Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
Part 15
Μάρτιος Τα πνεύματα ήσαν τοιουτοτρόπως προητοιμασμένα ότε το δειλινόν της 27 μαρτίου έφθασεν εις Ύδραν πλοιάριον αναγγέλλον, ότι οι Κορίνθιοι και οι Μεγαρείς απέκλεισαν τους Τούρκους εν Ακροκορίνθω. Ο Οικονόμος εστρατολόγει πρό τινων ημερών εν Ύδρα επί σκοπώ να εκστρατεύση εις Πελοπόννησον, ης τα κινήματα ήσαν γνωστά· αλλ' η περί ης ο λόγος αγγελία εμεγάλυνε ταύτα, ενεθουσίασε τον λαόν και τον κατέστησεν ακράτητον. Ο Οικονόμος, όστις εκαιροφυλάκτει, ιδών την διάθεσιν του λαού παρήτησε τα σχέδιον της εκστρατείας του, και απεφάσισε να διεγείρη αυθημερόν τους συμπολίτας του εις επανάστασιν· και άμα ενύκτωσεν, ήχησεν ο κώδων της πόλεως κατά διαταγήν αυτού, και κήρυκες περιέτρεχον τας οδούς φωνάζοντες «σ τ' - ά ρ μ α τ α - ό λ ο ι, σ τ' - ά ρ μ α τ α· και οι μεν πρόκριτοι εφοβήθησαν επί τω ήχω του κώδωνος και επί τη κραυγή των κηρύκων και δεν εξήλθαν των οικιών δι' όλης της νυκτός· ο δε λαός συνήχθη όπου εκλήθη, και ακούσας εις τι η κλήσις, ώρμησεν επί τη προτάσει του Οικονόμου και επάτησε τα εν τω λιμένι πλοία, έδραξε τα εν αυτοίς όπλα, και ο επιχειρηματίας και μεγαλότολμος Οικονόμος, ευρεθείς την επαύριον αρχηγός παμπόλλων οπλοφόρων, κατέβη εις το διοικητήριον και εξεθρόνισε τον Νικολόν Κοκοβίλαν διοικητήν του τόπου, αλαλάζοντος του λαού. Οι δε πρόκριτοι της νήσου, Λάζαρος Κουντουριώτης, Δημήτρης Τσαμαδός, Βασίλης Μπουντούρης και Γκίκας Γκιώνης, οίτινες συνήλθαν ως δημογέροντες της περιόδου εκείνης ημέρας γενομένης εις το μοναστήριον, όπως συσκεφθώσι περί των πραγμάτων, ακούσαντες έξωθεν πολλήν οχλοβοήν, και μαθόντες και τον εκθρονισμόν του διοικητού, ερρίφθησαν έξω του μοναστηρίου διά των θυρίδων έντρομοι και διεσκορπίσθησαν· ώστε πάσα εξουσία πολιτική στρατιωτική και ναυτική αφέθη εις τον Οικονόμον. Ούτος υπώπτευσεν εξ όσων είδε, μήπως οι πρόκριτοι, ων εν αγνοία και ακουσία εκινήθη η επανάστασις, φύγωσι και στερήσωσι τον τόπον της χρηματικής συνδρομής των· διά τούτο τους παρεφύλαττεν· ήξευρεν ότι ούτε αυτόν ως όμοιον κατεδέχοντο, ούτε προς το επαναστατικόν κίνημα ήσαν ευδιάθετοι, και εις επιτυχίαν ανέθεσε τας ελπίδας του εις τον λαόν, ον συνήθροισεν ένοπλον εκ νέου, και μέγα συμφέρον έχων να οικειοποιηθή, απήτει δι' αυτού από των προκρίτων εν ταις οικίαις κρυπτομένων χρήματα εις διανομήν εντός της ημέρας. Οι πρόκριτοι έστειλαν αυθωρεί πολλά· «δ ε ν - μ α ς - φ θ ά ν ο υ ν» εφώναζαν οι οπλοφόροι σείοντες τας ρομφαίας, «θ έ λ ο μ ε ν - κ α ι - ά λ λ α»· έστειλαν και άλλα, και πάλιν άλλα, έως ου συνεπληρώθησαν εντός τριών ημερών δίστηλα 130 χιλιάδες, και ούτως ησύχασε το πλήθος ευφημούν τους καλούς και γενναίους προκρίτους. Εν μέσω δε του αλαλαγμού και της δημεγερσίας εφάνησαν έξωθεν της Ύδρας δύο πλοία σπετσιωτικά υπό την επαναστατικήν σημαίαν, εξ ων το έν ήρχετο να παραλάβη τον Γιάννην Μέξην πρόκριτον των Σπετσών, ευρεθέντα τας ημέρας εκείνας εν Ύδρα περί των αυτών πραγμάτων. Ο κυματισμός της νεοφανούς σημαίας καθ' ην ώραν τα πνεύματα ήσαν τόσον εξημμένα ενεθουσίασεν έτι μάλλον τον ατρόμητον τούτον λαόν, όστις απήτει να οπλισθώσι και τα πλοία της πατρίδος του και εκπλεύσωσιν υπό την σημαίαν της ελευθερίας. Την 31 ενομιμοποιήθη δι' επισήμου πράξεως η πληρεξουσιότης, ην ήρπασε ο Οικονόμος διά της μαχαίρας του (β)· αλλ' η ειλικρινής σύμπραξις των προκρίτων ήτο πάντοτε αναγκαία, και ο Οικονόμος την απήτει επιμόνως· οι δε πρόκριτοι απεκρίνοντο, ότι έτοιμοι ήσαν και να συμπράξωσι και να συγκινδυνεύσωσι και να θυσιάσωσι τας καταστάσεις των διά την ελευθερίαν του έθνους, αν ήθελεν ο επαναστάτης να βαδίση τακτικώτερον και συστηματικώτερον. Ο Οικονόμος, όστις έβλεπεν ότι οι πρόκριτοι δεν ήσαν οι φυσικοί σύμμαχοί του, έβλεπεν επίσης, ότι δεν εδύνατο να τους παραγγωνίση, διότι υπεστηρίζοντο παρά των εις αυτούς αφοσιωμένων κυβερνητών των πλοίων των, ανδρείων ως αυτόν, επιρροήν μεγάλην εχόντων επί των ναυτών, και ετοίμων να πράξωσιν υπέρ των προκρίτων ό,τι διά το αιφνίδιον δεν έπραξαν τας πρώτας ημέρας. Διά τα αίτια ταύτα εδέχθη τους λόγους των προκρίτων, συνηνώθη διατηρών πάντοτε την υπεροχήν του, και την παρασκευήν της διακαινησίμου, ό εστι την 15 απριλίου, συνήχθησαν οι πρόκριτοι και ο λαός εις την εκκλησίαν, εψάλη παράκλησις και δοξολογία υπέρ του αρξαμένου εθνικού αγώνος, και υψώθη κατά πρώτην φοράν η σημαία της ελευθερίας εν μεγάλη πομπή υπό τον κανονοβολισμόν των εν τω λιμένι πλοίων.
