Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Part 17

Chapter 1730 wordsPublic domain

Ο Μελέτης Βασιλείου, κάτοικος των Χασιών, χωρίου της Αττικής κειμένου, κατά την ονομασίαν του, εντός της περιοχής του παλαιού δήμου των Χαστιέων και πλησίον της Φυλής, ην άλλοτε κατέλαβαν οι καταλύσαντες την τυραννίαν των Τριάκοντα, άνθρωπος φιλόπατρις, γενναίος και πολλήν έχων εκεί επιρροήν, θέλων ν' απαλλάξη το χωρίον του των κακών όσα υπέφερεν όλη η Αττική και παρά του διοικητού της και παρά του ηγεμόνος της Ευβοίας, ούτινος η δικαιοδοσία εξετείνετο και εις αυτήν, κατώρθωσεν άλλοτε και απέκοψεν αυτό της λοιπής επαρχίας επί λόγω ότι ήτο δ ε ρ β έ ν ι εξ αιτίας της επί της ανόδου του Πάρνηθος θέσεώς του, και το επροίκισε δι' ων προνομίων επροικίζοντο τα των τοιούτων θέσεων χωρία, ων την φύλαξιν ήσαν εμπεπιστευμένοι εντόπιοι, έχοντες την άδειαν του οπλοφορείν. Η περίστασις αύτη υπέκρυψεν ευσχήμως, ότε ήλθεν η ώρα της γενικής επαναστάσεως, τους αληθείς σκοπούς του Μελέτη, όστις, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, αφ' ού είδεν όσα συνέβησαν εν ταις πλησιοχώροις επαρχίαις, ώπλισε την 1 απριλίου τους χωρικούς του επί λόγω, ότι θα υπεράσπιζε τον τόπον του από πάσης ενδεχομένης επιδρομής κλεπτών, έστησε το μικρόν του στρατόπεδον εν Μενιδίω, συμπαρέλαβε συναγωνιστάς του τους Μενιδιώτας υπό τον Χατσή - Αναγνώστην Τσουρκατιώτην, καί τινας Σαλαμινίους ελθόντας προς αυτόν αυθορμήτως, και την 18 εκτύπησεν εν τω αντικρύ της Ευβοίας χωρίω της Αττικής, Καλάμω, τους περί τον Καρύστιον Ομέρμπεην μεταβάντας εκεί εξ Ευβοίας εις παρατήρησιν των κατ' εκείνα τα μέρη νεωστί συμβάντων. Θέλοντες δε ο Μελέτης και οι λοιποί να ενωθώσιν υπό ένα και τον αυτόν αρχηγόν, αντιπροσωπεύοντα την Εταιρίαν, παρεκάλεσαν τους άρχοντας της Λεβαδείας να τοις στείλωσι τοιούτον. Οι άρχοντες ευρόντες κατάλληλον τον Δήμον Αντωνίου, κατηχητήν προ ολίγου της Εταιρίας, ευρωπαϊκά ενδεδυμένον, τω έβαλαν επωμίδας και περικεφαλαίαν και τον έστειλαν εις Μενίδι, όπου τον υπεδέχθησαν, οι Αττικοί ως άνδρα υπερέχοντα εξαιτίας της ασυνήθους στολής του, και ετέθησαν υπ' αυτόν μεθ' όσης άλλοτε αφοσιώσεως ετέθησαν οι Σπαρτιάται υπό τον χωλόν συμπατριώτην του Μελέτη Τυρταίον.

