Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 18
Τα σπέρματα της Φιλικής Εταιρίας πεσόντα εν καιρώ εις την γην της Μακεδονίας, εκαρποφόρησαν. Καθ' ον χρόνον εξερράγη η ελληνική επανάστασις η Θεσσαλονίκη ετέλει εν ελλείψει πασά υπό μουτεσελήμην, τον Ισούφμπεην, άνθρωπον καχεντρεχή και αιμοβόρον. Ούτος λαβών αφορμήν να υποπτεύση, ότι ήσαν συνωμόται και εντός και εκτός της Θεσσαλονίκης, και εν αυτώ τω αγίω Όρει, εκάλεσε τους προεστώτας των υπό την δικαιοδοσίαν του επαρχιών, σκοπεύων να ζητήση κατά την τουρκικήν συνήθειαν ομήρους εις ασφάλειαν, ίσως δε και να κρατήση αυτούς· αλλ' οι προεστώτες, εν γνώσει όσων εμελετώντο, δεν υπήγαν· απέστειλαν δε δευτερεύοντάς τινας, και εκ της τάξεως αυτών εδόθησαν οι ζητηθέντες όμηροι. Τούτο επηύξησε τας υποψίας της τουρκικής Αρχής. Το μέρος δε το υπέρ παν άλλο ανησυχάζον τον Ισούφμπεην ήτο το άγιον Όρος, όπου ο Εμμανουήλ Παπάς, προεστώς των Σερρών και θερμός οπαδός της Φιλικής Εταιρίας, είχε πολλούς και ισχυρούς προσηλύτους· αλλ' επειδή δυνάμει αρχαίων προνομίων απηγορεύετο η είσοδος οθωμανικών στρατευμάτων, ο Ισούφμπεης έστειλε κατ' αρχάς στρατεύματα μόνον προς τον ισθμόν του αγίου Όρους, μεγάλως ενοχλούντα τους κατοίκους των μερών εκείνων· ηθέλησε μετά ταύτα να πιάση και τους προεστώτας του Πολυγύρου, πρωτευούσης των Χασίκων χωρίων, ως υποκινούντας ταραχάς, και διέταξε να στρατεύσωσι προς την ρηθείσαν κωμόπολιν ο μεν αρχηγός της πολιτοφυλακής της Παζαρούδας, Τσιρίμπασης, μετά 500 διά των ορέων, ο δε ταμίας του Ισούφπασα των Σερρών Χασάναγας, ο διοικών τα Χάσικα χωρία, μετ' άλλων 500 διά της πεδιάδος, και
Μάιος εισελθόντες την 17 μαΐου να συλλάβωσι τους προεστώτας, ν' αφοπλίσωσι τους κατοίκους, και να ενδιαμείνωσιν· αλλ' οι προεστώτες, μαθόντες όσα ετεκταίνοντο, εξήλθαν την 16 αναθέσαντες εις άλλους την προμήθειαν των αναγκαίων τροφών και καταλυμάτων του ερχομένου στρατού. Την εσπέραν δε της αυτής ημέρας στρατιώται του διοικητού της κωμοπόλεως περιφερόμενοι ύβριζαν τους προστυχόντας, και ετουφέκισαν καί τινας νέους. Το περιστατικόν τούτο και οι απειλητικοί των Τούρκων λόγοι, έτι δε και φόνοι συμβάντες σποράδην εντός του πασαληκίου, έδωκαν αφορμήν να πιστεύσωσιν οι κάτοικοι, ότι όλοι θ' απέθνησκαν εν στόματι μαχαίρας επί της εισόδου των στρατευμάτων. Εις πρόληψιν δε του κακού έδραξαν τα όπλα, επάτησαν το διοικητήριον την επαύριον, εφόνευσαν τον διοικητήν και τους περί αυτόν 18 στρατιώτας και εστράτευσαν αυθημερόν εις προφύλαξιν της κωμοπόλεως, οι μεν κατά του Τσιρίμπαση, οι δε κατά του Χασάναγα, και