Συνενωθείσαι αι τρεις θαλασσακράτορες νήσοι υπό την αυτήν σημαίαν, απεφάσισαν να κινήσωσιν εκ συμφώνου τας δυνάμεις των εις διάδοσιν του αγώνος, και οργανίσωσι και το ναυτικόν πρεπόντως· και ως προς τον τελευταίον τούτον σκοπόν εφωδίασαν τα πλοία διά διπλωμάτων υπογεγραμμένων παρά των τοπικών Αρχών (γ), εν οις εξέθεταν τα αίτια και τον σκοπόν του κινήματος, αιτούμενοι και την συνδρομήν των ουδετέρων Δυνάμεων· υπέγραψαν εν ταυτώ και διάταξιν περί διανομής των λειών επ' ωφελεία των πλοίων, των ναυτών και του κοινού (δ), εξέδωκαν και εγκυκλίους οδηγίας παραγγέλλοντες τοις πλοιάρχοις να προστατεύωσι παντού τους Έλληνας και να σέβωνται την ουδετέραν σημαίαν ως σκεπάζουσαν και αυτάς τας εχθρικάς πραγματείας, να εμποδίζωσι δε τα υπό τοιαύτην σημαίαν πλοία μόνον όταν μεταφέρωσι στρατεύματα ή πολεμικάς αποσκευάς, αλλά και τότε να λαμβάνωσι μεν τας πολεμικάς αποσκευάς αποδίδοντες τον ναύλον, ν' αποπέμπωσι δε τα εχθρικά στρατεύματα ανενόχλητα επί των αυτών ουδετέρων πλοίων εις τους λιμένας όπου επεβιβάσθησαν (ε).
Ως προς την διάδοσιν δε του αγώνος εξέδωκαν επαναστατικάς προκηρύξεις προς όλους τους κατοίκους του Αιγαίου και των παραλίων, προς τον κλήρον και προς όλον το έθνος (στ) λέγοντες ό,τι επίστευαν και αυτοί, δηλαδή, ότι ο πόλεμος ωργανίσθη υπό επισήμων ανδρών, ότι δεν ήτο ληστρικός, αλλ' εθνικός και θρησκευτικός κατά τυράννων και ασεβών, και ότι χιλιάδες και μυριάδες κατέβαιναν εκ Δουνάβεως εις Κωνσταντινούπολιν υπό τον αρχιστράτηγον πρίγκηπα Υψηλάντην προς καταστροφήν του θρόνου του σουλτάνου· εκάλουν δε όλους εις τα όπλα ενθυμίζοντές τους όσα υπέφεραν υπό τον αλλοεθνή και αλλόπιστον ζυγόν, και τα προς την πατρίδα και την πίστιν ιερά καθήκοντα, και στιγματίζοντες τον προς τον κοινόν τούτον πόλεμον αδιάφορον ως εθνοκατάρατον και ως βδέλυγμα ανθρώπων και εξουθένημα λαού. «Ενδύσασθε», έλεγαν τοις κληρικοίς, «ενδύσασθε την πανοπλίαν του ουρανίου βασιλέως, ευλογείτε, ενθαρρύνετε τον λαόν, μάχεσθε οι ίδιοι κατά των βλασφημούντων το όνομα του Υψίστου, κατά των βεβηλούντων τους θείους ναούς του, κατά των αρπαξάντων τον θρόνον, τον οποίον έστησεν ο μέγας και ευσεβέστατος αυτοκράτωρ των Χριστιανών Κωνσταντίνος, μιμήθητε τον Μωυσήν τον καταβαλόντα τον Αιγύπτιον, τον Ιησούν του Ναυή τον καταπολεμήσαντα τους Αμαλικήτας, τον Θεσβίτην Ηλίαν τον εν στόματι μαχαίρας εξαφανίσαντα τους ιερείς της Αισχύνης»· δεν έπαυαν δε συμβουλεύοντες και τους κοσμικούς να ενώσωσιν ανδρίαν και τιμήν, δι' ων διακρίνονται οι αληθείς φίλοι της ελευθερίας, να μη ενοχλώσι τους ομοπίστους και ομογενείς και να σέβωνται των ξένων Δυνάμεων τας σημαίας και τους υπηκόους επί ποινή του να λογίζεται εχθρός του έθνους και τιμωρήται όστις τολμήση να καταδιώξη αδίκως και ληστρικώς πλοίον ελληνικόν ή υπ' ουδετέραν σημαίαν ή να πειράξη χριστιανόν. Ταύτα έλεγαν και ταύτα εφρόνουν αι Αρχαί των ναυτικών νήσων αρξαμένου του αγώνος.