Οι κάτοικοι Τούρκοι των Αθηνών ήσαν 400 οικογένειαι· παρευρίσκοντο και 60 Αλβανοί ως αστυνομική δύναμις· ανησύχαζαν δε δικαίω τω λόγω βλέποντες τα κινήματα των πλησιοχώρων επαρχιών· αλλ' ιδόντες και τα χωρία αυτής της επαρχίας των εις ένοπλον κίνησιν, και τους χωρικούς αρπάζοντας ποίμνια υπό τα τείχη της πόλεως, κατεταράχθησαν και ωργίσθησαν· και κατ' αρχάς μεν συνέλαβαν την κοινήν ιδέαν να σφάξωσιν όλους τους εν Αθήναις δυναμένους να οπλοφορώσι Χριστιανούς· αλλά βλέποντες, ότι τούτο ούτε πολιτικόν ήτον, ούτε ευκατόρθωτον, και ότι εδύνατο να επιφέρη ό,τι ήθελαν ν' αποφύγωσι, παρητήθησαν· ήρχισαν όμως να προετοιμάζωνται ανακομίζοντες τροφάς και τα πράγματά των εις την ακρόπολιν, καθαρίζοντες μίαν των δύο ευχρήστων αλλά προ καιρού μη εν χρήσει δεξαμενών και μετακομίζοντες εκ της πόλεως νερόν. Πεισθέντες δε εξ όσων ήκουαν και έβλεπαν, ότι οι έξωθεν κ λ έ π τ α ι θα εφώρμων, συνέλαβαν αίφνης την 11 τους τρεις προεστώτας και 10 άλλους περιφερομένους εις τας οδούς της πόλεως, τους ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και τους εφυλάκισαν. Η σύλληψις αύτη εφόβισε τους άλλους προύχοντας και τους ηνάγκασε να κρυβώσιν· αλλά τους ηνάγκασεν εν ταυτώ και να συννοηθώσι κρυφίως μετά των έξω και τους προτρέψωσι να έμβωσιν ένοπλοι εις την πόλιν· ώστε ό,τι έπραξαν οι Τούρκοι εις προφύλαξίν των απέβη εις βλάβην των.

Απρονόητοι δε και ασυνεπείς, φυλακίσαντες εν τη ακροπόλει τους προεστώτας και λοιπούς, δεν εφρόντισαν να έχωσιν ικανούς φύλακας εν τη πόλει, εν ώ έβλεπαν τόσους οπλοφόρους Χριστιανούς εκτός αυτής· αλλ' ό,τι διακρίνει υπέρ παν άλλο την μωρίαν των είναι, ότι, εξαιρουμένων των πυλών του τείχους φυλαττομένων υπό Τούρκων, εφρούρουν τα λοιπά μέρη αυτού κατά διαταγήν αυτών Χριστιανοί.

Την νύκτα της 25 συσσωματωθέντες οι έξωθεν Χριστιανοί εν Μενιδίω, ως 600, άλλοι φέροντες όπλα, άλλοι λόγχας, και άλλοι ρόπαλα, εστράτευσαν προς την πόλιν δύο ώρας πριν εξημερώση, ανέβησαν ησύχως το μεταξύ των πυλών των αγίων Αποστόλων και της Μπουμπουνίστρας τείχος, εισεπήδησαν ανεμποδίστως, εφόνευσαν τους επί των δύο πυλών ολίγους Τούρκους, και διεσπάρησαν εις την πόλιν τουφεκίζοντες και αλαλάζοντες. Επειδή δε οι Τούρκοι ανέβαιναν πάσαν εσπέραν εις την ακρόπολιν, ολίγοι ευρέθησαν εν τη πόλει, δι' ο και ολίγοι εχάθησαν· 36 δε, άνδρες, γυναίκες, παιδία, εκ των ενευρεθέντων κατέφυγαν εις τα προξενεία και διεσώθησαν. Οι Αττικοί, κυριεύσαντες την πόλιν, έστησαν την 28 την σημαίαν της ελευθερίας επί του διοικητηρίου, όπου εκάθησαν και οι οπλαρχηγοί, εν οις και ο πρωταθλητής της Αττικής Μελέτης.