ούτως ηνάγκασαν αμφοτέρους να οπισθοδρομήσωσι. Ταύτα μαθών ο μουτεσελίμης της Θεσσαλονίκης έγεινε θηρίον· εσούβλισε τους δυστυχείς ομήρους των επαρχιών, και απεκεφάλισε τον επίσκοπον Κυτρών, τον Χριστόδουλον Μπαλάνον, τον Χρήστον Μενεξέν και τον Κυδωνιάτην· δισχιλίους δε άλλους Χριστιανούς εφυλάκισεν εν τω ναώ και τη αυλή της μητροπόλεως και εγύμνωσε πολλάς οικίας. Είχαν δε οι Τούρκοι συμπράκτορας θερμούς εν ταις αθεμιτουργίαις τους κατοικούντας την πόλιν πολυαρίθμους Εβραίους οπλοφορήσαντας και αυτούς κατά των Χριστιανών. Αλλά τα κακά ταύτα εξήψαν αντί να σβέσωσι την αποστασίαν· διότι κατά το παράδειγμα του Πολυγύρου όλα τα χωρία της επαρχίας και άλλα κατόπιν αυτών έδραξαν τα όπλα, και πανταχόθεν συνέρρευσαν στρατεύματα, εξ ων εσυστήθησαν δύο στρατόπεδα, το μεν εκ Μαδεμοχωρι?? και Μοναχών εξελθόντων του αγίου Όρους υπό τας διαταγάς του Παπά, όστις ανηγορεύθη α ρ χ η γ ό ς - κ α ι - π ρ ο σ τ ά τ η ς - τ η ς - Μ α κ ε δ ο ν ί α ς, το δε εκ Χασικοχωρητών και Κασσανδρέων υπό τον οπλαρχηγόν Χάψαν Κασσανδρέα. Τα δύο δε ταύτα στρατόπεδα πολλάκις αψιμαχήσαντα προς τους εχθρούς υπερίσχυσαν· το υπό τον Χάψαν μάλιστα επροχώρησε μέχρι της Καλαμαρίας και κατεδίωξε τους Τούρκους δύο ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης. Μεσούντος δε του Ιουνίου ο Μπαηράμπασας, ετοιμαζόμενος να στρατεύση εις Ανατολικήν Ελλάδα και Πελοπόννησον, έπεσεν εν πρώτοις πανστρατιά επί τον Παπάν, εστρατοπεδευμένον προς το βάθος του Στρυμονικού κόλπου (της Κοντέσσας), και τον εβίασε να υποχωρήση προς τα όρη· στραφείς δε μετά ταύτα και κατά του άλλου στρατοπέδου, ηνάγκασε και αυτό να υποχωρήση προς τα όρη. Εντεύθεν εμψυχωθέντες οι εν Θεσσαλονίκη Τούρκοι, παραλαβόντες και τους Εβραίους, επροχώρησαν μέχρι των Βασιλικών, 4 ώρας μακράν της Θεσσαλονίκης, όπου ηύραν 200 Έλληνας οπλοφόρους υπό τον Χάψαν. Γενναίως επολέμησαν κατ' αρχάς οι ολίγοι ούτοι, αλλ' ενικήθησαν διά τον μικρόν αριθμόν των, και επί τέλους ετράπησαν· εφονεύθησαν δε 60 εν οις και ο πολλού επαίνου άξιος αρχηγός· οι δε Τούρκοι και οι Εβραίοι, εμβάντες εις την κώμην, την έκαυσαν φονεύσαντες και ανδραποδίσαντες τους κατοίκους. Άλλη μάχη, επίσης δυστυχής, συνέβη μετά τινας ημέρας κατά την Γαλάτισταν, 2 ώρας απέχουσαν των Βασιλικών ανατολικώς. Οι Τούρκοι έκαυσαν και την κώμην εκείνην, τους δε εν αυτή Χριστιανούς, τους μεν εφόνευσαν, τους δε ηνδραπόδισαν. Οι Έλληνες μετά τα δυστυχήματα ταύτα απεσύρθησαν, οι μεν εις Κασσάνδραν, οι δε εις άγιον Όρος, καί τινες εις τα επί της Σιδωνίας χωρία, Παρθενώνα και Συκιάν.
