήματος, και εν τω άμα οι περί την Καρύταιναν Έλληνες, αν και εξακισχίλιοι, όλοι σχεδόν διεσκορπίσθησαν τρέχοντες εις τα βουνά και εις τα σπήλαια· ώστε ο Κολοκοτρώνης καταβάς από του Φλωριού ηύρε μόνους εγκαρτερούντας και πολεμούντας εντεύθεν μεν του φρουρίου τους περί τον Ηλίαν Μαυρομιχάλην, εκείθεν δε τους αδελφούς Πλαπούτας, αλλά και ούτοι μετ' ολίγον ανεχώρησαν. Ανεχώρησαν τελευταίοι και οι περί τον Κολοκοτρώνην, οίτινες και συνεπληρώθησαν καθ' οδόν εις διακοσίους· απέφυγαν δε τον κίνδυνον κρυπτόμενοι και νυκτοπορούντες διά τινων αποκρήμνων και αγνώστων μονοπατίων, ανευρισκομένων παρά του Κολοκοτρώνη υπό το σκότος της νυκτός εις έκστασιν των συνοδοιπόρων του, αν και δεκαεπτά παρήλθαν έτη αφ' ότου είχε διαβή εκείθεν, ό εστιν αφ' ότου έπαυσε να περιφέρεται εις Πελοπόννησον ως κλέπτης. Οι δε Τούρκοι, φθάσαντες εις Καρύταιναν, παρέλαβαν εν ησυχία όλους τους εγκλείστους και τους συνώδευσαν εις Τριπολιτσάν· επανερχόμενοι δε απήντησαν προς το Καλογεροβούνι τους υπό τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην, τον αδελφόν του Κωνσταντίνον και τον Νικήταν Σταματελόπουλον, και έτρεψαν και αυτούς φονεύσαντες και τον γυναικάδελφον του Γιατράκου. Τόσον δε παράλογος τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας εξ αιτίας της εξόδου ταύτης των εχθρών, ώστε 17 μόνον ένοπλοι Τούρκοι συνώδευσαν κατ' εκείνας τας ημέρας εις Τριπολιτσάν 200 τροφοφόρα ζώα διά δυσβάτων και επιφόβων οδών από τόπου απέχοντος έξ ώρας μηδένα ένοπλον απαντήσαντες Έλληνα.
Αφ' ού δε η τόση πληθύς των περί την Καρύταιναν διεσκορπίσθη τόσον αισχρώς, οι οπλαρχηγοί απομείναντες σχεδόν όλοι άνευ οπαδών συνήλθαν οι πλείστοι διά διαφόρων οδών εις Στεμνίτσαν, όπου συνήχθησαν ένθεν κακείθεν καί τινες των οπαδών των, και ώδευσαν εις Χρυσοβίτσι όλοι τριακόσιοι, επ' ελπίδι να καταλάβωσι την θέσιν Λαγκάδαν και κτυπήσωσι Τούρκους τινάς επανερχομένους διά του μέρους εκείνου εις Τριλιτσάν αλλ' οι εκατόν ελειποτάκτησαν καθ' οδόν. Φθάσαντες δε οι λοιποί εις Χρυσοβίτσι έμαθαν, ότι οι Τούρκοι είχαν ήδη διαβή. Τότε πολλοί των οπλαρχηγών απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Λεοντάρι, και εκείθεν να καταβώσιν εις Μεσσηνίαν επί στρατολογία· παρεκίνουν δε και τον Κολοκοτρώνην να συνακολουθήση. «Δ ε ν - έ ρ χ ο μ α ι», τοις είπεν ούτος όλος περίλυπος, «θ έ λ ω - ν α - μ ε - φ ά γ ο υ ν - τ α - π ο υ λ ι ά - π ο υ - μ ε - γ ν ω ρ ί ζ ο υ ν». Εν τοσούτω ούτε άνθρωπον είχε παρ' αυτώ ούτε καν το τουφέκι του, διότι έχασε και αυτό επί της φυγής. Είπε τότε ο Δίκαιος πρός τινα των Μανιατών «Μ ε ί ν ε - μ α ζ ή - τ ο υ - μ η - τ ο ν - φ ά γ η - ο - λ ύ κ ο ς».
Αφ' ού δε ανεχώρησαν οι οπλαρχηγοί, ο Κολοκοτρώνης εμβήκεν εις την εκκλησίαν, έκαμε τον σταυρόν του και έμεινε πολλήν ώραν σύννους. Έπειτα ασπασθείς την εικόνα της Θεοτόκου, «Π α ν α γ ί α - μ ο υ», είπε, «β ο ή θ η σ ε - τ ο υ ς - Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ύ ς· τ ο υ ς - ε π ή ρ α μ ε - 'σ τ ο - λ α ι μ ό - μ α ς· και ταύτα ειπών εκίνησε προς την Πιάναν όλος απηλπισμένος συνοδίτην έχων μόνον τον Μανιάτην του.