Μόλις διεδόθη εις τα πέριξ η είδησις των συμβάντων τούτων, και συνέρρευσεν εις Αθήνας ικανός αριθμός Αιγινητών, Κείων, Θερμιωτών και Υδραίων οπλοφόρων. Κατόπιν αυτών ήλθαν καί τινες Κεφαλλήνες (5 μαΐου) φέροντες και κανόνια· ώστε εντός δέκα ημερών ο αριθμός των εν Αθήναις οπλοφόρων συνηριθμείτο εις τρισχιλίους.

Οι έγκλειστοι Τούρκοι, βλέποντες μεταξύ των πολιορκητών πολλούς φραγκοενδεδυμένους, τινάς δε φορούντας και στολάς, ηπόρησαν και ηρώτησαν διά γράμματος τους προξένους, αν οι Φράγκοι βασιλείς εκήρυξαν πόλεμον κατά του σουλτάνου. Οι πρόξενοι τοις έγραψαν την αλήθειαν· αλλ' οι Έλληνες, μαθόντες τας υποψίας και τους φόβους των, συνέλεξαν όσους ίππους, όνους και ημιόνους ηύραν, και άλλοι καθήσαντες επ' αυτών, των μεν εχόντων των δε μη εχόντων εφίππια, άλλοι δε πεζοί, και οι πλείστοι φραγκοφορούντες και σκιαδοφορούντες, περιήλθαν μια των ημερών την ακρόπολιν υπό τον κρότον ευρωπαϊκών τυμπάνων και σαλπίγγων επιδεικνύμενοι δήθεν τον ευρωπαϊσμόν των· αλλά μία κανονία, πεσούσα εκ της ακροπόλεως εν μέσω αυτών και φονεύσασα ένα, διέλυσεν εν τω άμα την γελοίαν ταύτην σκηνήν.

Δράξαντες οι Αθηναίοι τα όπλα επεμελήθησαν να τακτοποιηθώσι πολιτικώς και στρατιωτικώς όσον επέτρεπεν η περίστασις· και επειδή εστερούντο πολεμικής ύλης, απέσπασαν τον επί των θόλων των εν τη πόλει ζαμίων μόλυβδον, έχυσαν βόλια, και έβαλαν εις κίνησιν και τους σωζομένους πυριτομύλους· έστησαν δε κατά των εν τη ακροπόλει διά της θερμής συνδρομής και των άλλοθεν ελθόντων Ελλήνων επτά κανόνια επί διαφόρων θέσεων, της Πνυκός, του Μουσείου όπου το μνημείον του Φιλοπάππου, πλησίον των θεάτρων του Βάκχου και του Ηρώδου, και προς τον ναόν του Ολυμπίου Διός. Κατ' αίτησιν δε των Αθηναίων ήλθε τας πρώτας ημέρας της ενοπλίσεώς των εις τον Πειραιά και υδραϊκόν πλοίον 11 κανονίων, σταλέν παρά των αδελφών Κουντουριωτών υπό τον Γεώργην Νέγκαν.

Εκτός δε του κάτωθεν εις μίαν των δεξαμενών μετακομισθέντος νερού, είχαν εις χρήσιν οι Τούρκοι και το μόλις πόσιμον ενός των τριών πηγαδιών των εν τω παρατειχίσματι (σερπεντσέ)· και επειδή το της δεξαμενής θα κατηναλίσκετο εντός ολίγου, οι πολιορκηταί προσεπάθουν κατ' αρχάς να σπάσωσι διά κανονιών το παρατείχισμα επ' ελπίδι να το κυριεύσωσι και στερήσωσι τους εχθρούς των του εν αυτώ νερού, διότι διά μόνης της δίψας ή της πείνας ηλπίζετο η κυρίευσις της ακροπόλεως. Εν τοσούτω πολιορκηταί και πολιορκούμενοι εκανονοβόλουν και εκανονοβολούντο, μήτε βλάπτοντες μήτε βλαπτόμενοι. Έρριπταν δ' ενίοτε οι εν τη ακροπόλει και βόμβας εις πόλιν, αλλά πάντοτε αβλαβείς διά την ανεπιτηδειότητα των ριπτόντων.