Η χερσόνησος Κασσάνδρα ή ελληνικώτερον Κασσάνδρεια, είναι η το πάλαι γνωστή Πελλήνη και παλαιότερον Φλέγρα· προέχει εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού και Κορωναίου κόλπου ως 40 μίλια μέχρι του ακρωτηρίου Κανάστρου, κοινώς λεγομένου Παλιούρι. Επί του ισθμού δε της χερσονήσου ταύτης κείται το χωρίον Πινάκα, όπου έκειτο άλλοτε η Ποτίδαια, η τόσων λογομαχιών και κακών πρόξενος μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων· το δε πλάτος του ισθμού είναι περίπου 450 οργυιών. Οι Έλληνες, αφ' ού συνηθροίσθησαν εντός της χερσονήσου, έκοψαν τον ισθμόν τούτον· εντεύθεν δε της τομής ωχυρώθησαν κατ' αρχάς 2700 οπλοφόροι εντόπιοι στήσαντες και Κανόνια εκ Ψαρών μετακομισθέντα· εβοηθούντο δε και υπό δύο Λιμνίων πλοίων· εισήλθαν μετά ταύτα εις την χερσόνησον και 400 Ολύμπιοι υπό τους οπλαρχηγούς Λιακόπουλον και Μπίνον. Επί δε του αγίου Μάμαντος αντεστρατοπέδευσαν και ωχυρώθησαν τριπλάσιοι Τούρκοι, οίτινες αφού άπαξ επί αποπείρα εφόδου επλησίασαν μέχρι της τομής και απεκρούσθησαν, περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς αποβαίνοντας συνήθως προς βλάβην των. Οι δε εντός της χερσονήσου Έλληνες, έχοντες τα ανωτέρω πλοία και ικανά πλοιάρια, απέβαιναν συχνάκις εις διάφορα μέρη διά νυκτός και ηνόχλουν τους εχθρούς. Και ταύτα μεν τα κατά την Μακεδονίαν τω καιρώ εκείνω.
Μεταβαίνοντες δε ήδη εις τα της Κρήτης, κρίνομεν αναγκαίον να θεωρήσωμεν πρώτον την εσωτερικήν κατάστασιν αυτής.
Ουδαμού της αποστατησάσης Ελλάδος ο αριθμός των Τούρκων ως προς τον των Χριστιανών ήτο τόσον πολύς, ή ο χαρακτήρ αυτών τόσον κακοποιός, ή το σύστημά των τόσον ολέθριον, όσον εν Κρήτη· 290,000 ελογίζοντο όλοι οι κάτοικοι της νήσου, εξ ων οι μεν 160,000 ήσαν Χριστιανοί, οι δε 130,000 Τούρκοι (β). Αλλ' οι Χριστιανοί ουδεμίαν είχαν των δημοτικών ελευθεριών, ων απελάμβαναν οι των άλλων μερών της Ελλάδος ομόπιστοί των· ως είλωτες εθεωρούντο, και είλωτες ήσαν· τα τέκνα των ηρπάζοντο καθ' ημέραν ή εις υπηρεσίαν των Τούρκων ή εις θεραπείαν των αισχρών ορέξεών των, και οι ιδρώτες των εχρησίμευαν εις τροφήν και ηδυπάθειάν των. Υπό τρεις πασάδας ετέλει η νήσος. Το Μεγάλον Κάστρον (Ηράκλειον), η Ρεθύμνη, και τα Χανιά (Κυδωνία) ήσαν αι πόλεις όπου έδρευαν· αλλ' ουδείς των τριών, εξ ων ο του Μεγάλου Κάστρου έφερε τίτλον βεζίρη, εξουσίαζε την Κρήτην· την εξουσίαζεν η μάχαιρα των εντοπίων Τούρκων φοβίζουσα πολλάκις και αυτούς τους πασάδας· ο τυχών Τούρκος, διότι ήτο Τούρκος, ύβριζεν, εξύλιζεν, επιστόλιζεν, εγύμνονε τον τυχόντα Χριστιανόν, διότι ήτο Χριστιανός, και ποτέ δεν επαιδεύετο όσον αξιόποινος και αν ήτο η διαγωγή του· οι αγάδες ηγόραζαν διά βίου τας προσόδους των χωρίων, και τοιουτοτρόπως μετήρχοντο, μηδενός εναντιουμένου, πάσαν εξουσίαν επί των Χριστιανών, ως αυθένται επί δούλων (γ)· επί τω θανάτω δε των πατέρων διεδέχοντο συνήθως την εξουσίαν οι υιοί, ώστε η δουλεία απέβαινε κληρονομική. Εντεύθεν ευκόλως δύναταί τις να συμπεράνη πόσον έπασχεν ο χριστιανικός λαός. Μόνοι οι ορεσίτροφοι απέφευγαν τα κακά ταύτα· μεταξύ δε τούτων διέπρεπαν οι Σφακιανοί κατοικούντες τραχείαν και βουνώδη γην υπό τας κορυφάς των Λευκών ορέων. Ο ολίγος ούτος λαός είναι ανδρείος και εμπειροπόλεμος, αλλ' άτακτος και φιλάρπαξ, καθώς όλοι οι μη ζώντες υπό νόμον, και μάλλον αδιοίκητος ή αυτοδιοίκητος.