Ο δε Κανέλλος Δηληγιάννης, φεύγων και αυτός εκ Καρυταίνης ως και οι λοιποί, μετέβη εις την πατρίδα του, τα Λαγκάδια, και ηύρεν όλον το χωρίον έρημον, και αυτήν του την οικογένειαν φυγούσαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων· έδραμε δε κατόπιν αυτής πεζός και ανυπόδητος, την επρόφθασεν εις το Σωποτόν, και την συνώδευσεν εις μέγα - Σπήλαιον. Εκεί μαθών, ότι οι επαρχιώται του απελπισθέντες απεφάσισαν να προσκυνήσωσιν, απέστειλεν εις πρόληψιν του κακού τον αδελφόν του Δημητράκην εις Λαγκάδια μεθ' όσων εδυνήθη να συλλέξη στρατιωτών. Φθάσας εκεί ούτος ηύρε τους εντοπίους Τούρκους συναθροισμένους όλους αόπλους εν τη αγορά, διότι την ημέραν της επαναστάσεως τοις αφήρεσαν τα όπλα οι περί τον Κανέλλον, και τους επεδίκλωσαν, αλλά δεν τους εφυλάκισαν· ηύρε δε συν αυτοίς και πολλούς χωρικούς Χριστιανούς ετοίμους, επί τη προτροπή των Τούρκων, να προσφέρωσι, διά πρεσβείας προς τους εν Τριπολιτσά, την υποταγήν του λαού. Ο Δημητράκης και οι συν αυτώ, διότι πολλοί των διεσκορπισμένων συνεπαρχιωτών του τον ηκολούθησαν καθ' οδόν, περιεκύκλωσαν τους εν τη αγορά Τούρκους, τους ετουφέκισαν και τους εφόνευσαν όλους, αναγκάσαντες τους συνεπαρχιώτας των να γένωσι και αυτοί συμμέτοχοι του φόνου, ώστε να μη τολμήσωσι πλέον και προσκυνήσωσι φοβούμενοι την αγανάκτησιν και εκδίκησιν των τουρκικών Αρχών. Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα του διασκορπισμού των περί Καρύταιναν και ως προς το στρατιωτικόν και ως προς τον λαόν.
Εν τοσούτω, όσον η θέσις των Ελλήνων ήτο δεινή, τόσω προθυμότερον ηγωνίζοντο οι αρχηγοί να την καλητερεύσωσι στρατολογούντες ακαμάτως, φαινόμενοι γενναίοι εν μέσω του πανικού φόβου και προκινδυνεύοντες. Τω όντι διά των αξιεπαίνων προσπαθειών και υπό την οδηγίαν του επισκόπου Βρεμένης Θεοδωρήτου, του Σαριγιάννη, του Παναγιώτη Ζαφειροπούλου, του Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη, του Κοντάκη και άλλων, συνήχθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας έως 1500 ένοπλοι, Μιστριώται, Αγιοπετρίται, Τριπολιτσιώται και Μανιάται εις Βέρβενα, θέσιν βουνώδη και δυνατήν εν τη επαρχία του αγίου Πέτρου, όπου και ωχυρώθησαν, κτίσαντες τέσσαρας πύργους· συνήχθησαν και υπό τον Κολοκοτρώνην ικανοί εις Πιάναν, 3 ώρας απέχουσαν της Τριπολιτσάς· αλλά θάρρος δεν λάμβαναν οι συναζόμενοι· Τούρκους ήκουαν και πάραυτα έφευγαν.
Απρίλιος Την 5 απριλίου οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι εξεστράτευσαν κατά των εν Πιάνα, τους διεσκόρπισαν μόλις φανέντες, και έκαυσαν το χωρίον· ο δε Κολοκοτρώνης, απολειφθείς μόνος, μετέβη εις το μεταξύ Αλωνίσταινας και Βυτίνας διάσελον· αλλ' οι εχθροί υπήγαν και εκεί, εσκόρπισαν τους συνελθόντας, έτρεψαν και αύθις τον Κολοκοτρώνην, έκαυσαν το χωρίον και μετέφεραν τας εκεί αποτεταμιευμένας των Ελλήνων τροφάς εις Τριπολιτσάν. Ενήμερα δε του Πάσχα εστράτευσαν εις Βλαχοκερασιάν, χωρίον 4 ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, όπερ κατείχαν ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, και ο Αντώνης Νικολόπουλος Λακεδαιμόνιος μετά 800 συντρόφων· αλλά μόλις επλησίασαν, ελειποτάκτησαν όλοι οι υπό τον Κυριακούλην· οι δε υπό τον Νικολόπουλον αντέστησαν κατ' αρχάς, αλλά φονευθέντος αυτού ετράπησαν και ούτοι και ανέβησαν τα όρη· εφονεύθησαν δε διαρκούσης της μάχης και ο Παναγής Βενετσιανάκος, και άλλοι. Οι δε Τούρκοι καύσαντες το χωρίον, επανήλθαν εις Τριπολιτσάν.