Η δε υπέρ της ελευθερίας φωνή των αντήχησε καθ' όλας τας Κυκλάδας και πολλάς των Σποράδων. Μόναι αι καρδίαι των του δυτικού δόγματος Ελλήνων εκώφευσαν. Εφάνη κατά την περίπτωσιν ταύτην υπό την μορφήν του δόγματος τούτου όλη η ασχημοσύνη του φανατισμού προτιμήσαντος την ημισέληνον του σταυρού και την δουλείαν της ελευθερίας.
Ουδείς των εν Πελοποννήσω και τη στερεά Ελλάδι Ελλήνων πρεσβεύει το δυτικόν δόγμα. Ενδεκακισχιλίους του δόγματος τούτου περιείχαν αι τέσσαρες νήσοι του Αιγαίου, Σύρα, Τήνος, Νάξος και Σαντορήνη. Εξαιρουμένων δε πολλά ολίγων φανέντων αληθών Ελλήνων επί του αγώνος, οι λοιποί και αντείπαν και αντέπραξαν φανερά και κρυφίως, και σχέσεις έλαβαν μυστικάς προς τους εχθρούς του έθνους, και χαράν μεγάλην ασυστόλως έδειξαν επί ταις αποτυχίαις των ομογενών. Αλλ' οποία και αν ήτον η διάθεσις και τυφλότης των προς την εθνικήν τιμήν και τα κοινωνικά αυτών συμφέροντα, έκλιναν και ούτοι τον αυχένα υπό την γενικήν θέλησιν όλων των ομογενών, των μέχρι θανάτου αγωνιζομένων προς απόλαυσιν της εθνικής ισονομίας και ισοτιμίας άνευ διακρίσεως δόγματος και μακράν πάσης καταθλίψεως συνειδότος. Τόσην δε κλίσιν έδειξαν προς τους Τούρκους οι δυτικόφρονες εν γένει και κατ' εξοχήν οι της Σύρας, ους ευτύχησεν η επανάστασις, και τόσον ολίγην πεποίθησιν είχαν επί τη ευοδώσει του εθνικού αγώνος, ώστε συνεισέφεραν διπλούς φόρους, τους μεν εξ ανάγκης χάριν των Ελλήνων, τους δε εκ προαιρέσεως χάριν των Τούρκων. Τόσον το μίσος των αιρέσεων, σφοδρότερον πολλάκις του μίσους της ετεροθρησκείας (ζ), σκοτίζει τον νουν και πνίγει παν αίσθημα ευγενές! Μακάριον το έθνος το πρεσβεύον όλον έν και το αυτό δόγμα. Κάτοχοι, χάρις τω Θεώ, είμεθα τοιούτου ευτυχήματος, και εθνοκατάρατος έστω όστις δι' οιανδήποτε αιτίαν θελήσει δι' ετεροδιδασκαλίας ή δι' άλλου τρόπου να επιβουλευθή την ενότητα της πίστεως των Ελλήνων.
Εν ώ δε ακόμη αντεφέροντο οι πρόκριτοι της Ύδρας προς τον Οικονόμον, οι στολίσκοι των Σπετσών και των Ψαρών, ετοιμασθέντες μετά πολλής σπουδής, ηγκυροβόλησαν αντικρύ της Ύδρας αναμένοντες και τον υδραϊκόν, όστις συνηνώθη αφ' ού εωρτάσθη η σύμπνοια των προκρίτων και του Οικονόμου. Η κοινότης της Ύδρας δεν διώρισεν αρχηγόν του στολίσκου της, αλλ' αφήκε την εκλογήν τοις πλοιάρχοις του. Εξ αυτών ήτο και ο Γιακουμάκης Τομπάζης, είς των προκρίτων. Τούτον αυθόρμητοι οι πλοίαρχοι του στολίσκου ανέδειξαν αρχηγόν. Είχε δε και έκαστος των δύο άλλων στολίσκων αρχηγόν αλλ' επειδή η Ύδρα είχεν αδιαφειλονείκητα τα πρωτεία, ο δε Τομπάζης ετιμάτο παρά πάντων και δικαίως, εδόθη αυτώ η γενική αρχηγία της ναυτικής ταύτης δυνάμεως και παρά των αρχηγών των δύο άλλων στολίσκων.