Η Κρήτη έπαθε θρησκευτικώς ό,τι δεν έπαθεν άλλο μέρος της αποστατησάσης Ελλάδος, διότι ουδέν άλλο υπέστη όσα πολιτικά κακά υπέστη η νήσος εκείνη.
Πολλούς αιώνας προ της πτώσεως της λοιπής Ελλάδος υπό τον οθωμανικόν ζυγόν, εν έτει 653 μετά Χριστόν, επατήθη η Κρήτη υπό των περί τον Μοάβιον στρατηγόν του Οσμάν - καλίφη Αράβων· κατεξουσιάσθη δε υπό των εξ Ισπανίας κατάδιωχθέντων και κατασταθέντων μέχρι τινός εν Αλεξάνδρεια ομοφύλων αυτών μεσούντος του ι' αιώνος, και διέμεινεν υπεξούσιος έως ου τους εξήλασε Νικηφόρος ο Φωκάς επί του αυτοκράτορος Ρωμανού, εγγόνου Βασιλείου του Μακεδόνος. Υπό την μακράν δε ταύτην αραβικήν ή σαρακινήν εξουσίαν πάμπολλοι των εγκατοίκων ηλλαξοπίστησαν, αλλ' επανήλθαν εις την θρησκείαν των πατέρων των επανελθούσης της πατρίδος των υπό την βυζαντινήν αυτοκρατορίαν· ηλλαξοπίστησαν δε πάλιν πεσούσης της πατρίδος των υπό τον οθωμανικόν ζυγόν.
Σκληροί και αιμοβόροι πάντοτε οι Κρήτες Τούρκοι, καθώς τους παρεστήσαμεν, εύκολον είναι να συμπεράνη τις πόσον εξεμάνησαν κατά των Χριστιανών, μαθόντες τας εν Πελοποννήσω ταραχάς. Υποπτεύοντες όμως ότι δάκτυλος ρωσσικός τας υπεκίνει, δεν εκακοποίησαν τους Χριστιανούς κατ' αρχάς ειμή σποράδην, και έβαλαν κατά νουν να προφυλαχθώσι μάλλον ή να βλάψωσι· διά τούτο αφώπλισαν τους κατά τας πόλεις και τα πέριξ χωρία, τους κατεδίκασαν να εργάζωνται καθ' ημέραν υπό εργοδιώκτας εις επισκευήν και εφοδιασμόν των φρουρίων, και μετεκάλεσαν εις το Μεγάλον Κάστρον τους αρχιερείς των ανατολικών επαρχιών.
Αν και η επανάστασις εξηπλώθη καθ' όλην την Πελοπόννησον και διεδόθη και εις το Αιγαίον, αν και πλοία υπό σημαίαν ελληνικήν εφαίνοντο κατά τα παράλια της Κρήτης, οι κάτοικοι αυτής Χριστιανοί και οι επί των πεδινών και οι επί των ορεινών τόπων δεν εσείσθησαν παντάπασιν· οι δε αρχιερείς κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις διατήρησιν της ησυχίας καθ' όλην την νήσον εκδώσαντες εγκυκλίους προς τους υπό την ποιμαντορίαν των, δι' ων εξύμνουν τας απείρους προς αυτούς αγαθοεργίας της υψηλής Πύλης, και τους εσυμβούλευαν να προσέχωσιν αυστηρώς μη τύχη και διά κακοβούλων και απατηλών εισηγήσεων αποπλανηθώσιν, ως οι αχάριστοι Πελοποννήσιοι, από της σωτηρίου οδού της προς την Πύλην υποταγής των· ενήργουν δε εν ειλικρινεία, διότι έβλεπαν παν κίνημα επαναστατικόν τείνον εις εξολόθρευσιν των Χριστιανών, και έσπευδαν να μαλάξωσι την σκληράν και αιμοχαρή καρδίαν των εντοπίων Τούρκων διά πλουσίων δωρεών· αλλά τα θηρία δεν ανθρωπίζονται.