Εξ αιτίας δε των δεινών τούτων περιστάσεων συνήλθαν κατά πρόσκλησιν του Κολοκοτρώνη και του Κανέλλου Δηληγιάννη, ευρισκομένων τότε εν Μαρμαριά, διάφοροι οπλαρχηγοί εις Πάπαρι, 4 ώρας απέχον της Τριπολιτσάς, και κοινής σκέψεως γενομένης, συνωμολόγησαν, ότι δύσκολος ήτον η στρατολογία, και έτι δυσκολωτέρα η μη λειποταξία των στρατολογουμένων, εις διόρθωσιν δε του κακού ανηγόρευσαν όλοι ομογνωμόνως τον εν Καλαμάτα διατρίβοντα Πετρόμπεην αρχιστράτηγον της Πελοποννήσου, και τον παρεκάλεσαν να συνάξη όσους εδύνατο Μανιάτας, υποσχόμενοι αυτοίς τροφάς και μισθούς, και να συναναβή και αυτός κατ' εκείνα τα μέρη, ώστε να βιάσωσι τους χωρικούς διά των Μανιατών να οπλοφορήσωσι, να εκστρατεύσωσι και να διατηρήσωσι τας θέσεις των. Τούτου γενομένου διελύθη η συνέλευσις· και ο μεν Δηληγιάννης και ο Τσαλαφατίνος ετοποθετήθησαν κατά το διάσελον της Αλωνίσταινας, όπου υπήγε μετ' ολίγον και ο Πλαπούτας επ' ελπίδι να εμποδίσωσι τον εχθρόν, αν εδοκίμαζε να πέση εκείθεν εις άλλας επαρχίας, οι δε λοιποί μετέβησαν εις Βαλτέτσι, χωρίον ορεινόν, 2 ώρας απέχον της Τριπολιτσάς.
Κατ' εκείνας τας ημέρας 800 Καλαβρυτινοί υπό τον Χαραλάμπην, καί τινες Τριπολιτσιώται υπό τον Αρβάλην, μαθόντες τα εν Καρυταίνη δυστυχήματα, εσταρατοπέδευσαν εν Λεβιδίω, 5 ώρας μακράν της Τριπολιτσάς, εις εγκαρδίωσιν των ολιγοψυχησάντων συναδέλφων, και εις εμπόδιον του εχθρού, αν επεχείρει να διαβή εκείθεν προς τα Καλάβρυτα· αλλ' οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι, μαθόντες τον ερχομόν αυτών, εξεστράτευσαν την 13 διά νυκτός και τοις επλησίασαν ανατείλαντος του ηλίου. Επτοήθησαν οι Έλληνες πριν φθάσωσιν οι εχθροί, και ανέβησαν εις τας πλησίον ορεινάς θέσεις· μόνοι δε 60 υπό τους οπλαρχηγούς Νικολόν Σολιώτην, Αναγνώστην Στριφτόμπολαν, Γεώργην Κουλοχέρην και Γιαννάκην Πετμεζάν, εκλείσθησαν εντός τινων οικιών του χωρίου και επολέμησαν αντέχοντες γενναίως εις τας αλλεπαλλήλους προσβολάς των πολλών εχθρών 7 ώρας. Εν ώ δε εκινδύνευαν, ήλθαν έξωθεν εις βοήθειάν των ο Πλαπούτας, ο Τσαλαφατίνος, ο Νικολός Πετμεζάς και άλλοι, κατέβησαν και ολίγοι εκ των καταφυγόντων εις τα όρη, και ούτως ελυτρώθησαν οι έγκλειστοι προσβληθέντων όπισθεν των εχθρών και αναγκασθέντων να φύγωσιν. Εφονεύθησαν εν τη μάχη ταύτη ο Στριφτόμπολας, ο υποπλαρχηγός Σωτήρης Σολμενίκος και τρεις στρατιώται. Η αντίστασις των ολίγων τούτων και η γενναιότης των έξωθεν επιβοηθησάντων καθ' ον καιρόν η δειλία κατέλαβε τας ψυχάς όλων είναι αξία παντός επαίνου.