Εν τοσούτω η επανάστασις έβοσκε κατά την ανατολικήν Ελλάδα ως πυρκαϊά και διεχύθη και εις Μαγνησίαν.

Η νυν Μαγνησία, η το πάλαι μέχρι των εκβολών του Πηνειού κοινώς Σαλαμπριάς εκτεινομένη και περιλαμβάνουσα την Όσσαν ήτοι τον Κίσσαβον, περιλαμβάνει μόνον το Πήλιον όρος ήτοι το βουνόν της Ζαγοράς, και σχηματίζει γλώσσαν προέχουσαν εις την θάλασσαν μεταξύ του Θερμαϊκού, ήτοι του Θεσσαλονικού κόλπου, και του Παγασητικού, ήτοι του κόλπου του Βώλου· έχει δε προς μεν άρκτον επί της ξηράς όρια την μεταξύ του Πηλίου και της Όσσης κοιλάδα, ήτοι τον κάμπον της Αγυιάς, προς δε δύσιν την Βοιβηίδα λίμνην, την κοινώς Κάρλαν, και μικρά τίνα ριζοβούνια του Πηλίου, δι' ων χωρίζεται από της περιοχής του Βελεστίνου και του Αρμυρού· διαιρείται δε εκ φύσεως εις ανατολικοβόρειον και δυτικονότειον· εκείνη μεν είναι ορεινοτέρα, κρημνωδεστέρα, κατάφυτος καστανηών και ολίγον καρποφόρος· αύτη δε ομαλωτέρα και ευφορωτέρα. Έχει δε όλη η Μαγνησία 47 χωρία περιέχοντα κατοίκους 50 χιλιάδας, εξ ων 1750 Τούρκοι· όλα δε τα χωρία είναι χριστιανικά πλην του Βώλου και των Λεχωνιών κατοικουμένων του μεν υπό μόνων Τούρκων, των δε υπό Τούρκων και Χριστιανών. Το πλήθος δε των κατοίκων δεικνύει πόσον πολυάνθρωπα ήσαν πολλά των χωρίων· το πολυανθρωπότερον δε ήτον η Μακρυνίτσα. Παρά την είσοδον δε του κόλπου του Βώλου και επί της παραλίας μικράς χερσονήσου, συνδεομένης εν σχήματι αγκώνος μετά της νοτειοδυτικής άκρας της λοιπής Μαγνησίας διά πετρώδους και δυσπροσίτου ισθμού μιας ώρας σχεδόν μήκος έχοντος, κείνται τα Τρίκερα ή Τρίκερη.

Μάιος Την 5 μαΐου εφάνησαν προς τα παράλια των Τρικέρων και του Αρμυρού πλοία Ύδρας και Σπετσών.