Πρό τινος καιρού είχαν συστηθή εν ταις πρωτευούσαις των Χανιών και της Ρεθύμνης δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία. Αν και η περί της συστάσεως αυτών άδεια ηγοράσθη δι' αδράς δαπάνης, και η διδασκαλία ήτον η συνήθης, τα σχολεία ταύτα εθεωρήθησαν σχολεία αποστασίας και πολέμου, εκλείσθησαν μεσούντος του μαρτίου, και οι διδάσκαλοι εφυλακίσθησαν.
Μάιος Κατ' αίτησιν δε του όχλου εφυλάκισεν ο πασάς των Χανιών Λατίφης, αρχομένου του μαΐου, και τον επίσκοπον Κισάμου, ως δήθεν υποκινούντα εις επανάστασιν τους Χριστιανούς· μετά δέ τινας ημέρας, οχλαγωγίας δευτέρας γενομένης, φοβηθείς παρέδωκε τον δυστυχή επίσκοπον εις τον όχλον επ' ελπίδι να τον καθησυχάση μη αναλογισθείς ότι ο ενδίδων εις παράφορον και μανιώδη όχλον τον θρασύνει και τον φέρει εις δεινότερα. Παραλαβών ο όχλος τον επίσκοπον, τον εβασάνισε, τον επόμπευσεν ημίγυμνον διά των οδών και την 19 τον εκρέμασεν έξω της πόλεως· εκρέμασε συγχρόνως και τον διδάσκαλον του αλληλοδιδακτικού. Τούτου δε γενομένου εζήτει ο θηριώδης όχλος την άδειαν να σφάξη και όλους τους εν τη πόλει Χριστιανούς· επελθόντος όμως του ραμαζανίου, ανεβλήθη η γενική σφαγή.
Ιούνιος Αλλά την 17 ιουνίου ηνοίχθησαν αι οπλοθήκαι εις εφοπλισμόν των Τούρκων, υψώθησαν και περιεφέροντο εις όλην την πόλιν σημαίαι πολέμου, και επροοιμίασε την μέλλουσαν καταστροφήν ο φόνος δυστυχούς τινος σιδηρουργού εν ώ ειργάζετο. Την δε ακόλουθον ημέραν, ό εστι την τελευταίαν του ραμαζανίου, εξεδόθη ο προ πολλού ζητούμενος ορισμός του πασά και ανεγνώσθη και φετφάς εις εξολόθρευσιν των Χριστιανών. 30 εξ αυτών (διότι οι άλλοι επρόλαβαν και έφυγαν) είχαν απομείνει εν τη πόλει υπό την προστασίαν αγάδων τινών, και τους 30 ο όχλος εθανάτωσεν αυθημερόν, εν οις και τον διερμηνέα του πασά, εγύμνωσε δε και την μητρόπολιν αρπάσας τα ιερά σκεύη και τα άμφια· την δε επιούσαν νύκτα εξήλθε της πόλεως, 20 χωρία και πολλά μοναστήρια έκαυσε, όσους Χριστιανούς ηύρεν όλους εξολόθρευσε πνίξας σφάξας καύσας και κρεμάσας, και δι' όλης δεκαπενθημερίας επώλει εν τη αγορά των Χανιών γυναίκας· εν ενί λόγω πάσα ημέρα ολοκλήρου μηνός ήτον ημέρα φρίκης, και η εξοχή των Χανιών θέατρον καταστροφής και ερημώσεως (δ).