Ελλιμένιζεν εκείναις ταις ημέραις έμπροσθεν του Μούρτου αντικρύ της νήσου των Κορυφών ναυτική τις μοίρα σταλείσα προς εκείνα τα μέρη παρά της Πύλης επί της αποστασίας του Αλή. Η μοίρα αύτη, εξ ής είχεν αποσπασθή το πρό τινων ημερών καταπλεύσαν εις Πάτρας πλοίον, εφαίνετο ευπρόσβλητος, και η συνενωθείσα ελληνική δύναμις εσκόπευε να την προσβάλη. Αλλ' εν ώ εσχεδιάζετο ο επίπλους, ήλθεν εις Ύδραν ο διδάσκαλος Νεόφυτος Βάμβας προβάλλων ν' αναβληθή επί τον παρόντος η εκτέλεσις του σχεδίου, και να πλεύση η ναυτική εκείνη δύναμις εις ελευθέρωσιν της Χίου, επί λόγω, ότι αν αι τρεις πλησιόχωροι και σημαντικαί νήσοι, Ψαρά, Σάμος και Χίος, ετάττοντο υπό την ελληνικήν σημαίαν, θα εχρησίμευαν διά την θέσιν, τας δυνάμεις και τους πόρους των ως ισχυρά θαλάσσιος προφυλακή όλης της Ελλάδος. Η γνώμη του Βάμβα ενεκρίθη και διά τους λόγους τούτους, και διότι οι πρόκριτοι και οι κύριοι των πλοίων της Ύδρας, διατηρούντες εξ ιδίων τον στόλον υπέρ του κοινού αγώνος, επεθύμουν να συμπαραλάβωσι και την πλουσίαν Χίον προς ανακούφισιν.
Απρίλιος Απέπλευσε δε η περί ης ο λόγος ναυτική δύναμις προς την νήσον εκείνην την 22 απριλίου, και αυθεσπερί ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Τήνου, όπου, δοθείσης αφορμής, επραγματοποίησε διά της ακολούθου διαγωγής της όσα υπέρ της ουδετέρας σημαίας είπαν αι νήσοι δι' ης ανεφέραμεν προκηρύξεως.
Έν των περιπλεόντων πλοίων των Σπετσών ευρεθέν εν Τήνω επάτησεν αυστριακήν γολέτταν φέρουσαν επιβάτας Τούρκους, ων και η ζωή εκινδύνευε και πολλά πράγματα ηρπάγησαν· αλλά κατ' έντονον διαταγήν του στόλου και οι κινδυνεύοντες επιβάται επροστατεύθησαν και απεπέμφθησαν σώοι όλοι και αβλαβείς επί της αυτής αυστριακής γολέττας, και τα αρπαγέντα πράγματα απεδόθησαν, και ο παραβάς τας εντολάς του πλοίαρχος εστάλη εις την πατρίδα του ως αξιόποινος. Η πράξις αύτη του στόλου δεικνύει την διάθεσιν των προκρίτων των ναυτικών νήσων και ως προς την θαλάσσιον τάξιν και ως προς το εις τας ουδετέρας σημαίας σέβας. «Β ά σ ι μ ο ς - σ κ ο π ό ς - μ α ς - ε ί ν α ι», έγραφαν οι Σπετσιώται εν τη περιπτώσει ταύτη, «ν α - δ ι α φ υ λ ά ξ ω μ ε ν - τ α - δ ί κ α ι α - τ ω ν - ε θ ν ώ ν (η). Η διάθεσις αύτη διέμενε και μετά ταύτα η αυτή, αλλ' όχι και επίσης ευτυχής εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων, αίτινες και την αταξίαν παρά την θέλησιν των προκρίτων ενεθάρρυναν, και την ατιμωρησίαν των ατάκτων επέφεραν.