Πρό τινων ετών διέτριβεν εν Μαγνησία, σχολαρχών εν Μηλιαίς, ο Ανθιμος Γαζής, μέλος της Αρχής των Φιλικών, και προετοιμαστής κατ' εκείνα τα μέρη της επαναστάσεως. Ούτος καιροφυλακτών εκίνησεν εις επανάστασιν επί τω εμφανισμώ των ρηθέντων πλοίων, ήτοι την 7, τους κατοικούντας την Μαγνησίαν Χριστιανούς, εξ ων οι μεν επροοιμίασαν σκοτώσαντες τον διοικητήν τινων χωρίων επανερχόμενον έκ τινος επί συλλήψει υπόπτων προεστώτων περιοδίας, οι δε εκινήθησαν υπό τον Κυριακόν Μπαστέκην κατά των κατοικούντων τα Λεχώνια Τούρκων, και όλους σχεδόν, ως 600, εξωλόθρευσαν. Πληγωθέντος δε του Μπαστέκη, ανεδείχθη διάδοχος το πρωτοπαλλήκαρόν του ο Κοντονίκος. Εκείθεν εστράτευσαν οι Έλληνες εις πολιορκίαν του Βώλου, βοηθούμενοι υπό των ρηθέντων πλοίων καί τινων τρικεριωτικών· και οι μεν εστρατοπέδευσαν παρά το φρούριον, οι δε επί τινος λόφου πυραμοειδούς, κοινώς καλουμένου εξ αιτίας του σχήματός του «Πιλάφ - Τεπέ», σκοπεύοντες να κόψωσι διά της κατοχής εκείνης της θέσεως πάσαν συγκοινωνίαν του πολιορκουμένου Βώλου και του Βελεστίνου και Αρμυρού· εσύστησαν δε συγχρόνως και τοπικήν διοίκησιν, Β ο υ λ ή ν - Θ ε τ τ α λ ο μ α γ ν η σ ί α ς, εδρεύουσαν όπου το δεύτερον στρατόπεδον· μετ' ολίγον δε έστησαν και τρίτον πλησιέστερον του Βελεστίνου, εν τω αγίω Γεωργίω, και πλήρεις θάρρους και ελπίδων ώρμησαν άλλοι διά της πεδιάδος και άλλοι διά των βουνών εις Βελεστίνον, τον επάτησαν, τον έκαυσαν, ηνάγκασαν τους εν αυτώ Τούρκους να κλεισθώσιν εντός τεσσάρων πύργων, κειμένων εν μέσω ευρυχώρων αυλογύρων, και μηδενός εναντιουμένου εδόθησαν όλοι εις αρπαγήν και εις κραιπάλην. Κατά την έφοδον δε ταύτην επληγώθη ο Κοντονίκος, ον διεδέχθη ο Παναγιώτης Μπαστέκης. Αλλ' οι έγκλειστοι, βλέποντες την παράλυσιν των Ελλήνων, εθαρρύνθησαν τόσον, ώστε 60 μόνον έφιπποι εξήλθαν, και διαβάντες διά μέσου των Ελλήνων χιλίων όντων όλοι αβλαβείς έγειναν άφαντοι· μετά δέ τινας ώρας η καθημένη επί τινος υψώματος ελληνική σκοπιά ανήγγειλεν, ότι στράτευμα πολύ εφαίνετο επί της οδού της Λαρίσσης ερχόμενον προς τον Βελεστίνον. Πανικός τότε φόβος κατέλαβε τους Έλληνας· όλοι εγκατέλειψαν την κωμόπολιν και έτρεχαν προς το εν τω αγίω Γεωργίω στρατόπεδον· βλέποντες δε και οι εν τοις πύργοις Τούρκοι τους εχθρούς των φεύγοντας επέπεσαν, τους κατεδίωξαν μέχρι του στρατοπέδου και εσκότωσαν 60· οι δε λοιποί, υποπτεύοντες ότι και εν τω στρατοπέδω δεν ήσαν ασφαλείς, διεσκορπίσθησαν κακήν κακώς. Μετά τέσσαρας δε ή πέντε ημέρας εχύθησαν εντός της Χερσονήσου πολυάριθμα τουρκικά στρατεύματα υπό τον Μαχμούτπασαν Δράμαλην, διέλυσαν την πολιορκίαν του Εώλου, κατέστρεψαν τα χωρία Κανάλια και Κύπουρνα, έπεσαν εις Μακρυνίτσαν, εκυρίευσαν το επάνω μέρος αυτής φυγόντων των κατοίκων, εκυρίευσαν μετά ταύτα και το κάτω, επάτησαν και άλλα χωρία, έκαυσαν, ήρπασαν, εφόνευσαν, ηχμαλώτευσαν, και οι δυστυχείς Χριστιανοί κατέφευγαν πανταχόθεν προς το Τρίκερη. Ο δε Δράμαλης, αφήσας στράτευμα εις φύλαξιν του Βώλου, επανήλθεν εις Λάρισσαν· αλλά, μαθών ότι εσυστήθη εκ νέου ελληνικόν στρατόπεδον κατά το Μαλάχι πλησίον των Λεχωνίων, ωπισθοδρόμησε, συνήψε μάχην, ενίκησε και κατεδίωξε τους εχθρούς του μέχρι του ισθμού των Τρικέρων, όπου ευρών αντίστασιν επανήλθεν εις Λάρισσαν. Μόλις δε απηλλάχθησαν οι Έλληνες του δεινού τούτου εχθρού, και εσύστησαν πάλιν άλλο στρατόπεδον εν Λιθοκάστρω, πλησίον του μεγάλου χωρίου της Αργαλεστής, και έμειναν έκτοτε ανεπηρέαστοι, διότι ο Δράμαλης εθεώρει το μεν νεοσύστατον στρατόπεδον μικρού λόγου άξιον, την δε Μαγνησίαν υπεξούσιον· και τω όντι τέσσαρα μόνον χωρία, ο Λαύκος, το Προμίρι· η Αργαλεστή και τα Τρίκερη δεν είχαν προσκυνήσει· περιείχαν δε ψυχάς οκτακισχιλίας.