Η δεινή αύτη θέσις των τρισαθλίων Χριστιανών ηνάγκασε πολλούς κατοικούντας τα πεδινά ν' αναβώσι χάριν ασφαλείας εις τα όρη, και να καταφύγωσι κυρίως εις Σφακιά. Εφάνη δε κατ' εκείνας τας ημέρας εν τη νήσω της Κρήτης ό,τι ουδαμού εφάνη της Ελλάδος. Καθ' ον καιρόν οι ειδωλολάτραι αυτοκράτορες κατεδίωκαν τους Χριστιανούς, πολλοί εις αποφυγήν βασάνων ελάτρευαν παρρησία τα είδωλα, αλλ' εν κρυπτώ τον Χριστόν· τοιούτον τι συνέβη εν τη Κρήτη, επί της τελευταίας υποδουλώσεώς της. Τινές των πλουσιωτέρων οικογενειών του μεγάλου Κάστρου και των γειτονικών αυτού μερών εδέχθησαν μεν αναφανδόν τον ισλαμισμόν εις ασφάλειαν ζωής, τιμής και περιουσίας, επρέσβευαν όμως μυστικώς τα του ευαγγελίου, και ανέτρεφαν κατά τον αυτόν τρόπον τα τέκνα των. Τοιούτοι ανεφάνησαν, αρχομένης της επαναστάσεως, εις έκστασιν Τούρκων και Χριστιανών, μεταξύ άλλων και οι ισχύοντες Κουρμούλαι, οίτινες ομολογήσαντες παρρησία την εν κρυπτώ χριστιανικήν θρησκείαν των, και δράξαντες τα όπλα, μετέβησαν από του επί της ευκάρπου πεδιάδος της Μεσκράς χωρίου των Κουσέ εις Σφακιά, εγκαταλείψαντες όλην την πλουσίαν περιουσίαν των, και έτοιμοι να χύσωσι το αίμα των υπό την σημαίαν του σταυρού· μετέφεραν δε εις Σφακιά και όλους τους χωρικούς των Χριστιανούς. Ήσαν δε οι μεταναστάντες ψυχαί 1200.
Μόλις τον τελευταίον μάρτιον έλαβαν οι Σφακιανοί αμυδράν τινα ιδέαν της Εταιρίας, ελθόντος προς αυτούς Νικολάου τινός Βαρελζόγλου ή κατ' άλλους Καρατσά, αποστόλου της Εταιρίας. Τοις είπεν ο απόστολος ό,τι έλεγαν οι λοιποί, δηλαδή ότι όλα τα βοηθήματα θα ήρχοντο εντός ολίγου εκ της Ρωσσίας· διά τούτο ουδεμία ετοιμασία προϋπήρχεν. Είχε καταπλεύσει εις Λούρον, λιμένα των Σφακιών, μεσούντος του απριλίου, πλοίον φέρον προς αυτούς δωρεάν, αλλ' επί πλαστή πωλήσει διά το ανύποπτον, ικανήν ποσότητα πυρίτιδος και μολύβδου· αλλά το πλείστον μέρος της πολεμικής ταύτης ύλης διεσκόρπισαν οι Σφακιανοί, πιστεύοντες όσα τοις έλεγεν ο απόστολος. Εν τοσούτω είτε έτοιμοι είτε ανέτοιμοι δεν ημπόρουν να μείνωσιν ακίνητοι. Τα παθήματα των λοιπών Χριστιανών της Κρήτης τοις έλεγαν καθαρά τι θα επάθαιναν και αυτοί· ήξευραν ότι οι Τούρκοι εμελέτων να πατήσωσιν επί του μπαϊραμίου τα βουνά των, αν δεν παρέδιδαν ως οι άλλοι τα όπλα· ηύραν δε προθύμους συναγωνιστάς και τους Ριζίτας, ό εστι τους επί της αρκτικής υπωρείας των αυτών βουνών Χριστιανούς, εν οις διέπρεπαν οι κατοικούντες τα σημαντικότερα δύο χωρία, Λάκκους και Θέρισον· συνηνώθησαν και οι Μεσαρίται, Αποκωρονίται, Αγιοβασιλίται και άλλοι, διηρέθησαν εις διάφορα σώματα και πρώτοι οι περί τον Γιάννην Χάλην, τον Παπαδανδρέαν και τον Μουστογιάννην προσέβαλαν την 14 εχθρούς εξελθόντας επί λεηλασία κατά το εν τη επαρχία των Χανιών Λούλον, τους έβλαψαν και τους έτρεψαν. Τούτου γενομένου, ο μεν Γεώργης Δασκαλάκης ο και Τσελεπής, ο