Διορθώσας ο στόλος το ατόπημα τούτο, ανήχθη την 23. Κατά δε την αναγωγήν έμαθε τα εν Κωνσταντινουπόλει τραγικά συμβάντα και την αγχόνην του πατριάρχου και εξηγριώθη. Την αυτήν ημέραν απήντησε μεταξύ Τήνου και Μυκώνου τρία ελληνικά πλοία συλλαβόντα έν κρητικόν υπό σημαίαν τουρκικήν κατεβαίνον εκ Κωνσταντινουπόλεως, μεταφέρον ξυλείαν, και έχων 13 ναύτας, εξ ων 7 Χριστιανοί και 6 Τούρκοι· και οι μεν Χριστιανοί συμπαρελήφθησαν εις τα πληρώματα των ελληνικών πλοίων, οι δε δυστυχείς Τούρκοι εφονεύθησαν. Την ακόλουθον ημέραν έφθασεν ο στόλος εις Ψαρά, όπου διέτριψε μέχρι της 26. Ταις δύο δε ταύταις ημέραις οι μεν αρχηγοί του στόλου και οι πρόκριτοι των Ψαρών συνεσκέπτοντο περί του πρακτέου· πολλά δε πλοία περιέπλεαν εις καταδίωξιν των υπό εχθρικήν σημαίαν· και τα μεν υδραϊκά εβύθισαν έν έμπροσθεν του Φρουρίου της Χίου, όπου είχε καταφύγει φέρον πολεμεφόδια, τα δε ψαριανά συνέλαβαν άλλο φέρον 250 επιβάτας Τούρκους άνδρας και γυναίκας, εν οις και 140 προσκυνητάς· και το μεν πλοίον εκράτησαν, τους δε επιβάτας απεβίβασαν όλους σχεδόν αβλαβείς εις τα παράλια της Ασίας. Την 27 ο στόλος κατέπλευσεν εις του Πασά την βρύσιν προς το βόρειον μέρος της Χίου, και την επιούσαν ο ναύαρχος Τομπάζης ωρκίσθη ενώπιον των πλοιάρχων της πατρίδος του τον ακόλουθον όρκον.
«Ορκίζομαι εις τον αληθινόν θεόν, τον υπερασπιζόμενον τον δίκαιον, τον εκδικούμενον τον κακόν και παραβάτην των ηθικών του Ευαγγελίου αρετών· ορκίζομαι εις το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον· ορκίζομαι εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιοτίμων καπηταναίων της πατρίδος μου Ύδρας, να φυλάξω όσα ακολουθούν.
αον. Να αναδεχθώ την προσωρινήν αξίαν του ναυάρχου του ναυτικού Ύδρας έως ου να τελειώση η εκστρατεία μας εις την οποίαν η πατρίς μας έστειλε, κατά την κοινήν ψήφον των συμπατριωτών μου καπηταναίων, την οποίαν αναδέχομαι προθύμως και με την αναγκαίαν φιλογένειαν.
βον. Να ακούω τας διαταγάς της βουλής της Ύδρας οπού ήθελε τύχει να μας πέμψη.
γον. Να κινήσω το ναυτικόν της Ύδρας κατά του βαρβάρου τυράννου της πατρίδος και των οπαδών του χωρίς να βλάψω άλλον όπου εύλογον από το κοινόν συμβούλιον·
δον. Εις αναποκτήτους τόπους ή εις εχθρικόν πλοίον να σέβωμαι την ιδιοκτησίαν των αθώων ομογενών μας, των ευρωπαϊκών υπηκόων και α υ τ ώ ν - τ ω ν - Τ ο ύ ρ κ ω ν, όταν παραδίδωσι τα όπλα χωρίς πόλεμον.