Από του πορθμού των Τρικέρων και του στομίου του μαλιακού κόλπου, αντικρύ της Λοκρίδος, της Βοιωτίας και της Αττικής μέχρι των Πρασιών (πόρτο Ράφτη) παρατείνεται νοτειοανατολικώς η μακρά και στενή νήσος Εύβοια, κοινότερον Εύριπος, μήκος έχουσα 160 μιλίων από του ακρωτηρίου Κηναίου (Λιθάδας) μέχρι Γεραιστού (Πλατανιστού), μέγιστον δε πλάτος 40 από Χαλκίδος μέχρι Κούμης. Η νήσος αύτη χωρίζεται της ξηράς διά πορθμού, πλάτος έχοντος επί μεν του προς τον Γεραιστόν στόματος 34 μιλίων, επί δε του προς το Κήναιον τριών. Ο τερπνότατος ούτος και μακρύς πορθμός, πού μεν πλατύς, πού δε στενός, κάπου δε φαινόμενος κλειστός και σχηματίζων λίμνην, καθίσταται στενότατος προς την Χαλκίδα. Επί δε της πλησίον Βοιωτικής γης έκειτο η Αυλίς, όθεν απέπλευσε τα πάλαι εις Τρωάδα ο πολυάριθμος και πανελλήνιος εκείνος στόλος. Εν μέσω δε του στενοτάτου μέρους του πορθμού αναδύει βράχος διχοτομών τον πορθμόν, εφ' ου εκτίσθη πυργοειδές οχύρωμα· και το μεν προς την Βοιωτίαν είναι πλατύτερον και ρηχότερον, το δε προς την Χαλκίδα στενότερον και βαθύτερον, δι' ο και ευπλευστότερον· ζευγνύεται δε ο βράχος μετ' εκείνης μεν διά λιθίνης γεφύρας, ως 70 ποδών το μήκος, μετά ταύτης δε διά ξυλίνης και κινητής κατά το ήμισυ μόνον μακράς· η υποκάτωθεν δε ρύμη της περιφήμου παλιρροίας κατατέρπει την όρασιν και την ακοήν. Κείται δε η πόλις αύτη, η θεωρουμένη παρά τοις αρχαίοις και παρ' ημίν ούσα μητρόπολις της νήσου, επί της άκρας πλατείας γλώσσης, όλη περιτετειχισμένη, και φέρουσα εισέτι τα σύμβολα του αγίου Μάρκου επί του τείχους· και η μεν ανατολική πλευρά της χωρίζεται της ξηράς διά τινος χαρακώματος, αι δε τρεις άλλαι είναι θαλασσόβρεκτοι· εκείθεν δε του προαστείου υπό Χριστιανών κατοικουμένου περιεχαράκωσαν οι Τούρκοι επί της επαναστάσεως ικανήν γην χρήσιμον εις βοσκήν. Τόσω δε σημαντική εθεωρείτο πάντοτε η περί ης ο λόγος πόλις διά την θέσιν της, ώστε π έ δ α ς - τ η ς - Ε λ λ ά δ ο ς εκάλει ταύτην και την Κόρινθον Φίλιππος ο Μακεδών, ε π ι δ έ σ μ ο υ ς δε συμπεριλαμβανομένης και της Δημητριάδος, ως κυρίας των προς τα Τέμπη παρόδων, οι μεταγενέστεροι του Φιλίππου. Αντικρύ δε τη Χαλκίδος επί της Βοιωτικής ξηράς και επί λόφου 130 ποδών ύψος έχοντος κείται το φρούριον του Καραμπαμπά, επέχον τόπον ακροπόλεως ως υπερκείμενον της Χαλκίδος. Τω όντι ο κύριος αυτού είναι και κύριος αυτής. Θαυμάσιος είναι ο έμπροσθεν της Χαλκίδος κυκλοειδής και όλος φαινόμενος ανείσοδος λιμήν. Δύο φρούρια είχε προ της επαναστάσεως η νήσος, το της Χαλκίδος, και το της Καρύστου τα προς τον Γεραιστόν, υπό τα όρος της Όχης, το κοινώς άγιον Ηλίαν, διά την επί της κορυφής του εκκλησίαν του προφήτου· εν ουδετέρω δε των φρουρίων επετρέπετο επί τουρκοκρατίας διαμονή Χριστιανών.