Σήφακας Κωνσταντουδάκης, ο Ανδρέας Φασουλής, οι κατά το Λούλον αριστεύσαντες και άλλοι εστράτευσαν εις Κεραμεία, εν τη επαρχία και αυτά των Χανιών, εκτύπησαν τους εκεί εχθρούς και τους διεσκόρπισαν· κατέλαβαν δε και διαφόρους πλησιοχώρους θέσεις εν αις και το ορεινόν χωρίον Μαλάξαν, όπου πολλάκις εφορμήσαντας τους εχθρούς απέκρουσαν συνεργεία και του παρασκηνούντος Αναγνώστη Παναγιώτου. Οι δε υπό τον Ρούσον Μπουρδουμπάν, τον Αναγνώστην Παπαδάκην, τον Αντώνην Μελιδώνην, τους Δεληγιαννάκας, τους Σουδερούς και άλλους, εν οις και ο είς των δύο αδελφών Κουρμούλων, ο άλλοτε Χουσεΐναγας, και νυν Μιχάλης και οι δύο του υιοί, επάτησαν τας επαρχίας Αποκορώνου, Ρεθύμνης και αγίου Βασιλείου, έπεσαν επί το οχύρωμα του Αρμυρού και το εκυρίευσαν, απέκλεισαν εντός δυνατού πύργου κειμένου εν τω Προσνέρω εκατόν Τούρκους υπό τον Αληδάκην μετακομίσαντες εκ του Αρμυρού και κανόνια, συνήψαν δεινήν μάχην παρά τας Καλύβας, όπου εστάθμευαν εχθροί εξελθόντες των Χανιών, έπαθαν και εκινδύνευσαν κατ' αρχάς, αλλ' επιτεθέντων όπισθεν των περί τον Δασκαλάκην και Σήφακαν, εκραταιώθησαν και υπερίσχυσαν. Οι αυτοί απήντησαν μετ' ολίγον διακοσίους εχθρούς υπό τους επί κακουργία γνωστούς Ισμαήλ Κουντούρην και Γλυμίδην κατά τον Αϊγιάννην (Καϋμένον), τους περιεκύκλωσαν, επήραν δύο σημαίας και εσκότωσαν αμφοτέρους τους αρχηγούς ανδρείως μαχομένους. Και άλλαι άλλων Τούρκων και Χριστιανών συγκρούσεις πολλαχού κατά τους αυτούς καιρούς συνέβησαν, εν αις οι Χριστιανοί ως επί το πλείστον υπερίσχυσαν. Μετά δε την κατά τον Αϊγιάννην μάχην επροχώρησαν οι νικηταί εις Αμπαδιάν εν τη επαρχία Αμαρίου, έτρεψαν τους αγρίους κατοίκους των χωρίων αυτής, συνέλαβαν ζώντα τον επ' ανδρία ονομαστόν Ντελή - Μουσταφάν, τον εφόνευσαν μη θελήσαντα να βαπτισθή και έκαυσαν τινά των χωρίων. Εκείθεν έπεσαν εις την Επισκοπήν εκ τριακοσίων σχεδόν οικιών συγκειμένην, των πλείστων τουρκικών, έκαυσαν πολλάς αυτών, έκαυσαν το εν αυτή ζαμίον και την πλουσίαν τουρκικήν βιβλιοθήκην και εφόνευσαν καί τινας· φθάσαντες δε εις Ατσιπόπουλον εκυκλώθησαν αίφνης υπό δισχιλίων Τούρκων εφορμησάντων εκείθεν, επολεμήθησαν και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι του χωρίου, αλλ' ούτε απεμακρύνθησαν, ούτε έπαυσαν ενοχλούντες τους πλησίον εχθρούς. Παρέπλεαν δε καί τινα Κάσσια πλοία υπό τον Θεοδωρήν Κανταρτσήν εις ενίσχυσιν του αγώνος.
Ανίκανοι δε οι Χανιώται και οι Ρεθύμνιοι Τούρκοι να βλάψωσιν αυτοί μόνοι τους εχθρούς των, ούς εφρύατταν βλέποντες έξωθεν σχεδόν των πυλών των φρουρίων, επεκαλέσθησαν την σύμπραξιν των Καστρινών και άλλων εις καταδίωξίν των.
Έμελλεν εν τούτοις, αφ' ού τόσον αθώον χριστιανικόν αίμα εχύθη τήδε κακείσε εντός της Κρήτης, να χυθή και το ιερώτερον και πολυτιμότερον επ' αυτού του αγίου θυσιαστηρίου, καθ' ην ώραν εδοξολογείτο ο Ύψιστος.