εον. Επειδή το ναυτικόν μας είναι ενωμένον με τα πλοία των άλλων δύο νησίων, να συνεργώ μετ' αυτών εις τον κοινόν σκοπόν κατά την απόφασιν, ήτις θέλει γίνεται εις τα πολεμικά μας συμβούλια κατά καιρούς.
στον. Να φέρω ή να στείλω εις Ύδραν το μέρος των λαφύρων οπού ο παρών στόλος ήθελε κάμει διά να το μοιράση η πατρίς κατά τους διορισθέντας νόμους.
ζον. Αν δε παραβώ τον άνω εκτεθέντα όρκον μου, κηρύττομαι ανάξιος του εμπιστευθέντος μοι υπουργήματος και υπόχρεως να δώσω λόγον εις τον Θεόν, εις την πατρίδα μου και εις όλους τους αρχηγούς του γένους.»
Αντεγράψαμεν ολόκληρον τον όρκον ως δεικνύοντα πόθεν και υπό ποίους όρους έλαβεν ο ναύαρχος την Αρχήν, ποία τα καθήκοντά του, ποία η εξουσία του και ποία η διάθεσίς του όχι μόνον προς τους ουδετέρους, αλλά και προς αυτούς τους παραδίδοντας τα όπλα εχθρούς· αλλά, αν η διάθεσις ήτο πρόθυμος εις συστολήν των καταχρήσεων, η χειρ ήτον ασθενής.
Το σκοπούμενον δε σχέδιον μετά την άφιξιν της ναυτικής δυνάμεως εις Χίον ήτο να επαναστατήσωσι τα χωρία, και να κινήσωσιν οι χωρικοί διά ξηράς προς την πόλιν, συγχρόνως δε να προσβάλη αυτήν και ο στόλος. Επί τω σκοπώ τούτω έστειλεν ο ναύαρχος άνθρωπον εις τα χωρία φέροντα προκήρυξιν της Ύδρας λέγουσαν, ότι όλον το έθνος ήτον εις τα όπλα υπέρ της ελευθερίας του· ότι οι Πελοποννήσιοι απέκλεισαν εν τοις φρουρίοις όλους τους Τούρκους, αδυνάτους, ανετοίμους και περιφόβους· ότι πολλά τουρκικά φρούρια ήσαν εγγύς να παραδοθώσιν· ότι ο ελληνικός στόλος διεσπάρη εις πολλά μέρη και εμελέτα να κλείση τα Δαρδανέλια, ώστε να μη δυνηθή να εξέλθη εχθρική δύναμις· ότι αι τρεις ναυτικαί νήσοι δεν εδύναντο να βαστάζωσι μόναι όλον το βάρος του στόλου, και ανάγκη να συντρέξη ο είς τον άλλον κατά τον ιερόν τούτον αγώνα, και ότι η Χίος, ως η πλουσιωτέρα των άλλων νήσων, εχρεώστει να δείξη τόσην προθυμίαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους, όσην έδειξε φιλογένειαν υπέρ του φωτισμού του. Ταύτα έγραφαν οι Υδραίοι προς τους Χίους συγκερνώντες μετά των προτροπών απειλάς. Αλλ' εν ώ ο στόλος ανέμενε το αποτέλεσμα της προκηρύξεως, ήλθεν είδησις, ότι οι Τούρκοι, ιδόντες ερχόμενα τα πλοία, κατεταράχθησαν και έφεραν ενώπιόν των τους δημογέροντας· ότι οι δημογέροντες απεκρίθησαν ερωτηθέντες, ότι ουδεμίαν είδησιν περί του ερχομού των πλοίων είχαν, ούτε ενοχήν ουδεμίαν υπώπτευαν των εντοπίων χριστιανών· ότι ο μοντεσελίμης τοις παρέστησεν ως αναγκαίον να προσκληθώσι και άλλοι πρόκριτοι εις σύσκεψιν περί της ασφαλείας του