Μετά δε την μάχην του Λεβιδίου ο Πλαπούτας και ο Τσαλαφατίνος, συνενωθέντος και του Δηληγιάννη, μετέβησαν εις το διάσελον της Αλωνίσταινας και εκείθεν εις Πιάναν, όπου ηύραν εστρατοπεδευμένον τον Αντώνην Κολοκοτρώνην. Οι δε λοιποί διέμεναν εν Βαλτετσίω.
Οι Τριπολιτσιώται Τούρκοι υπήγαιναν συνήθως εις τους μύλους της Δαβιάς και άλεθαν. Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Πιάνα και Βαλτετσίω Έλληνες έστειλαν τον Αντώνην Κολοκοτρώνην μετά 80 εις ένεδραν· ο Αντώνης ενήργησε όσα διετάχθη, και την 18 εκτύπησε τους Τούρκους ερχομένους προς τους μύλους, εφόνευσε 10 και συνέλαβεν ολίγα ζώα. Εξήλθαν οι εν Τριπολιτσά εις τιμωρίαν των ολίγων εκείνων Ελλήνων. Βλέποντες αυτούς εξερχομένους εξήλθαν και οι εν Πιάνα και Βαλτετσίω Έλληνες εις υπεράσπισιν των περί τον Αντώνην και ούτως συνεκρούσθησαν Έλληνες και Τούρκοι προς την Σιλίμναν. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν και εσκότωσαν 20 Τούρκους, εν οις και τον επ' ανδρία φημιζόμενον Ομέραγαν Τριπολιτσιώτην· δύο Έλληνες εσκοτώθησαν και δύο επληγώθησαν. Μετά την σύγκρουσιν ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Τριπολιτσάν οι δε Έλληνες εις Πιάναν και Βαλτέτσι οπωσούν θαρραλεώτεροι. Εθαρρύνθησαν έτι μάλλον μετ' ολίγον και διά του εξής αριστεύματος. Ο Νικήτας καί τινες των οπαδών του είδαν επί της πεδιάδος μίαν ώραν και τέταρτον μακράν της Τριπολιτσάς 20 Τούρκους, και καταβάντες τους εκτύπησαν και εφόνευσαν έξ, τους δε λοιπούς απώθησαν εις την πόλιν φωνάζοντας ότι προ των πυλών της εφονεύοντο Τούρκοι. Εξήλθαν ιππείς προς καταδίωξιν των περί τον Νικήταν, αλλ' ούτοι σκυλεύσαντες τους φονευθέντας ανέβησαν αβλαβείς εις Βέρβενα, όπου τους εφήμισε το στρατόπεδον, ως τολμήσαντας να φανώσι κατά τον δεινόν εκείνον καιρόν τόσον πλησίον της Τριπολιτσάς.
Την δε 24 εξεστράτευσαν οι Τούρκοι κατά των εν Βαλτετσίω, τους διεσκόρπισαν και διεσπάρησαν συνάζοντες ζώα· αλλ' ωπισθοδρόμησαν μετ' ολίγον αφήσαντες καθ' οδόν τα ζώα, διότι επήλθαν οι εν Βερβένοις και Πιάνα. Επανελθόντων δε των Τούρκων εις Τριπολιτσάν, ο μεν Κολοκοτρώνης εσύστησεν άλλο στρατόπεδον εις Χρυσοβίτσι, ο δε Γιατράκος, οπλαρχηγός της επαρχίας του Μιστρά, εις Βέρβενα, όπου εψηφίσθη ομογνωμόνως την 5 μαΐου αρχηγός του στρατοπέδου εκείνου επί τη προτάσει του επισκόπου Βρεσθένης· άλλοι δε εκ των οπλαρχηγών μετέβησαν εις Λεοντάρι και έστειλάν τινας εις τας επαρχίας, όπου έκαστος είχεν επιρροήν, επί στρατολογία. Οι δε Τούρκοι, διασκορπίσαντες το στρατόπεδον του Βαλτετσίου, περιήρχοντο ανύποπτοι και ανενόχλητοι πέριξ της Τριπολιτσάς συνάζοντες ζώα, και εμπαίζοντες μακρόθεν τους φυγομάχους Έλληνας.
Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των περί την Τριπολιτσάν Ελλήνων, ότε τοις ήλθεν είδησις, ότι ο Μουσταφάμπεης, κεχαγιάς του ηγεμόνος της Πελοποννήσου, μετά 3500 εκλεκτών στρατιωτών, όλων σχεδόν Αλβανών, απέβη εις Πάτρας.