Έν των σημαντικωτέρων χωρίων της Ευβοίας είναι η Λίμνη, αντικρύ του οπουντίου κόλπου, ήτοι του κόλπου του Ταλαντίου. Οι πρόκριτοι του χωρίου τούτου έχοντος καί τινα πλοία, και άλλων τινών χωρίων, μαθόντες τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα, απεφάσισαν να υψώσωσι την επαναστατικην σημαίαν, και συνενοήθησαν μετά των Τρικεριωτών. Τας αρχάς δε του μαΐου οι καλοί ούτοι γείτονες ήλθαν εις βοήθειάν των, φέροντες τέσσαρα πλοία, πολεμεφόδια καί τινας στρατιώτας υπό τον Βαρούσαν Ανδρίτσου. Βλέποντες οι εν Ευβοία Τούρκοι όσα συνέβησαν πλησίον αυτών, υπώπτευαν μεν απόβασιν εις την νήσον των, αλλά τόσον δεν υπώπτευαν τους εντοπίους Χριστιανούς, ώστε θέλοντες να φυλάξωσι παραλίους τινάς θέσεις, ως τα Κανάτια και τον άγιον Νικόλαον, παρέλαβαν συναγωνιστάς πολλούς Χριστιανούς. Ιδόντες δε ερχόμενα τα τρικεριωτικά πλοία προς εκείνα τα παράλια ήρχισαν να τα τουφεκίζωσιν· αντετουφέκισαν τότε και οι καιροφυλακτούντες Λίμνιοι και οι των γειτονικών χωρίων, και ούτως ήρχισε και εκεί ο αγών. Οι Έλληνες υπερίσχυσαν κατά την πρώτην ταύτην σύγκρουσιν, απέβησαν και οι επί των πλοίων, συγκατεδίωξαν τους εχθρούς, εφόνευσαν ολίγους, και ηνάγκασαν τους λοιπούς να φύγωσιν. Μετά δε την φυγήν των συνήλθαν οι πρόκριτοι πολλών χωρίων εις Ξηροχώρι, διώρισαν τρεις οπλαρχηγούς, τον Βερούσην Μουστανάν, τον Νικολόν Ζαγωριανόν και τον Γιαννιόν Χαλκιάν, συνέλεξαν 2000 εντοπίους ενόπλους, και τους απέστειλαν τους μεν διά ξηράς τους δε διά θαλάσσης εις αποκλεισμόν της Χαλκίδος διά της συμπράξεως και των πλοίων των Τρικέρων και της Λίμνης· αλλ' οι εν τω φρουρίω τούτω Τούρκοι εξήλθαν και συνήψαν μάχην κατά τον Τροχόν διαρκέσασαν πανήμερον. Οι Έλληνες ετράπησαν· και πρώτον μεν κατέλαβαν το Δερβένι, εκείθεν δε μετέβησαν εις την παραθαλάσσιον θέσιν Βρυσάκια, όπου και ωχυρώθησαν· έμειναν δε εις αποκλεισμόν τα εντόπια πλοία της Λίμνης· αλλ' επειδή ήσαν μικρά και αδύνατα, επεκράτει δε εν τω στρατοπέδω δυσαρέσκεια κατά του Βερούση, τούτον μεν απέβαλαν και τον αντικατέστησαν προσωρινώς υπό του Σταύρου Βασιλείου Τομαρά, μετά ταύτα δε υπό του συμπολίτου των Αγγελή Νικολάου Γοβρίνα, ανδρός γενναίου, εμπειροπολέμου και φιλοπάτριδος· εμίσθωσαν δε και μετέφεραν εκ του λιμένος της αγίας Μαρίνας ως δυνατώτερον και καταλληλότερον διά τον αποκλεισμόν της Χαλκίδος, τo πλοίον του Αλεξανδρή Κριεζή υδραίου. Κατ' εκείνας τας ημέρας, ό εστι τον μάιον, ήλθεν εις Εύβοιαν και ετέθη υπό τας διαταγάς του Αγγελή και ο Νικόλαος Κριεζώτης Ευβοεύς, μετερχόμενος εν Ασία το ποιμενικόν έργον.