τόπου· ότι ανύποπτοι ούτοι περί ων εμελέτα ο μουτεσελίμης και πρόθυμοι να εξαλείψωσι πάσαν υποψίαν εκάλεσαν όσους και οποίους υπέδειξεν ο μουτεσελίμης επί τη προτάσει των εντοπίων Τούρκων· ότι αφ' ού όλοι οι κλητοί, εν οις και ο αρχιερεύς Πλάτων, συνήλθαν ανυπόπτως, αντί να συσκεφθώσι περί ων εκλήθησαν, μετεκομίσθηταν εις το Φρούριον υπό φύλαξιν ως όμηροι κατά την επί των τοιούτων περιστάσεων τουρκικήν συνήθειαν, και ότι άλλοι μεν των Τούρκων ηγρύπνουν νύκτα και ημέραν εις φύλαξιν του φρουρίου, άλλοι δε διεσπάρησαν εις τα χωρία προς αφοπλισμόν των κατοίκων. Την δε 29 επανήλθεν εις τον στόλον ο αποσταλείς εις τα χωρία και ανέφερε και αυτός ότι μεταξύ των χωρικών ολίγην προθυμίαν ηύρε προς όσα εμελετώντο. Διά τας αιτίας ταύτας ο στόλος, ενδιατρίψας ένδεκα ημέρας και φοβηθείς μη διακινδυνεύση την ζωήν των ομηρευόντων, απέπλευσεν άπρακτος την 7 μαΐου. Τοιουτοτρόπως η πρώτη ναυτική εκστρατεία απέβη ανωφελής, παρεκτραπείσα του αρχικού σκοπού κατά του εν Μούρτω εχθρικού στολίσκου, όστις ανέτοιμος και άφροντις δυσκόλως θα διέφευγε την άλωσιν ή τον εμπρησμόν.
Εν ώ δε το πλείστον του στόλου ελλιμένιζεν έμπροσθεν της Χίου, διάφορα πλοία του περιέπλεαν εις βλάβην των θαλασσοπορούντων εχθρών. Την 28 απριλίου οι υπό τους πλοιάρχους Λάζαρον Πινότσην και Σαχτούρην πρόπλοι συνέλαβαν εχθρικόν πλοίον φέρον πολύτιμα δώρα του Σουλτάνου προς τον Μεχμέτ - Αλήν, και μεταβίβαζον εις Αίγυπτον πανέστιον τον προ ολίγου έκπτωτον γενόμενον και αποπεμπόμενον σεχουλισλάμην, ως αποποιηθέντα, κατά τα λεγόμενα, την έκδοσιν φετφά εις γενικήν σφαγήν των Ελλήνων· και τα μεν εν τω πλοίω πλούτη εν οις και τα του σεχουλισλάμη, διήρπασαν οι συλλαβότες το πλοίον και τα εμοιράσθησαν μη παραλαβόντες συμμετόχους τους απόντας κατά την σύλληψιν αυτού άλλους συναγωνιστάς των, μηδέ χωρίσαντες το κανονικόν μερίδιον εις χρήσιν του κοινού· τους δε επιβάτας Τούρκους, εν οις και τον άξιον ευγνωμοσύνης σεχουλισλάμην, όλους ανηλεώς κατέσφαξαν δικαιολογούμενοι εφ' οις έπαθαν οι αθώοι ομογενείς των και ο πατριάρχης εν Κωνσταντινουπόλει, ως αν δικαιολογή απάνθρωπος πράξις κατά μη πταίσαντος άλλην απάνθρωπον πράξιν κατ' άλλου επίσης μη πταίσαντος· σημειωτέον όμως, ότι προ της αγχόνης του πατριάρχου οι Έλληνες και επί της ξηράς και επί της θαλάσσης εφέροντο φιλανθρωπότερον προς όλους τους συλλαμβανομένους Τούρκους. Η δε άνω ρηθείσα πλουσία λεία σφετερισθείσα τοιουτοτρόπως εκίνησε δίκαια παράπονα και διετάραξε τα πληρώματα των άλλων πλοίων.