Αν και το κατά της Χαλκίδος σχέδιον δεν ευδοκίμησεν, η προ μικρού όμως αναφθείσα λαμπάς της επαναστάσεως εν Ευβοία δεν εσβέσθη διά την αποτυχίαν ταύτην ή την δύναμιν του εχθρού· ολίγον όμως έλειψε να σβεσθή διά την διχόνοιαν των Ελλήνων, ελθόντων κατ' αυτάς τας πρώτας ημέρας εις αλληλομαχίαν, διότι ο προ ολίγου αποβληθείς της αρχηγίας Βερούσης, ξενολογήσας τετρακοσίους, ήλθεν εις Λίμνην επί σκοπώ να την καύση προς εκδίκησιν· αλλ' απέτυχε και έφυγε χάρις εις τον αρχηγόν Αγγελήν και εις τον συναγωνιστήν του Κριεζώτην. Μετά τα συμβάντα ταύτα, ό εστι κατά τον ιούνιον, οι εν Χαλκίδι Τούρκοι εστράτευσαν πάλιν κατά των εν Βρυσακίοις Ελλήνων, σύροντες κανόνια, τους συνήντησαν εις Μάνικα, παράλιον θέσιν μίαν ώραν μακράν του φρουρίου, και επολέμησαν όλην την ημέραν. Οι Έλληνες, βοηθούμενοι υπό των πλοίων, έθραυσαν τους εχθρούς φονεύσαντες και πληγώσαντες σχεδόν 100· εξ αυτών δε εφονεύθησαν 11 και επληγώθησαν 15. Μετά δε την μάχην ταύτην οι μεν Τούρκοι επανήλθαν εις Χαλκίδα, οι δε Έλληνες εις το στρατόπεδον.

Μετά την επανάστασιν της Ευβοίας όλη η Ανατολική Ελλάς ήτον εις πλήρη επανάστασιν και εις την κατοχήν των Ελλήνων εκτός τινων εν αυτή φρουρίων και των πόλεων Πατρατσικίου και Ζητουνίου.